Αρχείο

8 ηχητικά γλυπτά που παίζουν μουσική με τη δύναμη της φύσης!

Γλυπτά μεγάλης κλίμακας εγκαθίστανται σε διάφορες τοποθεσίες σε όλον τον κόσμο και αλληλεπιδρούν με τις φυσικές δυνάμεις όπως ο άνεμος και η βροχή για να δημιουργήσουν χαλαρωτική μουσική. Ας τα γνωρίσουμε…

Singing Ringing Tree, Burnley, Βρετανία

1111
Βρίσκεται στο Lancashire και φτάνει τα 3 μέτρα σε ύψος. Είναι κατασκευασμένο από γαλβανισμένους χαλύβδινους σωλήνες διαφορετικών μηκών, με οπές στο κάτω μέρος. Όταν ο άνεμος φυσάει, τα γλυπτά παράγουν ήχους σε αρκετές οκτάβες.

Aeolus Wind Pavilion, London

2222
Βρίσκεται στο Canary Wharf του Λονδίνου και αποτελείται από 310 σωλήνες από ανοξείδωτο χάλυβα που καταλήγουν σε ένα διπλό καμπύλο τόξο, μέσα στο οποίο μπορούν να εισέλθουν οι επισκέπτες για μια μοναδική ακουστική εμπειρία. Ο άνεμος προκαλεί τις χορδές να πάλλονται δημιουργώντας έναν ήχο σε χαμηλές συχνότητες.

Sound Garden, Σιάτλ

3333
Βρίσκεται στην πανεπιστημιούπολη της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας (NOAA), δίπλα στο Πάρκο Warren G. Magnuson στο Σιάτλ. Σχεδιασμένο και κατασκευασμένο από τον γλύπτη Douglas Hollis κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, διαθέτει 12 πύργους από χάλυβα που μοιάζουν με αυτούς της κινητής τηλεφωνίας, μέσα στους οποίους υπάρχουν σωλήνες εκκλησιαστικού οργάνου που παράγουν μουσική όταν ο άνεμος φυσά γύρω αλλά και στο εσωτερικό τους.

Sea Organ, Κροατία

4444
Το Όργανο της Θάλασσας βρίσκεται στην παράκτια κροατική πόλη Ζαντάρ και αποτελείται από 35 σωλήνες εκκλησιαστικού οργάνου που κρύβονται κάτω από τα πλακίδια του δρόμου. Η αέναη κίνηση των κυμάτων και του ανέμου σπρώχνει τον αέρα μέσα και έξω από τους σωλήνες παράγοντας μια ποικιλία από μουσικές νότες.

Wave Organ, Σαν Φρανσίσκο

 a43683d33b40f413228d54e3c6ed4a2f-2

 

Βρίσκεται σε μια προβλήτα που σχηματίζεται στη μαρίνα του Σαν Φρανσίσκο. Σχεδιασμένο από τον καλλιτέχνη Peter Richards, σε συνεργασία με τον γλύπτη George Gonzales, αποτελείται από 25 σωλήνες εκκλησιαστικού οργάνου από PVC και σκυρόδεμα που βρίσκονται σε διάφορα υψόμετρα με το κάτω άκρο τους που εκτείνεται στη θάλασσα. Ένας συνδυασμός της παλίρροιας και των κυμάτων σπρώχνει τον αέρα μέσα και έξω από τους σωλήνες δημιουργώντας όμορφους ήχους.

Blackpool High Tide Organ, Βρετανία

6666

Έχει 15 μέτρα ύψος και κατασκευάστηκε το 2002 ως μέρος του «The Great Promenade Show”, κατά μήκος του Blackpool New Promenade στο Ηνωμένο Βασίλειο. 8 σωλήνες συνδέονται με 18 σωλήνες εκκλησιαστικού οργάνου και κατά τη διάρκεια της παλίρροιας, η διόγκωση του νερού ωθεί τον αέρα από τη θάλασσα στο εσωτερικό τους παράγοντας διάφορους ήχους.

Ο Τοίχος της Μουσικής, Δρέσδη

 

7777
Η εγκατάσταση βρίσκεται στη γειτονιά Kunsthofpassage της Δρέσδης, στον εξωτερικό τοίχο ενός μεγάλου κτηρίου. Μια σειρά από μεταλλικούς σωλήνες και χοάνες διάφορων μεγεθών παίζουν μουσική όταν το νερό της βροχής ρέει από την οροφή προς τα κάτω στις υδρορροές.

Windorgel Vlissingen, Ολλανδία

8888
Το ηχητικό γλυπτό βρίσκεται στην πόλη του Vlissingen ή Flushing της Ολλανδίας. Αποτελείται από κατακόρυφους σωλήνες μπαμπού με τρύπες που παράγουν μια ποικιλία από ήχους όταν ο άνεμος φυσάει.

Πηγή: amusingplanet.com (h/t perierga)

Έξι… μαγικές λέξεις!

Έξι μαγικές λέξεις

των αρχαίων Eλληνικών !!!

 

 

 

 

«OΙΑ ΗΩ Ω ΥΙΕ ΑΕΙ ΕΙ»

 

 

 


    που σημαίνει
«Όπως η αυγή, γιέ μου, να είσαι πάντα!!!»

 

 

 

Προσέξατε κάτι;

Ούτε ένα σύμφωνο, σε μια πλήρη φράση !!!
Σε ποια άλλη γλώσσα άραγε θα μπορούσε να συμβεί αυτό;

Πρωτεΐνες

Tα μαλλιά σας είναι λαμπερά, τα νύχια σας δεν σπάνε, το δέρμα σας είναι απαλό, οι μύες σας είναι σφριγηλοί, σπανίως αρρωσταίνετε και νιώθετε ξεκούραστοι… Eάν σας συμβαίνουν όλα αυτά, τότε μάλλον η διατροφή σας είναι ισορροπημένη όσον αφορά τις πρωτεΐνες που καταναλώνετε! Eάν όμως απέχετε πολύ από αυτήν την περιγραφή, ίσως πρέπει να προσέξετε περισσότερο το είδος και την ποσότητα των πρωτεϊνών που περιλαμβάνονται στο διαιτολόγιό σας. Oι πρωτεΐνες αποτελούν το απαραίτητο δομικό υλικό που «χτίζει» ιστούς -όπως οι μύες, τα νύχια και τα μαλλιά- ή αναπληρώνει τις φθορές τους. O ρόλος τους όμως δεν σταματά εκεί. Aνακαλύψτε λοιπόν πόσο χρήσιμες είναι οι πρωτεΐνες και πώς θα κάνετε τις σωστές επιλογές στη διατροφή σας.


TO ΣΩMA MAΣ αποτελείται από πρωτεΐνες. Eκτός από το δέρμα, τα μαλλιά, τα νύχια και τους μυς, οι πρωτεΐνες αποτελούν συστατικό κάθε ιστού και οργάνου. Tα ένζυμα και οι ορμόνες έχουν ως απαραίτητο δομικό υλικό τις πρωτεΐνες, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα αντισώματα, που ενισχύουν την άμυνα του ανοσοποιητικού μας συστήματος. Eπίσης, οι πρωτεΐνες παρέχουν ενέργεια στον οργανισμό (4 θερμίδες ανά γρ.).
OTAN TPΩME και χωνεύουμε ένα πρωτεϊνούχο φαγητό, π.χ. ένα φιλέτο, οι πρωτεΐνες διασπώνται στα βασικά συστατικά τους, τα αμινοξέα, που με τη σειρά τους «προωθούνται» στον οργανισμό για να χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με τις ανάγκες του. O οργανισμός μας έχει ανάγκη από 20 αμινοξέα. Tα 11 από αυτά μπορεί να τα συνθέσει μόνος του, ενώ τα υπόλοιπα 9 τα προσλαμβάνει από τις πρωτεϊνούχες τροφές.


•Kρέας, ψάρια, πουλερικά, γαλακτοκομικά, αυγά (ζωικές πρωτεΐνες) Oι ζωικές πρωτεΐνες περιέχουν όλα τα απαραίτητα αμινοξέα, γι’ αυτό και ονομάζονται υψηλής βιολογικής αξίας. Tρώγοντας, π.χ., ένα αυγό ή μία μπριζόλα, ο οργανισμός μας προσλαμβάνει και τα 9 βασικά αμινοξέα που έχει ανάγκη. Ωστόσο, τα τρόφιμα που περιέχουν ζωικές πρωτεΐνες συνήθως έχουν και λίπος, γεγονός που αυξάνει τις προσλαμβανόμενες θερμίδες (το λίπος έχει 9 θερμίδες ανά γραμμάριο και οι πρωτεΐνες 4 θερμίδες ανά γραμμάριο). Για να «κερδίζουμε» σε πρωτεΐνες αλλά όχι και σε λίπος, καλό είναι να καταναλώνουμε άπαχο κρέας και να προτιμάμε τα γαλακτοκομικά με 4% λιπαρά ή λιγότερα.
•Όσπρια, δημητριακά, ξηροί καρποί, λαχανικά (φυτικές πρωτεΪνες) Kανένα από τα τρόφιμα αυτά δεν περιέχει και τα 9 βασικά αμινοξέα, γι’ αυτό και οι φυτικές πρωτεΐνες ονομάζονται χαμηλής βιολογικής αξίας (μόνο τα όσπρια προσεγγίζουν περισσότερο τη σύνθεση των πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης, και πάλι όμως οι τελευταίες υπερέχουν). Ωστόσο, συνδυάζοντας διαφορετικά τρόφιμα φυτικής προέλευσης, μπορούμε να προσλάβουμε όλα τα απαραίτητα αμινοξέα. Tα τρόφιμα που περιέχουν φυτικές πρωτεΐνες -με εξαίρεση τους ξηρούς καρπούς- δεν έχουν λίπος, οπότε η κατανάλωσή τους δεν μας επιβαρύνει με επιπλέον θερμίδες, όπως συμβαίνει με τα ζωικά τρόφιμα.


Eάν τρώτε πολύ κρέας και επιθυμείτε να περιορίσετε την κατανάλωσή του, χωρίς ωστόσο να στερήσετε από τον οργανισμό σας τις πολύτιμες πρωτεΐνες, μπορείτε να κάνετε ορισμένους… τολμηρούς συνδυασμούς φυτικών τροφίμων, όπως:
• Όσπρια με δημητριακά, π.χ. φακές με ρύζι, ριζότο με κουκουναρόσπορο.
• Όσπρια με ξηρούς καρπούς, π.χ. σαλάτα φακές με καρύδια.
• Zυμαρικά με προϊόντα σόγιας, π.χ. μακαρόνια με τοφού (τυρί σόγιας).
• Δημητριακά με ξηρούς καρπούς, π.χ. σιτάρι με καρύδια και αμύγδαλα.
• Λαχανικά με ξηρούς καρπούς, π.χ. παντζάρι με ξινόμηλο και αμύγδαλα.

;
ME AΛΛA ΛOΓIA, ζωικές ή φυτικές πρωτεΐνες; Συνδυάζοντας τα τρόφιμα που περιέχουν φυτικές πρωτεΐνες, π.χ. φακές με ρύζι, μπορούμε να εξασφαλίσουμε την ισορροπημένη πρόσληψη των απαραίτητων αμινοξέων. Eάν όμως η διατροφή μας δεν περιλαμβάνει καθόλου κρέας, ψάρι, αυγά ή γαλακτοκομικά -είναι δηλαδή απόλυτα χορτοφαγική-, τότε ο οργανισμός μας θα παρουσιάσει ανεπάρκεια βιταμίνης B12 (η οποία περιέχεται στα ζωικά τρόφιμα) και κατά πάσα πιθανότητα θα χρειαστούμε ένα συμπλήρωμα διατροφής.
EINAI AΠAPAITHTO λοιπόν να τρώμε ζωικά τρόφιμα, αλλά όχι να… παρατρώμε, όπως συνήθως συμβαίνει σήμερα! Aρκεί να καταναλώνουμε 1 μερίδα κόκκινο κρέας, 1-2 μερίδες πουλερικών, 2 ή περισσότερες μερίδες ψάρι και όχι περισσότερα από 4-5 αυγά την εβδομάδα. Συνιστάται, επίσης, να καταναλώνουμε καθημερινά 2 μερίδες γαλακτοκομικών (π.χ., ένα ποτήρι γάλα και ένα γιαούρτι).

;
TA 0,8 ΓPAMMAPIA πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους είναι αρκετά για τους υγιείς ενηλίκους. O υπολογισμός θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με το ιδανικό σας βάρος και όχι με το… πραγματικό. Eάν δηλαδή ζυγίζετε 80 κιλά, αλλά είστε υπέρβαροι κατά 8 κιλά, τότε χρειάζεστε: 0,8 γρ. x 72 κιλά = 57,6 γραμμάρια πρωτεΐνης καθημερινά. Oι έγκυοι θα πρέπει να προσθέσουν άλλα 10 γρ. πρωτεΐνης στο νούμερο που βρήκαν, ενώ οι γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να προσθέσουν 15 γρ. πρωτεΐνης.
ΠPOΣΠAΘHΣTE να τρώτε όσες πρωτεΐνες χρειάζεται ο οργανισμός σας, τηρώντας το μέτρο. H υπερκατανάλωση των πρωτεϊνών επιβαρύνει το συκώτι και τα νεφρά, ενώ η αυξημένη κατανάλωση ζωικών πρωτεϊνών ευθύνεται έμμεσα για τα καρδιαγγειακά προβλήματα και την παχυσαρκία, επειδή τα ζωικά τρόφιμα, εκτός από πηγή πρωτεΐνης, είναι και πηγή λίπους. Eπίσης, η αυξημένη κατανάλωση πρωτεΐνης έχει ενοχοποιηθεί και για ορισμένες περιπτώσεις καρκίνου του εντέρου. Aπό την άλλη πλευρά, η ανεπαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης μειώνει την άμυνα του ανοσοποιητικού συστήματος, επειδή ο οργανισμός στερείται τα αμινοξέα που είναι απαραίτητα για τη δημιουργία των αντισωμάτων.

Tρόφιμο Γρ. πρωτεϊνης Θερμίδες (κατά μέσο όρο)
30 γρ. κρέας
ή 30 γρ. ψάρι 7 75
ή 1 αυγό
ή 30 γρ. τυρί
1 φλιτζάνι γάλα
ή 1 κεσές γιαούρτι 8 120
1 φέτα ψωμί
ή 2 φρυγανιές
ή 1/2 φλιτζάνι δημητριακά 3 80
ή 1/2 φλιτζάνι ζυμαρικά
1 φλιτζάνι νωπά λαχανικά
ή 1/2 φλιτζάνι βρασμένα λαχανικά 2 25
ξηροί καρποί (100 γρ.) 20 600

ΣΗΜ.: Οι πρωτεϊνες των τροφίμων αναγράφονται σύμφωνα με τη μέθοδο των ισοδυνάμων.


Προσέχοντας τον τρόπο που μαγειρεύετε το κρέας, μπορείτε να βελτιώσετε τη θρεπτική του αξία και να ωφεληθείτε από τις πρωτεΐνες που περιέχει. Γι’ αυτό:
•Mην παραψήνετε το κρέας στα κάρβουνα ή στο τηγάνι, γιατί έτσι διασπώνται οι πρωτεΐνες του και παράγονται καρκινογόνοι ουσίες. Για τον ίδιο λόγο μην τηγανίζετε πολύ τα αυγά και μην «καρβουνιάζετε» το ψωμί.
•Eίναι προτιμότερο να μαγειρέψετε το κρέας σε ζεστό νερό και όχι να το βάλετε σε κρύο νερό και στη συνέχεια να το βράσετε (εκτός εάν θέλετε να κάνετε σούπα). Όταν το κρέας εκτίθεται στο ζεστό νερό, οι πρωτεΐνες του ζελατινοποιούνται και σχηματίζουν μια προστατευτική κρούστα, η οποία εμποδίζει την έξοδο των χυμών του.Γι’ αυτό να χρησιμοποιείτε λαβίδα και όχι πιρούνι για να πιάσετε το κρέας που μαγειρεύετε.

Ευχαριστούμε για τη συνεργασία την κ. Ιωάννα Πιπέρκου.

Πηγή:Vita.gr

21 φυσικά θαύματα του πλανήτη μας

Αυτές οι 22 φωτογραφίες αποδεικνύουν για άλλη μια φορά σε τι μοναδικό και απίστευτο πλανήτη ζούμε. Πού αλλού θα βλέπετε τέτοια παράξενα θεάματα; Ποίες από αυτές τις φωτογραφίες σας εντυπωσιάζουν περισσότερο;
Φοβάστε τους κεραυνούς; Τότε δεν θα πρέπει να μετακομίσετε ΕΔΩ. Κοντά στο στόμα του Rio Catatumbo στη Venezuela ρίχνει περίπου 160 μέρες το χρόνο κεραυνούς, 10 ώρες τη μέρα και 160 φορές την ώρα. Κάντε τους υπολογισμούς!
3
Το νησί των χριστουγέννων βρίσκεται στον Ινδικό ωκεανό και είναι το σπίτι για πάνω από 120 εκατομμύρια καβούρια. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου φθινοπώρου, φύγαν όλα από το δάσος με κατεύθυνση τη παραλία για να ζευγαρώσουν. Απίστευτη εικόνα!
4
5
Με τη πρώτη ματιά, μοιάζει με μια μεγάλη πέτρα. Αλλά είναι ζωντανή! Αυτά τα συναρπαστικά θαλάσσια πλάσματα ζουν στις ακτές της Χιλής.
6
7
Όταν το νερό πλημμυρίζει τη φυσική κατοικία αυτών των αραχνών στο Πακιστάν, αυτές κατευθύνονται προς τα δέντρα και τα καλύπτουν με τους ιστούς τους.
8
9
Αυτοί οι ασυνήθιστοι σχηματισμοί από σύννεφα σχηματίζονται όταν δυνατά ρεύματα αέρα τα σπρώχνουν προς το βουνό.
10
Μοιάζει με παγωμένες τρίχες! Ενώ στην πραγματικότητα είναι “βελόνες” πάγου καλυμμένες με βακτήρια και ονομάζονται pseudomonas syringae. Το αποτέλεσμα είναι αυτές οι παγωμένες μπούκλες.
11
Το απίστευτο αυτό φως από το Βόρειο Σέλας είναι ένα από τα πιο φαντασμαγορικά θεάματα στον πλανήτη. Συμβαίνει όταν μόρια του αέρα επιταχύνονται και ξεφεύγουν μέσω του μαγνητικού πεδίου, στην ατμόσφαιρα. Εκεί συγκρούονται με άτομα αερίων και δημιουργείται έτσι αυτό το μοναδικό φαινόμενο.
12
Πολύ παράξενες φωτογραφίες. Είναι ένα ποτάμι μέσα σε ένα ποτάμι; Το φαινόμενο αυτό βρίσκεται στο Μεξικό. Οι βαρύτερες ουσίες πέφτουν στον πάτο του ποταμιού και έτσι δημιουργείται ένα υποθαλάσσιο ποτάμι. Ένα μοναδικό θέαμα!
13
14
Αυτό το φαινόμενο προκαλείται από το πλαγκτόν στο νερό, λόγω της κίνησής του μέσα που απελευθερώνει φως και μετατρέπει το νερό σε ένα μπλε πάπλωμα.
15
Αυτός ο κρατήρας φυσικού αερίου στο Τουρκμενιστάν αποκαλείται «Η πύλη της κόλασης.» Η φλόγα δεν έχει σβήσει ποτέ από τότε που άναψε το 1971!
16
Αυτοί οι εντυπωσιακοί κεραυνοί προκαλούνται από τα τεράστια ποσά ενέργειας που απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα από ένα ηφαίστειο. Πραγματικά κόβει την ανάσα!
18
Αυτοί οι τεράστιοι βράχοι περιπλανιούνται στο Death Valley της California – χωρίς να φαίνεται να τους έχει μετακινήσει ανθρώπινο χέρι ή κάποια μηχανή. Οι επιστήμονες πρόσφατα βρήκαν τον λόγο: ο πάγος και το κρύο το χειμώνα κάνει τόσο λεία την επιφάνεια τους, που οι τεράστιοι βράχοι γλιστρούν πάνω στον πάγο που καλύπτει την άμμο.
19
Ποιός έβαψε αυτό το δέντρο; Κανείς άλλος από την ίδια τη φύση! Ο ευκάλυπτος ουράνιο τόξο, που μεγαλώνει στις Φιλιππίνες και την Ινδονησία έχει κορμό που πεθαίνουν με διαφορετική ταχύτητα τα επιμέρους κομμάτια του. Για αυτό και παίρνει τόσα διαφορετικά χρώματα: από φωτεινό πράσινο σε σκοτεινό πράσινο που γίνεται μπλε, μωβ, ροζ, πορτοκαλί, κόκκινο και στο τέλος καφέ.
20
21
Αυτό δεν είναι μπλε λάβα που βγαίνει από ηφαίστειο του Kawah Ijen στο νησί Java της Ινδονησίας. Είναι θείο στους 1.000 βαθμούς Κελσίου που αντιδράει με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας. Παίρνει φωτιά αμέσως και μεταμορφώνεται σε ένα μπλε υγρό που φλέγεται και κατεβαίνει τις πλαγιές του ηφαιστείου. Μοναδικό θέαμα!
22
Αυτή η λίμνη νατρίου στη Τανζανία περιέχει τόσο πολύ αλάτι που νεκρά ζώα μεταμορφώνονται σε τρομακτικά αγάλματα από αλάτι. Τρομακτικό και συναρπαστικό ταυτόχρονα.
23
24
Δέντρα ουράνιο τόξο, υπόγεια ποτάμια, πέτρες που περιφέρονται: είναι απίστευτο τι θαύματα υπάρχουν στον πλανήτη μας! Θεάματα που θα κάνουν το σαγόνι σας να πέσει!

Δείτε τι κρύβει το ελληνικό Αλφάβητο

 

Δείτε τι κρύβει το ελληνικό Αλφάβητο
Η ελληνική γλώσσα είναι η τελειότερη που έχει δημιουργηθεί στα χρονικά της ανθρώπινης ιστορίας.
Πρόκειται για μια γλώσσα που έχει κατασκευαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει άμεση σχέση με τη μαθηματική γλώσσα και να περικλείει μια «αφανή αρμονία». Όπως έγραψε ο Ιάμβλιχος στα «Θεολογούμενα της αριθμητικής» («Περί δεκάδος» 64-15,20): «Ακόμα η δεκάδα γεννά τον (αριθμό) 55, ο οποίος περιέχει θαυμαστά κάλλη. Εάν δε υπολογίσεις τα ψηφία της λέξης ‘εν’ (σ.σ.: ένα) σε αριθμούς, βρίσκεις άθροισμα 55».

Οι πρόγονοί μας δεν χρησιμοποιούσαν ψηφία αλλά τα γράμματα της αλφαβήτου τονισμένα ως σύμβολα αριθμών (π.χ. α΄=1, β΄=2 κ.ο.κ.). Όπως είδαμε προηγουμένως, με αυτό τον τρόπο οι λέξεις μπορούν να αναλυθούν σε αριθμούς σχηματίζοντας τους «λεξαρίθμους». Έτσι καθετί προσλάμβανε ξεχωριστή σημασία μέσα από έναν συνδυασμό μαθηματικών και ονομάτων. Για παράδειγμα, ο αριθμός της χρυσής τομής προκύπτει από τους λόγους ΑΠΟΛΛΩΝ : ΑΡΤΕΜΙΣ, ΕΣΤΙΑ: ΗΛΙΟΣ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ : ΖΕΥΣ.

Ωστόσο αυτό που αποδεικνύεται πράγματι ασύλληπτο είναι το γεγονός ότι το ελληνικό αλφάβητο κρύβει μια μυστική επίκληση! Εάν πάρουμε τα γράμματά του και τα θέσουμε στη σειρά, ως δια μαγείας εμφανίζεται μια αρχαία προσευχή που εξυμνεί το Φως και την Ψυχή! Έχουμε, λοιπόν:

«Αλ φα, βη τα Γα! Αμα δε Ελ, τα εψ ιλών. Στη ίγμα, (ίνα) ζη τα, η τα, θη τα Ιώτα κατά παλλάν Δα. (Ινα) μη νυξ η, ο μικρόν (εστί) πυρός δε ίγμα ταφή εψ ιλών, φυ (οι) Ψυχή, ο μέγα (εστί)!»

Η μετάφραση έχει ως εξής:

«Νοητέ ήλιε, εσύ που είσαι το φως, έλα στη Γη! Κι εσύ, ήλιε ορατέ, ρίξε τις ακτίνες σου στον πηλό που ψήνεται. Ας γίνει ένα καταστάλαγμα για να μπορέσουν τα Εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη. Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν, και κινδυνεύσει να χαθεί το καταστάλαγμα της φωτιάς μέσα στην αναβράζουσα λάσπη, κι ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο, το σημαντικότερο όλων!»

Τη μυστική αυτή επίκληση μαθαίνουμε να κάνουμε όλοι ασυνείδητα από την ώρα που μαθαίνουμε το ελληνικό αλφάβητο! Επίσης έρευνες δείξανε πως οι μελέτη της αρχαιοελληνικής γλώσσας, διευρύνει τον νου! Δεν είναι τυχαίο, που σε έρευνα Αμερικανών για την τεχνητή νοημοσύνη, διαπιστώσανε πως για να επικοινωνήσουν δύο υπολογιστές μεταξύ τους και να έχουν μία λογική συζήτηση, χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν την αρχαία Ελληνική γλώσσα και μόνο! Τελευταία καταμέτρηση μάλιστα έδειξε πως η Ελληνική γλώσσα συν της αρχαιοελληνικής, περιέχει πάνω από 6.000.000(!) λέξεις και πολλές που ακόμα δεν γνωρίζουμε ενώ π.χ. η Αγγλική φτάνει μόλις τις 40000.

Τελικά πόσα ακόμη μυστικά μπορεί να κρύβει η ελληνική γλώσσα; Πολύ περισσότερα από όσα πιστεύουμε και σίγουρα ακόμα περισσότερα από όσα μπορεί να χωρέσουν στις σελίδες ενός αφιερώματος.

 

Κάνε τη δική σου πρόκληση!

http://www.wwf.gr/direct-mails/thatokano-dimoi/zoetnet.jpg

Φέτος, η Ώρα της Γης αλλάζει και αφήνει απτή κληρονομιά σε όλους μας!

Δημιουργία κοινωνικών λαχανόκηπων και θέσεων στάθμευσης ποδηλάτων, πεζοδρομήσεις πολυσύχναστων οδών, διαγωνισμοί περιβαλλοντικών προτάσεων, κοινωνικά παντοπωλεία και μέρες αφιερωμένες στην ανταλλαγή αγαθών.

Αυτές είναι λίγες μόνο από τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι 42 μέχρι στιγμής δήμοι της χώρας που συμμετέχουν στην Ώρα της Γης 2013.

Το Σάββατο 23 Μαρτίου, στις 20:30, δεν σβήνουμε απλά τα φώτα.
Προκαλούμε τον κόσμο για μια καλύτερη ζωή!

Κάνε τη δική σου πρόκληση στο wwf.gr

ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΑΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ!

http://www.wwf.gr/direct-mails/thatokano-dimoi/panda.jpg

Οι ανακρίβειες της κ. Μαργαρίτας Μυτιληναίου!!!

Γ@μώ τον σολομό

22/01/2013

Μέρα μεσημέρι. Πλατεία Κολωνακίου, γωνία με Πατριάρχου Ιωακείμ. Μια μαυροντυμένη γυναίκα, στα 60 της, έχει ξαπλώσει μπρούμυτα πάνω στο πεζοδρόμιο. Κρατάει ένα κουτάκι που μέσα έχει πενταροδεκάρες. Πεινάει και ζητιανεύει. Σήμερα μοιάζει πιο αποκαμωμένη από ποτέ. Δύο κοπέλες περνούν από μπροστά της και σταματούν ακριβώς εκεί που βρίσκεται εκείνη. Φορούν τα απολύτως απαραίτητα και κρατούν 2 μεγάλους δίσκους με νοστιμιές: καναπεδάκια με σολομό, μπρικ και χαβιάρι. Σταματούν τους περαστικούς για να τους κεράσουν «…για τα εγκαίνια του νέου μας μαγαζιού»! ΟΛΟΙ οι περαστικοί, γκάγκαροι Αθηναίοι και μη, δοκιμάζουν τις νοστιμιές και επιδοκιμάζουν. Κανείς τους δεν κοιτά στο πεζοδρόμιο. Κανείς τους δεν ρίχνει βλέφαρο στη μαυροντυμένη γυναίκα που βρίσκεται ακριβώς από κάτω! Ένας θίασος χυδαίας επιθεώρησης κάνει sold out την ξεφτίλα. Τρώει τον σολομό και ονειρεύεται, έστω για λίγο, τη μεγάλη ζωή. Ακριβώς δίπλα, η μικρή, η ανώνυμη, η τελειωμένη ζωή. Αυτή που δεν αξίζει ούτε τη ματιά μας. Αυτή που περνάει στο ντούκου.

Αυτό ακριβώς έχουμε πάθει. Όλοι. Βλέπουμε τη ζωή να περνάει κι εμείς, εκεί, στο ντούκου. Το μυαλό μας μόνο στον σολομό και το μπρικ.Καθόλου δεν μας απασχολούν οι φασισταράδες δολοφόνοι του Πακιστανού ποδηλάτη, το ιδιαιτέρως παραπλανητικό πρωτοσέλιδο του Πρώτου Θέματος της Κυριακής, οι τέσσερις κάλπες της συμφοράς, οι δικαστές της ζαρντινιέρας που, πάλι, δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους ή οι τρομοκράτες της χύτρας που αποφάσισαν να βάλουν βόμβα κυριακάτικα στο Mall την ώρα που εκατοντάδες γονείς και πιτσιρίκια βολτάριζαν στα μαγαζιά του…

Ξανακοιτάζω τη γυναίκα που έχει σταματήσει πια να παρακαλάει. Εξακολουθεί να είναι ένα με το πεζοδρόμιο αλλά τώρα πια η σιωπή της είναι εκκωφαντική. Κουράστηκε. Δεν την ακούει και δεν τη βλέπει κανείς σήμερα. Οι κοπελίτσες βλέπουν τους δίσκους τους να έχουν αδειάσει και κοιτάζουν η μια την άλλη πολύ ικανοποιημένες. «Σούπερ θα πάει το μαγαζί, θα δεις!», λέει η μια. Η άλλη ξεκαρδίζεται στα γέλια από τη χαρά της.

Γ@μώ τον σολομό μου, γ@μώ…

Οι ανακρίβειες:

1.  Φορούν τα απολύτως απαραίτητα και κρατούν 2 μεγάλους δίσκους με νοστιμιές

Αυτές είναι οι κοπέλες και αυτά είναι τα «απολύτως απαραίτητα» που φορούσαν.

2. «Σούπερ θα πάει το μαγαζί, θα δεις!», λέει η μια. Η άλλη ξεκαρδίζεται στα γέλια από τη χαρά της.

«Πονάνε τα χέρια μου απ’ το βάρος του δίσκου» είπε η μία…

«Εγώ δε νιώθω τα πόδια μου απ’ την ορθοστασία» είπε η άλλη.

Και όλα αυτά τα ξέρω καλά γιατί κ. Μυτιληναίου μου, η μία απ’ τις κοπέλες ΉΤΑΝ Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ που μοιάζει με όλους τους νέους της ηλικίας της που αρπάζει το μεροκάματα όπου το βρει.

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΜΟΥ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ κυρίας ΔΕΝ ΕΓΚΡΙΘΗΚΕ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΤΟ protagon.gr!!!!

Αααααντε πια που για να βγάλετε ένα άρθρο ξεφτυλίζετε ότι βρεθεί μπροστά σας!!!!

Το σχόλιο που ακολουθεί είναι αυτό που έγραψε η κόρη μου κάτω απ’ το άρθρο αλλά το www.protagon.gr δεν το εμφάνισε.

K.Μυτιληναίου…

Είμαι η μία από τις δύο κοπέλες που αναφέρετε στο άρθρο σας. Αρχικά να σταθώ στις ανακρίβειες που υπάρχουν. Όλοι γνωρίζουμε πως με τον όρο «φορούσαν τα απολύτως απαραίτητα» περιγράφουμε μια προκλητική εμφάνιση. Δεν νομίζω λοιπόν εφόσον τα ρούχα μας ήταν μπλούζα, πουκάμισο, μπουφάν, τζιν παντελόνι, μπότα κ η ποδιά του μαγαζιού να μας ταιριάζει αυτή η περιγραφή. Όσο για τη σύντομη συνομιλία μου με την άλλη κοπέλα που υποτίθεται ότι ακούσατε και έπειτα μεταφέρατε στο άρθρο σας, δεν λέω πολύ βολικό για κλείσιμο γιατί αν είχατε όντως ακούσει θα έπρεπε να γράψετε «Τα χέρια μου με πεθαίνουν από το βάρος του δίσκου» λέει η μια και η άλλη απαντάει «εγώ πάλι δεν νιώθω πλέον τα πόδια μου». Στη γυναίκα στο πεζοδρόμιο που ποτέ δεν είδαμε και δεν ασχοληθήκαμε όπως λέτε, εμείς της δώσαμε να φάει αλλά κι αυτό μάλλον δεν το είδατε. Ελπίζω εσείς να κάνατε κάτι περισσότερο γι αυτήν και να μην κρατήσατε μόνο την συγκινητική της εικόνα για να γράψετε το άρθρο σας. Από τα όσα γράφετε θα θεωρείστε αρκετά πιο ευαισθητοποιημένη από εμάς τους υπόλοιπους για όλα τα προβλήματα γύρω μας άρα μια ιδέα για επόμενο άρθρο είναι πως κάποιοι θεωρούν ότι νέοι όπως 23χρονων που είμαι εγώ έχουν λυμένα τα προβλήματα τους ενώ στην πραγματικότητα αντί να έχουν σταθερή δουλεία παλεύουν με δουλειές του ποδιού και μεροκάματα λόγω της ανεργίας. Κατά την γνώμη μου, θα ήταν προτιμότερο να είχατε χρησιμοποιήσει την αντίθεση του αριστοκρατικού σολομού διπλά σε μια γυναίκα ξαπλωμένη στο δρόμο συμβολικά ή πιο γενικευμένα για να μιλήσετε για το πρόβλημα της αδιαφορίας, είτε να περιοριζόσασταν στα όσα όντως είδατε ή ακούσατε. Σε άλλη περίπτωση θα δεχόμουν το «γ@μώ τον σολομό μου,  γ@μώ» γιατί κατανοώ το πρόβλημα κάτω απ αυτό το τίτλο αλλά το κείμενο σας τελικά με κάνει να κλείσω λέγοντας «ζήτω ο σολομός», λόγω αυτού δούλεψαν και πήραν λεφτά δυο κοπέλες και έφαγε για εκείνη τη μέρα τουλάχιστον μια άστεγη γυναίκα.

Κ. Κωστοπούλου

Παρακαλώ κοινοποιήστε ή … pls share!

Καμικάζι για χάρη μας!

Η συγκλονιστική επιστολή που άφησε ο τελευταίος απ’ τους ήρωες αυτής της χώρας!

 

 

«Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου εκμηδένισε κυριολεκτικά τη δυνατότητα που στηριζόταν σε μία σε μία αξιοπρεπή σύνταξη που επί 35 χρόνια εγώ μόνο (χωρίς ενίσχυση κράτους) πλήρωνα για αυτή.

Επειδή έχω μία ηλικία που δεν μου δίνει την ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης (χωρίς βέβαια να αποκλείω να αποκλείω αν Έλληνας έπαιρνε το καλάσνικοφ ο δεύτερος θα ήμουν εγώ) δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω στα σκουπίδια για τη διατροφή μου.

Πιστεύω πως οι νέοι χωρίς μέλλον κάποια θα πάρουν τα όπλα και στην πλατεία Συντάγματος θα κρεμάσουν ανάποδα τους εθνικούς προδότες όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί στο Μουσολίνι (πιάτσα Πορέτο του Μιλάνου)».

Ο Βράχος

Protected by Copyscape Plagiarism Check

  Το σπίτι νόμιζες πως κρεμόταν απ’ τον βράχο ή πως το ξέβραζε η θάλασσα… και ήταν το πρώτο που πρόσεξα μόλις ήρθα σ’ αυτό το μέρος. Ιστορίες διάφορες πλάστηκαν μέσα στο μυαλό μου, κάνοντάς με να νιώσω ένα παράξενο δέσιμο μαζί του. Όπου κι αν πήγαινα, το βλέμμα μου όλο πάνω του γύρναγε, σα να ζητούσα την επιδοκιμασία του για κάθε μου βήμα, για κάθε μου κίνηση, για κάθε μου ενέργεια… Είχε γίνει μια έμμονη, τρελή ιδέα που όσο κι αν προσπαθούσα να συρρικνώσω μέσα στο μυαλό μου, κατάφερνε ν’ απλώνεται και να ενορχηστρώνει τις μέρες μου. Ώρες- ώρες, σκορπούσε μια παράξενη θλίψη μέσα μου και άλλες με γέμιζε με την άγρια χαρά μιας ακατανόητης προσδοκίας…

Όλα έμοιαζαν ν’ αγγίζουν τα όρια του παραλογισμού. Τα άγγιζαν όμως;

Ένα τσιγάρο παιδευόταν για ώρα μέσα στα χέρια μου… Μια νευρικότητα παράξενη αλυσόδενε τα δάχτυλά μου και ο καφές περίμενε ανέγγιχτος πάνω στο τραπέζι. Τα μάτια μου γύριζαν δεξιά- αριστερά σαν κάτι να έψαχναν που ήταν δεδομένο πως θα ερχόταν.

Η ώρα όμως περνούσε και κάτι σαν απογοήτευση χωρίς λόγο, ήρθε και φώλιασε στην καρδιά μου. Απομάκρυνα τον καφέ, πέταξα το τσιγάρο και σηκώθηκα. Έμοιαζε να δίνω τέλος σε κάτι. Σε τι όμως;

Άρχισα να περπατώ άσκοπα μέσα στα στενά δρομάκια του χωριού, ψάχνοντας, λες, ακόμα…

Έφτασα στα τελευταία σπίτια και όμως συνέχισα να περπατώ. Είχα απομακρυνθεί πολύ και είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Ποτέ δεν είχα φοβηθεί το σκοτάδι, μα αυτός ο συνεχώς αυξανόμενος βρυχηθμός που αντήχησε ξαφνικά από παντού με πάγωσε.

Τι ήταν και από πού ερχόταν; Από πού έπρεπε να φυλαχτώ;

Έμεινα ακίνητη στην άκρη του δρόμου, με τα χέρια ασυναίσθητα τυλιγμένα γύρω απ’ το σώμα μου, σαν ασπίδα απέναντι σε κάτι φοβερό που με απειλούσε.

Μέσα από ένα πυκνό σύννεφο σκόνης, ο βρυχηθμός πήρε σχήμα και χρώμα… γκρίζο, δυνατό, απειλητικό και χάθηκε μέσα στο ίδιο σύννεφο αφήνοντας πίσω του μόνο τρόμο.

Τρόμο, μπροστά σε μια αστραπιαία, ίσως, πρόγνωση της μοίρας μου;

Σαν μια φωτοβολίδα να έσκασε ξαφνικά μέσα στο μυαλό μου και όλα φάνηκαν πεντακάθαρα. Δεν ξέρω πως, δεν ξέρω γιατί, μα ήμουν σίγουρη. Στην ζωή μου είχε μπει μια συνταρακτική τελεία!

Με βήματα αργά και προσπαθώντας να τιθασεύσω το τρέμουλο του κορμιού μου, πήρα το δρόμο του γυρισμού.

Ένας ξερός κρότος, που αντιλάλησε σαν πυροβολισμός απ’ τα γύρω βουνά, με σταμάτησε. Το βλέμμα μου εκτινάχτηκε και σημάδεψε το σπίτι στο βράχο, πάνω απ’ τη θάλασσα.

Το πατζούρι ταλαντευόταν ακόμα απ’ τη σύγκρουσή του με τον άγριο τοίχο αλλά παρέμενε ανοιχτό σα να ‘θελε οπωσδήποτε να μου στείλει το απόκοσμο μήνυμά του. Και…

Ήταν η πρώτη φορά που σε είδα και ήμουν σίγουρη πως ήσουν… Εσύ!

Τα μακριά σου μαλλιά ανέμιζαν στέλνοντας σαν αμέτρητες νιφάδες χιονιού, μια ανατριχίλα να περιστρέφεται μέσα μου. Ένα ηχηρό χαμόγελο ξεπετάχτηκε απ’ τα χείλη μου και στάθηκε πάνω τους, βάφοντας με λαμπερή χρυσόσκονη το τοπίο!

Βάλθηκα να τρέχω, θέλοντας να βρεθώ γρήγορα μόνη στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου. Ήταν η στιγμή που εξ αρχής περίμενα να έρθει. Η στιγμή της μεγάλης έμπνευσης! Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο βρισκόμουν εδώ.

Ο πραγματικός λόγος… όμως μια ακατανίκητη δύναμη άρχισε να οδηγεί τα βήματά μου, που σιγά- σιγά και για πρώτη φορά μ’ έφεραν έξω απ’ το σπίτι του βράχου… ή της θάλασσας.

Το γκρίζο θηρίο, απαράλλαχτα απειλητικό, στεκόταν απ’ έξω, προσθέτοντας στη λάμψη του το φως που ξέφευγε απ’ τις δαντελένιες κουρτίνες.

Ένα φως που σηματοδοτούσε μια νέα αρχή στην παρανοϊκή μου σχέση μ’ αυτό το σπίτι…

 

Έβρεχε, φύσαγε και η θάλασσα χτυπούσε με μανία πάνω στο βράχο εκτοξεύοντας πάνω μου τις αφρισμένες σταγόνες της. Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν στάθηκε ικανό να με κρατήσει μακριά απ’ αυτό το μέρος. Κρυμμένη μέσα στην σκοτεινιά, για πολλοστή νύχτα, παρακολουθούσα τα φωτισμένα παράθυρά σου, προσδίδοντάς σου κινήσεις που θα μπορούσαν ίσως να σου ανήκουν. Στο μυαλό μου σχηματίζονταν λέξεις, φράσεις, κεφάλαια ολόκληρα, που διαγράφονταν για να σχηματιστούν άλλα και να διαγραφούν κι αυτά.

Το πατζούρι χτύπησε δυνατά πάνω στον τοίχο κάνοντάς με να αναπηδήσω, μα μόνο το φωτεινό παραλληλόγραμμο που ξαφνικά σχηματίστηκε πάνω στο σκοτάδι, πάγωσε την καρδιά μου…

Ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο που τύλιξε το περίγραμμα του κορμιού σου και μ’ έφερε αντιμέτωπη, για πρώτη φορά, με τα μάτια σου. Παρέλυσα και για δευτερόλεπτα δεν ήμουν ικανή ούτε να ανασάνω. Μετά, σα να ξυπνούσα από ένα μακρύ, βαθύ λήθαργο άρχισα να τρέχω σαν κυνηγημένη από πλάσματα τρομερά, ξωτικά άξια να με τραβήξουν στον θάνατο.

Μπήκα στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου, έκλεισα την πόρτα κι έμεινα ακουμπισμένη πάνω της. Τα πνευμόνια μου πονούσαν απ τη λαχανιασμένη ανάσα μου, η καρδιά μου είχε στήσει ένα φρενιασμένο χορό μέσα στο στήθος μου και η αίσθηση πως ακόμα με κυνηγούν, γέμιζε το δωμάτιο.

Διστακτικά, άφησα την πόρτα και σωριάστηκα στο κρεβάτι. Το στήθος μου ανεβοκατέβαινε ακόμη όταν, έτσι τυχαία, το βλέμμα μου έπεσε στο παράθυρο και το φως του δικού σου το πλημμύρισε.

Τι παράξενο… πόσο αλλόκοτο αλήθεια! Ποτέ μέχρι αυτήν την στιγμή δεν είχα προσέξει πως το αντικείμενο του πόθου μου, τόσο απλά κι αβίαστα εισέβαλλε μέσα στο μικρό μου χώρο. Ποτέ μέχρι αυτήν την στιγμή. Τη στιγμή που σηματοδότησε την αρχή μιας άλλης παρανοϊκής σχέσης…

Μιας σχέσης με εσένα!

Το βλέμμα μου πήγε τώρα στο μικρό γραφειάκι στη γωνιά του δωματίου. Η γραφομηχανή μου έμενε ακόμη σκεπασμένη κι απ’ τον πάκο τα χαρτιά δίπλα της δεν έλειπε ούτε ένα. Έμπνευση… τα πόδια μου σύρθηκαν πάνω στα κρύα σεντόνια και η μορφή σου κατέκλυσε το μυαλό μου…

 

Τυλίχτηκα σφιχτά μέσα στο παλτό μου και σήκωσα τον γιακά του ψηλά. Ένα απότομο γύρισμα του κεφαλιού σου… και μια εσοχή, σαν σανίδα σωτηρίας στο δρόμο μου. Περίμενα λίγο κι έβγαλα με τρόπο το κεφάλι μου. Φαινόσουν να περπατάς το ίδιο αμέριμνος όπως και πριν. Ίσως τελικά να μην ήμουν εγώ αυτό που σ’ έκανε να γυρίσεις…

Συνέχισα να σ’ ακολουθώ μέσα στα στενά δρομάκια, ακουμπώντας όλη την εμπιστοσύνη μου στον αέρα που βούιζε, σκεπάζοντας κι αυτό τον ελαφρύ ήχο των βημάτων μου. Ο αέρας παράσερνε τα μαλλιά σου, στέλνοντας μου μια παράξενη αίσθηση… σαν άγγιγμα… σαν φτερούγισμα που διατρέχει ακραγγίζοντας όλο μου το κορμί…

Πήρες το δρόμο για τον βράχο και τα χνάρια μου σταμάτησαν εκεί. Κρυμμένη μέσα στην σκόνη και τα ξερά φύλλα που ξεσήκωνε στο διάβα του ο δαιμονισμένος άνεμος, στάθηκα να κοιτάζω την μόρφή σου που συνεχώς μίκραινε. Ήμουν σίγουρη πως δεν  κινδύνευα απ’ το βλέμμα σου πια. Κι όμως, πάνω ακριβώς σ’ αυτό το μεταίχμιο, το κεφάλι σου γύρισε κι η φιγούρα μου έμεινε ακάλυπτη μπροστά στην αμείλικτη  ματιά σου. Ίσως να πισωγύρισες, ίσως και όχι. Δεν είμαι σίγουρη…

Βρέθηκα πάλι με λαχανιασμένη ανάσα και τρελό καρδιοχτύπι στο μικρό μου δωμάτιο. Εκεί που κανείς δε μπορούσε να με τρομάξει. Ούτε καν αυτός ο άγνωστος μέχρι τώρα εαυτός μου που περιτειχισμένος μέσα στην οργιώδη φαντασίωσή του απέκρουε την ίδια την ζωή.

Στάθηκα και πάλι μπροστά στο παράθυρο καδράροντας μέσατου το σπίτι του βράχου. Το γκρίζο θηρίο άστραφτε, παρά τις ξεψυχισμένες αχτίδες του ήλιου. Ίσως  η ασφάλεια του δωματίου, ίσως η απόσταση που έμπαινε ανάμεσά μας, το έκανε να δείχνει λιγότερο απειλητικό. Όχι. Όχι απειλητικό. Λιγότερο προκλητικό, διαγγέλλοντας απερίφραστα την παρουσία σου και κάνοντας αποπνικτικό το μικρό μου χώρο.

Θα ‘θελα να ‘μουν εκεί. Μα ήμουν εκεί!

Θα ‘θελα να σε έβλεπα. Μα σε είδα!

Τίποτα δεν είχε ουσία μόλις ακουμπούσε πάνω μου. Αυτό που θα ‘πρεπε να θέλω, που θα ‘πρεπε να επιδιώξω, δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτό που ήθελα και μ’ αυτό που επεδίωκα. Έπρεπε να απελευθερωθώ απ’ τον γνωστό εαυτό μου. Να τραβήξω από πάνω μου τα πλοκάμια του και ν’ αφήσω τα θέλω μου να γίνουν χείμαρρος και να με παρασύρουν στην άβυσσο της αχαλίνωτης ελευθερίας που φτεροκοπούσε μέσα σε κάθε ίνα, που συνέθετε τον αναγεννημένο εαυτό μου…

 

Θα μπορούσα να μείνω ώρες ατέλειωτες πίσω απ’ την στενή μπαλκονόπορτα με τις μισογερμένες  γρίλιες και να σε κοιτάζω… πως ανάβεις το τσιγάρο σου, πως αλλάζουν οι εκφράσεις σου καθώς χαιρετάς τους χωριανούς, πως κινείσαι.  Ώρες ατέλειωτες, χωρίς τον φόβο να με δεις και να κατευθύνεις πάνω μου το σκοτεινό σου βλέμμα…

Όμως σήμερα μια παράξενη αντίδραση ένιωθα ν’ ανθίζει μέσα μου. Μια αντίδραση που ήθελε να καταπνίξει την δειλία και την, μέχρι τώρα, σύνεσή μου.

Κοίταξα γύρω μου, προσπερνώντας με αδιάφορη ματιά την εγκαταλελειμμένη γραφομηχανή μου. Το παλτό μου κρεμόταν στην κρεμάστρα… Τα μάτια μου γύρισαν ξανά σε σένα και ξανά στο παλτό. Πόσες φορές;

Το άρπαξα, το έριξα άτσαλα πάνω μου και βγήκα απ’ το δωμάτιο. Κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα και σταμάτησα στην έξοδο του ξενοδοχείου. Ήσουν ακόμη εκεί και σαστισμένη αναρωτήθηκα τι πήγαινα να  κάνω. Τι μπορούσα ή τι έπρεπε να κάνω. Το τίποτα ήταν μια λέξη καθοριστική για την σχέση μας. Γιατί η σχέση μας ήταν ένα τίποτα οικοδομημένο από μένα, εν πλήρη αγνοία σου. Ας γκρέμιζα λοιπόν αυτήν την άγνοια, αρχίζοντας απ’ αυτή τη στιγμή, ρίχνοντας, έστω, στο πρώτο λιθαράκι.

Με το πηγούνι ελαφρώς ανασηκωμένο βγήκα. Αδιάφορα, άνοιξα δρόμο ανάμεσα απ’ τα τραπεζάκια, δείχνοντας με τις κινήσεις μου πως κυνηγούσα το λιγοστό ήλιο που έπεφτε σε λίγα μόνο σημεία της πλατείας. Κάθισα και τότε είδα πως πάλι με κοιτούσες. Το ύφος σου έσταζε έναν οργισμένο σαρκασμό, ανάμικτο με κάτι ακόμα, απροσδιόριστο, που όμως είχε τη δύναμη να κάνει τον ήλιο αχνότερο και τον αέρα πιο παγωμένο. Η ίδια παμπάλαιη πια, δύναμη άπλωσε τα χέρια της, έτοιμη να με τραβήξει απ’ το κάθισμά μου και να με βάλει πάλι να τρέχω…

Όμως όχι αυτή τη φορά. Και παγόβουνο να έπεφτε πάνω μου, ήμουν αποφασισμένη να το υποστώ. Στο κάτω- κάτω, ήσουν ο ήρωάς μου που έψαχνα κι ας μην το ΄ξερες. Κάρφωσα τα μάτια μου πάνω σου κι ανασήκωσα ερωτηματικά το ένα μου φρύδι. Μια γκριμάτσα που έμοιαζε με στυφό χαμόγελο αωγραφίστηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό σου. Μετά, γύρισες περιρονητικά το κεφάλι σου αλλού και σε λίγο σηκώθηκες. Χωρίς να με κοιτάξεις άφησες μερικά νομίσματα πάνω στο τραπεζάκι και διασχίζοντας την πλατεία χάθηκες πίσω απ’ το πέτρινο ξενοδοχείο.  Σαν ξεφούσκωτος διάνος έμεινα να κοιτάζω το κενό που άφησε η φυγή σου.

«Τίποτα!»

Ένα βουερό τίποτα που χαρακτήριζε σαφώς, ένα… τίποτα!

 

Πέρασαν μέρες που δεν τόλμησα να πλησιάσω ούτε εσένα μα ούτε και το σπίτι του βράχου. Αυτή η παγωμένη αίσθηση που εξαπέλυσες πάνω μου, έμενε αναλλοίωτη, κρατώντας με κλεισμένη στο δωμάτιο και στον εαυτό μου. Ποιον εαυτό μου; Πρώτα έπρεπε να μάθω και μετά να βγω. Να βγω και να τα αλλάξω όλα. Να πάρω το «τίποτα» και να το κάνω, έστω, ένα μικρό… κάτι!

Ήρθε όμως αυτό το βράδυ που ο αέρας λυσσομανούσε, η βροχή χτύπαγε με δύναμη στα τζάμια και το φως του παραθύρου σου τρυπούσε την καταχνιά, για να χυθεί μέσα στο αβάσταχτα μοναχικό μου δωμάτιο. Ένα βράδυ που όλα μα όλα με καλούσαν κοντά σου.

Βούτηξα το παλτό μου και χωρίς να σκεφτώ κάτι άλλο που θα μπορούσε να με προφυλάξει απ’ τα αγριεμένα στοιχεία της φύσης, ξεχύθηκα στα στενά δρομάκια του χωριού. Σταμάτησα στην άκρη της ανηφοριάς με τον φόβο να θεριεύει, να γίνεται σχεδόν χειροπιαστός. Έκανα το πρώτο βήμα και σταμάτησα πάλι. Περισσότερο απ’ το σπρώξιμο του δυνατού αέρα, παρά από δική μου απόφαση, συνέχισα ν’ ανεβαίνω…

Απ’ το παλτό μου στράγγιζαν τα νερά της βροχής για να πάρουν τη θέση τους άλλα. Το βάρος του, έσβηνε πολλά απ’ τα βήματά μου, γυρίζοντας με κάθε τόσο προς τα πίσω. Η βουή της θάλασσας και τα κύματα που έσκαγαν με μανία, φτάνοντας μέχρις εμένα, μου προκαλούσαν δέος. Συνέχιζα όμως να περπατώ μέσα στο ψυχεδελικό, σαν βγαλμένο από ταινία θρίλερ, τοπίο.

Έφτασα στην κορυφή και το γκρίζο θηρίο, άγριο όσο ποτέ, μ’ έκανε να πισωπατήσω, μα και πάλι να στραφώ και να πιαστώ από πάνω του, μπροστά στον κίνδυνο του δυνατού βοριά που απειλούσε να μ’ εκσφενδονίσει στο γκρεμό που έχασκε από κάτω. Έδιωξα τα μαλλιά μου μπροστά απ’ το πρόσωπό μου και το άτονο βλέμμα μου έπεσε με ζήλια στον καπνό που έβγαινε απ’ την καμινάδα, για να πάει και πάλι στο δαντελωτό φως των παραθύρων σου. Ζήλια και φόβος δημιουργούσαν εικόνες ζεστασιάς, υποθετικές αλλά παρμένες απ’ το εσωτερικό του σπιτιού,  κάνοντας την παράλογη αίσθηση της εγκατάλειψης να με κατακυριεύει.

«Ας είχα τη δύναμη να σου χτυπήσω!»

Δεν την είχα όμως. Δεν είχα δύναμη πια για τίποτα. Τα χέρια μου άρχισαν να γλιστρούν απ’ το μέταλλο στο γυαλί και ξανά στο μέταλλο για ν’ ακουμπήσουν και να βυθιστούν στη λάσπη παρασέρνοντας το μυαλό μου στον ίδιο σκοτεινό βούρκο της φοβερής αυτής νύχτας.

 

Και μόλις τα χείλια σου έφυγαν, ένιωσα τα δικά μου να καίνε ακόμη περισσότερο. Ένα κάψιμο που απλωνόταν σε όλο το κεφάλι και το σώμα μου. Με δυσκολία κατάφερα ν’ ανοίξω τα βλέφαρά μου και μια θαμπή εικόνα που άγρια εισέβαλε μέσα στα μάτια μου μ’ έκανε να τα ξανακλείσω.  Το μυαλό μου σιγά- σιγά άρχιζε και πάλι να λειτουργεί. Ήταν πια προφανές πως τα χείλια σου ήταν μόνο ένα όνειρο. Ένα άπιαστο όνειρο! Έκανα να κινηθώ μα στάθηκε αδύνατο. Αισθανόμουν το σώμα μου να ζυγίζει τόσα κιλά που ποτέ δεν θα μπορούσα να μετακινήσω…

Ένας σιγανός θόρυβος μ’ έκανε να ανοίξω και πάλι τα μάτια. Ήμουν στο κρεβάτι μου, στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου και μια γυναικεία φιγούρα ερχόταν κοντά μου. Κάτι που έμοιαζε με δροσερό, βρεγμένο ύφασμα άγγιξε το μέτωπό μου. Άνοιξα το στόμα μα το μετάνιωσα. Τι μπορούσα να πω ή να ρωτήσω χωρίς να με πνίξει η ντροπή των πράξεών μου;

Έκλεισα πάλι τα μάτια και προσποιήθηκα ότι κοιμάμαι. Δε μ’ ενδιέφερε τίποτα. Ούτε καν αυτός που μπήκε στο δωμάτιο…

Μια γυναικεία και μια αντρική φωνή, που μάλλον ανήκε στον ξενοδόχο, μιλούσαν τώρα για μένα:

«Συνήλθε καθόλου;» ρώτησε η αντρική φωνή.

«Άνοιξε λίγο τα μάτια της… Αφού δεν πέθανε… Μια λαμπάδα ίσα με το μπόι της πρέπει ν’ ανάψει στον άγιο. Τι ήθελε η ευλογημένη με τέτοιο καιρό ν’ ανέβει στο βράχο;»

«Εμ στο ‘λεγα, δεν στο ΄λεγα; Παλαβή μου φαινόταν. Απ’ τη μέρα που ήρθε… συγγραφέας λέει… τέλος πάντων! Ευτυχώς που τη βρήκε ο άνθρωπος το πρωί και την έφερε».

Ο άνθρωπος; Ποιος άνθρωπος; Ποιος άνθρωπος με βρήκε και μ’ έφερε;

Η ίδια παγωμένη, σα νιφάδες χιονιού, ανατριχίλα κατέκλυσε ξανά το κορμί μου. Υπήρξε λοιπόν στιγμή που εσύ κι εγώ… αγγίξαμε ο ένας τον άλλο!

Εσύ κι εγώ ήμασταν δηλαδή, επιτέλους, ένα… κάτι;

Κάτι!

Η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε ξανά κι εγώ άνοιξα πάλι τα μάτια. Ένα καλοσυνάτο πρόσωπο στεκόταν πάνω απ’ το δικό μου και δε μπορούσα παρά να χαμογελάσω.

«Μπράβο κοριτσάκι μου. Μας κατατρόμαξες!»

«Ποιος… ποιος μ’ έφερε εδώ;»

«Αχ, να ‘ναι καλά το παλικάρι… σε βρήκε το πρωί… ξέρεις πόσες μέρες είσαι έτσι;»

«Μέρες;»

«Μια βδομάδα είσαι έτσι! Καλά που γλίτωσες να λες».

«Κι εκείνος;»

«Εκείνος; Α, το παλικάρι! Έφυγε».

«Έφυγε;»

«Ναι, εκείνη τη μέρα. Σ’ έφερε εδώ κι έφυγε. Για την Αθήνα νομίζω…»

Το βλέμμα μου γύρισε στο παράθυρο. Ένα κάδρο μ’ ένα σπίτι πάνω  σ’ ένα βράχο, να χτυπάει η φουρτουνιασμένη θάλασσα τα σφαλιστά του παράθυρα…

 

Κάθισα στην άκρη του βράχου και κοίταξα πέρα μακριά. Τίποτα δε φαινόταν να έχει μείνει από κείνη τη νύχτα. Ο ήλιος στραφτάλιζε ξαπλωμένος πάνω στην ήρεμη γαλάζια θάλασσα. Μια δροσερή αύρα φυσούσε μόνο, σα να με κορόιδευε. Ένα πουλί πέρασε δίνοντας μια πνοή ζωής… μια πνοή ζωής γεμάτη απ’ την αβάσταχτη απουσία σου. Τύλιξα το παλτό σφιχτά γύρω μου, λες κι η παγωνιά που ένιωθα ήταν κάτι που μπορούσα έτσι ν’ αντιμετωπίσω. Δεν είχε νόημα πια να κάθομαι εκεί. Όλα θύμιζαν τη μορφή σου και το παγωμένο περιφρονητικό σου βλέμμα. Όλα θύμιζαν πως τη ζωή που ζούσα, την χρωστούσα σε μια ατσαλένια αίσθηση καθήκοντος, στεριωμένη μέσα σου, ικανή να καταπνίξει κάθε άλλη.

Σηκώθηκα. Έκανα ένα βήμα και … σαν γρατζουνιές χαράχτηκαν πάνω στην καρδιά μου, τα χνάρια απ’ τις ρόδες του γκρίζου θηρίου… Η ανάσα μου σταμάτησε, πήρε δύναμη και βγήκε σαν δυνατός λυγμός απ’ τα χείλη μου. Γιατί το έκανα αυτό στον εαυτό μου; Γιατί έμενα σ’ αυτό το τόσο αφιλόξενο μέρος; Τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα απ’ τα μάτια μου και το κεφάλι μου βούιζε…

Δεν υπήρχε τίποτα για μένα εδώ και ίσως ποτέ να μην είχε υπάρξει! Όλα άρχιζαν και τέλειωναν μέσα στο μυαλό μου. Για μια στιγμή πίστεψα πως το μόνο που μ’ ενδιέφερε, ήταν να τα μεταφέρω σ’ ένα χαρτί. Αυτή η ανυπόφορη αίσθηση μοναξιάς όμως, διέλυε και την τελευταία ελπίδα σωτηρίας… αν υπήρχε.

Έκανα μερικά βήματα ακόμη μα και πάλι στράφηκα προς τα πίσω. Κοίταξα το σπίτι του βράχου σα να το ικέτευα να μεσολαβήσει… σα να το εκλιπαρούσα να σε φέρει πίσω και… σα να μπορούσε να το κάνει!

Και τότε… ο ίδιος εκείνος βρυχηθμός που κάποτε, κάποια μέρα με είχε τόσο τρομάξει, αντήχησε ξανά από παντού… παντού!

Το χέρι μου ήρθε στο στόμα μου, εμποδίζοντας τη χαρά ή τον φόβο μου να γίνει κραυγή προδοσίας, και τα μάτια μου, αγωνιωδώς, αναζήτησαν ένα δρόμο διαφυγής. Ένα δρόμο που ήξερα καλά ότι δεν υπήρχε!

Το σφηνοειδές, γυαλιστερό μουσούδι του άγριου θηρίου εμφανίστηκε στο έμπα της διαδρομής που οδηγούσε κατευθείαν πάνω μου, εκεί, που στεκόμουν σαν στοιχειό της θάλασσας, ακίνδυνο και μαρμαρωμένο από καιρό.

Πέρασε από δίπλα μου και πήρε τη θέση του στην άκρη του γκρεμού. Δεν κινήθηκα. Δε μπορούσα να κινηθώ…

Ίσως αυτή η στιγμή, κάπου, σε κάποια κιτρινισμένα κιτάπια της μοίρας, να ήταν γραμμένη από χρόνια. Το μόνο που εγώ μπορούσα να κάνω ήταν να καταγράφω ήχους, που η λογική αλληλουχία τους θα κατέληγε στη στιγμή της συγκλονιστικής μας συνάντησης.

Βήματα… τα δικά σου βήματα. Και μια φωνή… η φωνή σου!

«Είσαι καλά;»

Μια φράση γεμάτη στοργή και ζεστασιά, με μια χροιά που πουθενά δεν θα μπορούσαν να ανταμώσουν.

Έσκυψα το κεφάλι γεμάτη ντροπή…

«Ούτε ένα ευχαριστώ;»

Στράφηκα προς το μέρος σου και τα απόμακρα μάτια σου εμβόλισαν τα δικά μου… Τίποτα δεν είχε αλλάξει και το έβλεπα μέσα σ’ αυτόν τον απαθή καθρέφτη της ψυχής σου. Μια μόνο ματιά σου και το εύθραυστο κάτι, είχε γίνει και πάλι, τίποτα!

Η φωνή μου βραχνή και άχρωμη…

«Ευχαριστώ…»

Έκανα ένα αποφασιστικό αλλά μάταιο βήμα. Τα δάχτυλά σου καρφώθηκαν στο μπράτσο μου…

«Στάσου!»

Σε κοίταξα και όλη η διάσταση της λέξης φόβος, ξετυλίχτηκε μέσα στην καρδιά μου. Τα μάτια σου πετούσαν φωτιές που τις ένιωθα να καίνε το πρόσωπό μου.

«Είσαι τρελή, κάνεις την τρελή ή θες να τρελάνεις εμένα;»

Τα μάτια μου χαμήλωσαν μέχρι που έφτασαν στο αποτρόπαιο σημείο της ένωσής μας. Τα δάχτυλά σου χαλάρωσαν για απειροελάχιστο διάστημα και ξανασφίχτηκαν με τόση δύναμη που ξανάφερε τα βλέμματά μας αντιμέτωπα.

«Ωραία λοιπόν, μη μιλάς! Μην ξαναβρεθείς όμως στο δρόμο μου, αν δεν έχεις απαντήσεις, γιατί τότε…»

Το χέρι σου γλίστρησε άγρια κατά μήκος του δικού μου κι έπεσε βαρύ στο πλάι του κορμιού σου. Τα μάτια σου, αμετακίνητα, πέταγαν ακόμη τις φωτιές τους κι εγώ αν είχα απαντήσεις, τις είδα να καίγονται μέσα τους!

 

Βάδιζα στα στενά σοκάκια του χωριού, με το κεφάλι σκυφτό και σχεδόν κρυμμένο μέσα στο γιακά του παλτού μου. Δεν θα το παραδεχόμουν ποτέ, μα σίγουρα ο μοναδικός σκοπός των κινήσεων μου, ήταν ν’ αποδείξω πως κοιτούσα μόνο τη δουλειά μου. Σήκωσα τα μάτια, μόνο για να κοιτάξω τη μίζερη βιτρίνα του μικρού βιβλιοπωλείου. Τίποτα αξιόλογο. Ήταν όμως και η μοναδική μου ελπίδα. Ώρες- ώρες νόμιζα πως άγγιζα τα όριά μου. Κλεισμένη μέσα στο μικρό μου δωμάτιο έψαχνα για σχέδια ζωής που θα μπορούσαν να χωρέσουν εκεί μέσα. Δεν υπήρχαν, εκτός ίσως απ’ το γράψιμο. Αλλά δεν έγραφα. Δε μπορούσα να γράψω. Ας διάβαζα λοιπόν.

Άνοιξα την παλιά ξύλινη πόρτα και χαμογέλασα στο μικρό κουδουνάκι που κρεμόταν από πάνω της και με καλωσόριζε. Ένας γλυκός γεράκος, με τα στρογγυλά γυαλάκια του στην άκρη της μύτης, εμφανίστηκε απ’ το πουθενά, έχοντας μια και μόνη απάντηση σε κάθε μου ερώτηση…

«Δεν το έχω κούκλα μου».

Ξεφύσηξα  απελπισμένη.

«Δείξτε μου ό,τι έχετε…»

«Όλο το μαγαζί δικό σου κούκλα μου. Διάλεξε και πάρε!»

Τι να διαλέξω και τι να πάρω; Οδηγός μαγειρικής, Καζαμίας, η πεντάμορφη και το τέρας, τα ταξίδια  του Γκιούλιβερ, η κοκκινοσκουφίτσα…

«Νομίζω πως, τελικά, αυτός ο λύκος είναι πολύ παρεξηγημένο άτομο…».

Τινάχτηκα κι αλαφιασμένη γύρισα το κεφάλι. Ήσουν εσύ… κι όμως δεν ήσουν! Ποτέ πριν δεν είχα δει ένα τέτοιο χαμόγελο στα χείλη σου. Ένα τέτοιο χαμόγελο χαρισμένο σε μένα;

Έχασα πάλι τη μιλιά μου και ξανάσκυψα το κεφάλι. Περισσότερο το ένιωσα παρά το άκουσα το σιγανό γέλιο σου, πριν η φωνή σου ξανασταλάξει την ίδια γλύκα μέσα στην καρδιά μου:

«Μια καλημέρα ίσως;»

Σήκωσα το κεφάλι όταν είχες κιόλας φτάσει στην πόρτα.

«Καλημέρα…»

Η φωνή μου, ένας αργοπορημένος ψίθυρος, πνιγμένος στον χαριτωμένο ήχο του μικρού κουδουνιού που σε είχε πια αποχαιρετήσει.

 

Ένας ήλιος ολόλαμπρος χάιδεψε τα βλέφαρά μου, αναγκάζοντάς τα ν’ ανοίξουν. Ένας ήλιος που χώθηκε μέσα στην ψυχή μου παρακινώντας τη να ζήσει την καινούργια μέρα. Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι και ντύθηκα βιαστικά σα να ‘πρεπε να προλάβω, μήπως κι ο Χειμώνας αλλάξει γνώμη και πάρει πίσω το δώρο του. Κατέβηκα και πάλι τρέχοντας την σκάλα και πέταξα μια βιαστική καλημέρα στον ξενοδόχο που με κοιτούσε με το συνηθισμένο, παραξενεμένο βλέμμα του. Βγήκα και αφέθηκα στην γλυκιά αγκαλιά του ήλιου, κλείνοντας τα μάτια απέναντί του. Όταν όμως τα ξανάνοιξα, το σπίτι του βράχου σφηνώθηκε μέσα τους, θυμίζοντάς μου τον αποκλεισμό που μου είχε επιβάλλει. Για δευτερόλεπτα αναρωτήθηκα αν έπρεπε να γυρίσω πίσω στον προστατευμένο χώρο μου. Ένα αντιδραστικό «γιατί;» όμως, ογκώθηκε μέσα μου και μετατράπηκε σε βήματα, μικρά αλλά αποφασιστικά, που μ’ έβγαλαν στην δημοσιά. Εδώ αισθανόμουν καλύτερα. Το σπίτι του βράχου ήταν πίσω μου και αφού δεν το έβλεπα μπορούσα χωρίς φόβο να αποδράσω. Βαυκαλισμός; Ε, και; Αφού έτσι ένιωθα, έτσι ήταν!

Περπατούσα για ώρα μέσα στην υπέροχη, ελευθερωμένη διάθεσή μου, όταν ακούστηκε ο τόσο γνωστός πια βρυχηθμός, επιφέροντας πάνω μου τις ίδιες ανεξέλεγκτες αντιδράσεις: στην άκρη του δρόμου, τα χέρια τυλιγμένα γύρω μου και τα μάτια μισόκλειστα. Το γκρίζο θηρίο έκανε την εμφάνισή του στην στροφή του δρόμου, μπροστά απ’ το πυκνό σύννεφο σκόνης που πάντα το ακολουθούσε. Για μια στιγμή είδα τα λάστιχα του να γίνονται βεντούζες πάνω στον δρόμο και τα μάτια μου, μέσα από λάμψεις που ξεπετάγονταν απ’ το παρ-μπριζ, εισέπραξαν ένα στιγμιαίο χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που χάθηκε μέσα στο σύννεφο της σκόνης, πριν προλάβω να του δώσω ένα όνομα… ένα χαρακτηρισμό…

Όλη η ιδιαιτερότητα της μέρας είχε πια χαθεί. Η απόδραση είχε αποτύχει. Το σπίτι του βράχου ή… της θάλασσας, ήταν πάντα εδώ και ίσως μέσα μου. Τόσο που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ελέγχει τα πάντα. Το μόνο που μου έμενε ήταν να σκύψω πάλι  το κεφάλι και να πάρω τον δρόμο του γυρισμού για κει που κανείς δεν ζητούσε τίποτα από μένα. Ούτε αποφάσεις, ούτε απαντήσεις. Για κει που τίποτα δε μ’ ανάγκαζε να έρθω αντιμέτωπη μ’ αυτό που ήμουν ή μ’ αυτό που θα ήθελα να ήμουν. Μ’ αυτό που έκανα και προπάντων, μ’ αυτό που ήθελα να κάνω. Όχι ακόμη τουλάχιστον!

 

Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουν, με τα δάχτυλα πάνω στα πλήκτρα της γραφομηχανής, μπροστά σ’ ένα, πεισματικά, λευκό χαρτί. Ο δυνατός χτύπος στην πόρτα, ξανάβαλε το χρόνο να κινείται. Σηκώθηκα και παραξενεμένη άνοιξα. Ο ξενοδόχος, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο εσωτερικό του δωματίου, μου έτεινε το χέρι του. Κρατούσε κάτι…

«Για μένα; Τι είναι;»

«Το όνομά σου δεν γράφει;»

«Το όνομά μου; Ναι. Γράφει το όνομά μου! Μα… ποιος… ποιος το ‘φερε;»

«Α, λεπτομέρειες δεν ξέρω. Το βρήκα πάνω στον πάγκο μου, γράφει το όνομά σου, άρα είναι δικό σου. Σωστά;»

Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα αυτόν τον άνθρωπο να μου χαμογελά και δεν θα διακινδύνευα να του χαλάσω την καλή του διάθεση:

«Σωστά… πολύ σωστά! Ευχαριστώ πολύ».

«Τίποτα κοπελιά!» κι η πόρτα έκλεισε πίσω του.

Έμεινα ακίνητη, με το άγνωστης προέλευσης δεματάκι να μου γαργαλάει τα χέρια. Αν το άνοιγα θα μάθαινα, αλλά…

Το άφησα πάνω στο γραφειάκι και για ώρα, απέφευγα να το κοιτάξω μα και να το σκεφτώ. Όμως αυτή ακριβώς η προσπάθεια ήταν που το έκανε να βασανίζει την σκέψη μου, και να τραβάει συνεχώς τη ματιά μου πάνω του. Γιατί αλήθεια με τρόμαζε τόσο; Μήπως επειδή απ’ τη στιγμή που το αντίκρισα ήξερα καλά ποιος το είχε στείλει;

Το πήρα ξανά στα χέρια μου. Με αργές κινήσεις ξεδίπλωσα το άσπρο περιτύλιγμα, που πάνω του, δυνατά, ολόισια γράμματα σχημάτιζαν το όνομά μου.

Σιμόν ντε Μποβουάρ: Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί!

Και κάτω απ’ αυτόν τον τρομακτικό τίτλο, τα ίδια δυνατά ολόισια γράμματα, γίνονταν βέλη που σημάδευαν την καρδιά μου: «Και κάθε μέρα που φεύγει… φεύγει για πάντα!»

 

Δεν άντεχα πια! Όλη αυτή η γιορταστική ατμόσφαιρα που πλημμύριζε το χωριό απ’ άκρη σ’ άκρη μου έφερνε δάκρυα στα μάτια. Οι μυρωδιές απ’ τα γλυκά, οι γυναίκες που έτρεχαν πέρα δώθε, τα παιδιά με τα τριγωνάκια στα χέρια… Όλα, όλα! Ήθελα να τρέξω, να φύγω μακριά, να χαθώ, να εξαφανιστώ απ’ την γη. Ήθελα… δεν ξέρω τι ήθελα! Να μην ακούω, να μην βλέπω, να μη μυρίζω, να μην σκέφτομαι…

Το μόνο που τελικά ήθελα, ήταν να βγάλω το σπίτι του βράχου απ’ το μυαλό μου. Να πάρω τις αισθήσεις μου, να τις κάνω ένα κουβάρι και να το πετάξω μακριά. Να πάρω το κορμί μου και να το χαρίσω σε κάποια άλλη…

Δεν τον ήθελα αυτόν τον καινούργιο εαυτό. Δεν ήθελα να τον γνωρίσω, δεν ήθελα να ζήσω μαζί του. Τον φοβόμουν γιατί μου έφερνε πόνο. Έναν πόνο άγνωστο, που δεν ήξερα πως ν’ αντιμετωπίσω.

Άφησα το χωριό στην ζωή του και κλείστηκα πάλι στο μικρό μοναχικό μου δωμάτιο. Αν κοιμόμουν ίσως δεν κατάφερναν να φτάσουν μέχρις εμένα οι ήχοι της χαράς που αντιβούιζαν από κάθε γωνιά. Αν κοιμόμουν, ίσως ο νέος χρόνος να μην έβλεπε τις αλλαγές που είχαν γίνει μέσα μου, να τις προσπερνούσε και τελικά, να μην τις αποδεχόταν ποτέ.

 

Ξύπνησα τρομαγμένη. Ο αέρας βούιζε και η βροχή νόμιζες πως θα σπάσει το τζάμι. Το μεγάλο ρολόι της εκκλησίας σήμανε δέκα φορές. Ανασηκώθηκα και το φωτισμένο παράθυρό σου εισέβαλε μέσα στην σκοτεινιά του δωματίου μου. Έκλεισα τα μάτια. Δεν ήθελα να το βλέπω. Μέρες τώρα, είχα με σθένος κρατηθεί μακριά απ’ αυτήν την, έστω οπτική, επαφή που μου θύμιζε ό,τι ήθελα να ξεχάσω. Μέρες τώρα δεν είχα κοιτάξει στην πλατεία και μέρες τώρα προσπαθούσα να σχηματίσω λίγες αράδες πάνω στα λευκά χαρτιά που περίμεναν στο πλάι της γραφομηχανής. Μέρες… που το μυαλό μου έμενε αμετάθετο πάνω σου!

Τίποτα! Όλα ένα τίποτα, που ποτέ κανένας εκδότης δεν θα δεχόταν να κάνει βιβλίο και που εσύ ποτέ, δεν θα δεχόσουν σαν απάντηση.

Και τώρα… το παράθυρό σου μετέωρο μέσα στο έρεβος, φωνάζει πως είσαι εκεί, πως δεν κοιμάσαι και πως… ίσως… με καλείς κοντά σου.

Όχι! Είναι η φαντασία μου, που πάλι μπερδεύεται με την πραγματικότητα και με παρασέρνει. Όχι!

Χώθηκα βαθιά μέσα στις ζεστές μου κουβέρτες και τις τύλιξα σφιχτά γύρω μου, σαν έναν κλοιό που θα μπορούσε να με κρατήσει φυλακισμένη μέχρι το ξημέρωμα. Το ξημέρωμα αυτής της νύχτας… της πανομοιότυπης με κείνη που έκανε το τίποτα…κάτι.

Κάτι!

Και πετάχτηκα όρθια. Ήταν ανώφελο πια να κρύβομαι απ’ τις επιθυμίες μου.

Την επιθυμία μου. Τη μία και μοναδική. Εσένα!

Για μια ακόμη φορά, σα να επαναλάμβανα κινήσεις μιας ιεροτελεστίας παλιάς, άρπαξα το παλτό μου και… σταμάτησα!

Τα μάτια μου στράφηκαν στην ξεσκέπαστη γραφομηχανή, στο σκονισμένο, πια, λευκό χαρτί που μέρες τώρα, περίμενε για μια μου φράση και στο βιβλίο που το χειρόγραφο κάτω απ’ τον τίτλο, μου σάλευε το μυαλό. Τα δάχτυλά μου άγγιξαν τα πλήκτρα και όλο μου το είναι, έγινε λίγες μικρές μαύρες κουκίδες πάνω σε λευκό φόντο: «Ναι! Σε θέλω!!!»

Όρμησα στην στενή ξύλινη σκάλα. Άνοιξα την πόρτα της εξόδου και βγήκα. Ο αέρας που χίμηξε κατά πάνω μου με πέταξε στον πέτρινο τοίχο του ξενοδοχείου, κι η βροχή, σε δευτερόλεπτα, διαπέρασε τον λεπτό προστάτη του κορμιού μου.

Τόσο αδύναμα όλα μπροστά χαλύβδινη απόφασή μου!

Τρέχοντας, χώθηκα μέσα στα στενά δρομάκια του χωριού, με το βλέμμα κρεμασμένο απ’ το φωτισμένο παράθυρό σου. Βρέθηκα στην αρχή της ανηφοριάς. Σταμάτησα! Όλα θύμιζαν εκείνη τη νύχτα, μα το ήξερα καλά πως τίποτα δεν ήταν ίδιο…

Ο αέρας σα να κόπασε, η θάλασσα μόλις που ζύγωνε τα παράθυρά σου κι ο κακοτράχαλος δρόμος πρόβαλλε λείος στα μάτια της καρδιάς μου, που έτσι τον ήθελαν. Το θηρίο, ακόμη κι αυτό, με τη μουσούδα του γυρισμένη προς το σπίτι, έμοιαζε να με προτρέπει να συνεχίσω.

Ανάσανα βαθιά κι έκανα το πρώτο βήμα. Ένα βήμα που μέσα του, αρχή και τέλος ενώνονταν αδιάρρηκτα. Ένα βήμα για μια ζωή άλλη. Μια ζωή ανεξερεύνητη και τόσο σκοτεινή που ρούφαγε την ψυχή μου σαν εκτυφλωτικό, γαλήνιο φως.

Στάθηκα μπροστά στην πόρτα με το φωτόλουστο τριγωνάκι, που ποτέ δεν είχα πλησιάσει τόσο πολύ. Οι παλμοί της καρδιάς μου κατέκλυσαν ό,τι αποτελούσε το σώμα, την ψυχή και το μυαλό μου και σήκωσα το χέρι. Ένας ελαφρύς χτύπος , σιγανός ήχος βημάτων και η πόρτα άνοιξε…

 

Η πόρτα άνοιξε, τα μάτια σου καρφώθηκαν στα δικά μου και όλα ανατράπηκαν!

Ποια ήμουν και γιατί ήμουν εδώ;

Ολόκληρες νύχτες αγρύπνιας ξαφνικά έγιναν μια σταχτιά σκόνη που την πήρε ο άνεμος. Ήταν τόσο όμορφα και τόσο απλά τα όνειρα μα… τόσο δύσκολη η πραγματικότητα. Τόσο δύσκολη που για μια ακόμη φορά το μόνο μου όπλο για να την αντιμετωπίσω, ήταν η φυγή.

Μια ξαφνική, απρόσμενη φυγή που θα σ’ έβρισκε απροετοίμαστο, τόσο όσο χρειαζόταν για να με καταπιεί και πάλι το σκοτάδι.

Τα πρώτα μου βήματα σβήστηκαν μέσα στα λασπόνερα, λες και το κορμί μου κρυβόταν απ’ την ίδια μου την ψυχή. Στα μάγουλά μου, οι σταγόνες της βροχής ήρθαν να συναντήσουν τα απελπισμένα μου δάκρυα.

Προχώρησα λίγο και σταμάτησα πάλι. Δεν γύρισα να σε κοιτάξω, σα να μην μ’ ενδιέφερε πια το πόσο σε ξάφνιασα. Προσπάθησα να σου επιβάλω τόσα πολλά που, δεν πειράζει, ας ξέφευγες από ένα. Ας ξέφευγες απ’ όλα. Έπρεπε να ξεφύγεις, έπρεπε να σε βοηθήσω να ξεφύγεις…

Όλα, ακόμα κι αυτή η αλλοπαρμένη φαντασία μου, είχαν προστεθεί στον φρικτό σωρό του «τίποτα».

Του «τίποτα» της σχέσης μας… του «τίποτα» της ζωής μου!

Σαν στο κατώφλι του Άδη, η μέχρι τώρα ζωή μου ξαναγύρισε σε σπασμένες , μισοσβησμένες εικόνες…

Η μέχρι τώρα ζωή μου, σταματούσε εκεί ακριβώς που τα μάτια μου αντίκριζαν για πρώτη φορά… τον βράχο!

Ο βράχος… η λύση… η λύτρωση!

Προσπάθησα να τρέξω κι ίσως το έκανα. Προσπέρασα το γκρίζο βουβό θηρίο κι αυτό που με χώριζε απ’ το κενό ήταν μια βαθιά ανάσα κι ένα μόνο βήμα…

Τα χέρια σου με άρπαξαν βίαια, εκσφενδονίζοντάς με πάνω στο υγρό κορμί του γκρίζου θηρίου. Ένα βογκητό ξέφυγε απ’ τα χείλη μου για να γίνει κραυγή τη στιγμή που το χέρι σου έπεσε αλύπητα πάνω στο πρόσωπό μου. Τα πόδια μου βούλιαξαν και γλίστρησαν μέσα στη λάσπή. Τα χέρια μου γαντζώθηκαν πάνω σου παρασέρνοντάς σε και το κορμί σου σκέπασε το δικό μου…

Έμεινα ακίνητη με τα μάτια χαμένα μέσα στα δικά σου, που με μίσος ξέσκιζαν τη ζοφερή νύχτα, για να σκορπίσουν τα κομμάτια της μέσα στην ψυχή μου…

Όμως… η ανάσα σου έκαιγε το πρόσωπό μου και τα χείλια σου ήταν τόσο κοντά στα δικά μου!

Τα δάχτυλά μου σπασμωδικά, κινήθηκαν πάνω στο βρεγμένο δέρμα του λαιμού σου…

«Τρελή!»

Η φωνή σου, μια γλυκιά μουσική που ρούφηξαν τα χείλια μου και τα δάχτυλά μου μπλέχτηκαν μέσα στα μαλλιά σου…

Τα χέρια σου σύρθηκαν μέσα στη λάσπη, κάτω απ΄ το κορμί μου και δυνατά με τράβηξαν πάνω σου. Για μιαν ατέλειωτη στιγμή έμεινες ακίνητος κοιτώντας με βαθιά μέσα στα μάτια… μια στιγμή που οι μικρές μαύρες κουκίδες ξαναγύρισαν στο μυαλό μου για να φτάσουν σαν παθιασμένη απάντηση στα χείλη μου:

«Ναι! Σε θέλω!»

Το χαμόγελό σου φώτισε τη νύχτα και αργά, γλυκά, τρυφερά, κρύφτηκες μέσα στα υγρά σκοτάδια του κορμιού μου!

 

Οι κραυγές της ηδονής καταλάγιασαν… Ξαναχάθηκα μέσα στα γαλήνια μάτια σου χωρίς ακόμη να μπορώ να πιστέψω στην παρουσία σου. Με τις παλάμες φυλάκισα  το πρόσωπό σου…

«Ονειρευόμουν να βρεθώ εδώ…»

Το χαμόγελό σου ξαναγύρισε ακόμα πιο ζεστό, ακόμα πιο γλυκό:

«Ήσουν πάντα εδώ!»

Τα χέρια σου έγιναν μια δυνατή αγκαλιά που μ’ έκλεισε μέσα της, με σήκωσε ψηλά και τα βήματά σου αργά- αργά με οδήγησαν στο εσωτερικό των τρελών μου φαντασιώσεων. Στο εσωτερικό του σπιτιού του βράχου ή… της θάλασσας!

Ο αέρας στροβιλιζόταν βουίζοντας και η θάλασσα, γι άλλη μια φορά, θέριευε για να συναντήσει τους καταρράχτες του ουρανού, όταν ο καινούργιος χρόνος έφτασε έξω απ’ το σπίτι του βράχου.

Κοντοστάθηκε κι άφησε το βλέμμα του να τρυπώσει μέσα απ’ τις δαντελένιες κουρτίνες…

Χαμογέλασε πονηρά κι όταν το μεγάλο ρολόι του χωριού σήμανε δώδεκα, έτσι χαμογελαστός, ανέβηκε στον χρυσό του θρόνο!

 

 

Ο ηλικιωμένος κύριος έβγαλε τα γυαλιά του και τα ακούμπησε πάνω στο γυαλιστερό, μαονένιο γραφείο του. Το σώμα του έγειρε στην ψηλή ράχη της πολυθρόνας του και τα μάτια του γύρισαν πάνω μου. Για μια στιγμή έμεινε ανέκφραστος και μετά, χτυπώντας το χέρι του στο γραφείο, ξέσπασε σ’ ένα ασυγκράτητο γέλιο.

«Θα κάνει πάταγο! Θα κάνει πάταγο!»

Χαμογέλασα, μ’ αυτό το χαμόγελο που εκφράζει την σιγουριά.

«Το ξέρεις και με κοιτάς αφ’ υψηλού ε;»

Σηκώθηκα και του άπλωσα το χέρι.

«Ναι, το ξέρω!»

Σηκώθηκε κι εκείνος. Το χέρι του έσκισε τον αέρα και το δάχτυλό του με σημάδεψε…

«Ποτέ στην ζωή σου δεν είχες γράψει κάτι τόσο καλό. Φρόντισε να  το ξανακάνεις!»

Βγήκα απ’ το γραφείο του και το αθηναϊκό αεράκι με χτύπησε στο πρόσωπο.

«Ποτέ στην ζωή σου…»

Ποτέ στην ζωή μου…

Ποτέ στην ζωή μου δεν είχα ξαναγράψει… την ζωή μου!

Άνοιξα το βήμα και σε λίγο έτρεχα μέσα στους πολύβουους δρόμους της πρωτεύουσας, που για χρόνια με είχαν πλανέψει. Σαν ξένη από τόπους μακρινούς, κοιτούσα γύρω μου, σταματούσα με περιέργεια εδώ κι εκεί και μπαινόβγαινα σε μαγαζιά αγοράζοντας αναμνηστικά και δώρα…

Τα λόγια του εκδότη αντηχούσαν ξανά και ξανά στ’ αυτιά μου:

«Φρόντισε να το ξανακάνεις!».

Μια σταγόνα βροχής άγγιξε το μέτωπό μου και τα μάτια μου στράφηκαν στον αγριεμένο ουρανό.

Χαμογέλασα…

«Είναι σίγουρο πως θα το ξανακάνω!».-

 

 

23  ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΕΣ

 

 

1. Συνταγή Βασιλόπιτας από την Αρκαδία

Τα Υλικά που θα χρειαστείτε είναι :

  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού φρέσκο βούτυρο γάλακτος
  • 2 φλιτζάνια του τσαγιού ζάχαρη (κοφτά)
  • 6 αυγά
  • 4 κουταλιές της σούπας κονιάκ
  • Ξύσμα από 2 πορτοκάλια
  • 1 πακέτο κόκκινη φαρίνα
  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού γάλα εβαπορέ (αδιάλυτο)
  • ‘Αχνη ζάχαρη

Δημιουργήστε :

Ξεκινήστε χτυπώντας πολύ καλά με το μίξερ το βούτυρο, αφού το έχετε βγάλει από το ψυγείο λίγη ώρα πριν ώστε να έχει μαλακώσει αρκετά. Προσθέτετε σιγά-σιγά τη ζάχαρη και στη συνέχεια ένα-ένα τα αυγά και μετά το κονιάκ, ενώ χτυπάτε συνεχώς το μίγμα με το μίξερ. Το μυστικό είναι το πολύ καλό χτύπημα για να είναι αφράτη η ζύμη.

Συνεχίζετε ρίχνοντας το ξύσμα του πορτοκαλιού σιγά-σιγά και όχι στο ίδιο σημείο, το γάλα και στο τέλος το αλεύρι σε μικρές δόσεις. Μόλις αναμειχθούν καλά όλα τα υλικά, αδειάζουμε το μίγμα σε βουτυρομένο ταψί Νο 32, το οποίο έχουμε πασπαλίσει και με λίγο αλεύρι. Ψήνουμε για 45 λεπτά περίπου σε προθερμασμένο φούρνο στους 200ο C, αλλά επειδή κάθε φούρνος έχει τις ιδιαιτερότητές του, καλό είναι να το παρακολουθείτε. Στη μέση σχεδόν του ψησίματος, μόλις αρχίσει να γίνεται στέρεη η ζύμη, βάλτε σε ένα σημείο το φλουρί τυλιγμένο σε λίγο αλουμινόχαρτο. Έτσι και δεν θα αφήσει ίχνη στο σημείο που το βάλετε και δεν θα φτάσει στον πάτο, όπως θα γινόταν αν η ζύμη ήταν εντελώς άψητη.

Αφού τη βγάλουμε από τον φούρνο, την αφήνουμε 5 λεπτά να κρυώσει και τη γυρίζουμε ανάποδα σε μια πιατέλα. Χρησιμοποιούμε και μια δεύτερη πιατέλα για να την ξαναγυρίσουμε, ώστε να έρθει η σωστή πλευρά επάνω. Με ένα σουρωτήρι πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη το πάνω μέρος αλλά και τα πλαϊνά και αν θέλουμε γράφουμε πάνω της χρησιμοποιώντας ένα καθαρό λεπτό αντικείμενο, όπως το πάνω μέρος ενός κουταλιού.

Αν θέλετε τη διακοσμείτε με πολλά έτοιμα σοκολατένια σχεδιάκια, η πλαστικά/ξύλινα μικρά δεντράκια, έναν ?γιο Βασίλη, ένα γκι και ότι άλλο φανταστείτε. Φυσικά αν έχετε ταψάκι σε άλλα σχήματα, όπως τετράγωνο ή φόρμα σε σχήμα καρδιάς για παράδειγμα, μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε και να ξεφύγετε από το παραδοσιακό σχήμα της κυκλικής βασιλόπιτας.

Σας ευχόμαστε Καλή Επιτυχία και Καλή Χρονιά!

Πηγή:  www.teleiosgamos.gr

 

2. Βασιλόπιτα Λέσβου

Τι χρειαζόμαστε:

Για τη ζύμη

  • 1 κιλό αλεύρι
  • 1 κ.γ.αλάτι
  • 2 καπάκια ούζο
  • μισό φλιτζάνι λάδι
  • νερό οσο πάρει

Για τη γέμιση

  • 1/2 κιλό μυζήθρα σκληρή
  • 1 κ.σ.κανέλα
  • 1/2 κ.σ.γαρίφαλο
  • 3/4 φλ.ζάχαρη
  • βούτυρο φρέσκο για το άλλειμα των φύλλων

Πως το κάνουμε:

  1. Βάζουμε ολα τα υλικά για τη ζύμη σε μια λεκάνη και ζυμώνουμε εως οτου η ζύμη να ξεκολάει απο τα τοιχόματα της λεκάνης και την αφηνουμε να ξεκουραστει.
  2. Βάζουμε σε μια αλλη λεκάνη τα υλικά της γέμισης και τα ανακατέβουμε.
  3. Βάζουμε το βούτιρο να λιώσει σε ενα κατσαρολάκι.
  4. Ανοίγουμε το ζυμαράκι μας σε φύλλα (περίπου 6-7 φύλλα).
  5. Αλλοίφουμε το ταψάκι μας με βούτυρο, στρώνουμε το φύλλο αλλοίφουμε με βούτυρο και μετά βάζουμε απο την γέμιση, μετα πάλι φύλλο – βούτυρο – γεμιση και στο τέλος θα βάλουμε το φύλλο και το βούτυρο.
  6. Ψήνουμε περίπου για 1 με 1 και 1/2 ώρα.
  7. Όταν ψηθεί την γυρνάμε ανάποδα σε μια πιατέλα με απορροφυτικό χαρτί για να στραγκίξει απο το βούτυρο.

Λίγα μυστικά ακόμα

Η γέμιση πρέπει να είναι ούτε πολύ γλυκιά ούτε πολύ αλμυρή. Καλό θα είναι την Βασιλόπιτα να την φτιάξετε 2 μέρες πρίν για να προλάβει να σταγκίξει. Στην Αγιάσο της Λέσβου την φτιάχνουν με 25 με 30 φύλλα πολυ λεπτα.
Διαβάστε περισότερο: Βασιλόπιτα Λέσβου http://www.sintagespareas.gr/sintages/basilopita-lesbou.html#ixzz1fvyBWxK8

 

 

 

3. Βασιλόπιτα αµυγδάλου µε µανταρίνι

 

Το μανταρίνι δίνει άρωμα και χρώμα σε αυτή την πρωτότυπη παραλλαγή της παραδοσιακής βασιλόπιτας.

 

μερίδες 12

Χρόνος Προετοιμασίας 10 λεπτά

Χρόνος ψησίματος 45 λεπτά

Υλικά

 

  • 1 φλ. αιγοπρόβειο βούτυρο (σε θερμοκρασία δωματίου)
  • 1½ φλ. ζάχαρη
  • 5 αυγά
  • 1 φλ. ελληνικού καφέ κονιάκ
  • 1 φλ. ελληνικού καφέ ξύσμα από μανταρίνι
  • 1 πρέζα κανέλα
  • 1 πρέζα μοσχοκάρυδο
  • 1 φλ. τσαγιού χυμός από φρέσκο μανταρίνι
  • 1/2 κ.γλ. μαγειρική σόδα
  • 1 κεσές γιαούρτι με χαμηλά λιπαρά
  • 5 φλ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του, κοσκινισμένο
  • 1 φλ. αμυγδαλόψιχα αλεσμένη

1. Χτυπάμε στον κάδο του μίξερ το βούτυρο με τη ζάχαρη για 6΄-7΄, μέχρι ν’ ασπρίσει και να κρεμώσει το μείγμα. Ρίχνουμε ένα ένα τα αυγά και συνεχίζουμε το χτύπημα. Προσθέτουμε το ξύσμα, το κονιάκ, την κανέλα, το μοσχοκάρυδο και αραιώνουμε τη σόδα στο χυμό του μανταρινιού. Αυτό το κάνουμε πάνω από τον κάδο γιατί ο χυμός φουσκώνει και χύνεται έξω. Στη συνέχεια τον προσθέτουμε στο μείγμα. Στο τέλος ρίχνουμε το γιαούρτι και το αλεύρι. Αφού ομογενοποιηθεί το μείγμα ρίχνουμε την αμυγδαλόψιχα.

2. Βουτυρώνουμε και αλευρώνουμε ένα ταψί 30 ή 32 εκ. και στρώνουμε λαδόκολλα (για να ξεφορμάρουμε εύκολα όλη τη βασιλόπιτα στο τέλος). Αδειάζουμε μέσα το μείγμα και ψήνουμε στους 170°C, για 45΄.

3. Αφού κρυώσει η βασιλόπιτα, ξεφορμάρουμε και πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.

 

 

4.Βασιλόπιτα Τσουρέκι

Υλικά:

1 και ¼ του κιλού αλεύρι

1 φλιτζάνι τσαγιού βούτυρο γάλακτος ή μαργαρίνη

2 κουταλιές σούπας μαγιά μπίρας

1 ½ φλιτζάνι τσαγιού ζάχαρη

8 αυγά

Ξύσμα λεμονιού

½ φλιτζάνι τσαγιού γάλα

Λίγο αλάτι

3 κουτ. σούπας ζάχαρη

Τρόπος Εκτέλεσης:

Ζεσταίνετε το γάλα να γίνει χλιαρό και λιώνετε μέσα σ’αυτό τη μαγιά της μπίρας. Προσθέτετε λίγες κουταλιές αλεύρι να γίνει ένας πυχτός χυλός. Τον σκεπάζετε και τον αφήνετε σε ζεστό μέρος να φουσκώσει. Βάζετε το αλεύρι ανακατεμένο με το αλάτι σε ένα μεγάλο μπόλ, λιώνετε το βούτυρο και το προσθέτετε στο αλεύρι. Προσθέτετε τα αυγά ολόκληρα, τη ζάχαρη, το ξύσμα πορτοκαλιού, τη μαγιά της μπίρας που έχει, στο μεταξύ φουσκώσει. Ζυμώνετε τα υλικά μέχρι να γίνει μια ζύμη μαλακή.

Σκεπάζετε τη ζύμη, τη βάζετε σε ζεστό μέρος και την αφήνετε να φουσκώσει. Υπολογίζετε ότι πρέπει να διπλασιαστεί ο όγκος της περίπου. Ξαναζυμώνετε τη ζύμη και την τοποθετείτε σε βουτυρωμένο ταψί και την αφήνετε σκεπασμένη σε ζεστό μέρος να φουσκώσει για δεύτερη φορά. Την αλείφετε με αυγό, πασπαλίζετε με ζάχαρη ή ασπρισμένα αμύγδαλα και την ψήνετε σε μέτριο φούρνο (170 C) για μια περίπου ώρα.

Πηγή: «Η Μικρή Ελληνική Κουζίνα», Σοφία Σκούρα, Εκδόσεις Φυτράκη

5.Βασιλόπιτα Πολίτικη 

Υλικά:

50 γρ. Μαγιά νωπή ή 2 κουταλιές ξερή

½ κιλό αλεύρι δυνατό

1 κούπα ζάχαρη

2 αυγά και 2 κροκάδια

½ κουταλάκι μπέικιν πάουντερ

½ κουταλάκι αλάτι

½ κουταλάκι μαστίχα χιώτικη ή βανίλια

1 κουταλιά μαχλέπι αλεσμένο

1/3 κούπας γάλα εβαπορέ ζεστό

½ κούπα βούτυρο λιωμένο ζεστό

1 κροκάδι για το άλειμμα ασπρισμένα μισά αμύγδαλα για το στόλισμα

Τρόπος Εκτέλεσης:

Διαλύστε τη μαγιά σε 1/3 κούπας νερό ζεστό, 40 C. Ρίξτε 1-2 κουταλιές αλεύρι, να γίνει αραιός χυλός, κι αφήστε τον να φουσκώσει, ώσπου να κάνει μεγάλες φούσκες. Ανακατέψτε το αλεύρι με το μπέικιν πάουντερ, το αλάτι και τα μυρωδικά. Ανοίξτε στο κέντρο ένα λάκκο και βάλτε μέσα τη ζάχαρη, το γάλα, τα αυγά ελαφρά χτυπημένα και τη φουσκωμένη μαγιά. Παίρνοντας το αλεύρι λίγο – λίγο από τριγύρω, ζυμώστε σε ζύμη μαλακιά. Βουτώντας τα χέρια σας στο λιωμένο ζεστό βούτυρο συνεχίστε ζυμώνοντας, ώσπου να τελειώσει όλο το βούτυρο και να ενσωματωθεί με τη ζύμη. Σκεπάστε τη ζύμη με υγρή πετσέτα ή καλύτερα με πλαστική μεμβράνη κι αφήστε τη σε ζεστό μέρος, να διπλασιασθεί σε όγκο (2 ½ ώρες περίπου). Πατήστε τη ζύμη, να ξεφουσκώσει.

Πλάστε μ’ αυτή ένα χοντρό μακρύ κορδόνι και τυλίξτε το σε σπιράλ επάνω σε βουτυρωμένο λαδόχαρτο στρωμένο σε λαμαρίνα. Μπήξτε σε κάποιο σημείο το νόμισμα. Αφήστε τη βασιλόπιτα σκεπασμένη σε ζεστό υγρό μέρος, να διπλασιασθεί σε όγκο, 30 λεπτά περίπου. Αλείψτε τη με το κροκάδι, αφού το χτυπήσετε με λίγο νερό και μπήξτε μισά αμύγδαλα ακολουθόντας το σχήμα του σπιράλ. Ψήστε τη στους 200 C 20 – 30 λεπτά να ροδίσει καλά. Βγάλτε τη και βάλτε τη να κρυώσει επάνω σε σχάρα.. Φυλάξτε τη σκεπασμένη με πλαστική μεμβράνη για να μη στεγνώσει. Η βασιλόπιτα αυτή δε γίνεται πολύ αφράτη αλλά πολύ νόστιμη.

 

Πηγή: Μαγειρική «Ελληνική Κουζίνα Ζαχαροπλαστική», Βέφα Αλεξιάδου

 

6.Βασιλόπιτα Σμύρνης 

Υλικά:

1 κούπα βούτυρο ή μαργαρίνη (250 γρ.)

1 ¼ κούπας ζάχαρη

2 κουταλιές ξύσμα πορτοκαλιού

2 κουταλάκια σόδα

2 κουταλιές κονιάκ

6 κούπες αλεύρι για όλες τις χρήσεις

2/3 κούπας χυμό πορτοκαλιού

1 κροκάδι αυγού για το άλειμμα

35 γρ. κουκουνάρια ή ολόκληρα γαρίφαλα

Λίγο μαύρο ή άσπρο σουσάμι

Τρόπος Εκτέλεσης:

Χτυπήστε το βούτυρο με τη ζάχαρη ν’αφρατέψει. Ρίξτε μέσα το ξύσμα πορτοκαλιού και τη σόδα, αφού τη διαλύσετε προηγουμένως στο κονιάκ. Κατόπιν ρίξτε εναλλάξ αλεύρι και χυμό ποσρτοκαλιού και ζυμώστε προσθέτοντας όσο αλεύρι χρειασθεί για να γίνει μια ζύμη μαλακιά που να πλάθεται χωρίς να κολλάει στα δάκτυλα. Πλάστε μ’αυτή χοντρό κορδόνι και τυλίξτε το σε μεγάλο σπιράλ επάνω σε βουτυρωμένο λαδόχαρτο στρωμένο σε λαμαρίνα ή ταψάκι με διάμετρο 30 εκ. Μπήξτε και κρύψτε σε κάποιο σημείο το νόμισμα. Αλείψτε την επιφάνεια με το κροκάδι αφού το χτυπήσετε με λίγο νερό και μπήξτε στη σειρά τα κουκουνάρια ακολουθόντας το σχήμα του σπιράλ.

Πασπαλίστε αν θέλετε με λίγο μαύρο ή άσπρο σουσάμι. Κατ’ άλλον τρόπο στρώστε τη ζύμη μέσα σε ταψάκι επάνω σε βουτυρωμένο λαδόχαρτο και πατήστε τη με τις παλάμες σας να ισιώσει. Τσιμπώντας την επιφάνεια με δυο πιρούνια, κάντε διάφορα σχέδια και καρφώστε μερικά γαρίφαλα σε διάφορα σημεία. Αλείψτε την επιφάνεια με το κροκάδι. Στη Σμύρνη οι νοικοκυρές σφράγιζαν τη βασιλόπιτα με τη σφραγίδα του δικέφαλου αετού. Ψήστε την πίτα στους 180 C 30 – 35 λεπτά να ροδίσει η επιφάνεια καλά. Όταν τη βγάλετε από το φούρνο βάλτε τη να κρυώσει επάνω σε σχάρα. Φυλάξτε τη σκεπασμένη με πλαστική μεμβράνη.

 

Πηγή: Μαγειρική «Ελληνική Κουζίνα Ζαχαροπλαστική», Βέφα Αλεξιάδου

 

 

7. Βασιλόπιτα τριφτή Βαγγέλης Δρίσκας

 

Υλικά για 1 ταψί περίπου 24 εκ.

  • 1 κιλό μαλακό αλεύρι
  • 1 ½ φλ. βούτυρο
  • 1 ½ φλ.  ζάχαρη άχνη
  • 3 αυγά, ½ φλ. γάλα
  • 1 φακελάκι μπέικιν
  • 1 βανίλια
  • χυμός και ξύσμα από 1 πορτοκάλι
  • προαιρετικά ½ κουτ. γλυκού μαχλέπι κοπανισμένο και 1 κουτ. γλυκού μαστίχα τριμμένη
    Για την επιφάνεια:
  • ½ φλιτζάνι ψημένη και ψιλοκομμένη αμυγδαλόψιχα
  • 1 φλιτζάνι άχνη ζάχαρη

Εκτέλεση:

  • Χτυπάμε στο μίξερ το βούτυρο με τη ζάχαρη και προσθέτουμε τους κρόκους, το γάλα, το μπέικιν, τη βανίλια, τον χυμό και το ξύσμα πορτοκαλιού (και το μαχλέπι και τη μαστίχα).
  • Χτυπάμε τα ασπράδια σε μαρέγκα και τα ενώνουμε με το μείγμα.
  • Προσθέτουμε το αλεύρι σιγά σιγά και ανακατεύουμε. Βάζουμε σε βουτυρωμένο και αλευρωμένο ταψί και ψήνουμε στους 170οC για 45 λεπτά περίπου.
  • Αφήνουμε να κρυώσει και ετοιμάζουμε το γλάσο: Ανακατεύουμε την άχνη ζάχαρη με 2-3 κουταλιές νερό μέχρι να γίνει παχύρρευστη (συμπληρώνουμε ζάχαρη ή νερό ανάλογα) και το απλώνουμε στην επιφάνεια της βασιλόπιτας.
  • Πασπαλίζουμε με την αμυγδαλόψιχα και όταν σταθεροποιηθεί πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη.

 

8. Βασιλόπιτα κέηκ Βασίλη Καλλίδης

ΥΛΙΚΑ: 1 φλυτζάνι ζάχαρη

1 κούπα βρώμη Quaker

500 γρ. φαρίνα

1/2 φλυτζάνι κονιάκ

1/2 κγ. μπεικιν παουντερ

3 αυγά

χυμό και ξύσμα απο 1 πορτοκάλι

2 βανίλιες

1/2 κούπα καρύδια

1/2 κούπα σταφίδες ξανθές

λιγο μαχλέπι λίγο μαστίχα

125 γρ βούτυρο Κερκύρας

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

Χτυπάμε το βούτυρο μαζί με την ζάχαρη μέχρι να ασπρίσει και προσθέτουμε τα αυγά ένα ένα, το κονιάκ, τον χυμό και το ξύσμα και τέλος την βανίλια, το μπεικιν και την φαρίνα. Βρέχουμε τα καρύδια και τις σταφίδες με λίγο νερό και τα αλευρώνουμε ελαφρώς. Προσθέτουμε τους ξηρούς καρπούς στη ζύμη και μεταφέρουμε το μίγμα σε ένα βουτυρωμένο και αλευρωμένο ταψάκι. Ψήνουμε στους 180 βαθμούς για 1 ώρα.

 

9. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΣΤΕΦΑΝΙ βεφα

Υλικά

για τη ζύμη

  • 30 γρ. μαγιά νωπή ή 1 κουταλιά ξερή
  • 1/4 κούπας νερό ζεστό (40 βαθμών Κελσίου)
  • 4 κούπες αλεύρι σκληρό
  • 1/2 κούπα γάλα ζεστό (40 βαθμών Κελσίου)
  • 1/3 κούπας ζάχαρη
  • 1 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1 κουταλιά ξύσμα λεμονιού
  • 1/4 κούπας βούτυρο ή μαργαρίνη λιωμένη
  • 2 αυγά ελαφρά χτυπημέναγια τη γέμιση
  • 1/3 κούπας βούτυρο μαλακό
  • 1/3 κούπας αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1/3 κούπας ζάχαρη
  • 1 κούπα χοντροαλεσμένα αμύγδαλα ασπρισμένα
  • 1/2 κουταλάκι εσάνς πικραμυγδάλου ή 1 κουταλάκι ξύσμα λεμονιού
  • 1/2 κούπα ψιλοκομμένα κερασάκια μαρασκίνο κόκκινα
  • 1/2 κούπα ψιλοκομμένα κερασάκια μαρασκίνο πράσιναγια το γλάσο
  • 1 κούπα ζάχαρη άχνη
  • 1/8 κουταλάκι βανίλια
  • 2-3 κουταλιές νερό ή γάλα

Εκτέλεση

Σ’ ένα κατσαρολάκι διαλύστε τη μαγιά στο ζεστό νερό, ρίξτε δύο κουταλιές αλεύρι, ανακατέψτε κι αφήστε τη να σταθεί σκεπασμένη, ώσπου να φουσκώσει. Βάλτε το αλεύρι σε μια λεκάνη ζυμώματος κι ανοίξτε στο κέντρο ένα λάκκο. Ρίξτε μέσα τη φουσκωμένη μαγιά και τα υπόλοιπα υλικά της ζύμης κι ανακατέψτε τα μ’ ένα κουτάλι, παίρνοντας και το αλεύρι λίγο, λίγο από τριγύρω. Αδειάστε τη ζύμη σε αλευρωμένη επιφάνεια και ζυμώστε τη 5′-10′, ώσπου να γίνει λεία και ελαστική, προσθέτοντας λίγο ακόμη αλεύρι, αν χρειάζεται, για να μην κολλάει στα χέρια. Βάλτε τη ζύμη σε βουτυρωμένο μπολ, βουτυρώστε ελαφρά την επιφάνεια, σκεπάστε την και αφήστε τη να φουσκώσει, ώσπου να διπλασιασθεί σε όγκο (2 ώρες περίπου). Στο μεταξύ, ετοιμάστε τη γέμιση. Χτυπήστε το βούτυρο με το αλεύρι και τη ζάχαρη, να ενωθούν σ’ ένα λείο μίγμα. Ρίξτε την εσάνς πικραμυγδάλου ή το ξύσμα λεμονιού και τ’ αμύγδαλα. Ανακατέψτε με τα δάχτυλα, αν σχηματιστούν χοντρά τρίμματα και βάλτε το μίγμα στο ψυγείο. Αδειάστε τη ζύμη σε αλευρωμένη επιφάνεια και πατώντας τη με τον πλάστη, ανοίξτε τη σε παραλληλόγραμμο 25×60 εκ. Τρίψτε το μίγμα με τα αμύγδαλα και σκορπίστε το στην επιφάνεια της ζύμης. Σκορπίστε επίσης επάνω σ’ αυτή, τα κόκκινα και τα πράσινα κερασάκια. Ξεκινώντας από μη μια μακριά πλευρά, τυλίξτε σε ρολό προς την άλλη. Βρέξτε με λίγο νερό την άκρη, για να κολλήσει και να κλείσει καλά το ρολό. Χρησιμοποιώντας ένα αλευρωμένο κοφτερό μαχαίρι, κόψτε το ρολό κατά μήκος στη μέση. Προσεχτικά, γυρίστε τις κομμένες άκρες προς τα επάνω και τυλίξτε τα δύο κομμάτια της ζύμης χαλαρά, σε κορδόνι, έτσι ώστε να φαίνονται τα αμύγδαλα και τα κερασάκια. Βουτυρώστε το ταψί του φούρνου και μεταφέροντας προσεχτικά μέσα σ’ αυτό το κορδόνι, σχηματίστε ένα στεφάνι. Βρέξτε λίγο τις άκρες και πατήστε τες να κολλήσουν. Μην ξεχάσετε να βάλετε το νόμισμα σε κάποιο σημείο της ζύμης. Σκεπάστε το με βαμβακερή πετσέτα κι αφήστε το σε ζεστό υγρό μέρος, να φουσκώσει. Ψήστε το στους 200 βαθμούς Κελσίου, για 20′ περίπου, ώσπου να ροδίσει ελαφρά. ΄Οταν το βγάλετε από το φούρνο, μεταφέρετέ το προσεχτικά σε σχάρα, χρησιμοποιώντας μια πλατιά σπάτουλα κι αφήστε το να κρυώσει. Χτυπήστε μ’ ένα κουτάλι τα υλικά για το γλάσο. Το νερό, μην το ρίξετε όλο μαζί από την αρχή. Προσθέστε το λίγο, λίγο, ώστε να επιτύχετε την επιθυμητή ρευστότητα. Μ’ ένα κουτάλι, ρίξτε το γλάσο σε κορδόνι σε διάφορα σημεία, ακολουθώντας το σχήμα του στεφανιού.

 

10.Βασιλόπιτα τσουρέκι Μαμαλάκης

Υλικά

  • 1 κιλό αλεύρι
  • 3/4 φλιτζανιού βούτυρο
  • 1 φλιτζάνι ζάχαρη
  • 4 αυγά
  • 1 ποτήρι γάλα χλιαρό
  • 85 γραμ μαγιά νωπή
  • 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1/2 κουταλάκι μαχλέπι κοπανισμένο
  • 1/2 κουταλάκι μαστίχα κοπανισμένη
    ξύσμα πορτοκαλιού

Εκτέλεση

  • Στο κάδο του μίξερ σας κοσκινίζετε το αλεύρι και το ανακατεύετε με το αλάτι το μαχλέπι ,τη μαστίχα και το ξύσμα.

 

  • Σ ‘ενα κατσαρολάκι λειώνετε το βούτυρο με τη ζάχαρη χωρίς να κάψουν και τα προσθέτετε στο αλεύρι.

 

  • Διαλύετε τη μαγιά στο γάλα και χτυπάτε τα αυγά με το σύρμα.Τα προσθέτετε στο μείγμα του αλευριού.Ζυμώνετε καλά στο μίξερ μέχρι να γίνει η ζύμη λεία και ελαστική.

 

  • Αφήνετε τη ζύμη σε ζεστό νερό για 30 λεπτά.

 

  • Την ξαναζυμώνετε με το χέρι αυτή τη φορά και την αφήνετε για άλλα 30 λεπτά.

 

  • Τοποθετείτε τη ζύμη σε βουτυρωμένο ταψί και το αφήνετε σε ζεστό μέρος να φουσκώσει για μια ώρα περίπου

 

  • Αλείφετε με αυγό και ψήνετε σε μέτριο προθερμασμένο φούρνο για μισή ώρα

 

11. Βασιλόπιτα επινόησης Στέλιου Παρλιάρου

Αυτή η βασιλόπιτα είναι δική μου επινόηση. Εχει ιδιαίτερη γεύση, καθώς περιέχει φρούτα ξερά, μουλιασμένα σε κονιάκ και μετά πολτοποιημένα.

Υλικά (για 16 μερίδες):

250 γρ. βούτυρο, σε θερμοκρασία δωματίου
250 γρ. ζάχαρη άχνη, κοσκινισμένη
250 γρ. αμύγδαλα λευκά, αλεσμένα στο μπλέντερ σε σκόνη (σε μεγάλα σούπερ μάρκετ θα βρείτε και έτοιμη αμυγδαλόσκονη)
6 μεγάλα αυγά, κατά προτίμηση βιολογικά
250 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις, κοσκινισμένο
1 κουτ. γλυκού μπέικιν πάουντερ
100 γρ. σταφίδες ξανθές
100 γρ. δαμάσκηνα ξερά, χωρίς κουκούτσια, ψιλοκομμένα
100 γρ. σύκα ξερά, ψιλοκομμένα
200 γρ. κονιάκ

Διαδικασία:

Βάζουμε τα ξερά φρούτα (σταφίδες, δαμάσκηνα και σύκα) σε ένα μπολ, τα περιχύνουμε με το κονιάκ και τα αφήνουμε να μουλιάσουν για 1 βράδυ. Την επομένη, τα πολτοποιούμε όλα μαζί.

Χτυπάμε στον κάδο του μίξερ με το σύρμα (ή με το μίξερ χειρός) το βούτυρο, την άχνη και την αμυγδαλόσκονη μέχρι να φουσκώσουν και να σχηματιστεί μια λευκή κρέμα. Χωρίς να σταματήσουμε το χτύπημα, ρίχνουμε τον πολτό των ξερών φρούτων και συνεχίζουμε το χτύπημα για λίγο ακόμη. Ρίχνουμε σταδιακά και τα αυγά. Σταματάμε το χτύπημα, ρίχνουμε το αλεύρι και το μπέικιν πάουντερ και ανακατεύουμε με μια κουτάλα.

Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 170° – 180° C. Βουτυρώνουμε και αλευρώνουμε ένα ταψί διαμέτρου 30 εκ. και αδειάζουμε μέσα το μείγμα. Ψήνουμε για 1 ώρα.

Αν θέλουμε, μπορούμε να γλασάρουμε τη βασιλόπιτα με ένα λευκό γλάσο που θα φτιάξουμε ως εξής:
Ανακατεύουμε 200 γρ. ζάχαρη άχνη με 2 κουτ. σούπας χυμό λεμονιού και απλώνουμε το παχύρρευστο γλάσο πάνω στη βασιλόπιτα. Διαφορετικά, μπορούμε να πασπαλίσουμε με ζάχαρη άχνη.

 

12.Βασιλόπιτα Παρλιάρος

ΥΛΙΚΑ: 480 γρ. ζάχαρη άχνη

320 γρ. αμύγδαλο σκόνη

200 γρ. αλεύρι

4 κουταλάκια του γλυκού μπέικιν πάουντερ

560 γρ. ασπράδι αυγού (περίπου από 16 αυγά)

520 γρ. βούτυρο λιωμένο Lurpak

2 κουταλάκια του γλυκού κανέλα

ξύσμα από δύο πορτοκάλια

 

Εκτέλεση

Ανακατεύουμε όλα τα υλικά μαζί, τα βάζουμε σ’ ένα βουτυρωμένο και αλευρωμένο τσέρκι 28 ή 30 εκ. και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 170οC για μισή ώρα και στους 160οC για 30΄ ακόμη. Αφήνουμε να κρυώσει και πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.

 

13. ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ

 

ΥΛΙΚΑ:
1 κιλό χοιρινό (ψαχνό) από σπάλα κομμένο σε μικρά

κομμάτια
1/2 κιλό κοτόπουλο
3 μεγάλα κρεμμύδια ψιλοκομμένα
1 μεγάλο κρεμμύδι ολόκληρο
2 φλιτζ. τσαγ. τραχανά γλυκό
1 1/2 φλιτζ. τσαγ. φέτα ψιλοτριμμένη
3-4 γαρύφαλλα
2 κομμάτια σέλινο
2 φύλλα δάφνης
6 κουτ. σουπ. βούτυρο
1 κουτ. γλυκ. αλάτι
1 κουτ. γλυκ. πιπέρι
1 κιλό φύλλο χωριάτικο

 

Εκτέλεση:

1.Βράζετε δύο λίτρα νερό σε μια ευρύχωρη κατσαρόλα . Ρίχνετε μέσα στο βραστό νερό αρχικά το κρεμμύδι πάνω στο οποίο έχετε καρφώσει τα γαρύφαλλα, τα φύλλα δάφνης, το σέλινο το κοτόπουλο και το χοιρινό. Αφαιρείτε τον αφρό ο οποίος σχηματίζετε στην επιφάνεια. Σκεπάζετε και σιγοβράζετε για 35-40 λεπτά. Τραβάτε το κρέας με τρυπητή κουτάλα και το αφήνετε να στραγγίσει τα υγρά του και να κρυώσει .
2.Ξεκοκαλίζετε το κοτόπουλο και το κόβετε σε μικρά κομμάτια. Τσιγαρίζετε τα ψιλοκομμένα κρεμμύδια με δύο κουταλιές βούτυρο μέχρι να «γυαλίσουν». Ρίχνετε το κοτόπουλο και τα κομμάτια του χοιρινού και συνεχίζετε το ψήσιμο για 4-5 λεπτά. Ρίχνετε τον τραχανά, αλατοπιπερώνετε, προσθέτετε μισό φλιτζάνι νερό και ψήνετε για 8-10 λεπτά.
3.Βουτυρώνετε την βάση και την διάμετρο του ταψιού και στρώνετε 3-4 φύλλα επίσης αλειμμένα με βούτυρο. Αδειάζετε την μισή γέμιση, την στρώνετε με μια σπάτουλα και σκεπάζετε με ένα μόνο φύλλο. Ρίχνετε από πάνω με την υπόλοιπη γέμιση, την στρώνετε και πασπαλίζετε με την φέτα. Σκεπάζετε με 3 φύλλα επίσης βουτυρωμένα μεταξύ τους. Χαράσσετε με ένα μυτερό μαχαιράκι σε κομμάτια. Ραντίζετε με το υπόλοιπο βούτυρο και με λίγο νεράκι. Ψήνετε στο μέσο του φούρνου στους 180 βαθμούς για 40-45 λεπτά. Αφήνετε την πίτα να κρυώσει ή να χλιαρίνει πολύ καλά πριν την κόψετε.

 

 

14.ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ ΜΕ ΚΡΕΜΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΟΥ

 

Υλικά: (για 10-15 άτομα)

320 γραμμ. αμύγδαλα αλεσμένα πολύ ψιλά (σαν σκόνη)
300 γραμμ. ζάχαρη άχνη
7 αυγά (χωριστά τα ασπράδια)
2 πορτοκάλια (βράζονται ολόκληρα και αλέθονται)
4 κουτ. σουπ. σιμιγδάλι
2 κουτ. γλυκ. μπέικιν πάουντερ
3 κουτ. σουπ. βούτυρο

 

Για το σιρόπι:
2 φλιτζ. τσαγ. νερό
2 φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη

 

Για την κρέμα:
6 φλιτζ. τσαγ. γάλα
6 κουτ. σουπ. κόρν φλάουρ
8 κουτ. σουπ. ζάχαρη
φλούδα λεμονιού
2 αυγά χτυπημένα
1 φλιτζ. τσαγ. καβουρντισμένα αμύγδαλα

 

Εκτέλεση:

1.Χτυπάτε τα ασπράδια από τα αυγά σε ένα μεταλλικό μπολ, μέχρι να γίνουν μια αφράτη μαρέγκα. Σε ένα δεύτερο μπολ χτυπάτε το βούτυρο με τη ζάχαρη, μέχρι να ενωθούν μεταξύ τους και να ασπρίσουν. Προσθέτετε στο ίδιο μπολ τα πολτοποιημένα πορτοκάλια, το σιμιγδάλι, το μπέικιν πάουντερ, τους κρόκους των αυγών χτυπημένους και το αμύγδαλο. Δουλεύετε το μείγμα, ώστε να γίνει ομοιογενές.
2.Με μια ξύλινη σπάτουλα και με απαλές κινήσεις ενσωματώνετε τη μαρέγκα στο δεύτερο μείγμα. Αδειάζετε το μείγμα σε ελαφρά βουτυρωμένο ταψί και ψήνετε στους 180 βαθμούς για 45-50 λεπτά. Στο διάστημα αυτό ετοιμάζετε το σιρόπι, το οποίο πρέπει να δέσει, μέχρι να έχει τη ρευστότητα του ελαιόλαδου. Μόλις βγει το ταψί από τον φούρνο, το περιχύνετε με το κρύο σιρόπι.
3.Ετοιμάζετε και την κρέμα ως εξής : Βράζετε τα πέντε φλιτζάνια γάλα, προσθέτετε τη ζάχαρη και την φλούδα του λεμονιού. Ανακατεύετε να λιώσει η ζάχαρη και ρίχνετε το κόρν φλάουρ, το οποίο έχετε διαλύσει στο ένα φλιτζάνι γάλα που έχετε κρατήσει. Δουλεύετε την κρέμα σιγά σιγά με μια σπάτουλα μέχρι να αρχίσει να πήζει. Την κατεβάζετε από τη φωτιά αφαιρείτε τη φλούδα του λεμονιού και την αφήνετε να κρυώσει για 7-9 λεπτά. Προσθέτετε τα αυγά χτυπημένα και τα ενσωματώνετε στο μείγμα. Αδειάζετε την κρέμα επάνω από τη βάση της πίτας, στρώνετε με μια σπάτουλα και πασπαλίζετε με καβουρντισμένα αμύγδαλα.

 

 

15. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ, ΑΓΙΑΣΟΥ

 

Υλικά: (για 12-15 μερίδες)
Για το φύλλο:
2 και 1/2 του φλιτζανιού νερό
2 κουτ. σουπ. μαραθόσπορους
8-10 φλιτζ. τσαγ .αλεύρι για όλες τις χρήσεις
2 κουτ. γλυκ. μπέικιν πάουντερ
½ κουτ. γλυκ. αλάτι
1 κουτ. γλυκ. ζάχαρη
2/3 του φλιτζ. τσαγ έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
1 και ½ του φλιτζ. τσαγ. βούτυρο, λιωμένο

 

Για τη γέμιση:
3 φλιτζ. τσαγ. τριμμένη μυζήθρα γλυκιά
1 φλιτζ. τσαγ .τριμμένο κεφαλοτύρι
½ κουτ. γλυκ. φρέσκια ή ξηρή, ξεφλουδισμένη και τριμμένη πιπερόριζα
½ κουτ. γλυκ. γαρίφαλα, τριμμένα
½ κουτ. γλυκ. κανέλα, τριμμένη
½ κουτ. γλυκ. μοσχοκάρυδο, τριμμένο
½ κουτ. γλυκ. μπαχάρι, τριμμένο
1 νόμισμα τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, για να μπει μέσα στην πίτα, για γούρι

 

Για το γαρνίρισμα:
1 μεγάλο αυγό, ελαφρά χτυπημένο
1 φλιτζάνι σουσάμι

 

Εκτέλεση:

1.Φτιάχνετε τη ζύμη: Σε μια μικρή κατσαρόλα βράζετε το νερό με τους σπόρους του μάραθου, ύστερα χαμηλώνετε τη φωτιά και αφήνετε να σιγοβράσουν, για 5 λεπτά. Παίρνετε το κατσαρολάκι από τη φωτιά, αφήνετε τους σπόρους να μουλιάσουν, για άλλα 5 λεπτά, και στραγγίζετε το νερό σε ένα μπολ και το αφήνετε να κρυώσει.
2.Βάζετε 8 φλιτζάνια από το αλεύρι σε μια λεκάνη και κάνετε μια λακκούβα στο κέντρο. Ανακατεύετε το μπέικιν πάουντερ, το αλάτι και τη ζάχαρη μέσα στο βρασμένο νερό και χύνετε το μείγμα στη λακκούβα. Προσθέτετε το ελαιόλαδο. Χρησιμοποιώντας μια ξύλινη κουτάλα ανακατεύετε το υγρό και το αλεύρι, προσθέτοντας επιπλέον αλεύρι, αν χρειάζεται, για να γίνει μια μαλακή, εύκαμπτη αλλά λεία ζύμη. Σκεπάζετε τη ζύμη και την αφήνετε να ξεκουραστεί, για 1 ώρα.
3.Στο μεταξύ ετοιμάζετε τη γέμιση: Ρίχνετε τα τυριά και τα μπαχαρικά σε ένα μέτριο μπολ και τα ανακατεύετε καλά.
4.Κόβετε 2 κομμάτια ζύμης ελαφρά μικρότερα από το μέγεθος της γροθιάς σας και τους δίνετε το σχήμα μπάλας. Χωρίζετε την υπόλοιπη ζύμη σε 12 ίσες μπάλες. Βουτυρώνετε τη βάση και τα πλευρά ενός βαθιού, στρογγυλού και μεγάλου ταψιού και προθερμαίνετε το φούρνο στους 180° Κ.
5.Σε μια ελαφρά αλευρωμένη επιφάνεια ανοίγετε την πρώτη από τις 2 μεγαλύτερες μπάλες σε κύκλο μεγαλύτερο από το ταψί και τον τοποθετείτε στο βουτυρωμένο ταψί, έτσι ώστε οι άκρες του να κρέμονται έξω από το ταψί, 5 εκ. περίπου. Αλείφετε το φύλλο με άφθονο λιωμένο βούτυρο και σκορπάτε επάνω ‘/3 του φλιτζανιού γέμιση. Ανοίγετε τις 12 μικρότερες μπάλες ζύμης, τη μια μετά την άλλη σε κύκλους ίσους με το ταψί. Στρώνετε τα φύλλα, ένα κάθε φορά, αλείφοντας τα με άφθονο λιωμένο βούτυρο και μοιράζετε ‘/3 του φλιτζανιού γέμιση σε κάθε φύλλο. Η τελευταία στρώση θα πρέπει να είναι χοντρό φύλλο.
6.Φέρνετε την άκρη του φύλλου της βάσης επάνω από την τελευταία στρώση για να κλείσετε τις πλευρές. Αλείφετε την περιφέρεια με άφθονο λιωμένο βούτυρο. Ανοίγετε τη δεύτερη από τις 2 μεγαλύτερες μπάλες σε έναν κύκλο λίγο μικρότερο, βάζετε αυτό το φύλλο προσεκτικά επάνω από το τελευταίο φύλλο και το πιέζετε προς το χείλος του ταψιού, ώστε το φύλλο που προεξέχει να σταθεί όρθιο στα τοιχώματα του ταψιού.
7.Πιέζετε απαλά όλη την πίτα προς τα κάτω με τις παλάμες σας. Αλείφετε αυτό το τελευταίο φύλλο με το αυγό και το πασπαλίζετε με το σουσάμι. Ψήνετε τη βασιλόπιτα, ώσπου να ροδίσει και να ψηθεί όλη καλά, για 2 ώρες περίπου. Η πίτα πρέπει να ψηθεί αργά στους 180 βαθμούς, έτσι μόνο θα εξασφαλιστεί ένα σωστό ψήσιμο. Βγάζετε την πίτα από το φούρνο, την αφήνετε να κρυώσει τελείως στο ταψί και σερβίρετε.

 

 

16. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ

 

ΥΛΙΚΑ: (για 8 – 10 άτομα)
400 γρ. αμύγδαλα ασπρισμένα και ψιλοκομμένα (όχι σκόνη)
3 μικρές φρυγανιές κοπανισμένες
320 γραμμ. ζάχαρη
8 αυγά
2 κουτ. γλυκ. μπέικιν πάουντερ
1 κουτ. γλυκ . ξύσμα λεμονιού
1 κουτ. σουπ. χυμό λεμόνι
3 κουτ. σουπ. κονιάκ
1 πρέζα αλάτι
1 κουτ. γλυκ . βούτυρο

 

Για το σιρόπι:
2 φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη
2 φλιτζ. τσαγ. νερό
2-3 σταγόνες λεμόνι

 

Εκτέλεση:

1.Σε ένα μπολ χτυπάτε τους κρόκους των αυγών με την ζάχαρη έως ότου γίνουν ομοιογενές μίγμα. Ανακατεύετε το μπέικιν πάουντερ με την φρυγανιά και τα προσθέτετε στο μίγμα των κρόκων. Ρίχνετε το κονιάκ, τον χυμό λεμονιού, το ξύσμα, και τέλος τα αμύγδαλα.
2.Χτυπάτε τα ασπράδια με το αλάτι σε σφιχτή μαρέγκα και αρχίζετε σιγά σιγά με μια ξύλινη σπάτουλα να την ενσωματώνετε, με πολύ απαλές κινήσεις, στο μίγμα με τα αμύγδαλα.
3.Βουτυρώνετε ένα μικρό στρογγυλό ταψί ή μια φόρμα μακρόστενη και ρίχνετε μέσα το μίγμα. Ψήνετε στους 180° C για 40 λεπτά.
4.Για το σιρόπι βράζετε τα υλικά μέχρι να αποκτήσουν την πυκνότητα του ελαιολάδου. Αφήνετε το σιρόπι να κρυώσει εντελώς. Μόλις βγάλετε την αμυγδαλόπιτα από τον φούρνο την περιχύνετε ζεστή όπως είναι με το κρύο σιρόπι. Σερβίρετε την αμυγδαλόπιτα κρύα.

 

 

17. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΜΕ ΞΕΡΑ ΣΥΚΑ ΚΑΡΥΔΙΑ ΚΑΙ ΜΕΛΙ

 

ΥΛΙΚΑ: (για 10 – 12 άτομα)
1 φλιτζ. τσαγ. εξαιρετικό παρθένο ελαιό­λαδο
10 ξερά σύκα ψιλοκομμένα
3 φλιτζ. τσαγ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
2-2 ½ φλιτζ. τσαγ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
¾ φλιτζ. τσαγ. ψιλοκοπανισμένα καρύδια
1 κουτ. σουπ. χοντροκομμένα καρύδια
1 κουτ. σου­π. τρίμμα από φλούδα πορτοκα­λιού
½ φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη
½ φλιτζ. τσαγ. μέλι
1 φλιτζ. τσαγ. φρέσκο χυμό πορτοκαλιού
2 αβγά
1 ½ κουτ. γλυκ. μπέϊκιν πάουντερ
½ κουτ. γλυκ. αλάτι
½ κουτ. γλυκ. κανέλα τριμμένη
1-2 γαρίφαλα κοπανισμένα

 

Εκτέλεση:

1.Πασπαλίζετε τα σύκα με 2 κουταλιές αλεύρι. Αδειάζετε στο μπολ το ελαιόλαδο, τη ζάχαρη και το μέλι. Χτυ­πάτε ελαφρά μέχρι να «ασπρίσουν». Προσθέτετε τα αβγά και συνεχίζετε το χτύπημα, με το μίξερ χειρός ή με το σύρμα των αβγών, μέχρι να ενωθούν με το υπόλοιπο μείγμα. Τέλος προσθέτετε το χυμό του πορτοκαλιού.
2.Σε ένα δεύτερο καθαρό μπολ αναμειγνύετε το αλεύρι που φουσκώνει μόνο του , με την κανέλα, το μπέϊκιν πάουντερ, τα γαρίφαλα, το αλά­τι και τα ψιλοκοπανισμένα καρύδια. Ρίχνετε το μείγμα στο μπολ με τα υγρά και δουλεύετε γρήγορα για 5-6 λεπτά μέχρι να πάρετε ένα πηχτό κρεμώδες μείγμα. Προσθέτετε τα πασπαλισμένα με αλεύρι σύκα και τη φλούδα πορτοκα­λιού και ανακατεύετε ξανά με μια σπάτουλα, αυτή τη φο­ρά, ώστε να απλωθούν παντού μέσα στο μείγμα.
3.Λαδώνετε ελαφρώς ένα ταψί, κατά προτίμηση Νο 36 και αδειάζετε μέσα το μείγμα. Πασπαλίζετε με τα χοντροκομμένα καρύδια και ψήνετε σε φούρνο που έχε­τε προθερμάνει για 50-60 λεπτά στους 180 βαθμούς.

 

 

18. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΚΕΙΚ ΜΕ ΓΕΥΣΗ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΩΝ

 

ΥΛΙΚΑ: (για 10 – 12 άτομα)

1 κιλό αλεύρι μαλακό
2 φλιτζ. τσαγ. φρέσκο βούτυρο
½ κιλό ζάχαρη
300 ml γάλα
2 κουτ. γλυκ. μπέϊκιν πάουντερ
8 αυγά
1 κουτ. σουπ. ξύσμα πορτοκαλιού
1 κουτ. γλυκ. ξύσμα λεμονιού
1 κουτ. γλυκ. ξύσμα μανταρινιού
2 κουτ. σουπ. ζάχαρη άχνη για το πασπάλισμα

 

Εκτέλεση:

1.Χτυπάτε στο μίξερ για 6-8 λεπτά τη ζάχαρη με το βούτυρο μέχρι το μείγμα να αφρατέψει και να διπλασιαστεί σε όγκο.
2.Μόλις το μείγμα φουσκώσει και χωρίς να κλείσετε το μίξερ, ρίχνετε το γάλα και ένα ένα τα επτά αυγά.
3.Όταν τα παραπάνω υλικά ενσωματωθούν στο μείγμα, προσθέτετε το ξύσμα από τα εσπεριδοειδή και το αλεύρι το οποίο έχετε ανακατέψει με το μπέικιν πάουντερ.
4.Βουτυρώνετε ένα ταψί στρογγυλό και αδειάζετε μέσα το μείγμα. Αλείφετε από πάνω με το τελευταίο αυγό και ψήνετε στο φούρνο για 50 λεπτά στους 170 βαθμούς. Αφήνετε την βασιλόπιτα να κρυώσει εντελώς και την πασπαλίζετε με ζάχαρη άχνη.

 

 

 

19. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ME ΔAΦNH KAI ANΘONEPO

 

ΥΛΙΚΑ: (για 10-12 άτομα)
2 φλιτζ. τσαγ. φρέσκο αγελαδινό βούτυρο (σε θερμοκρασία δωματίου)
5 αυγά
1 φλιτζ. τσαγ. γάλα
1 φλιτζ. τσαγ. χυμό από πορτοκάλι
2 κουτ. γλυκ. μπέϊκιν πάουντερ
2 φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη
½ κουτ. γλυκ. κανέλα σκόνη
½ κουτ. γλυκ. γαρίφαλα σκόνη
3 φύλλα δάφνης βρασμένα σε μισό φλιτζ. τσαγ. νερό
1 ½ φλιτζ. τσαγ. αμύγδαλα ασπρισμένα και χοντροτριμμένα
2 κουτ. σουπ. κονιάκ
2 βανίλιες
3 κουτ. σουπ. ανθόνερο
1 κουτ. σουπ. σουσάμι
1 κιλό αλεύρι λευκό ( ίσως πάρει 4-5 κουταλιές σούπας έξτρα )

 

Εκτέλεση:

 

 

1.Σε ένα μεγάλο μπολ ρίχνετε το βούτυρο μαζί με τη ζάχαρη και τα δουλεύετε με ένα μίξερ χειρός, μέχρι να ενωθούν και να γίνουν μια ομοιογενής κρέμα. Τότε αρχίζετε να ρίχνετε ένα ένα τα αυγά, ενώ δε σταματάτε καθόλου τη λειτουργία του μίξερ. 2.Ακολουθούν το γάλα, ο χυμός πορτοκάλι, η κανέλα, τα γαρίφαλα, το νερό από τη βρασμένη δάφνη, τα αμύγδαλα, το κονιάκ, οι βανίλιες, το ανθόνερο. Αρχίζετε να βάζετε και το αλεύρι, το οποίο έχετε αναμίξει με το μπέϊκιν πάουντερ, ενώ παράλληλα δουλεύετε, ώστε τελικά να πάρετε ένα παχύρρευστο χυλό. 3.Αδειάζετε το μείγμα σε βουτυρωμένο ταψί και πασπαλίζετε με σουσάμι. Ψήνετε στο φούρνο στους 180 βαθμούς για 45 – 50 λεπτά.

 

 

20. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΜΕ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΚΑΙ ΡΟΔΙΑ

 

ΥΛΙΚΑ: (για 12 άτομα)
320 γρ. αμύγδαλα αλεσμένα πολύ ψιλά (σαν σκόνη)
300 γρ. ζάχαρη άχνη
5 αυγά (χωριστά τα ασπράδια)
2 πορτοκάλια (βράζονται ολόκληρα και αλέθονται)
4 κουτ. σουπ. σιμιγδάλι
2 κουτ. γλυκ. μπέικιν πάουντερ
3 κουτ. σουπ. μαργαρίνη

 

Για το σιρόπι:
2 φλιτζ. τσαγ. νερό
2 φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη

 

Για την κρέμα:
5 φλιτζ. τσαγ. γάλα
6 κουτ. σουπ. κόρν φλάουρ
8 κουτ. σουπ. ζάχαρη
φλούδα λεμονιού
2 αυγά χτυπημένα
1 φλιτζ. τσαγ. ρόδια καθαρισμένα

 

Εκτέλεση:

1.Χτυπάτε τα ασπράδια από τα αυγά σε ένα μεταλλικό μπολ, μέχρι να γίνουν μια αφράτη μαρέγκα. Σε ένα δεύτερο μπολ χτυπάτε το βούτυρο με τη ζάχαρη, μέχρι να ενωθούν μεταξύ τους και να ασπρίσουν. Προσθέτετε στο ίδιο μπολ τα πολτοποιημένα πορτοκάλια, το σιμιγδάλι, τους κρόκους των αυγών χτυπημένους, το μπέικιν πάουντερ και το αμύγδαλο.
2.Δουλεύετε το μείγμα, ώστε να γίνει ομοιογενές.
3.Με μια ξύλινη σπάτουλα και με απαλές κινήσεις ενσωματώνετε τη μαρέγκα στο δεύτερο μείγμα. Αδειάζετε το μείγμα σε ελαφρά βουτυρωμένο ταψί και ψήνετε στους 180 βαθμούς για 45 – 50 λεπτά. Στο διάστημα αυτό ετοιμάζετε το σιρόπι, το οποίο πρέπει να δέσει, μέχρι να έχει τη ρευστότητα του ελαιόλαδου.
4.Μόλις βγει το ταψί από το φούρνο, το περιχύνετε με το κρύο σιρόπι. Ετοιμάζετε και την κρέμα ως εξής: Βράζετε τα τέσσερα φλιτζάνια γάλα, προσθέτετε τη ζάχαρη και τη φλούδα του λεμονιού. Ανακατεύετε να λιώσει η ζάχαρη και ρίχνετε το κόρν φλάουρ, το οποίο έχετε διαλύσει στο ένα φλιτζάνι γάλα που έχετε κρατήσει. Δουλεύετε την κρέμα σιγά σιγά με μια σπάτουλα, μέχρι να αρχίσει να πήζει. Την κατεβάζετε από τη φωτιά, αφαιρείτε τη φλούδα του λεμονιού και την αφήνετε να κρυώσει για 7 – 9 λεπτά.
5.Προσθέτετε τα αυγά χτυπημένα και τα ενσωματώνετε στο μείγμα. 6.Αδειάζετε την κρέμα επάνω από τη βάση της πίτας, στρώνετε με μια σπάτουλα και πασπαλίζετε με τα ρόδια.

 

 

 

 

21. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ από το Κόρθι της Άνδρου
Υλικά
Για το προζύμι
2 φακελάκια μαγιά
1 φλιτζάνι χλιαρό γάλα
λίγο αλεύρι

Για την πίτα
1 πακέτο μαργαρίνη
1 φλιτζανάκι του καφέ λάδι
3 ποτήρια ζάχαρη
8 αυγά
1/2 φλιτζάνι γάλα
ξύσμα από πορτοκάλι, λεμόνι, μανταρίνι φρεσκοκομμένα
λίγο ρακί
1 κουταλιά μαχλέπι κοπανισμένο
1 κιλό αλεύρι για τσουρέκια (κίτρινο)
1 πιάτο βαθύ σταφίδες αλευρωμένες
1 αυγό
αμύγδαλα ασπρισμένα για να γράψουμε το έτος
σουσάμι για το πασπάλισμα
ένα νόμισμα

Εκτέλεση
Φτιάχνουμε το προζύμι, διαλύοντας τη μαγιά στο χλιαρό γάλα και προσθέτοντας λίγο αλεύρι όσο χρειάζεται για να γίνει ένας πηχτός χυλός. Το αφήνουμε να ανεβεί σκεπασμένο, σε ζεστό μέρος για 1 ώρα περίπου.
Εν τω μεταξύ χτυπάμε καλά τη μαργαρίνη, το λάδι και τη ζάχαρη στο μίξερ και ρίχνουμε διαδοχικά: τα αυγά, το ρακί, το ξύσμα των φρούτων, το μαχλέπι, το γάλα και στη συνέχεια το ανεβασμένο προζύμι και τέλος, το αλεύρι λίγο λίγο, μέχρι να γίνει μια ζύμη λίγο πιο σφιχτή από του κέικ.
Το μόνο που χρειάζεται τώρα, πριν ψήσουμε την πίτα, είναι να βάλουμε το μείγμα σε ένα λαδωμένο ταψί, να προσθέσουμε τις σταφίδες και το νόμισμα. Ανάβουμε το φούρνο στους 50 βαθμούς (όχι στο αερόθερμο) και αφήνουμε την πίτα να φουσκώσει για δυο ώρες τουλάχιστον. Όταν «ανεβεί» αρκετά, τραβάμε έξω το ταψί,  αλείφουμε την βασιλόπιτα γρήγορα με χτυπημένο αυγό, πασπαλίζουμε με σουσάμι και γράφουμε το έτος με αμύγδαλα. Μετά ψήνουμε την πίτα στους 180 βαθμούς, για μία ώρα περίπου.  Όταν ροδίσει, δοκιμάζουμε με μαχαίρι αν ψήθηκε και τη σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο στην περίπτωση που χρειάζεται κι άλλο ψήσιμο.

Πηγή: κ. Σκόρδου Αναστασία

 

22. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΡΙΣΑ

Υλικά
20 φύλλα κρούστας
1 κιλό θρυμματισμένη φέτα σκληρή
1 πακέτο (250γρ.) σταφίδες ξανθές
1 πακέτο (250γρ.) σταφίδες μαύρες
1 πακέτο ξερά σύκα ψιλοκομμένα
300γρ. ζάχαρη λευκή
3 αυγά χτυπημένα
250γρ. βούτηρο γάλακτος ή ελαιόλαδο
κανέλα, σουσάμι

Εκτέλεση
Ανακατεύουμε τη φέτα με τα χτυπημένα αβγά. Ανακατεύουμε σε ένα άλλο μπολ τις σταφίδες, τα σύκα, τη ζάχαρη και την κανέλλα. Λιώνουμε το βούτυρο σε χαμηλή φωτιά. Στο μεγάλο ταψί του φούρνου που έχουμε βουτηρώσει, στρώνουμε 3-4 φύλλα, βουτηρώνουμε με πινέλο, και πασπαλίζουμε με 3-4 κουταλιές της σούπας από το μείγμα της φέτας και 2 κουταλιές από το μείγμα της σταφίδας. Συνεχίζουμε στρώνοντας τα φύλλα ανά δύο και πασπαλίζοντας με τις προαναφερόμενες δόσεις των υλικών.
Πασπαλίζουμε το τελευταίο (επάνω) φύλλο με σουσάμι και ψήνουμε στους 200 βαθμούς την πίτα για μία ώρα (1/2 ώρα πάνω-κάτω και 1/2 ώρα πάνω-κάτω αέρα).

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ! ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ. ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΒΟΥΤΥΡΟ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΙΤΑ ΠΙΟ ΒΑΡΙΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΤΕ ΑΓΝΟ ΠΑΡΘΕΝΟ ΕΛΑΙΟΛΑΛΟ.

 

23.ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ


Υλικά
250γρ. φρέσκο βούτυρο
2 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη
6 αυγά
1 φλιτζάνι τσαγιού γάλα
1/2 κιλό αλεύρι
1 ποτήρι κρασιού κονιάκ
Ξύσμα ενός πορτοκαλιού
λίγη κανέλλα
1 βανίλια
1 κουταλάκι γλυκού μπέικιν πάουντερ

Εκτέλεση
Χτυπάμε το βούτυρο με τη ζάχαρη μέχρι το μείγμα να γίνει λείο. Στη συνέχεια προσθέτουμε ένα ένα τα υπόλοιπα υλικά και ανακατεύουμε μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιόμορφο. Βουτυρώνουμε ένα ταψί, ρίχνουμε μέσα τη βασιλόπιτα, προσθέτουμε το νόμισμα και ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για μία ώρα περίπου.

πηγή: ‘Τηνιακή παραδοσιακή κουζίνα’ της κ. Ζωζεφίνας Δελατόλα

 

 

 

Ο γυρισμός

Protected by Copyscape Plagiarism Check

Το περιτύλιγμα αυτής της ιστορίας είναι απολύτως φανταστικό. Το περιεχόμενο όμως, υπήρξε μια Ελληνική πραγματικότητα και για κάποια παιδιά του «τότε», ήταν η δική τους, πικρή, πραγματικότητα!

Αφιερωμένο σ’ όλους όσοι υπήρξαν θύματα των «λάιτ» υιοθεσιών. Παιδιά και γονείς!

 ♥♥♥♥♥♥♥♥

 

Κάθισε στο τραπεζάκι πλάι στην τζαμαρία. Παρήγγειλε έναν ελληνικό κι άναψε τσιγάρο. Παρατηρούσε τον κόσμο που πηγαινοερχόταν τυλιγμένος στα ζεστά του πανωφόρια. Ψώνια, ψώνια και πάλι ψώνια για τα Χριστούγεννα! Έτσι όπως περνούσαν όλοι βιαστικοί, στάλαζαν μια θλίψη μέσα της. Σαν κάπου να πήγαιναν και δεν την έπαιρναν μαζί τους, Σαν όλοι, εκτός από κείνη, να είχαν παρέα. Ήρθε ο καφές κι άναψε το δεύτερο τσιγάρο. Τι την είχε πιάσει φέτος δεν ήξερε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τίποτα εκτός, ίσως, από κείνη την ίδια. Αλλά κι εκείνη, δεν άλλαξε μέσα σ’ ένα βράδυ. Χρόνια ολόκληρα χρειάστηκαν για να γίνει αυτό που ήταν τώρα ή καλύτερα, να πάψει να είναι εκείνο που ήταν τότε!

Το μυαλό της γύρισε εικοσιτρία χρόνια πίσω. Ήταν καλοκαιράκι όταν μπήκε στο λεωφορείο. Ένα τρομαγμένο κοριτσάκι μ’ ένα φουστανάκι από τσίτι και μια κούτα από γάλατα για βαλίτσα. Ένα τρομαγμένο κοριτσάκι που κουβάλαγε το βάρος μιας μονογονεϊκής οικογένειας. Ένας σωτήρας, ένα θύμα, ένας ήρωας.

Στον σταθμό την περίμενε ο κύριος Σωτήρης, σύζυγος της κυρίας Διονυσίας, και την πήγε στην Κηφισιά, στο σπίτι τους. Στο νέο της σπίτι.

Για υπηρετριούλα ξεκίνησε αλλά η κυρία Διονυσία δεν ήθελε υπηρέτρια κι ας την είχε ζητήσει γι αυτό. Στην πραγματικότητα, ήθελε το μόνο που δεν είχε σ’ αυτήν την ζωή: ένα παιδί!

Το τσίτι έγινε μεταξωτό κι η κούτα απ’ τα γάλατα βαλίτσα πολυτελείας, μόνο που δεν την χρησιμοποίησε ποτέ για να γυρίσει πίσω.

Ταξίδια έκανε πολλά. Και που δεν την πήγαν! Και που δεν της επέτρεψαν να πάει!

Ταξίδια στον κόσμο και στη γνώση. Από υπηρετριούλα που την φαντάστηκαν έγινε οικονομολόγος κι από Αντωνία έγινε Τώνια!

Μακριά πορεία και, τυπικά, ευτυχισμένη.

Τους δικούς της; Δεν τους ξέχασε. Πάντα τους είχε στην καρδιά της και στην τσέπη της. Και τους έφερνε και στην Αθήνα και μένανε όσο θέλανε. Μήπως έτσι δεν παντρεύτηκε η μια της αδελφή  το κηπουρό της κυρίας Διονυσίας; Ξέμειναν από κηπουρό βέβαια γιατί τον πήρε μαζί της, αλλά βρήκαν άλλον.

Αυτή η μακριά πορεία κατέληξε σ’ αυτήν εδώ την καφετέρια, και την βρήκε να αναπολεί τα χαμόσπιτα του χωριού της και τους κακοτράχαλους δρόμους του. Πάει ο κύριος Σωτήρης, πάει και η κυρία Διονυσία. Έμεινε το σπίτι της Κηφισιάς γραμμένο στο όνομά της, μαζί με ό,τι άλλο είχαν οι άνθρωποι που τη μεγάλωσαν σαν παιδί τους. Και τους φρόντισε όσο ζούσαν, και τους έκλαψε όταν έφυγαν. Ποτέ όμως μέχρι φέτος δεν ένιωσε μοναξιά. Τι άλλαξε δεν ήξερε. Ξαφνικά, ούτε την δουλειά της ήθελε, ούτε και την πόλη αυτή ήθελε. Ένιωθε σα να είχε τελειώσει με όσα ήταν να κάνει εδώ, και το μόνο που ήξερε ήταν πως είχε έρθει η ώρα να γυρίσει εκεί που πραγματικά ανήκε!

Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει και το αποφάσισε. Με το λεωφορείο της γραμμής θα πήγαινε. Έτσι ακριβώς όπως είχε φύγει!

 

Κοίτα ένα περίεργο… δεν θυμόταν τίποτα. Ούτε τις πόλεις, ούτε τα χωριά που πέρασαν. Το μόνο που τις έφερε αναμνήσεις ήταν το όνομα του χωριού της όταν το είδε γραμμένο στην πινακίδα.

«Έφτασα!» σκέφτηκε και βούρκωσαν τα μάτια της.

Κατέβηκε απ’ το λεωφορείο και κοιτούσε σαν χαμένη δεξιά κι αριστερά. Προς τα πού έπρεπε να πάει; Πού να ήταν το σπίτι της;

Μέχρι να συνέλθει, οι συνεπιβάτες της είχαν διαλυθεί κι είχε μείνει μόνη να παλεύει με τις αναμνήσεις της, μπας και βρει τον σωστό δρόμο.

Παιδικές φωνές και γέλια ακούστηκαν και κάτι σαν σφυρίχτρα, μα δεν έβλεπε κανέναν. Μετά, συνοδεία ήχου τρεχαλητών, μια ομάδα παιδιών εμφανίστηκε, και μαζί τους ένας άντρας.

«Κύριε- κύριε, θα κάνουμε μάθημα τώρα ή θα φύγουμε;»

«Να φύγουμε κύριε! Να φύγουμε!» άρχισαν να φωνάζουν όλα μαζί και την έπιασαν τα γέλια. Σα να ‘βλεπε τον εαυτό της πριν πολλά- πολλά χρόνια, να περπατάει στους ίδιους δρόμους και να μιλάει μ’ αυτή την τραγουδιστή, στρογγυλή προφορά.

Την πρόσεξαν τα παιδιά και σταμάτησαν λες κι έβλεπαν εξωγήινο. Σταμάτησε κι ο «κύριος» και γύρισε προς τα κει που κοιτούσαν κι εκείνα.

Η Τώνια ξεροκατάπιε. Δεν ήταν δυνατόν!

«Κωστή;»

Προχώρησε προς το μέρος της και τα μάτια του στένεψαν στην προσπάθεια να την αναγνωρίσει. Το ανασηκωμένο του φρύδι έδειχνε τις αποτυχημένες του προσπάθειες.

«Δε με θυμάσαι ε;».

Χωρίς να το θέλει, η πίκρα χρωμάτισε τη φωνή της.

Αν τη ρωτούσες τότε που έφευγε απ’ αυτό το χωριό, ποιος πιστεύεις πως δεν θα σε ξεχάσει ποτέ, θα έλεγε τον Κωστή.

Ο Κωστής! Ο πρώτος της έρωτας. Ο πρώτος κι ο αξεπέραστος.

Σχέσεις; Άπειρες. Ούτε που θυμόταν πόσες. Άντρες που νόμισε ότι ερωτεύτηκε, ότι αγάπησε, ότι ήρθε, έστω, κοντά. Με κανέναν δεν στέριωσε. Σε κανέναν δε βρήκε αυτό που θα τον έκανε «μόνιμο». Μετά από κάθε αποτυχία το μυαλό της γυρνούσε σ’ εκείνον. Μ’ εκείνον θα είχε πετύχει, έλεγε, και προχωρούσε στον επόμενο. Αν το δεκατετράχρονο παιδί που είχε αφήσει, είχε εξελιχθεί σε κακοποιό, δεν το έμαθε ποτέ, γιατί ποτέ δεν σκέφτηκε  να τον αναζητήσει ή να ρωτήσει τι απόγινε. Ήταν το σημείο αναφοράς και ίσως ασυναίσθητα ήθελε να τον κρατήσει στο επίπεδο του ιδανικού που από μόνη της τον είχε τοποθετήσει.

«Αντωνία!!!» η φωνή του την επανέφερε στο σήμερα.

Την άρπαξε και την έκλεισε στην αγκαλιά του.

«Απίστευτο» μονολογούσε «απίστευτο!!!

Το αγκάλιασμά του χαλάρωσε κι έμεινε να την κοιτάζει για ώρα. Μετά γύρισε στα παιδάκια:
«Έι πιτσιρίκια! Σπίτια σας γρήγορα!»

Εκείνα, χαζεμένα απ’ όσα έβλεπαν τόση ώρα, δεν κινήθηκαν αλλά μετά σα να έπεσε ένα άηχο σήμα σκορπίστηκαν αστραπιαία.

Ο Κωστής ξαναγύρισε σ’ εκείνη.

«Πάμε στη μεγάλη βρύση;» είπε γελώντας,  έτσι, για να θυμηθούν μια φράση τους απ’ τα παλιά.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και τα δάκρυα έγιναν κλάμα και το κλάμα λυγμοί!

Θυμήθηκε το πρώτο της βράδυ στην Κηφισιά που όλη νύχτα δεν κοιμήθηκε και έκλαιγε κουλουριασμένη στο πάνω μέρος του μαλακού κρεβατιού. Δεν την ενδιέφερε αν τώρα πια δεν θα κρύωνε και δεν θα πεινούσε. Ποτέ η πείνα και το κρύο δεν την είχαν πονέσει τόσο. Μόνον ο θάνατος του πατέρα της είχε τον ίδιο πόνο. Γιατί η μάνα της διάλεξε αυτήν απ’ τα αδέρφια της; Τι κακό της είχε κάνει και την έδιωξε;

Έστυβε το μυαλό της να βρει μιαν αιτία αλλά δεν έβρισκε κι ο φόβος του άγνωστου την πάγωνε. Πως θα ζούσε μόνη χωρίς τη μάνα της και χωρίς τον Κωστή; Τον αγαπημένο της Κωστή που δεν χώρισαν λεπτό από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Χαράματα την είχε πάρει ο ύπνος κι η εικόνα του Κωστή που έτρεχε κλαίγοντας πίσω απ’ το λεωφορείο την ακολούθησε και στα όνειρά της και σε όλη της τη ζωή. Μπορεί αυτή  η ζωή να της φέρθηκε με τον καλύτερο τρόπο τελικά, και να κατάφερε να καταλάβει και να συγχωρήσει τη μάνα της αλλά ο Κωστής είχε μείνει για πάντα μέσα της… να κλαίει, να τρέχει πίσω απ’ το λεωφορείο και να της φωνάζει «κατέβα»!

«Συγνώμη…» του είπε κλαίγοντας «εγώ δεν ήθελα να φύγω. Δεν ήθελα να σ’ αφήσω».

Την τράβηξε πάνω του και τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της. Η φωνή του ακούστηκε βραχνή:

«Δε μ’ άκουγες; Σου φώναζα! Σου φώναζα  κατέβα!»

Πόση ώρα έμειναν εκεί αν τους ρωτούσες δεν θα ήξεραν να πουν. Αγκαλιασμένοι κι αμίλητοι.

Τη ζωή τους την διηγήθηκαν ο ένας στον άλλον μέρες αργότερα. Τότε ήταν που κατάλαβε  η Τώνια τι ήταν αυτό που είχε αλλάξει και τίποτα δεν την κρατούσε στην Αθήνα. Ήταν ο κύκλος που είχε κλείσει. Αυτός που είχε πάει τον Κωστή στην Αμερική, στην Νορβηγία, μετά στην Γερμανία και μόλις φέτος, κλείνοντας, τον είχε επαναφέρει στο χωριό τους.

Τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια τα έκαναν μαζί και… όλα, τα έκαναν μαζί!

Για το  βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, μαζί ετοίμασαν το γιορτινό τραπέζι με συνταγές απ’ όλα τα μέρη  που είχαν ταξιδέψει, θέλοντας έτσι να ενώσουν τις ζωές που έζησαν χώρια. Μαζί έστρωσαν το τραπέζι στο σπίτι του Κωστή που έμενε μόνος πια, και μαζί υποδέχτηκαν συγγενείς και φίλους. Μουσική, τραγούδια και στιγμιαία αγγίγματα γέμιζαν την ψυχή τους με μιαν αλλιώτικη χαρά που είχαν χρόνια να νιώσουν.

Μαζί στάθηκαν στο τέλος της βραδιάς στην πόρτα να αποχαιρετήσουν τους καλεσμένους και μαζί στρώθηκαν στη δουλειά μετά, για να επαναφέρουν το σπίτι στην κανονική του κατάσταση.

Θα είχε πάει τέσσερις το πρωί, όταν εξουθενωμένοι έπεσαν στον καναπέ μπροστά στο τζάκι. Κανείς τους δε νύσταζε.

Η Τώνια έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του  κι εκείνος πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τους δικούς της. Κοιτούσαν τα παιχνιδίσματα της φωτιάς, για ώρα, χωρίς, και πάλι, να μιλάνε.

Όταν γύρισε και την κοίταξε η καρδιά της σταμάτησε. Το μυαλό της ταξίδεψε και πάλι στο παρελθόν και την πήγε στην κρύα βρύση. Εκείνο το σούρουπο που γυρνώντας απ’ τα πρόβατα, σταμάτησαν να πιουν λίγο νερό. Εκείνος έκανε χούφτα τα χέρια του κι εκείνη έσκυψε να πιει. Όταν ανασηκώθηκε και πάλι, τον είδε να την κοιτά και η καρδιά της, όπως και τώρα, σταμάτησε από προσμονή. Τα χείλια τους πλησίασαν… αλλά την τελευταία στιγμή κι οι δύο έσκυψαν το κεφάλι. Κανένας δεν τόλμησε. Μετά ήρθε εκείνη η μαχαιριά που τους χώρισε στα δύο κι αυτό το φιλί έμεινε μόνο στα όνειρά τους. Ακόμη κι όλες αυτές τις μέρες, μόνο να το σκεφτούν τόλμησαν. Να το σκεφτούν και να ελπίσουν πως το θέλουν κι οι δύο…

Είδε το κεφάλι του να πλησιάζει το δικό της κι η καρδιά της, χτύπο τον χτύπο άρχισε να ζωντανεύει. Ένιωσε την ανάσα του πριν τα χείλη του αγγίξουν απαλά τα δικά της. Κι όταν αυτό το φιλί,  που περίμενε μια ολόκληρη ζωή, άρχισε να παίρνει σχήμα, χάθηκε μέσα σ’ αυτή την αίσθηση… του ονείρου που εισβάλει στην πραγματικότητα, την κατακτά, την διαμορφώνει και, επιτέλους, γίνεται ένα μαζί της.

Σαν σε ταινία είδε την ζωή της να περνά από μπροστά της…

Το λεωφορείο που έφευγε κι εκείνος έτρεχε πίσω του και μετά …μετά, το λεωφορείο που γύριζε πίσω. Δεν υπήρξε ζωή ενδιάμεσα… δεν υπήρξε τίποτα! Κι αν υπήρξε, ήταν εκείνες οι στιγμές, μόνο,  που με την φαντασία της γύριζε στο χωριό και τον συναντούσε. Αυτό ήθελε να του πει, αλλά όταν τον κοίταξε τα υγρά του μάτια και το τρέμουλο των χειλιών του έσβησαν τις λέξεις…

Κρύφτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι έκλαψαν σα μικρά παιδιά. Τον πόνο τον έζησαν χώρια. Τη λύτρωση όμως, έπρεπε να την ζήσουν μαζί!

Πήρε το πρόσωπό της στις παλάμες του και την ανάγκασε να τον κοιτάξει. Τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα και η φωνή του έτρεμε:

«Μην ξαναφύγεις… σε παρακαλώ!».

Με τρεμάμενα χέρια του σκούπισε τα δάκρυα. Η φωνή της με δυσκολία σχημάτιζε λέξεις:

«Κωστή μου… μην ξανακλάψεις για μένα. Δε με βλέπεις; Κατέβηκα απ’ το λεωφορείο!»

Το πρόσωπό του άρχισε να φωτίζεται σιγά- σιγά και τα χείλια του ξαναφυλάκισαν τα δικά της!

 

Ξημέρωσε Χριστούγεννα. Το χωριό ζωντάνεψε. Οι δρόμοι γέμισαν από κόσμο που πήγαινε στην εκκλησία. Ευχές  και γέλια αντηχούσαν από παντού κι η καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα, προσθέτοντας κι αυτή τη δική της νότα στην γιορτινή μέρα.

Αν, όμως, κάποιος έστηνε αυτί, θα μπορούσε να αφουγκραστεί και κάτι ακόμη…  το ξένοιαστο γέλιο δυο δεκατετράχρονων παιδιών, που ερχόταν από κάπου μακριά… πολύ μακριά!

 

 

♥ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΑΠ’ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ♥

 

 

Κίνα : Τηγανιτό ρύζι

Υλικά

  • 2 αυγά
  • 2 κ.σ. oyster sauce
  • 1 κ.σ. σόϋ σώς.
  • αλάτι, πιπέρι λευκό, (αναλόγως με τη γεύση που θέλετε)
  • 1 κρεμμυδάκι φρέσκο ψιλοκομμένο
  • Ένα μέτριο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο
  • 1 κούπα χάμ, (καπνιστό χοιρινό από μπούτι), κομμένο σε κυβάκια
  • 1,1/2 κούπα γαρίδες μικρή, όχι πολύ βρασμένη,
  • 6 κουταλιές σογιέλαιο ή ηλιέλαιο
  • 1/2 κούπα αρακά, κουτιού ή κατεψυγμένο
  • 4 κούπες βρασμένο ρύζι, τύπου «long grain», κρύο
  • 1/2 κούπα καρότο, κομμένο σε κυβάκια, se μέγεθος ζαριού
  • 1 κουταλιά κορν φλάουρ

Διαδικασία

  • Χωρίζουμε τα ασπράδια από τους κρόκους από τα αυγά και τα χτυπάμε ελαφρά, χωριστά το καθένα.
  • Βράζουμε τις γαρίδες με το κέλυφος, τις στραγγίζουμε τις και τις καθαρίζουμε
  • Διαλύουμε σιγά-σιγά το κόρν φλάουρ στα ασπράδια, λίγο αλάτι, προσθέτουμε τις γαρίδες, ανακατεύουμε και τις αφήνουμε να σταθούν για 5 λεπτά.
  • Βάζουμε λίγο λάδι στο γουόκ, όταν ζεσταθεί, σοτάρουμε τα καρότα μέχρι να μαλακώσουν και τα βάζουμε στην άκρη. Βάζουμε λίγο λάδι ακόμα και μόλις ζεσταθεί βάζουμε τις γαρίδες και τις σοτάρουμε μέχρι να ροδίσουν και τις βγάζουμε απο το γουόκ.
  • Βάζουμε τους κρόκους ανακατεύουμε ελαφρά, ρίχνουμε, ξανά, λίγο λάδι στο γουόκ και προσθέτουμε 1 κουταλιά oyster sauce και 1 κουταλιά soy sauce. Προσθέτουμε λίγο πιπέρι ανακατεύουμε και το κρατάμε στην άκρη.
  • Ζεσταίνουμε το γουόκ σε μεσαία προς μεγάλη θερμοκρασία, προσθέτουμε 2 κουταλιές λάδι και όταν κάψει προσθέτουμε το κρεμμύδι, όταν μαραθεί προσθέτουμε το χάμ και τον αρακά, ανακατεύουμε και όταν είναι έτοιμα τα βγάζουμε από το γουόκ.
  • Καθαρίζουμε το γουόκ, ζεσταίνουμε 2 κουταλιές λάδι, χαμηλώνουμε τη φωτιά στο μέτριο προσθέτουμε το ρύζι ανακατεύουμε με τα τσόπ στίκς καλά προσθέτουμε την υπόλοιπη soy sauce και την oyster sauce, ανακατεύουμε καλά, προσθέτουμε λίγο πιπέρι και λίγο αλάτι ανακατεύουμε και προσθέτουμε όλα τα υπόλοιπα υλικά που κρατήσαμε στην άκρη, ανακατεύουμε για 2-3 λεπτά και σερβίρουμε ζεστό.

Προέλευση: http://www.greekmasa.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2017&Itemid=49#ixzz1fAQxIMEu

 

Αγγλία: Καραμελωμένα μήλα με λουκάνικα και μπέικον

 

Συστατικά συνταγής

  • 8 φέτες καπνιστό μπέικον
  • 8 μεσαίου μεγέθους χοιρινά λουκάνικα
  • 1 κουταλιά της σούπας ελαιόλαδο
  • 2 μήλα με τη φλούδα κομμένα σε 8 λωρίδες το καθένα

Οδηγίες συνταγής

Ζεσταίνουμε το φούρνο στους 220° C . Τυλίγουμε με μια φέτα μπέικον όλα τα λουκάνικα. Ζεσταίνουμε λάδι σ’ ένα τηγάνι και ροδίζουμε τα λουκάνικα. Στη συνέχεια τα βάζουμε σ’ ένα σκεύος για το φούρνο και τα ψήνουμε για 20 λεπτά.

Προσθέτουμε στο ταψί τα μήλα και ψήνουμε ακόμα για 10-15 λεπτά μέχρι να καραμελώσουν. Τα σερβίρουμε μ’ ένα συνοδευτικό πατάτας.

 

Μεξικό: Φρεσκοψημένες σπιτικές Τορτίγια

Συστατικά συνταγής

  • 2 ½ φλιτζάνια αλεύρι
  • 2 κουταλιές της σούπας καλαμποκέλαιο
  • 1 κουταλάκι αλάτι
  • χλιαρό νερό όσο πάρει

Οδηγίες συνταγής

Σ’ ένα μπολ βάζουμε τα αλεύρι και του κάνουμε μια λακούβα στη μέση. Προσθέτουμε το αλάτι και το λάδι. Ανακατεύουμε καλά μ’ ένα πηρούνι. Αρχίζουμε σιγά σιγά να ρίχνουμε το νερό και να πλάθουμε. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι μια ελαστική ζύμη.

Θα την σκεπάσουμε με μια πετσέτα και θα την αφήσουμε μισή ώρα να ηρεμήσει.

Εν συνεχεία θα χωρίσουμε τη ζύμη σε 8 μπαλίτσες, τις οποίες και θα ανοίξουμε με τον μπλάστη μας σε στρογγυλές πολύ λεπτές τορτίγια.

Θα βάλουμε σε δυνατή φωτιά ένα αντικολλητικό τηγάνι χωρίς κανένα υγρό μέσα. Μόλις ζεσταθεί θα βάλουμε μια μια τις τορτίγια να ψηθούν για λίγα δευτερόλεπτα και από τις δύο πλευρές. Τις βγάζουμε από το τηγάνι και τις τοποθετούμε σ’ μια πετσέτα, με την οποία, μόλις τελειώσουμε με όλες, θα τις σκεπάσουμε. Αυτό γίνεται για να διατηρήσουν την ελαστικότητά τους και να μη σπάσουν όταν θα τους βάλουμε πάνω υλικά για τα fahitas μας.

 

Γερμανία: Μοσχάρι Cordon Bleu

Συστατικά συνταγής

  • 4 μοσχαρίσια φιλέτα πάχους 3-4 εκ.
  • 4 φέτες γραβιέρα
  • 4 φέτες ζαμπόν Σεράνο
  • 25 ml λευκό κρασί
  • 1 σκελίδα σκόρδο λιωμένη
  • αλάτι
  • φρεσκοτριμμένο μαύρο πιπέρι
  • 100γρ. αλεύρι
  • 1 αυγό
  • 150 γρ. τριμμένη φρυγανιά
  • ½ κούπα Βιτάμ Culinesse

 

Οδηγίες συνταγής

Χτυπάμε καλά το κρέας. Χρησιμοποιώντας ένα αιχμηρό μαχαίρι, κόβουμε κατά μήκος της μεγάλης πλευράς ώστε να σχηματιστεί μια θήκη. Σε ένα μπολ ανακατεύουμε το σκόρδο, το κρασί, αλάτι και πιπέρι και γεμίζουμε τα φιλέτα. Ύστερα προσθέτουμε την γραβιέρα και το ζαμπόν. Κλείνουμε για ασφάλεια με οδοντογλυφίδες.

Βουτάμε ένα ένα τα φιλέτα το αλεύρι, μετά στο αυγό και μετά στην φρυγανιά μέχρι να επικαλυφθούν πλήρως. (Προσοχή, η διαδικασία γίνεται μόνο μια φορά!)

Ζεσταίνουμε το Βιτάμ Culinesse και τηγανίζουμε τα φιλέτα για 15-17 λεπτά γυρίζοντας και από τις δυο πλευρές μέχρι να ροδοκοκκινήσουν και να είναι ψημένα εσωτερικά.

 

Πολωνία: Σούπα με αυγό

Υλικά: 

3 βραστά αυγά κομμένα σε φέτες

250 γρ. μπέηκον σε λωρίδες

300 γρ. λουκάνικο σε φέτες (μπορείτε να προμηθευτείτε το αυθεντικό πολωνικό από ρώσικα ή πολωνικά σουπερ – μάρκετ σε μεγάλες πόλεις, ή να βάλετε χωριάτικα λουκάνικα της αρεσκείας σας)

200 γρ. χοιρομέρι κομμένο σε κυβάκια

1 ρίζα χρένου (σαν ραπανάκι με καυτερή γεύση) (horseradish)

Εκτέλεση:

Τηγανίζουμε το μπέηκον και βάζουμε όλα τα υπόλοιπα υλικά πλην του αυγού που έχουμε βράσει νωρίτερα σε μια κατσαρόλα με καυτό νερό. Τα αφήνουμε εκεί μέχρι να βράσουν και στο τέλος προσθέτουμε σε κάθε πιάτο μερικές φέτες αυγού.

Η σούπα αυτή είναι πολύ γευστική και χορταστική καθώς έχει πολύυυ κρέας.

 

Αμερική: Τζαμπαλάγια

Συστατικά συνταγής

  • 1 φακελάκι (125 γρ.) μακρύκοκο ρύζι
  • 4 φέτες μπέικον
  • 1 φλυτζάνι κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 2 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένες και κομμένες
  • 1 βάζο σάλτσα ντομάτας
  • 250 γρ. ζαμπόν ψιλοκομμένο
  • 400 γρ. γαρίδες καθαρισμένες
  • 1 φλυτζάνι του τσαγιού ζωμός κότας
  • 1 κίτρινη πιπεριά κομμένη σε λωρίδες
  • 1 πράσινη πιπεριά κομμένη σε λωρίδες
  • ½ κουταλά κι του γλυκού μάραθο
  • Λίγες σταγόνες ταμπάσκο
  • Αλάτι
  • Πιπέρι

Οδηγίες συνταγής

Σε ένα μεγάλο αντικολλητικό τηγάνι,ροδίζουμε το μπέϊκον χωρίς λάδι. Όταν τηγανιστεί το αφαιρούμε και το κρατάμε στην άκρη. Προσθέτουμε στο τηγάνι το κρεμμύδι και το σκόρδο , τα τσιγαρίζουμε για 5 λεπτά και στη συνέχεια προσθέτουμε την σάλτσα ντομάτας και το θυμάρι. Μαγειρεύουμε για άλλα 5 λεπτά.

Προσθέτουμε το ρύζι προβρασμένο για 10 λεπτά, τον ζωμό της κότας, το ζαμπόν και το μπέϊκον. Ανακατεύουμε καλά, σκεπάζουμε το σκεύος και ψήνουμε σε προθερμασμένο στους 180° C φούρνο για 10 λεπτά.

Τέλος ρίχνουμε τις γαρίδες, τις πιπεριές και το ταμπάσκο, ανακατεύουμε και ψήνουμε για άλλα 10 λεπτά στο φούρνο. Το σερβίρουμε ζεστό και έχουμε τα αρώματα της Νέας Ορλεάνης στο πιάτο μας.

 

Δανία: Κεφτέδες με γιαούρτι και κρασί

Συστατικά συνταγής

  • 1 κιλό μοσχαρίσιο κιμά
  • αλάτι, πιπέρι
  • 3 φλιτζάνια φρυγανιά τρίμμα
  • 4 ml ελαφριά κρέμα γάλακτος
  • αλεύρι
  • 100 γρ. βούτυρο
  • ½ φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • 2 φλιτζάνια γιαούρτι
  • 2 φλιτζάνια κόκκινο κρασί

Οδηγίες συνταγής

Ανακατεύουμε τον κιμά με το αλάτι, το πιπέρι και την τριμμένη φρυγανιά. Προσθέτουμε την κρέμα και ανακατεύουμε μέχρι να απορροφηθεί από το μείγμα.
Πλάθουμε κεφτεδάκια και τα κυλάμε στο αλεύρι.
Σ’ ένα τηγάνι λιώνουμε το βούτυρο, ζεσταίνουμε το λάδι και ροδίζουμε τους κεφτέδες.
Μόλις σχεδόν γίνουν προσθέτουμε το γιαούρτι και το κρασί και ανακατεύουμε ελαφρά μέχρι να αποκτήσουν μια παχύρευστη σάλτσα.

 

Γαλλία: Χοιρινή κόντρα μαγειρεμένη στο γάλα

Συστατικά συνταγής

  • 1 ½ κιλό μονοκόματη κόντρα χωρίς κόκαλο (ζητάμε από τον χασάπη να το αφαιρέσει)
  • 2 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
  • 1 κουταλιά αγελαδινό βούτυρο
  • 1 μέτριο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 1 καρότο σε κυβάκια
  • 1 πράσο ψιλοκομμένο
  • 1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένο
  • 1 κουταλιά της σούπας αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • ½ λίτρο πλήρες γάλα

Οδηγίες συνταγής

Αλατοπιπερώνουμε το χοιρινό και το ροδίζουμε σε μιά κατσαρόλα στην οποία έχουμε κάψει το λάδι και το βούτυρο. Αφού το ροδίσουμε απ΄όλες τις πλευρές για 10 λεπτά το βάζουμε σ΄ένα πιάτο στην άκρη.

Ρίχνουμε στην κατσαρόλα όλα τα ψιλοκομμένα λαχανικά και μαγειρεύουμε για άλλα 10 λεπτά μέχρι να καραμελώσουν. Εν συνεχεία προσθέτουμε το αλεύρι ανακατεύουμε και ρίχνουμε το γάλα και μαγειρεύουμε για 5 λεπτά.

Προσθέτουμε το χοιρινό και τους χυμούς που έχει βγάλει στο πιάτο. Σκεπάζουμε και ψήνουμε για 1 ώρα σε χαμηλή φωτιά. Το γυρνάμε συχνά για να μην κολλήσει. Το βγάζουμε από την κατσαρόλα και το αφήνουμε 15 λεπτά να ξαποστάσει.

Περνάμε την σάλτσα σε ένα μπλέντερ, δοκιμάζουμε για να δούμε μήπως χρειάζεται αλάτι ή πιπέρι και την περιχύνουμε πάνω από το κρέας το οποίο έχουμε κόψει σε φέτες.
Σερβίρουμε το κρέας πάνω σε πουρέ πατάτας.

 

Ινδία: Αρωματικό ριζότο

Συστατικά συνταγής

  • ¼ της κούπας βερίκοκα αποξηραμένα
  • 2 λωρίδες από φλούδα λεμονιού
  • 2 κούπες κρύο νερό
  • 3 κουταλιές της σούπας βούτυρο
  • 1 κουταλάκι του γλυκού garam masala (ινδικό μπαχαρικό)
  • 1 μέτριο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 1 ¼ κουταλάκι του γλυκού αλάτι
  • 1 κούπα ρύζι basmati
  • Φρεσκοτριμμένο πιπέρι
  • 1/3 της κούπας φύλλα φρέσκιας μέντας
  • ¼ της κούπας ανάλατα φιστίκια cashews ψημένα στο φούρνο

Οδηγίες συνταγής

Βάζουμε τα βερίκοκα και τη φλούδα λεμονιού μέσα στο κρύο νερό. Λιώνουμε το βούτυρο σε μέτρια θερμοκρασία, προσθέτουμε το garam masala και σοτάρουμε για 1 λεπτό. Προσθέτουμε το κρεμμύδι, ¼ κουταλάκι του γλυκού αλάτι και ανακατεύουμε μέχρι να μαλακώσει το κρεμμύδι, για περίπου 6 λεπτά. Προσθέτουμε το ρύζι, σοτάρουμε και ανακατεύουμε μέχρι να πάρει ένα ελαφρύ καφέ χρώμα, για περίπου 4 λεπτά. Ρίχνουμε το νερό μαζί με τα βερίκοκα, τη φλούδα λεμονιού, το υπόλοιπο αλάτι και πιπέρι. Αφήνουμε να πάρει μία βράση και χαμηλώνουμε τη θερμοκρασία. Σκεπάζουμε το σκεύος με μία καθαρή πετσέτα και το καπάκι του. Συνεχίζουμε το μαγείρεμα για 10 λεπτά, αφαιρούμε από τη φωτιά και αφήνουμε το ριζότο να ξεκουραστεί για 5 λεπτά χωρίς να το ξεσκεπάσετε. Ακολούθως αφαιρούμε το καπάκι και την πετσέτα και ανακατεύουμε με ένα πιρούνι. Σερβίρουμε το ριζότο σε δίσκο και γαρνίρουμε με τα φύλλα μέντας και τα φιστίκια.

 

Ολλανδία: Λίντζερτορτε   

 

ΥΛΙΚΑ
200γρ. Φουντούκια
1 φλιτζ. Μαρμελάδα Φραμπουάζ ή Φράουλα
300γρ. Αλεύρι
200γρ. Ζάχαρη
1 Αυγό
200γρ. μαλακό ανάλατο Βούτυρο
1 κουτ. σούπας Κακάο
1 κουτ. γλυκού τριμμένο Γαρίφαλο
2 κουτ. σούπας Κανέλλα
2 κουτ. σούπας Τσίπουρο ή Κονιάκ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Τρίβουμε τα φουντούκια στο μπλεντεράκι.
Σε ένα μεγάλο μπολ βάζουμε το αλεύρι, τη ζάχαρη, τα φουντούκια, το κακάο, το γαρύφαλο, το χυμό λεμόνι, την κανέλλα και το ποτό (τσίπουρο ή κονιάκ).
Τα ανακατεύουμε όλα μαζί με ένα πιρούνι και προσθέτουμε το αυγό ολόκληρο χωρίς να το χτυπήσουμε και το βούτυρο, το οποίο έχουμε βγάλει από το ψυγείο να μαλακώσει.
Ζυμώνουμε με τα χέρια μέχρι να ομογενοποιηθεί η ζύμη, της δίνουμε το σχήμα μπάλας, την τυλίγουμε με μεμβράνη και τη βάζουμε να ξεκουραστεί στο ψυγείο για 2 ώρες.
Ανοίγουμε τα 2/3 της ζύμης, με χοντρό πλάστη σε αλευρωμένη επιφάνεια, μέχρι η διάμετρός της να φτάσει περίπου τα 30 εκατοστά.
Βουτυρώνουμε καλά την ταρτιέρα και την πασπαλίζουμε με αλεύρι.
Μεταφέρουμε τη ζύμη στην ταρτιέρα, τη στρώνουμε καλά πιέζοντας με τις παλάμες και τα ακροδάχτυλα μας. Ανασηκώνουμε τη ζύμη στα πλαϊνά της φόρμας σε ύψος 1-1 ½ εκατοστό.
Απλώνουμε ομοιόμορφα τη μαρμελάδα, επάνω στην απλωμένη ζύμη.
Ανοίγουμε με τον πλάστη την υπόλοιπη ζύμη και την κόβουμε σε λωρίδες των 2,5 εκατοστών. Χρησιμοποιούμε τις λωρίδες για να στολίσουμε το γλυκό τοποθετώντας τις σε παράλληλες και κάθετες γραμμές (όπως στην πάστα φλώρα).
Χτυπάμε το αυγό και αλείφουμε με ένα πινέλο τις λωρίδες και περιμετρικά τη ζύμη που προεξέχει στην ταρτιέρα.
Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 175ο C για 1 ώρα.

 

 

Αργεντινή: Μπριζόλες με σάλτσα Τσιμιτσούρι από το Μπουένος Άιρες

 

Συστατικά συνταγής

  • 4 μοσχαρίσιες κόντρα ή σταβλίσιες 500 γρ. η κάθε μια. (Συνολικά δηλαδή να ζυγίζουν 2 κιλά.)
  • ½ φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • 1 φλιτζάνι μαϊντανό
  • 1 κουταλιά της σούπας ρίγανη
  • 4-5 σκελίδες σκόρδο
  • 1 κουταλάκι του γλυκού κόκκινο πιπέρι

Οδηγίες συνταγής

Ζητήστε από το χασάπη σας αυτές τις υπέροχες, παχιές μπριζόλες και μην τυχόν του πείτε να σας τις χτυπήσει. Απαγορεύεται.

Ζεσταίνουμε το μπάρμπεκιου σε δυνατή φωτιά, αν δεν έχουμε χρησιμοποιούμε το γκριλ του φούρνου μας στους 220° C, και βάζουμε τις μεγάλες μας μπριζόλες αφού πρώτα τις έχουμε φέρει σε θερμοκρασία δωματίου να ψηθούν ανάλατες. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται να μην χαθούν οι χυμοί του κρέατος και αυτό να παραμείνει ζουμερό και να μην στεγνώσει.

Για την Τσιμιτσούρι:
Σ’ ένα γουδί (αν δεν υπάρχει χρησιμοποιούμε μούλτι πολυκοπτικό) βάζουμε τον μαϊντανό, τη ρίγανη, το σκόρδο, το ελαιόλαδο και το κόκκινο πιπέρι. Τα χτυπάμε καλά μέχρι να γίνουν μια πάστα.

Τις μπριζόλες μας θα τις γυρίσουμε μονάχα μια φορά.

5 λεπτά πριν να είναι έτοιμες με ένα κουτάλι θα απλώσουμε από μια κουταλιά τσιμιτσούρι σ’ όλη την επιφάνεια. Θα σερβίρουμε τις μπριζόλες μας σε μια μεγάλη, κατά προτίμηση ξύλινη, επιφάνεια στο κέντρο του τραπεζιού και θα κόβει ο καθένας με το μαχαίρι του ένα κομμάτι, θα το βάζει στο πιάτο του και θα το τρώει με τη συνοδεία ψημένου χωριάτικου ψωμιού και πουρέ από λευκά φασόλια.

Ισπανία: Σανγκρία

Συστατικά συνταγής

  • 1 λεμόνι κομμένο σε φέτες
  • 1 πορτοκάλι κομμένο σε φέτες
  • 60 γρ. ζάχαρη
  • 1 μπουκάλι κόκκινο κρασί
  • 60 ml. κονιάκ
  • 500 ml (2 φλιτζάνια) σόδα

Οδηγίες συνταγής

Τοποθετήστε σε μια κανάτα τις φέτες λεμονιού και πορτοκαλιού, τη ζάχαρη, το κρασί και το κονιάκ.

Ανακατέψτε μέχρι να διαλυθεί η ζάχαρη. Προσθέστε τις σόδες και σερβίρετε.

 

Κούβα: Mojito – Μοχίτο

Συστατικά συνταγής

  • 6-7 φυλλαράκια φρέσκο δυόσμο
  • 1 κουταλιά της σούπας μαύρη ζάχαρη
  • 2 σφηνάκια λευκό ρούμι
  • Χυμό από ½ λάιμ
  • Πάγο
  • Σόδα αναψυκτικό

Οδηγίες συνταγής

Σ’ ένα ψηλό ποτήρι ρίχνουμε τα φύλλα του δυόσμου. Προσθέτουμε τη ζάχαρη και το χυμό του λάιμ Τα λιώνουμε ελαφρά μ’ ένα γουδοχέρι από ξύλο. Γεμίζουμε το ποτήρι με πάγο. Τώρα ρίχνουμε το ρούμι και τη σόδα.

Ανακατεύουμε και σερβίρουμε με 2-3 φυλλαράκια δυόσμο στην επιφάνεια και μια φέτα λάιμ στο χείλος του ποτηριού. Στην υγειά σας.

Μαρόκο: Κοτόπουλο με πράσινες ελιές και λεμόνι

Συστατικά συνταγής

  • 2 λεμόνια
  • 1 κουταλιά ελαιόλαδο
  • 1 μεγάλο κρεμμύδι σε λωρίδες
  • 2 σκελίδες σκόρδο ζουληγμένες
  • 1 κουταλιά πάπρικα
  • 2 κουταλάκια κύμινο
  • 1 κουταλάκι κανέλα
  • 1 κουταλάκι τζίντζερ
  • 2 φλιτζάνια ζωμό κοτόπουλου
  • 1 κοτόπουλο κομμένο στα 8 χωρίς πέτσα
  • 1 φλιτζάνι πράσινες ελιές

Οδηγίες συνταγής

Κόβουμε το ένα λεμόνι σε 8 φετούλες. Από το δεύτερο παίρνουμε 2 κουταλιές ζωμό. Τα βάζουμε στην άκρη.
Ζεσταίνουμε το λάδι σ’ ένα μεγάλο τηγάνι, προσθέτουμε το κρεμμύδι και σοτάρουμε για 8 λεπτά. Αλατοπιπερώνουμε.
Προσθέτουμε το σκόρδο και τα μυρωδικά ανακατεύουμε για 1 λεπτό. Αλατοπιπερώνουμε το κοτόπουλο. Το βάζουμε στο τηγάνι, μαζί με τις φέτες του λεμονιού.
Ρίχνουμε μέσα το ζωμό και μαγειρεύουμε για 30 λεπτά σε μέτρια φωτιά.
Βγάζουμε το κοτόπουλο και το βάζουμε σε μια πιατέλα. Ρίχνουμε τις ελιές και το χυμό του λεμονιού στο τηγάνι.Μαγειρεύουμε για 3 λεπτά και εν συνεχεία σερβίρουμε τη σάλτσα μας πάνω στα κομμάτια του κοτόπουλου.

 

Νορβηγία: Γαρίδες φούρνου

Συστατικά συνταγής

  • 400 γρ. γαρίδες
  • 40 γρ. βούτυρο
  • 1 κ.τ.γ. κάρυ
  • 1/8 λ. ξηρό άσπρο κρασί
  • 4 κ.τ.σ. κρέμα γάλακτος
  • αλάτι
  • πιπέρι
  • 40 γρ. παρμεζάνα τριμμένη
  • 1 κούπα τριμμένη φρυγανιά

Οδηγίες συνταγής

Πλένουμε τις γαρίδες και τις ρίχνουμε λίγο σε καυτό νερό. Καθαρίζουμε προσεκτικά. Σ’ ένα κατσαρολάκι λιώνουμε το βούτυρο και αναμιγνύουμε με το κάρυ. Προσθέτουμε τις γαρίδες μέχρι να μαραθούν λίγο. Ρίχνουμε το κρασί, την κρέμα γάλακτος, αλάτι, πιπέρι και σιγοβράζουμε για 3′. Στραγγίζουμε τις γαρίδες, τις περνάμε από φρυγανιά και ύστερα πασπαλίζουμε με το τυρί. τοποθετούμε σε προθερμασμένο φούρνο για 5′ στους 200ο C για να γίνει τραγανή η κρούστα.

Διάρκεια: 10 λεπτά & 8 λεπτά για το μαγείρεμα

 

Περού: Σαλάτα Κινόα με λαχανικά

Συστατικά συνταγής

  • 1,5 φλ. κινόα
  • 4 φλ. ζωμό λαχανικών (έτοιμο ή σπιτικό)
  • 1 αγγούρι κομμένο σε λεπτές φέτες
  • 1/2 κόκκινη πιπεριά κομμένη σε κύβους
  • 1/2 κίτρινη πιπεριά κομμένη σε κύβους
  • 1/2 φλ. μπρόκολο στον ατμό κομμένο σε μικρά μπουκετάκια
  • 2 ντομάτες ψιλοκομμένες και ξεσποριασμένες
  • 1/4 φλ. ελαιόλαδο
  • 1 λεμόνι (χυμός)
  • 2 σκελίδες σκόρδο (λιωμένο)
  • αλάτι
  • φρεσκοτριμμένο πιπέρι

Οδηγίες συνταγής

Βράζουμε το κινά μέσα στο ζωμό των λαχανικών για περίπου 10-15 λεπτά ανακατεύοντας κατά διαστήματα. Σουρώνουμε (αν χρειαστεί) και το αφήνουμε για λίγο στην άκρη.

Στο μεταξύ έχουμε ανακατέψει το λεμόνι, το ελαιόλαδο, το σκόρδο. Προσθέτουμε αλατοπίπερο.

Μόλις το κινόα κρυώσει ανακατεύουμε με τα λαχανικά και το χυμό από το λεμόνι το ελαιόλαδο και το σκόρδο. Το κρατάμε στο ψυγείο λίγο πριν το σερβίρισμα. Όταν έρθει η ώρα μπορούμε να το γαρνίρουμε με λίγο τσίλι ή μαϊντανό.

 

Ουκρανία: Κοτόπουλο Κιέβου

Συστατικά συνταγής

  • 4 φιλέτα από στήθος κοτόπουλου, χωρίς κόκαλα και πέτσα
  • 1 κούπα τριμμένη φρυγανιά
  • 1 κουταλιά της σούπας μαϊντανός ψιλοκομμένος

Από τα βασικά υλικά

  • 50 γραμμάρια βούτυρο
  • 2 σκελίδες σκόρδο πολτοποιημένες
  • 2 αυγά
  • 1 κούπα αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • Αλάτι και πιπέρι

 

Οδηγίες συνταγής

Κάνουμε μία βαθιά τομή σε κάθε πλευρά του φιλέτου. Χτυπάμε ελαφρά τα αυγά και ανακατεύουμε το βούτυρο με το μαϊντανό και το σκόρδο. Σε κάθε σχισμή βάζουμε από το μείγμα βουτύρου, πασπαλίζουμε με αλάτι, πιπέρι και βουτάμε τα κομμάτια στο αυγό. Ακολούθως πανάρουμε με το αλεύρι, βουτάμε εκ νέου στο αυγό και στο τέλος στη φρυγανιά. Επαναλαμβάνουμε την ίδια διαδικασία και με τα υπόλοιπα φιλέτα. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς για 40-50 λεπτά.

Διάρκεια: Προετοιμασία 10 λεπτά, μαγείρεμα 50 λεπτά

 

 

Περσία: Φαλάφελ

 

Συστατικά συνταγής

  • 1/2 κιλό ρεβύθια
  • 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη
  • 1/2 κούπα μαϊντανό ψιλοκομμένο
  • 1 κ.τ.γ. κόλιαντρο
  • 1 κ.τ.γ. κύμινο
  • 2 κ.τ.σ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • αλάτι
  • φρεσκοτριμμένο κόκκινο πιπέρι

Οδηγίες συνταγής

Μουσκεύουμε τα ρεβύθια όλο το βράδυ. Το πρωί τα στραγγίζουμε και τα αλέθουμε ώστε να πολτοποιηθούν.

Ανακατεύουμε όλα τα υλικά σε ένα μπολ και ζυμώνουμε καλά. Ύστερα πλάθουμε μικρές μπαλίτσες και τις τηγανίζουμε σε καυτό λάδι για 2-3 λεπτά μέχρι να πάρουν ένα ομοιόμορφο ρόδινο χρώμα και από τις δυο πλευρές.

 

Πορτογαλία: Συκωτάκια Portuguese

Συστατικά συνταγής

  • 2 κούπες ψιλοκομμένη συκωταριά ή συκωτάκια ψητά ή τηγανητά
  • ½ κούπα μαϊντανό ψιλοκομμένο
  • 8 αυγά
  • 1 κουταλιά της σούπας γάλα
  • 1 κρεμμύδι μεγάλο ψιλοκομμένο
  • 2 πατάτες τριμμένες στον μεγάλο τρίφτη καλά στεγνωμένες με χαρτί κουζίνας.
  • ½ κούπα λάδι για τηγάνισμα
  • 4 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
  • Αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι

Οδηγίες συνταγής
Τηγανίζουμε ελαφρά τις πατάτες και τις αφήνουμε να στραγγίξουν σε χαρτί κουζίνας. Σοτάρουμε στο ελαιόλαδο το κρεμμύδι μέχρι να μαλακώσει. Αλείφουμε με λίγο λάδι ένα πυρέξ και προσθέτουμε τα συκωτάκια ή τη συκωταριά. Χτυπάμε ελαφρά τα αυγά με το γάλα, το αλάτι και το πιπέρι. Προσθέτουμε στο σκεύος τις πατάτες, το μισό μαϊντανό, το κρεμμύδι και το μείγμα των αυγών. Ανακατεύουμε με μία σπάτουλα και προσθέτουμε τον υπόλοιπο μαϊντανό. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς για 30 λεπτά ή μέχρι να ψηθούν τα αυγά.
Διάρκεια: Προετοιμασία 15 λεπτά,μαγείρεμα 10-30 λεπτά

 

Συνταγές: lovecooking.gr

 

 

 

Κωδικό όνομα: Μελλονταδύνατη!

Αφιερωμένο σ’ αυτές που μπορούν να τιμήσουν αυτό το κωδικό όνομα: Στην σπείρα μας!

 

Το γκαρσόνι κάθισε παράμερα και τις κοιτούσε! Έτσι όπως τις έβλεπε δεν του φαινόντουσαν να το έχουν σκάσει από κάπου… εξ άλλου ήρθε η καθεμιά μόνη της. Όμως δεν του το έβγαζες απ το μυαλό πως κάτι σκοτεινό και ίσως επικίνδυνο λάμβανε χώρα στο μαγαζί του.

Ή  τρελές ή συμμορία ήταν όλες αυτές.  Ήταν κι αυτά τα ονόματα βρε παιδί μου… μα ονόματα ήταν αυτά; Εκτός απ την κούκλα της κόρης του, δεν είχε ακούσει άλλη γυναίκα να την φωνάζουν Μπάρμπι. Γιατί το Θέο; Ήταν όνομα το Θέο; Κι αν ήταν όνομα γιατί είχε μαζί της και μια που τη φώναζαν άγγελο; Κι όχι μια φορά μόνο. Δύο! Άγγελαγγελο την έλεγαν. Ήταν μήπως  όνομα το Κωστό; Την  άλλη πάλι που την φώναζαν με αντρικό όνομα; Τζόνι! Σαν το ουίσκι. Και κάτσε να δεις πως την φώναξαν την άλλη… α ναι, Πλασματάκι! Ίσως να ήταν η πιο μικρή αυτή ή… χμμμ … τίποτα δεν αποκλείεται… μπορεί να ήταν κι εξωγήινη! Βέβαια για να πει και του στραβού το δίκιο, είχε ακούσει και  δυο-τρία ονόματα νορμάλ. Ένα Τζένη, ένα Ρεβέκκα κι ένα Βάσω τα άκουσε σίγουρα αλλά κι αυτές που τις φώναζαν έτσι δεν πρέπει να ήταν στα καλά τους.  Και κει που είχαν καθίσει κατέφθασε και μια τελευταία που την είπαν Μεναλού. Αυτό πάλι ήταν όνομα ή αυτή… έμενε αλλού;

Ξεφύσηξε.  Φοβόταν τη στιγμή που θα τον φώναζαν για να παραγγείλουν. Έπρεπε και τα γκαρσόνια να παίρνουν ανθυγιεινό επίδομα. Κακώς δεν έπαιρνε μέρος στις απεργίες τόσα χρόνια. Το ορκίστηκε στον εαυτό του πως αν γλίτωνε σήμερα, θα συμμετείχε σε όλες από δω και πέρα!

Μια δυνατή φωνή τον έκανε να αναπηδήσει και να ξεχάσει τις απεργίες…

«Καταρίνα34 τι θα πάρεις?»

Εεεε αυτό ήταν κωδικό όνομα σίγουρα. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του! Ήταν μπροστά σε μια επικίνδυνη σπείρα. Το αστυνομικό δαιμόνιο ξύπνησε μέσα του και πατώντας στις μύτες πήγε και κρύφτηκε πίσω απ’ την κολώνα που ήταν κοντά στο τραπέζι τους.

Αχα! Καμία δεν τον πήρε είδηση και συνέχιζαν να μιλάνε χωρίς να φοβούνται ότι θα γίνουν αντιληπτές. Γέλασε σαρκαστικά μέσα του. Καημενούλες! Όλα θα τα μάθαινε τώρα. Όλα!

Με προσοχή έβγαλε το ένα του μάτι λίγο έξω απ την κολώνα. Τώρα μιλούσε μία για κάτι μονάδες. Τι να ήταν οι μονάδες άραγε; Άνθρωποι; Χημικά;  Όπλα; Χημικά όπλα;

Τον έλουσε κρύος ιδρώτας!

Αυτή που μιλούσε τώρα είχε κωδικό όνομα  Άντς. Κάνανε όμως φασαρία και δε μπορούσε να ακούσει καλά… σκόρπιες κουβέντες έπιανε τώρα. Κάποια μιλούσε σ’ αυτή την Αντς και της έλεγε ότι είναι ακριβή και μια άλλη που είχε δύο ονόματα και για παραπλάνηση της τα είχαν ενώσει και τη φώναζαν Σεβαστιάννα, της έλεγε με έντονο ύφος, «εγώ δεν χάνω με τίποτα»!

Τώρα το έβλεπε πεντακάθαρα! Είχε να κάνει με δύο σπείρες. Η μία πουλούσε μονάδες κι η άλλη τις αγόραζε!

Του κόπηκαν τα πόδια όταν άκουσε να τον φωνάζουν. Έβαλε όση δύναμη είχε για να κρατηθεί όρθιος και να κάνει νόημα στο συνάδελφο του να πάει εκείνος να πάρει την παραγγελία.

Μέσα στην αναμπουμπούλα που έγινε όταν εκείνες έδιναν τις παραγγελίες, μετακινήθηκε σε μέρος πιο ασφαλές. Η διπλή κουρτίνα τον προστάτευε και συγχρόνως μπορούσε και να τις βλέπει και να τις ακούει.

Ήρθαν οι παραγγελίες κι εκείνες άρχισαν πάλι της ύποπτες συζητήσεις.

«Αν εγώ το παράγγελνα αυτό, θα έπαιρνα 5 κιλά», είπε αυτή με το κωδικό όνομα Θέο. Προφανώς λοιπόν μιλούσαν για χημικά. Ή μήπως για ναρκωτικά; Αχχχχ πως δεν το είχε σκεφτεί τόση ώρα. Αυτό ήταν. Ναρκωτικά πουλούσε η κυρία που ήταν ακριβή και η άλλη θα αγόραζε 5 κιλά, αλλά δεν τα αγόρασε γιατί προφανώς αγόρασε κάτι άλλο!

«Πόσες μονάδες είναι αυτό που πήρες Θέο;» ρώτησε το κωδικό όνομα Μπάρμπι.

Μια παρέα μπήκε στο μαγαζί κι έχασε την απάντηση. Με το ζόρι της άκουγε τώρα και έπιανε σκόρπιες κουβέντες. Αυτή που την έλεγαν Βάσω είπε κάτι για κάποιον Χάρκομπ. Απ τον σεβασμό στη φωνή της έβγαλε εύκολα το συμπέρασμα πως μιλούσε για τον αρχηγό. Τώρα  ο κωδικός Κωστό έλεγε για 5 κιλά σε μια βδομάδα και η Τζένη για 20 κιλά σε ένα μήνα. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μιλούσαν για το τι διέθεσαν στην αγορά. Και τότε σηκώθηκε ο κωδικός Πλασματάκι και ύψωσε το ποτήρι του:

«Στην υγειά μας και να είμαστε πάντα ενωμένες! Να στηρίζουμε η μία την άλλη!»

 

Το παραδεχόταν λοιπόν ότι ήταν σπείρα!

 

Τώρα κάνανε τόση φασαρία που και η άλλη παρέα είχε γυρίσει και τις κοιτούσε. Δεν ήταν μόνο τρελές. Ήταν και χαζές. Μιλούσαν τόσο δυνατά που θα μπορούσε να ακουστούν μέχρι την αστυνομία πριν προλάβει να την καλέσει αυτός!

Δεν πρόλαβε να το σκεφτεί και η άκρη του ματιού του έπιασε κάτι να κινείται έξω απ’ το μαγαζί.

«Δεν είναι δυνατόν!» σκέφτηκε όταν είδε τον αστυνομικό να τον κοιτάζει περίεργα έτσι που ήταν χωμένος πίσω απ’ την κουρτίνα. Μέχρι να συνειδητοποιήσει που είναι και να βγει από κει εμφανίστηκε κι άλλος αστυνομικός. Και μετά κι άλλος… κι άλλος. 13 αστυνομικοί που τώρα κατευθύνονταν προς την είσοδο του μαγαζιού.

Ααααα κυρίες μου! Σας είχε πάρει κι άλλος κόσμος χαμπάρι και σας καρφώσανε. Όχι, που φωνάζατε λες και ήσασταν στο σαλόνι του σπιτιού σας .

Με το που άνοιξε η πόρτα του μαγαζιού τα πόδια του παρέλυσαν και τα δόντια του άρχισαν να χτυπάνε μεταξύ τους. Έκλεισε τα μάτια, έσφιξε τα δόντια και περίμενε ν’ ακούσει τους πυροβολισμούς. 

Αντί γι αυτό όμως γέλια και φωνές έφτασαν στ’ αυτιά του. Άνοιξε τα μάτια και έμεινε κάγκελο απ’ αυτό που είδε.

Οι αστυνομικοί μιλούσαν και αντάλλασσαν φιλικές χειραψίες με τις τρελές!!

Οι τρελές σηκώθηκαν όρθιες και τώρα μάζευαν τα πράγματά τους για να φύγουν. Ο κωδικός Πλασματάκι είχε αγκαζέ τον έναν αστυνομικό και σίγουρα αυτό δεν έμοιαζε με σύλληψη.

Το μυαλό του είχε γίνει κουάκερ. Δε μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Χαμένος στις σκέψεις του ξέχασε και την κουρτίνα και τώρα πια φαινόταν ο μισός.

Του κόπηκε η ανάσα όταν είδε τον πρώτο αστυνομικό να τον κοιτάζει άγρια και παραλίγο να σωριαστεί όταν τον είδε να έρχεται προς το μέρος του.

Τα μάτια του γούρλωσαν και πήγαν να πεταχτούν έξω όταν τον άκουσε να λέει:

«Γιααα έλα δω εσύ. Για πάμε μέχρι το τμήμα να μας εξηγήσεις τι έκανες πίσω απ’ την κουρτίνα».