Σήμερα το τελευταίο αντίο στο Θανάση Βέγγο

Σήμερα, Τετάρτη, 4 Μαΐου όλη η Ελλάδα αποχαιρετάμε τον φίλο, τον συγγενή…. τον δικό μας άνθρωπο!

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα τελεστεί στον Ι.Ν. Αγίας Μαρίνας στο Θησείο, στις 14:00 το μεσημέρι.

«Αυλαία» για τον Θανάση Βέγγο

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010
«Έφυγε» από τη ζωή, στις 07.10 το πρωί, ο αγαπημένος
κωμικός ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου Θανάσης Βέγγος, σε ηλικία 84
ετών.
Θανάσης Βέγγος(ant1online)

Ο «καλός άνθρωπος» της μικρής και μεγάλης οθόνης εξέπνευσε στην Εντατική
Μονάδα του Ερυθρού Σταυρού, μετά από πολυήμερη μάχη για να κρατηθεί στη ζωή,
ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη στις 19 Δεκεμβρίου.

Ο Θανάσης Βέγγος έχει παίξει σε 126 ταινίες, σε 52 από τις οποίες ως
πρωταγωνιστής και έχει σκηνοθετήσει (πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα) ακόμη επτά
ταινίες.

Γεννήθηκε στον Πειραιά, στο Νέο Φάληρο, στις 29 Μαΐου του 1927 από το Βασίλη
και την Ευδοκία Βέγγου, των οποίων ήταν και το μοναδικό παιδί. Ο πατέρας του
ήταν δημόσιος υπάλληλος, συγκεκριμένα εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού, και
ήρωας της αντίστασης. Μετά τον πόλεμο, εκδιώχθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας
των πολιτικών του φρονημάτων. Η απόλυση του πατέρα του προκάλεσε, όπως ήταν
αναμενόμενο, σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια του Θανάση, κάτι που τον
αναγκάζει να ριχτεί στον αγώνα για το μεροκάματο. Κυριότερη μεταξύ των
επαγγελμάτων με τα οποία ασχολήθηκε ήταν η απασχόληση σε επεξεργασίες δερμάτων.
Παράλληλα έκανε διάφορα μικροθελήματα στη γειτονιά του.

Τα χρόνια 1948-1950 εξορίστηκε στη Μακρόνησο, όπου γνωρίστηκε με τον
μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Αυτή η γνωριμία οδήγησε στην πρώτη
του εμφάνιση στον κινηματογράφο, το 1954 στην ταινία Μαγική Πόλις του
Κούνδουρου. Για τα επόμενα πέντε χρόνια έπαιξε σε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος
παράλληλα και ως φροντιστής στα πλατό. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε σε μερικές
από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως Ο δράκος,
Διακοπές στην Αίγινα, Μανταλένα, Συννεφιασμένη Κυριακή, Ο Ηλίας του 16ου, Ποτέ
την Κυριακή.

Ο πρώτος του μεγάλος ρόλος είναι μαζί με το Νίκο Σταυρίδη στην ταινία Οι
δοσατζήδες του 1960. Τον ίδιο καιρό, το 1959 πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος
ηθοποιού όχι από Σχολή αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική
επιτροπή. Η πρώτη του θεατρική παράσταση ήταν στην επιθεώρηση «Ομόνοια πλατς
πλουτς», δίπλα στους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη, επίσης το 1959.
Ο Θανάσης Βέγγος έχει τιμηθεί με τα παρακάτω βραβεία: Ένωση Ελλήνων κριτικών
1971, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Α’ Ανδρικού Ρόλου «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;»,
1971 Ένωση Ελλήνων κριτικών «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;», 1972 Φεστιβάλ
Θεσσαλονίκης Ερμηνείας Α’ Ανδρικού Ρόλου «Θανάση, πάρε τ’ όπλο σου», 1991
Κρατικό βραβείο Ερμηνείας Β’ Ανδρικού Ρόλου «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου, 1993
Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Ειδικό βραβείο για το σύνολο του έργου του, 2008 Πρόσωπα
2008 Ειδικό βραβείο για το σύνολο του έργου του. Το 2002 ο Δήμος Κορυδαλλού
τίμησε τον καταξιωμένο ηθοποιό δίνοντας το όνομά του στο 1.900 θέσεων, δημοτικό
αμφιθέατρο της περιοχής.
Τον Οκτώβριο του 2008 ο Δήμος Πειραιά μετονομάζει, ύστερα από απόφαση του
Δ.Σ., την πλατεία Ευαγγελισμού στο Νέο Φάληρο, γενέτειρα του ηθοποιού, σε
πλατεία Θανάση Βέγγου.

ant1online

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 6ος Ζάκυνθος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Στο Τζάντε πήγα για πρώτη φορά με την φαντασία μου, όταν διάβασα  το «Φιόρο του Λεβάντε» του Ξενόπουλου. Ξαναπήγα, και πάλι με την φαντασία μου, όταν το  «Φιόρο του Λεβάντε» το  είδα στο Θέατρο Της Δευτέρας. Έγινε όνειρό μου το να βρεθώ στη Ζάκυνθο. Μέσα στο μυαλό μου ήταν ένας συνδυασμός από ποίηση, μουσική, άρωμα, δαντέλα και θάλασσα! Όταν άκουγα Ζάκυνθος με έπιανε κάτι σα νοσταλγία κι ας μην είχα πάει ποτέ! Κι όταν έφτασα ο θεός της Ζακύνθου φρόντισε να μην με απογοητεύσει. Το Τζάντε της φαντασίας μου πήρε σάρκα και οστά μόλις αντίκρισα την κυρία  Ντίνα. Περιποιημένη με μια απαλή ευγενική λεπτή φωνή Μοσχοβόλαγε μπουγαρίνι, αν κι εκείνη το έλεγε φούλι! Το πώς δέσαμε μ’ αυτήν την οικογένεια είναι κάτι το απερίγραπτο. Λες και υπήρχε ένας κολλητός για τον καθένα μας σ’ αυτό το σπίτι. Η μαμά μου έγινε η ουρά της κυρίας Ντίνας και το αντίστροφο. Ο πατέρας μου, που γενικά ήταν δύσκολος σε φιλίες, στον κύριο Γιώργο μέχρι και τα παράπονα που είχε απ’ τη μάνα του εξομολογήθηκε. Ο αδερφός μου με τον Σάκη, έφευγαν το πρωί και γύριζαν το άλλο πρωί λίγο πριν κλείσουν εικοσιτετράωρο απουσίας, κι  εγώ απέκτησα την Κατερίνα!

Η Κατερίνα ήταν ένα πανέμορφο πλάσμα εξωτερικά και εσωτερικά. Δεν σου χάλαγε χατίρι ποτέ και για τίποτα και σε έκανε να νιώθεις ότι της έδωσες μεγάλη χαρά μ’ αυτό που της ζήτησες, τόσο που πρόσεχες μήπως μέσα σ’ αυτά που λες ξεφύγει και κανένα θέλω! Μ’ έπαιρνε και γυρνάγαμε όλη μέρα. Μόνο για μπάνιο πηγαίναμε με τις μαμάδες και μετά από σπίτι σε σπίτι, όπου υπήρχε κορίτσι της ηλικίας μας. Αλλού παίζαμε χαρτιά, αλλού λέγαμε ανέκδοτα, αλλού ακούγαμε μουσική κι αλλού απλά κουβεντιάζαμε. Απογευματάκι πια παίρναμε το δρόμο αντίστροφα και μαζεύοντας όσες μπορούσαν να έρθουν, καταλήγαμε στη πλατεία του Σολωμού. Εκεί έπεφτε το τρελό το γέλιο, τα πειράγματα, τα φλερτάκια, τα τραγούδια και η φιτούρα. Το μάτι της Κατερίνας έψαχνε κι ένα χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό της μόλις ανακάλυπτε τον φιτουρά, όπως τον έλεγα εγώ. Ήταν ένα κομμάτι γλυκό που το πουλούσαν όπως τα κουλούρια και που εμένα σ’ αυτήν τη φάση της σχέσης μου με το Τζάντε δεν μου άρεσε καθόλου. Για την ακρίβεια, η φάτσα του δεν μου άρεσε και γι αυτό δεν το είχα δοκιμάσει καν. Αυτό που με είχε ξετρελάνει ήταν η φρυγανιά που η κυρία Ντίνα μου το έφτιαχνε συνέχεια. Από φαγητά αυτό που μου άρεσε πολύ ήταν το στιφάδο και μάλιστα για δύο λόγους. Πρώτον γιατί ήταν πεντανόστιμο και δεύτερον γιατί δεν είχε κρεμμύδια. Κι όσο γράφω, τόσο θυμάμαι και ήρθε στο μυαλό μου εκείνη η πηχτή σούπα, μάλλον κοτόσουπα ήταν, με το αυγολέμονο. Χρυσοχέρα η κυρία Ντίνα αλλά την γεμιστή πανσέτα την έφτιαχνε ο κύριος Γιώργος και ευτυχώς την έμαθε και του πατέρα μου!!!

Σ’ αυτό το σπίτι ήταν να μείνουμε τρεις μήνες όπως συνήθως αλλά δεν ήταν και στο χέρι μας. Δεν θυμάμαι το λόγο αλλά ήρθε εντολή απ’ την εταιρία να φύγει η μπίγα. Αφού περάσαμε άλλο ένα βράδυ ακούγοντας καντάδες στη Μπόχαλη οικογενειακά, μαζέψαμε  τα μπογαλάκια μας και μπήκαμε μέσα. Έλα όμως που δεν έκανε καιρό για να φύγουμε. Έτσι μέναμε φυλακισμένοι, περιμένοντας πότε θα έρθει το σήμα για να σαλπάρουμε, με τα μούτρα κατεβασμένα. Φανταστείτε λοιπόν τη χαρά μας όταν είδαμε ότι στη βάρκα που ερχόταν ήταν μέσα η αγαπημένη μας οικογένεια της κυρίας Ντίνας. Το τι φέρανε δε λέγετε. Και του πουλιού το γάλα. Φαγητά, γλυκά, φρούτα και κρασιά. Στρώσαμε στη μεγάλη τραπεζαρία και μαζί με όλο το πλήρωμα κάναμε ένα γλέντι τρικούβερτο! Μαύρη ήταν η ψυχή μου όταν η μπίγα άρχισε να κινείται. Καθόμουν στο κρεβάτι του πατέρα μου και κοίταζα έξω απ’ το φινιστρίνι μ’ ένα μπουκαλάκι κολώνια μπουγαρίνι κολλημένο στη μύτη…

Τέσσερα χρόνια μετά ξαναγύρισα στην Ζάκυνθο με την παρέα μου αυτήν την φορά. Τα δωμάτια που είχαμε νοικιάσει ήταν στο Τσιλιβί αλλά πριν πάμε πέρασα απ το σπίτι της Κατερίνας. Η κυρία Ντίνα χοροπήδησε απ τη χαρά της όταν με είδε. Αγκαλιές φιλιά και δάκρυα! Ούτε συζήτηση να μας αφήσει να φύγουμε για το Τσιλιβί αν πρώτα δε μας τραπέζωνε. Για πότε έφτιαξε φαγητό για να ταΐσει πέντε παραπάνω άτομα ούτε που το κατάλαβα! Καθίσαμε μέχρι το βράδυ παρ’ όλο που η Κατερίνα που σπούδαζε στο εξωτερικό δεν είχε έρθει ακόμη στην Ελλάδα  και ο Σάκης, παντρεμένος πια, ζούσε μόνιμα στην Πάτρα. Τρεις μέρες μετά όπως λιαζόμουνα στην παραλία άκουσα να φωνάζουν το όνομά μου…. Η καρδιά μου έκανε κολοτούμπα και πετάχτηκα όρθια! Η Κατερίνα ερχόταν τρέχοντας προς το μέρος μου!!!

Οι δέκα μέρες που είχαμε κανονίσει να μείνουμε έγιναν δεκαπέντε με την επιμονή και, στην ουσία, την οικονομική στήριξη της Κατερίνας αφού μεταφερθήκαμε και οι πέντε στο σπίτι της και μας τάιζε η κυρία Ντίνα. Περιττό να πω ότι αυτές οι πέντε τελευταίες μέρες ήταν και οι καλύτερες των διακοπών. Μέναμε όλες στο ίδιο δωμάτιο και κοιμόμασταν οι μισές στο πάτωμα στρωματσάδα, εναλλάξ με τις άλλες μισές. Το κοιμόμασταν βέβαια ήταν σχετικό αφού όλη τη νύχτα ξεσηκώναμε τη γειτονιά με τα γέλια και τις φωνές μας. «Πάλι πρωί κοιμήθηκαν τα κορίτσια» έλεγαν οι γειτόνισσες την άλλη μέρα στην κυρία  Ντίνα κι εκείνη η καημένη απαντούσε «Σοβαρά; Δεν τις άκουσα!»

Ξαναγύρισα στο Τζάντε παντρεμένη. Ήξερα ότι δεν θα έβρισκα  εκείνη την εποχή την Κατερίνα , αλλά φυσικά  πήγα απ’ το σπίτι να δω τους γονείς της. Φαίνονταν  σα να μην είχε περάσει μέρα από πάνω τους και μάλιστα ήταν τρισευτυχισμένοι γιατί είχαν κοντά τους για όλο το καλοκαίρι τα εγγόνια τους.  Και πάλι η κυρία Ντίνα δε με άφησε να φύγω και μέσα στο δεκαπενθήμερο που έμεινα κατάφερε να μου φτιάξει όλα τα αγαπημένα μου φαγητά και την φρυγανιά και μάλιστα αυτή τη φορά την παρήγγειλα με σαντιγύ. Η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη αυτής της φοράς ήταν το πόσο, μα πόσο πολύ μου άρεσε η φιτούρα !!!

Απ’ αυτήν την τελευταία επίσκεψη έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια. Η Κατερίνα συνεχίζει να μένει στο εξωτερικό, ο Σάκης συνεχίζει να μένει στην Πάτρα και η κυρία Ντίνα με τον κύριο Γιώργο δεν αποχωρίζονται τη Ζάκυνθο με τίποτα, όσο κι αν τους πιέζουν τα παιδιά. Όσο για μένα ποτέ δεν έχασα την επαφή μου με το Τζάντε, αφού έχω ακόμη ένα μπουκαλάκι με κολώνια μπουγαρίνι. Ίσως το άρωμα που αναδύει, όταν το ανοίγω, να είναι ασθενικό ή να υπάρχει μόνο στις αναμνήσεις και στην καρδιά μου, αλλά έχει τη δύναμη να με στέλνει αμέσως εκεί: Στο ονειρικό μου Τζάντε!!!

 

 

 

Σ Υ Ν Τ Α Γ Ε Σ  Α Π Ο  Τ Ο  Τ Ζ Α Ν Τ Ε

 

 


 

ΦΙΤΟΥΡΑ
ΥΛΙΚΑ

  1. 3  ΚΙΛΑ ΝΕΡΟ
  2. 1 ΚΙΛΟ ΣΙΜΙΓΔΑΛΙ ΠΕΡΙΠΟΥ
  3. 1/2 ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙΟΥ ΑΛΑΤΙ ΨΙΛΟ
  4. ΛΑΔΙ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
ΒΡΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΝΕΡΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΚΟΧΛΑΖΕΙ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΒΡΑΖΕΙ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΛΙΓΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΣΙΜΙΓΔΑΛΙ ΑΝΑΚΑΤΕΥΟΝΤΑΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕ ΜΙΑ ΞΥΛΙΝΗ ΚΟΥΤΑΛΑΕΩΣ ΟΤΟΥ ΣΤΑΘΕΙ ΟΡΘΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΕΜΑ ΜΑΣ.ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ ΠΟΛΥ ΑΡΑΙΗ ΑΛΛΑ ΟΥΤΕ ΠΟΛΥ ΠΗΧΤΗ.
ΛΑΔΩΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΛΑΜΑΡΙΝΕΣ ΚΑΙ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΤΗΝ ΖΥΜΗ ΜΑΣ,ΤΗΝ ΑΠΛΩΝΟΥΜΕ ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΑ ΚΑΙ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΛΑΔΑΚΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ. ΤΗΝ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΠΕΡΙΠΟΥ ΓΙΑ 12 ΩΡΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΑΡΑΖΟΥΜΕ ΣΕ ΛΟΞΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΜΠΑΚΛΑΒΑ.
ΤΕΛΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΤΗΓΑΝΙ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΛΑΔΙ ΜΠΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΚΑΨΕΙ ΤΟΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΤΙΣ ΦΙΤΟΥΡΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΗΓΑΝΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΜΕΡΙΕΣ.
ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΒΓΑΖΟΥΜΕ ΤΙΣ ΦΙΤΟΥΡΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΓΑΝΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΜΕ ΠΑΛΙ ΛΑΔΙ ΔΙΟΤΙ ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ Η ΦΙΤΟΥΡΑ ΚΑΝΕΙ ΩΡΑΙΑ ΚΡΟΥΣΤΑ!!! ΜΟΛΙΣ ΒΓΕΙ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΜΠΟΛΙΚΗ ΖΑΧΑΡΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΗ…..

http://kostasmouzakis.blogspot.com/2009/08/blog-post_09.html

 

ΦΡΥΓΑΝΙΑ

Υλικά:

  • 1 πακέτο φρυγανιές
  • 1 πακέτο άνθος αραβοσίτου στιγμής
  • Κανέλα σκόνη

Σιρόπι:

  • 3 φλυτζάνια του τσαγιού νερό
  • 2 φλυτζάνια του τσαγιού ζάχαρη
  • 1 ξυλάκι κανέλα
  • γαρύφαλλο

Γαρνίρισμα:

  • Κρέμα σαντιγύ
  • Καβουρδισμένο αμύγδαλο
  • Γλυκό βύσσινο

Εκτέλεση:
Φτιάχνουμε το σιρόπι. Βράζουμε το νερό με την ζάχαρη, το ξυλάκι από την κανέλα και τα γαρύφαλλα. Το βράζουμε 5 λεπτά. Αραδιάζουμε σε ένα ταψί τις φρυγανιές. Μόλις το σιρόπι είναι έτοιμο βρέχουμε τις φρυγανιές και προσέχουμε να πάει παντού. Αφού το αφήσουμε και ρουφήξουν οι φρυγανιές ρίχνουμε από πάνω μπόλικη κανέλα. Ετοιμάζουμε την κρέμα σύμφωνα με τις οδηγίες του κουτιού. Δεν την αφήνουμε να βράσει, μόλις πήξει λίγο την κατεβάζουμε από την φωτιά.
Την ρίχνουμε επάνω από τις φρυγανιές και την αφήνουμε να κρυώσει. Όταν κρυώσει από πάνω βάζουμε σαντιγύ, καβουρδισμένο αμύγδαλο και γλυκό του κουταλιού βύσσινο.

Είναι ένα πολύ δροσιστικό γλυκό το οποίο τρώγεται χειμώνα και καλοκαίρι. Θα το βρείτε στην Ζάκυνθο με πολλές παραλλαγές.

http://tzogia.blogspot.com/2010/01/blog-post_27.html

 

ΠΑΝΣΕΤΑ ΓΕΜΙΣΤΗ

(Βρήκα πολλές συνταγές αλλά εμπλουτισμένες με διάφορα υλικά, όπως λαχανικά, ζαμπόν, μπέικον, μουστάρδα και άλλα. Ίσως να είναι πολύ καλύτερες αλλά εγώ, εδώ, προτιμώ να βάλω τη συνταγή όπως την είχα γνωρίσει τότε!)

Συστατικά

  • 1 παντσέτα ολόκληρη ανοιγμένη
  • 150 γραμ. λαδοτύρι Ζακύνθου ή κεφαλογραβιέρα
  • 3-4 σκελίδες σκόρδο
  • Αλάτι, πιπέρι
  • 1 λεμόνι
  • Λίγο δενδρολίβανο

Οδηγίες

1.    Καθαρίζουμε και απλώνουμε καλά την πανσέτα.

2.     Ραντίζουμε όλη την εσωτερική επιφάνεια με λεμόνι και αλατοπιπερώνουμε.

3.    Στρώνουμε κατά μήκος της πανσέτας το τυρί κομμένο σε μπαστουνάκια, τα φυλλαράκια του δεντρολίβανου και το σκόρδο κομμένο, κατά μήκος, στα τέσσερα.

4.    Τυλίγουμε σε ρολό, σφιχτά, την πανσέτα μας και τη δένουμε με σπάγκο. Αλείφουμε με λάδι και αλατοπιπερώνουμε και εξωτερικά.

5.    Την βάζουμε στο ταψί και προσθέτουμε χοντροκομμένες πατάτες, λαδωμένες και αλατοπιπερωμένες.

6.    Προσθέτουμε ένα ποτήρι νερό και ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 2 ώρες περίπου, γυρίζοντας την πανσέτα συχνά.

(φωτο από http://tzogia.blogspot.com/2010/02/blog-post_28.html)

 

ΖΑΚΥΝΘΙΝΟ ΣΤΙΦΑΔΟ

ΥΛΙΚΑ:

  • 1 κιλό μοσχαρίσιο κρέας
  • 5 σκελίδες σκόρδο
  • 1 κουτ. Σούπας ξύδι
  • 2 κουταλιές πελτέ
  • 1 κούπα λάδι
  • 1 κλαράκι κανέλα
  • 6 γαρύφαλλα
  • 10 σπόρους πιπέρι
  • ρίγανη
  • 1 δαφνόφυλλο
  • 150 γρ ζακυνθινό λαδοτύρι
  • αλάτι- πιπέρι

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

  • βάζουμε το κρέας, κομμένο σε μπουκιές, στην κατσαρόλα να πιει τα υγρά του
  • προσθέτουμε το σκόρδο ψιλοκομμένο, λίγο απ’ το λάδι ,τον πελτέ διαλυμένο σε λίγο νερό, το ξύδι και όλα τα μυρωδικά εκτός απ’ τη ρίγανη.
  • Σκεπάζουμε και αφήνουμε σε χαμηλή φωτιά μέχρι να γίνει.
  • Λίγο πριν σβήσουμε τη φωτιά, προσθέτουμε τη ρίγανη και το τυρί χοντροκομμένο.

Συνοδεύεται από ρύζι , τηγανιτές πατάτες ή μακαρόνια.

—————————————————————————-

Αυτό που έφαγα «πολύ» όσες φορές πήγα στη Ζάκυνθο ήταν η σούπα αυγολέμονο. Κότα αυγολέμονο, μοσχάρι αυγολέμονο, ψάρι αυγολέμονο. Θα ήταν κρίμα να μην προσθέσω μια απ’ αυτές τις συνταγές.

ΨΑΡΟΣΟΥΠΑ ΑΥΓΟΛΕΜΟΝΟ

Υλικά:

  • 1 μεγάλο ψάρι για βραστό
  • 2 κρεμμύδια ψιλοκομμένα
  • 4 καρότα σε ροδέλες
  • 2 ρίζες σέλινο ψιλοκομμένο
  • 4 κλωνάρια σέλινο
  • 3 μεγάλες πατάτες
  • 1 φλυτζάνι λάδι
  • 2 φλυτζάνια του τσαγιού ρύζι ή αστράκι
  • 4 αυγά χωριστά οι κρόκοι από τα ασπράδια
  • 1-2 λεμόνια
  • 1 κουταλιά της σούπας βούτυρο
  • αλάτι και πιπέρι

Τρόπος παρασκευής:

  • Καθαρίζετε και αλατοπιπερώνετε το ψάρι
  • Βάζετε στην κατσαρόλα το λάδι να κάψει και τσιγαρίζετε το κρεμμύδι
  • Ρίχνετε το ψάρι, τα λαχανικά, αλάτι και πιπέρι
  • Σκεπάζετε με νερό
  • Αφήνετε να σιγοβράσει για 1-1 1/2 ώρα
  • Ρίχνετε το ρύζι ή το αστράκι
  • Αφήνετε να βράσει για 15 λεπτά
  • Στύβετε τα λεμόνια
  • Χτυπάτε τους κρόκους με το αλατοπίπερο
  • Χτυπάτε τ ασπράδια μέχρι να γίνουν μαλακή μαρέγκα
  • Ρίχνετε τους κρόκους στη μαρέγκα και σιγά σιγά το χυμό λεμονιού χτυπώντας το μίγμα συνεχώς
  • Ρίχνετε το μίγμα των αυγών στη σούπα ανακατεύοντας συνεχώς
  • Σερβίρεται ζεστή

gozakynthos.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!!!

JOYEUSES PÂQUES

 Gëzuar Pashkët

 Честит

Великден

Frohe Ostern

HAPPY PÅSKE

 ハッピーイースター

FELIZ PASCUA

 BUONA PASQUA

复活节快乐

 Христос воскрес

 ХАППИ УСКРС

PASTE FERICIΤ

Iyi Paskalyalar

GLAD PÅSK

Хрыстос уваскрос

 復活節快樂

VROLIJK PASEN

 

Όταν ήμουν μούτσος…. (ναύλος 5ος Σκόπελος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

 

Υπήρξαν δύο καλοκαίρια λίγο περίεργα για τα συνήθη δεδομένα. Στο πρώτο επικρατούσε μια ανησυχία στην οικογένεια, η μπίγα έμεινε στην Σαλαμίνα, ο πατέρας μου για πρώτη φορά πήρε την άδειά του καλοκαίρι και εγώ από μούτσος έγινα τσοπάνης, αλλά γι αυτό θα μιλήσω άλλη φορά. Το δεύτερο καλοκαίρι, τα προβλήματα της εταιρίας μάλλον είχαν λυθεί (εκείνα τα χρόνια οι γονείς δεν ενημέρωναν τα παιδιά για τις δύσκολες καταστάσεις) και ο πατέρας μου βρισκόταν για μια ακόμη φορά στην Αλόννησο. Παρ’ όλα αυτά εμείς αργήσαμε  να πάμε κοντά του γιατί υποτίθεται ότι από στιγμή σε στιγμή θα έφευγαν για άλλο νησί. Αφού είχε περάσει πάνω από μήνας από τη μέρα που έκλεισαν τα σχολεία ο πατέρας μου είπε «ελάτε και βλέπουμε», κι έτσι πήγαμε στην Αλόννησο. Δεν μείναμε όμως σε σπίτι γιατί συνέχιζε να υπάρχει αυτό το «και βλέπουμε». Μείναμε στο Σαμψών. Φέρνοντας στο μυαλό μου αυτό το εικοσαήμερο που έζησα στη μπίγα καταλαβαίνω ότι διάλεξα λάθος επάγγελμα στη ζωή μου. Πράγματι μούτσος έπρεπε να είχα γίνει. Μ’ άρεσε τόσο πολύ να βρίσκομαι εκεί την ώρα που δούλευαν που όταν άκουγα τις μηχανές να σταματάνε το απόγευμα, μ’ έπιανε μελαγχολία. Αντίθετα τα πρωινά που με ξύπναγε ο θόρυβός τους την ώρα που έπαιρναν μπρος, φούσκωνε η καρδιά μου από χαρά. Πεταγόμουνα όρθια και η μάνα μου με κράταγε με το ζόρι να μην βγω απ’ την καμπίνα και «μπερδεύομαι στα πόδια των ανθρώπων!». Ξανασκαρφάλωνα στο κρεβάτι και κόλλαγα τη μούρη μου στο φινιστρίνι μέχρι να δω κανέναν απ’ το πλήρωμα να του κάνω νόημα να με φωνάξει. Συνήθως αυτός που μ’ έπαιρνε είδηση ήταν ένας μούτσος ονόματι Παναγιώτης. Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν ο νεότερος του πληρώματος και μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Λέγανε πως παρ’ όλο που ήταν ανύπαντρος κάπου είχε μία κόρη που δεν τον άφηναν να τη βλέπει και ότι ήταν συνονόματη και συνομήλική μου και γι αυτό έκανε σαν τρελός απ’ τη χαρά του όταν μ’ έβλεπε. Ο πατέρας μου βέβαια, πολύ λίγο συγκινιόταν απ’ αυτά. Ανύπαντρος, γι αυτόν, σήμαινε  επικίνδυνος (άσε που τα έτσουζε κιόλας. Μεθύστακα τον φώναζαν!) και προσπαθούσε να με απομακρύνει απ’ τον κυρ-Παναγιώτη, βάζοντας μου λόγια ότι δεν είναι καλός άνθρωπος. Εγώ φυσικά, χρειάστηκε να μεγαλώσω πολύ για να καταλάβω τι κρυβόταν πίσω απ’ τη συμπεριφορά του πατέρα μου. Τι κι αν κατάλαβα όμως; Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν και παρέμεινε ο αγαπημένος μου γιατί αυτό που εισέπραττε η ψυχή μου απ’ αυτόν ήταν μια απέραντη πατρική αγάπη!! Ο πατέρας μου πείστηκε χρόνια μετά όταν τον είδε, στον γάμο μου, να με φιλάει δακρυσμένος και να μου δίνει μια επιταγή ύψους δωδεκάμηνης σύνταξης και βάλε!

Ξαναγυρνάω πάλι στο τότε. Αφού λοιπόν πέρασαν καμιά εικοσαριά μέρες, σαλπάραμε για Σκόπελο. Άρχισε τότε ο πατέρας μου να ψάχνει για σπίτι αλλά δεν έβρισκε πουθενά. Κάθε βράδυ προσευχόμουνα να μην βρει για να συνεχίσουμε να μένουμε στη μπίγα αλλά οι προσευχές μου δεν εισακούστηκαν. Μερικές μέρες μετά βρέθηκε ένα δωμάτιο. Όταν πήγαμε κόντεψα να πλαντάξω απ’ τη στενοχώρια. Ήταν σε ένα περίεργο οικοδόμημα που το αποτελούσαν δύο σπίτια ενωμένα με μεσοτοιχία. Το ένα σπίτι θα ήταν και διακοσίων ετών και το άλλο μόλις είχε τελειώσει. Η οικογένεια έμενε στο παλιό και το καινούργιο το είχε… για αποθήκη!! Μπαίνοντας στο σπίτι νόμιζες ότι έμπαινες σε σπίτι της Αθήνας. Ρολά στα παράθυρα, πόρτες με ανάγλυφα τζάμια μέσα, και μωσαϊκά που έβλεπες να χτενιστείς. Το δωμάτιο που θα μέναμε χωριζόταν απ’ το χολ με δύο τζαμένιες συρόμενες πόρτες και μέσα ήταν γεμάτο από τσουβάλια με αλεύρι! Που να κοιμηθώ εγώ εκεί μέσα! Όλη νύχτα έμενα με τα μάτια ανοιχτά κοιτάζοντας τα τσουβάλια μην τυχόν και πεταχτούν από μέσα ποντίκια και όταν ξημέρωνε, που άρχιζα να νυστάζω, έμπαινε τόσο φως απ’ τις συρόμενες που ήταν αδύνατον να με πάρει ο ύπνος. Μια μέρα μάλιστα κι ενώ οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν το έσκασα και πήγα στη θάλασσα να πιάσω χταπόδια. Δεν ήταν δα και τίποτα δύσκολο. Τόσες και τόσες φορές είχα δει άλλους να το κάνουν. Υπήρχε εκεί στην παραλία μια τσιμεντένια μπάρα που κατέληγε στη θάλασσα και φαντάστηκα ότι ήταν το ιδανικό μέρος να βρω χταπόδια. Με το που πατάω το πόδι μου πάνω στη μπάρα τρώω την πρώτη τούμπα. Δεν πτοούμαι όμως. Σηκώνομαι και με το που πάω να κάνω το πρώτο βήμα τρώω τη δεύτερη. Απτόητη ξανασηκώνομαι και πριν καν σκεφτώ να κάνω βήμα τρώω την τρίτη. Αποφασισμένη να μην φάω άλλη τούμπα, σέρνομαι στην άκρη της μπάρας, ξαπλώνω μπρούμυτα  και χώνω το ένα χέρι μέσα στη θάλασσα ενώ με το άλλο κρατιέμαι, υποτίθεται ,με ανοιχτή παλάμη, από τη μπάρα. Έτσι γλυκά γλιστράω μέσα στο νερό και το πόδι μου συναντιέται με μια τσούχτρα. Τινάζομαι απ’ το τσίμπημα και πέφτω ολόκληρη στο νερό. Εκεί γίνεται η δεύτερη συνάντηση με την τσούχτρα που με τσιμπάει στο μπράτσο αυτήν τη φορά. Αρχίζω να κολυμπάω σα μουρλή να της ξεφύγω (λες και με είχε πάρει στο κυνήγι δηλαδή), αλλά να βρω και σημείο που να μπορώ να βγω στη στεριά. Με τα πολλά, βγήκα και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Δεν ήταν μεγάλη η απόσταση αλλά ήταν αρκετή για να ξεφτιλιστώ. Το φόρεμα κόλλαγε πάνω μου και άφηνα λιμνούλες στο πέρασμά μου. Μπαίνοντας στο σπίτι τρώω την τέταρτη τούμπα γλιστρώντας στο ολοκαίνουργιο μωσαϊκό και χτυπάω το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού στον απέναντι τοίχο. Μ’ ακούει η μάνα μου που νόμιζε ότι κοιμόμουνα, έρχεται τρέχοντας κι όταν βλέπει τα χάλια μου με βουτάει απ’ το μαλλί. Άντρα, γουρούνι, γάιδαρο και ποιον να πρωτοκλάψω! Το τσίμπημα της τσούχτρας, το χτύπημα στο δάχτυλο ή το κεφάλι που κόντεψε να έχει μια τούφα μαλλί λιγότερη; Βέβαια θα μπορούσε να έχει συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο. Να είχα, όντως, βρει χταπόδι!!!

Μετά απ’ αυτό το σκηνικό, άδειασαν ένα δωμάτιο στον πάνω όροφο και μας μετέφεραν εκεί και η μάνα μου κλείδωνε πάντα την πόρτα γιατί εγώ «το μυαλό το είχα πάνω απ’ την σκούφια», κι ας μην είπα ποτέ τον πραγματικό λόγο που με οδήγησε σ’ αυτήν την κατάσταση.

Παρ’ όλο το άσχημο ξεκίνημα η διαμονή στην Σκόπελο εξελίχτηκε πολύ ωραία. Η σπιτονοικοκυρά είχε δύο παιδιά. Μια κόρη στην ηλικία μου κι έναν γιο λίγο μεγαλύτερο. Μ’ αυτούς του δύο και με την κόρη ενός συναδέλφου του πατέρα μου, ο αδερφός μου κι εγώ γνωρίσαμε μια Σκόπελο που μόνοι μας δεν υπήρχε περίπτωση να την ανακαλύψουμε ποτέ. Σαν σε όνειρο θυμάμαι να σκαρφαλώνουμε λόφους και μετά να κατρακυλάμε σε παραλίες που μόνο με βάρκα πήγαινες. Ήρθαμε και γίναμε σαν αράπηδες απ’ το μαύρισμα. Τρόμαξαν να μας γνωρίσουν όταν γυρίσαμε στην Αθήνα. Και τώρα που λέω Αθήνα θυμήθηκα και κάτι άλλο. Ήταν η μοναδική φορά που γυρνώντας στην Αθήνα είχα την αίσθηση ότι έλειπα χρόνια. Τι λέω χρόνια. Σα να ερχόμουνα πρώτη φορά. Αφού είδα τα  λεωφορεία  στον Πειραιά και τα κοίταζα σαν πρώτη φορά ν’ αντίκριζα τέτοιο πράμα!

Και τώρα η ώρα για το αγαπημένο μου θέμα. Το φαγητό!  Μ’ αυτό συνδέεται το δεύτερο χουνέρι μου στη Σκόπελο. Σε γενικές γραμμές δεν έφαγα πολύ, με εξαίρεση τις πεταλίδες απ’ τα βράχια., μέχρι τη στιγμή που η κόρη της σπιτονοικοκυράς άνοιξε το βάζο με το αυγάτο. Το αυγάτο ήταν γλυκό του κουταλιού, δαμάσκηνο! Το έφαγα όλο το βάζο; Έφαγα κι απ’ το δεύτερο; Έφαγα όλο το δεύτερο; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι για πάνω από ένα εικοσιτετράωρο δε μπορούσα να απομακρυνθώ απ’ το σπίτι και ειδικά από ένα συγκεκριμένο δωμάτιο!

Κατά τ’ άλλα η αστακομακαρονάδα ήταν μόνιμα στο τραπέζι, οι τεράστιες γαρίδες, τα ψάρια και φυσικά η τυρόπιτα που εγώ την ήξερα σαν Αλοννησιώτικη αλλά εδώ την έλεγαν Σκοπελίτικη. Μάλλον της δίνεις το όνομα του νησιού που θα γνωρίσεις πρώτο αν και λένε ότι την έφεραν στην Σκόπελο νύφες απ την Αλόννησο. Δεν ξέρω. Εμένα πάντως μου άρεσαν και οι δύο! Τα περίεργα που μου έμειναν σαν γεύση ήταν κάτι φακές που είχε φτιάξει η σπιτονοικοκυρά μας και είχαν μέσα δαμάσκηνα και ένα ψάρι, που φάγαμε σε εστιατόριο που είχε μέσα πατάτες και… δαμάσκηνα!!!

Από τότε δεν έχω ξαναφάει τίποτα απ’ όλα αυτά και τώρα που το σκέφτομαι μάλλον θα τολμήσω κάποια στιγμή να φτιάξω ένα αυγάτο. Εξ άλλου τώρα είμαι μια μεγάλη, σοβαρή και λογική γυναίκα και δεν πρόκειται να φάω και δεύτερο βάζο. Μάλλον δηλαδή…!!!

 

 

Γλυκό Αυγάτο – Ένα παραδοσιακό γλυκό του κουταλιού, από τον συνεταιρισμό «Γλωσσιώτισσα»

ΥΛΙΚΑ

50 Δαμάσκηνα (ποικιλίας Αυγάτο)
2 – 3 κουταλιές Ξινό
Σκόνη Ασβέστη
1 κιλό Ζάχαρη
1 ποτήρι Νερό

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

  • Ξεφλουδίζουμε τα δαμάσκηνα και βγάζουμε το κουκούτσι τους. Τοποθετούμε το νερό σε ένα μεγάλο μπολ. Προσθέτουμε στο νερό λίγο ξινό ή χυμό λεμονιού, για να μην μαυρίσουν τα δαμάσκηνα όσο καθαρίζουμε τα υπόλοιπα.
  • Στη συνέχεια ρίχνουμε όλα τα καθαρισμένα φρούτα σε ασβεστόνερο και τα αφήνουμε εκεί 3 ώρες. Με τον ασβέστη τα φρούτα θα σφίξουν. Στη συνέχεια τα πλένουμε πολύ καλά, αλλάζουμε δέκα φορές το νερό και τα ξαναπλένουμε.
  • Ρίχνουμε σε μια μεγάλη κατσαρόλα 1 μόνο ποτήρι νερό και 1 κιλό ζάχαρη και περιμένουμε μέχρι να λιώσει η ζάχαρη. Προσθέτουμε τα φρούτα και βράζουμε για ½ ώρα μέχρι να δέσει το γλυκό. Δεν χρησιμοποιούμε παραπάνω νερό, γιατί το δαμάσκηνο θα βγάλει και τα δικά του υγρά.

 

Μπακαλιάρος με δαμάσκηνα

6 φιλέτα μπακαλιάρου
5 γλυκά και 3 ξινά δαμάσκηνα
1 μεσαίο κρεμμύδι χοντροκομμένο
3 ψιλοκομμένες σκελίδες σκόρδο
1 κιλό πατάτες κομμένες κυδωνάτες
1 νεροπότηρο χυμό ντομάτας
3 φύλλα δάφνης
πιπέρι
ρίγανη
1 ποτήρι λάδι
Σε μία κατσαρόλα βάζετε λάδι και ρίχνετε τα κρεμμύδια, το σκόρδο και αφήνετε να τσιγαριστούν. Προσθέτετε τις πατάτες και ανακατεύετε απαλά για να ροδίσουν από παντού.
Μόλις ροδίσουν οι πατάτες προσθέτετε το χυμό ντομάτας, τη δάφνη, το πιπέρι, τη ρίγανη, ανακατεύετε και προσθέτετε ένα νεροπότηρο νερό. Χαμηλώνετε τη φωτιά, προσθέτετε τα δαμάσκηνα και αφήνετε να βράσουν για 15 λεπτά. Αν χρειαστεί προσθέτετε λίγο ακόμα νερό.
Στο τέλος τοποθετείτε τα φιλέτα μπακαλιάρου πάνω από τις πατάτες περιχύνοντας τα με ζωμό μέσα στον οποίο βράζει το φαγητό.
Αφήνετε να μαγειρευτεί για άλλα 15 λεπτά.Σερβίρεται ζεστό.
Η συνταγή παρουσιάστηκε στο επεισόδιο «ΜΠΟΥΚΙΑ ΚΑΙ ΣΥΧΩΡΙΟ» στη Σκόπελο.Τα δαμάσκηνα που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τα ξανθά δίνουν μια υπόξινη γεύση που νοστιμίζει το φαγητό.Στα παλιά τα χρόνια,στη Σκόπελο, χρησιμοποιούσαν τα ξανθά δαμάσκηνα στο φαγητό αντί του ξυδιού.

Κατσικάκι με δαμάσκηνα

Υλικά:

  • 1 μπούτι κατσίκι σε μερίδες
  • 1 κιλό πατάτες μικρές ολόκληρες ή μεγάλες κομμένες στα τέσσερα
  • 15 δαμάσκηνα
  • 15 φέτες μπέικον
  • 1 κ.σ θυμάρι
  • 2 κουταλιές μέλι
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • 1 σφηνάκι κονιάκ
  • λίγο δεντρολίβανο
  • 1/2 φλιτζάνι λάδι
  • αλάτι
  • πιπέρι

Εκτέλεση

Τοποθετούμε σε μια λεκάνη το σκόρδο κομμένο, το μέλι, το κονιάκ, το λάδι, το δεντρολίβανο και το κρέας, αφού το έχουμε αλατοπιπερώσει. Αφήνουμε να μαριναριστεί τουλάχιστον 2-3 ώρες και στη συνέχεια το βάζουμε σε ένα ταψί με τη μαρινάδα και το ψήνουμε στους 180 βαθμούς, για μία ώρα. Μετά τη μία ώρα, το βγάζουμε από το φούρνο και βάζουμε τις πατάτες αλατοπιπερωμένες και τα δαμάσκηνα, τυλιγμένα με το μπέικον. Προσθέτουμε, αν χρειάζεται, λίγο νερό και ψήνουμε, για ακόμα μία ώρα.

Πηγή: Χρυσός Οδηγός

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 4ος Κέρκυρα)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Με την προοπτική ότι θα έφευγε απ’ την Κέρκυρα, ο πατέρας μου άργησε να νοικιάσει σπίτι, με αποτέλεσμα , όταν η εταιρία αποφάσισε ότι παραμένουν, να μην υπάρχει τίποτα. Αυτό που τελικά βρήκε ήταν έξω απ’ την πόλη της Κέρκυρας και μακριά απ’ την θάλασσα.  Με το που φτάσαμε, ο αδερφός μου πάτησε πόδι ότι θα έμενε  στο καράβι μιας και ήταν κι ο γιος του καπετάνιου. Εγώ, σαν μικρή και σαν κορίτσι έπρεπε ν’ ακολουθήσω, με βαριά καρδιά, τη μανούλα. Δεν ήταν και το καλύτερο μου ένα καλοκαίρι χωρίς τη θάλασσα δίπλα στην πόρτα μου, αλλά δεν είχα κι άλλη επιλογή. Όντας αισιόδοξος άνθρωπος όμως, δεν απελπίστηκα και έστρεψα την προσοχή μου στα καλά της κατάστασης. Για αρχή, ας πούμε, ήταν όλο αυτό το πράσινο που βλέπαμε κατά τη διάρκεια της διαδρομής για το σπίτι. Καταπληκτικό τοπίο! Νόμιζες πως το αυτοκίνητο έσκιζε τις φυλλωσιές για  να περάσει! Η κατάληξη ήταν ένα σπίτι ονειρεμένο. Σαν παλιό αρχοντικό ήταν. Μας  υποδέχτηκε μια πολύ καλοντυμένη κυρία, οχτακοσίων κιλών (τα εκατό κιλά τα είχε στο πάνω μέρος του σώματος της και τα υπόλοιπα εφτακόσια στο κάτω) με δυνατή γελαστή φωνή!  Φαντάστηκα πως κάπου στο οικόπεδο θα υπήρχε κι άλλο ένα σπιτάκι που εκεί θα μέναμε. Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι γιατί εμείς δεν ήμασταν ενοικιαστές, όπως μου είπε η οικοδέσποινα, αλλά φιλοξενούμενοι. Ως εκ τούτου, φυσικά, θα μέναμε στο αρχοντικό. Θα εξομολογηθώ πως σ’ αυτό το σπίτι δεν ένιωσα ούτε για μια στιγμή άνετα μιας και πρόσεχα την κάθε μου κίνηση μην χαλάσω ή λερώσω τίποτα! Συγχρόνως όμως ήμουν ενθουσιασμένη, έως και ευτυχισμένη μπορώ να πω, που θα μπορούσα για ένα διάστημα να ζήσω εκεί μέσα. Θα είχα και δικό μου δωμάτιο, ξεχωριστό απ της μαμάς και του μπαμπά Μέχρι και υπηρετικό προσωπικό υπήρχε που μου μιλούσε στον πληθυντικό! Ήμουν η νέα πριγκίπισσα Σίσσυ!!!

Πως είχε λοιπόν η όλη ιστορία που μας έφερε εμάς εκεί; Ο πατέρας μου έχοντας μερικούς μήνες στην Κέρκυρα είχε πιάσει φιλίες μ’ έναν γέρο, παλιό καπετάνιο. Ο κύριος αυτός ήταν μισός Έλληνας και μισός Εγγλέζος. Η ιστορία της οικογένειας του ξεκινούσε από τότε που η Κέρκυρα ήταν υπό Αγγλική «προστασία». Ο Εγγλέζος παππούς  του είχε ερωτευτεί την όμορφη Κερκυραία και την παντρεύτηκε. Αυτό το Ελλάδα-Αγγλία 1-1 συνεχίστηκε και στις επόμενες γενιές αφού η μάνα του παντρεύτηκε κι αυτή εγγλέζο, ο ίδιος εγγλέζα και η κόρη του και σπιτονοικοκυρά μας είχε παντρευτεί εγγλέζο επίσης. Επειδή στις αρχές του έγγαμου βίου του έμενε στην Αγγλία, όταν γεννήθηκε η κόρη του, της έδωσε το όνομα του αγαπημένου του νησιού. Κέρκυρα την έλεγαν την σπιτονοικοκυρά μας αλλά όλοι την φώναζαν Κερκύρα. Δεν ξέρω γιατί της είχαν μεταθέσει τον τόνο, αλλά Κερκύρα την φωνάζαμε κι εμείς. Τέλος πάντων, επανέρχομαι. Ένα βράδυ που τα κουτσόπιναν ο πατέρας μου κι ο καπταιν- Ρόμπι , τον ρώτησε ο πατέρας μου αν ήξερε κανέναν να νοικιάζει σπίτι για το καλοκαίρι. «Να νοικιάζει;;;; Δεν είμαστε καλά!!! Η οικογένεια του φίλου μου να νοικιάσει σπίτι;;;; Στης κόρης μου θα μείνετε και δεν δέχομαι δεύτερη κουβέντα!!!». Η μάνα μου ήθελε να πει και δεύτερη και τρίτη , μη σου πω και τέταρτη κουβέντα, γιατί ήθελε την ανεξαρτησία της, αλλά δεν γινόταν. Είχαμε μπλέξει! Έτσι βρεθήκαμε στο παλιό, και όντως, αρχοντικό της κυρίας Κερκύρας, με τα σκαλιστά έπιπλα, τις ντραπέ κουρτίνες και τους υπηρέτες που μας τα έφερναν όλα στο χέρι!

Όσο δυσανασχέτησε η μανούλα στην αρχή άλλο τόσο έδειχνε να την έχει καταβρεί μετά. Κατά πρώτον γίνανε κολλητές με την κυρία Κερκύρα. Μπούρου μπούρου ήταν όλη μέρα, με τα καφεδάκια τους και τους χυμούς τους ή χωνόντουσαν στην κουζίνα και αντάλλαζαν μαγειρικές γνώσεις. Απ’ όταν φύγαμε απ’ την Κέρκυρα και μετά, η ρουμελιώτισσα μάνα μου, συχνά μας μαγείρευε «μοσχάρι σε φύλλο», που ήταν το φιλέτο Γουέλινγκτον, αλλά εκείνη δεν ήξερε ούτε το όνομά του αλλά ούτε και ποιος ήταν ο κ. Γουέλινγκτον.

Εγώ απ’ την άλλη πέρναγα τις ώρες μου γυρνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο. Κι άλλους τρεις μήνες να καθόμασταν και πάλι δεν θα είχα τελειώσει την εξερεύνηση αυτού του σπιτιού αλλά σταμάτησα όταν ξαφνικά ήρθε απ’ την Αγγλία η κόρη της κυρίας Κερκύρας , η Αγγελική! Η Αγγελική εκτός του ότι ήταν ένα απίστευτο κορίτσι με φοβερό χιούμορ και φοβερή ενέργεια, ήταν κάνα πεντάρι χρόνια μεγαλύτερη μου και οδηγούσε κιόλας  (νομίζω πως από τότε άρχισε η μεγάλη μου αγάπη για τα αυτοκίνητα και κατέληξε στο να παντρευτώ ραλίστα. Αλλά αυτό είναι από άλλη ιστορία)! Έτσι το ύφος των διακοπών μας άλλαξε εν μια νυκτί. Στην αρχή ξεκινήσαμε μπανάκια κοντινά μαζί με τις μαμάδες. Στην συνέχεια όμως τα πράγματα άλλαξαν πολύ περισσότερο αφού η  Αγγελική κατάφερε να φέρει στο σπίτι και τον αδερφό μου με τον κολλητό του. Για ποιο να πρωτοπώ!!! Για τις εκδρομές; Για τις βόλτες; Για τα ξενυχτάδικα στις παραλίες; Για τα βράδυα στον κήπο και τα μέχρι δακρύων γέλια μας; Ή να πω για τις νύχτες που τις βγάζαμε αραγμένοι στις πολυθρόνες της βεράντας μιλώντας για φαντάσματα; Θα μπορούσα να γράψω σελίδες ολόκληρες με ιστοριούλες από κείνο το καλοκαίρι. Για τον καφέ στην παραλία, που τράβηξα την καρέκλα του Κώστα την ώρα που πήγαινε να καθίσει και παραλίγο να πέσει στη θάλασσα κι αυτός μετά, για εκδίκηση , μαζί με το κάθαρμα τον αδερφό μου ήρθαν κουκουλωμένοι με σεντόνια, το βράδυ στο δωμάτιο μου. Για το φαγητό που έφτιαξε ο αδερφός μου με ό,τι υλικό βρήκε μπροστά του και μετά μας κυνήγαγε με το κουτάλι στο χέρι για να μας ταΐσει με το ζόρι. Για την κάψουλα από μουρουνόλαδο που δώσαμε στον Κώστα και του είπαμε ότι είναι τσίχλα. Για το ταψί το ψωμί που όπως ήταν σκεπασμένο πριν το βάλουν στο φούρνο η Αγγελική δεν το είδε και πάτησε κατά λάθος μέσα και κι όταν ψήθηκε είχε πάνω το αποτύπωμα  της πατούσας της. Για τον αδερφό μου που του μάθαινε  η Αγγελική να παίζει στην κιθάρα «τα παιδιά του Πειραιά» αλλά του έβγαινε το «σήκω χόρεψε συρτάκι». Κάθε μέρα γινόταν και κάτι που μας έκανε να πέφτουμε κάτω απ’ τα γέλια.

Αν αποφασίσω να πω για το φαγητό εκεί είναι που δεν θα τελειώσω ποτέ. Το σπίτι είχε κι άλλη μία Αγγελική, τη μαγείρισσα! Αυτή η γυναίκα θύμιζε εκείνες τις νέγρες μαγείρισσες που βλέπεις στις ταινίες, μόνο που ήταν λευκή. Θεόχοντρη, με δυνατή φωνή που τη χρησιμοποιούσε ακατάπαυστα, με βροντερό γέλιο, με ένα άσπρο σκούφο στο κεφάλι και με άπειρη αγάπη για τους γύρω της. Κάθε πρωί όταν μας έφερνε το πρωινό δίναμε και τις παραγγελίες μας για το μεσημέρι. Τέσσερις ήμασταν, τέσσερις γνώμες είχαμε. Τελικά έφτιαχνε ότι ήθελε και έφτιαχνε θαύματα! Όλες τις παραδοσιακές συνταγές της Κέρκυρας και όλης της Ελλάδας. Ακόμα και οι αυγοφέτες που μας έφτιαχνε πολλές φορές για πρωινό είχαν ιδιαίτερη νοστιμιά. Δεν θα πω για το σοφρίτο της, ούτε για την παστιτσάδα, ούτε καν για την υπέροχη μηλόπιτα με τις σταφίδες γιατί ήταν γεύσεις που λογικά θα μας άρεσαν. Θα πω για το  μπουρδέτο όμως που την πρώτη φορά τρόμαξαν να μας πείσουν να το φάμε. Παιδί και ψάρι δεν πάνε μαζί. Παιδί και μπουρδέτο απ’ τα χεράκια της κυρα-Αγγελικής όμως πάνε και παραπάνε!!! Από τότε άρχισα να βλέπω το ψάρι με συμπάθεια και το μπουρδέτο έγινε η αγαπημένη συνταγή της μάνας μου γιατί μόνο μ’ αυτό μας κατάφερνε να φάμε ψάρι.

Η αναχώρηση απ’ την Κέρκυρα έγινε με πολλά κλάματα, άπειρες υποσχέσεις για επανιδείν και μια μικρή απειλή ότι το Ελλάδα- Αγγλία 1-1, της οικογένειας θα διακοπτόταν. Μια ρομαντική σχέση μεταξύ Αγγελικής και Κώστα είχε αρχίσει και κράτησε και κάνα δυο χρόνια ακόμη αλλά τελικά μετά από αρκετά χρόνια και η Αγγελική παντρεύτηκε Εγγλέζο.

Αχ Κέρκυρα έχεις μια ξεχωριστή θέση μέσα στην καρδιά μου! Κάθε φορά που πατάω το πόδι μου στη λατρεμένη γη σου, που περπατάω στα καντούνια σου, που μυρίζω τα αρώματά σου, που τα μάτια μου δεν χορταίνουν τις ομορφιές σου , νομίζω πως μεταφέρομαι κάπου αλλού μέσα στο χρόνο και ξαναγίνομαι έφηβη, με την ίδια όρεξη για ζωή, με την ίδια χαρά … με όλα τα συναισθήματα έντονα όπως τότε!!

 

 

Τσιλιχούρδα (παραδοσιακή μαγειρίτσα Κέρκυρας)

Υλικά
για 6 άτομα

1/2 κιλό εντεράκια
1 συκωταριά
1 αρνίσια κοιλιά
1 κούπα λάδι
1 κούπα ψιλοκομμένα κρεμμυδάκια φρέσκα
1 μέτριο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο
1/2 κούπα ψιλοκομμένο μαϊντανό
1/2 κούπα ψιλοκομμένο άνηθο
3 κουταλιές πελτέ ντομάτας
αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι

Χρόνος προετοιμασίας: 30′
Χρόνος ψησίματος: 50′

Εκτέλεση

– Πλύντε καλά τα έντερα και γυρίστε το μέσα έξω με τη βοήθεια μιας βελόνας πλεξίματος ή μιας μικρής ξύλινης σούβλας.
– Πλύντε τα και πάλι πολύ καλά. Βάλτε τα σ’ ένα μπολ με λίγο ξύδι κι αφήστε τα να σταθούν μερικά λεπτά.
– Ξεπλύντε και στραγγίστε τα. Αχνίστε τα, στραγγίστε και ψιλοκόψτε τα.
– Αχνίστε τη συκωταριά και την κοιλιά, στραγγίστε τις και ψιλοκόψτε τις.
– Σε μια κατσαρόλα, ζεστάνετε το λάδι και σωτάρετε τα εντεράκια, τη συκωταριά και την κοιλιά.
– Προσθέστε τα δύο κρεμμύδια κι ανακατέψτε επάνω στη φωτιά, ώσπου να μαραθούν.
– Ρίξτε 2 κούπες ζεστό νερό και σιγοβράστε περίπου 30′ ή ώσπου να μισομαλακώσουν τα υλικά.
– Προσθέστε τα μυρωδικά, τον πελτέ, αλάτι και πιπέρι και συνεχίστε ακόμη 20′ το βράσιμο, να μαλακώσουν καλά η συκωταριά και τα εντεράκια και να δέσει η σάλτσα.

Σημείωση : Αν δε βρείτε αρνίσια κοιλιά, μπορείτε να την παραλείψετε.

 

ΜΠΟΥΡΔΕΤΟ
Καθαρίστε και κόψτε σε κομμάτια το ψάρι που διαλέξατε.
Ρίξτε το λάδι σε μια μεγάλη κατσαρόλα και βάλτε το να ζεσταθεί σε μέτρια φωτιά, προσθέστε το κόκκινο πιπέρι για 3 λεπτά και μετά το ψιλοκομμένο κρεμμύδι και το σκόρδο για 2-3 λεπτα.
Ξεφλουδίστε τις τομάτες και κόψτε τες σε φέτες, μετά κόψτε τις πατάτες σε μεγάλα κομμάτια και προσθέστε τα και τα δύο στην κατσαρόλα μαζί με ένα φλυτζάνι νερό.
Σκεπάστε την κατσαρόλα και και αφήστε το να βράσει για περίπου 20 λεπτά.
Προσθέστε το ψάρι και λίγο μαύρο πιπέρι. Σκεπάστε και πάλι την κατσαρόλα και αφήστε το να βράσει για 20-25 λεπτά.
Σερβίρετε ζεστό.
Συστατικά για 8 άτομα
1 Κομμάτι βακαλάος ή σουπιά ή σκορπιός
3 κρεμμύδια
2 τομάτες ώριμες
4 πατάτες
2 σκελίδες σκόρδο
1 φλυτζάνι λάδι
1 κουταλάκι κόκκινο πιπέρι

μαύρο πιπέρι  Χρόνος να μαγειρεψει
20 λεπτά + 25 λεπτ

 

ΠΟΥΤΙΓΚΑ ΑΠΟ ΜΗΛΑ
Καθαρίστε όλα τα μήλα και κόψτε τα σε φέτες.
Βάλτε τις φέτες σε ένα πυρέξ, ρίψτε ζάχαρη και προσθέστε την σταφίδα.
Τρίψτε τις φρυγανιές και τρίψτε και τον φλοιό ενός λεμονιού μέχρι να γεμίσετε ένα κουτάλι.
Βάλτε μαζί τα δύο συστατικά και προσθέστε τα αυγά,το γάλα και το χυμό ενός μεσαίου σε μέγεθος λεμονιού.
Ρίξτε το μίγμα που δημιουργήθηκε πάνω στα μήλα και βάλτε στο φούρνο να ψηθεί στους 190 βαθμούς για 45-50 λεπτά.
Σερβίρετε την πουτίγκα ζεστή προσθέτοντας επάνω λίγη σαντιγή.
Συστατικά για 6 άτομα
½κιλό κόκκινα μήλα
½κιλό μήλα υπόξινα
1 φλυτζάνι γάλα (πλήρες)
2 αυγά
3 κουταλιές ζάχαρη
3 κουταλιές σταφίδα
3 φρυγανιές
χυμό λεμονιού
1 κουτάλι τριμμένο φλοιό λεμονιού
σαντιγή

Χρόνος να μαγειρεψει
45-50 λεπτ

 

ΣΟΦΡΙΤΟ
Κόψτε σε φέτες το κρέας,ψιλοκόψτε το μαιντανό και το σκόρδο.
Αφού ετοιμάσατε όλα τα συστατικά χτυπήστε τις φέτες απο το κρέας για να γίνουν πιο λεπτές και κόψτε τες σε μικρά κομμάτια. Πλύντε το κρέας και στεγνώστε το με χαρτί κουζίνας και ξεχωριστά ανακατέψτε το αλάτι το πιπέρι και το αλεύρι και μετά αλευρώστε το κρέας.
Ρίξτε το λάδι σε ένα τηγάνι και όταν ζεσταθεί βάλτε το κρέας μέσα και τσιγαρίστε το και απο τις δύο μεριές. Πάρτε ένα βαθύ σκεύος και βάλτε το μισό κρέας και τον μισό μαιντανό και το σκόρδο, προσθέστε πάνω στο υπόλοιπο κρέας τον υπόλοιπο μαιντανό και σκόρδο.
Ρίξτε ένα φλυτζάνι ζεστό νερό και το ξύδι, σκεπάστε και αφήστε το να βράσει για 50-60 λεπτά ή μέχρι να μαλακώσει το κρέας και η σάλτσα να γίνει πηχτή.
Συστατικά
1κιλό μοσχάρι
½φλυτζάνι ελαιόλαδο
1 φλυτζάνι λευκό ξύδι
2 κουταλιές αλεύρι
2 μάτσα μαιντανό
10 σκελίδες σκόρδο
αλάτι
1 κουταλάκι μαύρο πιπέρι  
Χρόνος να μαγειρεψει
60 λεπτά

 

ΠΑΣΤΙΤΣΑΔΑ
Σοτάρετε τα κρεμμυδια σε φέτες και πρίν να πάρουν χρώμα προσθέστε τα μπαχαρικά.
Ανακατέψτε για περίπου δύο λεπτά προσθέτοντας τον κόκκορα καθαρό και κομμένο σε κομμάτια. Ένα μυστικό για να γίνει πιο νόστιμο το κρέας είναι να του κάνετε τρύπες και να βάλετε τα μπαχαρικά μέσα.
Προσθέτετε ένα φλυτζάνι νερό και κρασί και αφήστε το να βράσει για 15 λεπτά.
Διαλύστε σε ένα φλυτζάνι με νερό τον πολτό τομάτας και προσθέστε το στην κατσαρόλα,σκεπάστε την κατσαρόλα και αφήστε το να βράσει σε χαμηλή φωτιά για 1,30 ώρα μέχρι να πήξει λίγο η σάλτσα.
Ξεχωριστά βράστε τα μακαρόνια, στραγγίστε τα και μετά ρίξτε τα στην κατσαρόλα αφού πρώτα έχετε βγάλει τα κομμάτια κρέας. Ανακατέψτε καλά τα μακαρόνια έτσι που η σάλτσα να πάει παντού. Σερβίρετε τα μακαρόνια και στην άκρη τα κομμάτια κρέας, και ρίξτε τυρί τριμμένο. Μπορεί να σερβίρετε πρώτα τα μακαρόνια και μετά το κρέας.
Μια αλλαγή θα ήταν να κάνετε την συνταγή με μοσχάρι.   ΑΥΓΟΦΕΤΕΣ της κυρα-Αγγελικής

  • 10 φέτες μπαγιάτικου ψωμιού κομμένες σε μέτριο πάχος
  • 5-6 αυγά
  • 2 κούπες γάλα (ίσως και παραπάνω)
  • ζάχαρη
  • λάδι για το τηγάνισμα

Βάζουμε το γάλα σ’ ένα μπώλ και σ’ ένα δεύτερο χτυπάμε τ’ αυγά. Ζεσταίνουμε το λάδι στο τηγάνι και βουτάμε μια-μια τις φέτες, πρώτα στο γάλα και μετά στο αυγό να μουλιάσουν καλά. Τις τηγανίζουμε και απ’ τις δύο πλευρες μέχρι να ροδίσουν. Τις βάζουμε σε πιατέλα και τις πασπαλίζουμε με ζάχαρη!!

 

 

Συστατικά για 8 άτομα
4-5κιλά κόκκορα
500 γραμ. μακαρόνια
7 κρεμμύδια
3 κουταλιές της σούπας πολτό τομάτας
1 φλυτζάνι κόκκινο κρασί
1 φλυτζάνι ελαιόλαδο
τυρί τριμμένο
5 γαρύφαλα
2 κομμάτια κανέλα
½ κουταλάκι βασιλικό αφυδατωμένο
½ κουταλάκι μοσχοκάρυδο
1 κουταλάκι κόκκινο πιπέρι
1 κουταλάκι μαύρο πιπέρι

Χρόνος να μαγειρεψει
15 λεπτά + 90 λεπτά

SOS-steilte OLOI mia KARTA!!!

Για τους σοβαρότατους λόγους που αναφέρει κατωτέρω ο δάσκαλος Θεόδωρος Καρυώτης παρακαλείστε να στείλετε ταχυδρομικώς μία οποιαδήποτε κάρτα στο Καστελλόριζο, στη δ/νση:

Δημαρχείο Μεγίστης ή Δημοτικό Σχολείο Μεγίστης

85111

Καστελόριζο

Δωδεκάνησα

Ελλάδα
η:

Megisti Municipality or Elementary School Megisti, 85111, Kastelorizo, Dodekanisa, GREECE.

 

Παρακαλείστε να διαβάσετε το κατωτέρω κείμενο του Καθηγητή Καρυώτη για να αντιληφθείτε τη σημασία της αποστολής.
Στόχος, να κατακλυσθεί το Ελληνικό Καστελλόριζο με κάρτες από όλον τον απανταχού Ελληνισμό.

Ευριπίδης Μπίλλης

Τ. Επίκουρος Καθηγητής ΕΜΠ

From: Marios Evriviades

From: Theodore Kariotis

 

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΠΑΝΤΟΥ. ΒΟΗΘΗΣΤΕ !!! ΓΙΑΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΜΠΛΕΞΕΙ ΑΣΧΗΜΑ ΕΛΛΗΝΕΣ…… ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΚΑΝΤΕ ΤΟ!!!
μια κάρτα δεν κοστίζει, αξίζει… ΜΙΑ ΟΠΟΙΔΗΠΟΤΕ ΚΑΡΤΑ ΜΑΣ ΑΡΚΕΙ!
Παρά την σπουδαιότητα του Καστελόριζου οι πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας είναι ανησυχητικές. Από τον Νοέμβριο υπάρχουν πληροφορίες πως η Τουρκία αμφισβητεί νομικά το δικαίωμα του συμπλέγματος των νησιών του Καστελόριζου να έχουν υφαλοκρηπίδα.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου φαίνεται πως συναινεί στις προκλητικές απαιτήσεις των Τούρκων που θέλουν να αποκόψουν την ζωτική, επι χάρτου, θαλάσσια ένωση Ελλάδας και Κύπρου, αφού θεωρεί το νησί «ιδιαίτερη περίπτωση» και είναι διατεθειμένη να απεμπολήσει κυριαρχικά δικαιώματα με γελοίες δικαιολογίες του τύπου «να αποφύγουμε την επιβάρυνση της ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης με νέα δύσκολα ζητήματα».
Καλούμε όλους τους Έλληνες , Ελλάδας, Κύπρου και Διασποράς, να στείλουν μια αποκριάτικη , πασχαλιάτικη , ή οποιαδήποτε άλλη κάρτα ή επιστολή στο Καστελόριζο . Επιμένουμε όπως σταλεί ταχυδρομικώς, ούτως ώστε να αναγκαστούν τα πλοία να μεταφέρουν τα μηνύματα φυσικά (και όχι ηλεκτρονικά) στο νησί. Να φανεί έμπρακτα και απτά το ενδιαφέρον μας για το μικρό αλλά τόσο σημαντικό κομμάτι αυτό του Ελληνισμού. Μια υλοποιημένη και όχι άυλη παρουσία μας σηματοδοτεί πολλά. Μια μικρή θυσία, να αγοράσουμε, να γράψουμε και να ταχυδρομήσουμε μια κάρτα, θα αναδείξει στους πάντες πως αυτό το νησί που δένει Ελλάδα και Κύπρο δεν το ξεχνάμε, και δεν θα επιτρέψουμε σε κανένα Τούρκο στρατοκράτη να το επιβουλεύεται.

 

Στείλτε τις κάρτες σας στις ακόλουθες διευθύνσεις:

Δημαρχείο Μεγίστης ή Δημοτικό Σχολείο Μεγίστης

85111

Καστελόριζο

Δωδεκάνησα

Ελλάδα

 

Καλούνται επίσης οι Ομογενείς και οι φοιτητές μας να στείλουν κάρτα από όλες τις γωνιές του πλανήτη:
Βλέποντας το Καστελόριζο από ένα χάρτη της ανατολική Μεσογείου, θα δείτε πως το νησί αποτελεί ένα κόμπο που δένει γεωπολιτικά την Ελλάδα με την Κύπρο μας. Χωρίς το Καστελόριζο, τα χωρικά ύδατα των ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, θα τέμνονταν κάθετα από ένα θαλάσσιο σύνορο μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου, καθιστώντας την δυνατότητα κοινής ελλαδοκυπριακής συνεκμετάλλευσης κοιτασμάτων ορυκτού πλούτου, όπως επίσης και την δυνατότητα ενεργοποίησης του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος, αδύνατη.
Ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδας (πετρέλαιο, φυσικό αέριο), αν τύχει σωστής πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης, με γνώμονα πάντοτε το εθνικό συμφέρον, θα μπορεί να δώσει λύσεις στα τεράστια προβλήματα που μαστίζουν την χώρα και να την βγάλουν από τα αδιέξοδα που την οδηγούν επιλογές υποτέλειας τύπου ΔΝΤ. Σύμφωνα με τον Καθηγητή Γεωλογίας Αβραάμ Ζεληλίδη του Πανεπιστημίου της Πάτρας, «αν αξιοποιηθούν οι περιοχές νότια της Κρήτης, τα ευρήματα στη Δυτική Ελλάδα, το Καστελόριζο και η λεκάνη «Ηρόδοτος», που εκτείνεται μεταξύ Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου, τότε καλύπτεται η ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης για 50 χρόνια»[1].  Ο καθένας μας λοιπόν μπορεί να αντιληφθεί την τοποστρατηγική σπουδαιότητα του Καστελόριζου, χωρίς το οποίο Ελλάδα και Κύπρος δεν θα μπορέσουν να οριοθετήσουν την Αποκλειστική Οικονομική τους Ζώνη.

Αναφερθήκαμε ήδη στην σπουδαιότητα της πρόσφατης συμφωνίας καθορισμού της ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ. Η Κύπρος έχει ήδη κάνει παρόμοιες κινήσεις επί Τάσσου Παπαδόπουλου με την Αίγυπτο και τον Λίβανο. Απορήσαμε γιατί η Ελλάδα δεν κάνει παρόμοια κίνηση αφού η οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, δεν αποτελεί μόνο οικονομική προτεραιότητα, αλλά αποτελεί εθνική ανάγκη για την επιβίωση του Ελληνισμού στον γεωπολιτικό χάρτη, και αυτό διότι τα χωρικά μας ύδατα συμπίπτουν, και αυτό οφείλεται στις δυνατότητες που μας παρέχει η ευλογία της ύπαρξης του Καστελόριζου [2].
Ο Στρατηγικός Αναλυτής Καθηγητής Νίκος Λυγερός, ο οποίος διδάσκει στη Σχολή Εθνικής Άμυνας, γράφει τα εξής σημαντικά για το Καστελόριζο:
«Η εξέταση των δεδομένων μέσω της τοποστρατηγικής ανάλυσης επιτρέπει την υπέρβαση της γεωμετρίας του χώρου και εξηγεί τη χρονική επιλογή της διεξαγωγής της μάχης. Για όσους δεν το συνειδητοποιούν ακόμα, το Καστελόριζο είναι χώρος μιας μάχης όχι μόνο από μόνο του, αλλά ολόκληρη η περιοχή, ειδικά αυτή που ανήκει στον ελληνικό χώρο, δηλαδή η δυτική του πλευρά, λόγω της Συνθήκης Παρισίων του 1947. Στην πραγματικότητα, το θέμα της ΑΟΖ θα ασκήσει de facto μια πίεση σε αυτήν την περιοχή και θα πρέπει να επιλέξουμε αν αυτός ο χώρος θα είναι ανάλογος του Μαραθώνα ή των Θερμοπυλών. Αυτή η πρόσβαση στην επιλογή είναι πρόβλημα βούλησης και βέβαια πρωτοβουλίας εκ μέρους μας. Σε κάθε περίπτωση τα τοποστρατηγικά δεδομένα υπάρχουν, το πλαίσιο γεωστρατηγικής υπάρχει. Όλος ο προβληματισμός είναι η προετοιμασία μας. Αλλιώς θα επαναλάβουμε το λάθος της Συνθήκης Σεβρών του 1920, η οποία μετατράπηκε τελικά σε Συνθήκη Λωζάνης του 1923, η οποία μέσω του προσχήματος των Στενών, καθόρισε την μοίρα της Ίμβρου και της Τενέδου, δίχως να δοθεί σημασία στα συγκεκριμένα νησιά.
«Η περίπτωση του Καστελόριζου είναι ακόμη πιο σημαντική, διότι επιτρέπει με λανθασμένους χειρισμούς την επαφή μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου, και μηδενίζει ταυτόχρονα το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα. Το να δίνουμε έμφαση μόνο στο νησί, δίχως να εξετάζουμε τις επιπτώσεις των πιέσεων πάνω στην συγκεκριμένη περιοχή και να μην προσπαθούμε να καταλάβουμε τα τοποστρατηγικά δεδομένα θεωρώντας ότι δεν προσθέτουν τίποτα στις γνώσεις στις οποίες οφείλουμε τη σημερινή κατάσταση είναι δείγμα αδράνειας.» [3]
Δυστυχώς, παρά την σπουδαιότητα του Καστελόριζου όσον αφορά την ΑΟΖ και το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα, οι πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας είναι ανησυχητικές. Από τον Νοέμβριο υπάρχουν πληροφορίες πως η Τουρκία αμφισβητεί νομικά το δικαίωμα του συμπλέγματος των νησιών του Καστελόριζου να έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, και συνεπώς προσπαθεί να τα αποσυνδέσει από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα και να τα παρουσιάσει ως αποκομμένες νησίδες [4]. Σύμφωνα με τον «Ριζοσπάστη», οι Τούρκοι, με την ανοχή του ΝΑΤΟ, μεθοδεύουν δημιουργία τετελεσμένων στο Αιγαίο στα θέματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με την ελληνική κυβέρνηση να φέρεται να έχει αποδεχθεί να εξαιρεθεί το Καστελόριζο από τη γενικότερη διαπραγμάτευση Ελλάδας-Τουρκίας για την οριοθέτηση των δικαιωμάτων της κάθε χώρας [5].
Η κυβέρνηση Παπανδρέου, λοιπόν, φαίνεται πως συναινεί στις προκλητικές απαιτήσεις των Τούρκων που θέλουν να αποκόψουν την ζωτική, επι χάρτου, θαλάσσια ένωση Ελλάδας και Κύπρου, αφού θεωρεί το νησί «ιδιαίτερη περίπτωση» και είναι διατεθειμένη να απεμπολήσει κυριαρχικά δικαιώματα με γελοίες δικαιολογίες του τύπου «να αποφύγουμε την επιβάρυνση της ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης με νέα δύσκολα ζητήματα» [6].
ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ
Εμείς αυτό δεν θα το ανεχθούμε! Θα στείλουμε λαϊκό μήνυμα σε δικούς μας υποτελείς και ξένους επιβουλείς. Αρχής γενομένης με αυτά τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, και με την ελπίδα να συνεχίσει και μέσα στο 2011, ο ‘Εμπροσθοφύλακας’ ξεκινά την εκστρατεία «Εγώ αυξάνω την γεωπολιτική μου ισχύ». Στέλνουμε μια κάρτα στο Δημαρχείο ή στο Σχολείο του Καστελόριζου, ανυψώνουμε την σημασία του ακριτικού νησιού μας στην συνείδηση των Ελλήνων.
Καλούμε όλους τους Έλληνες, Ελλάδας, Κύπρου και Διασποράς, να στείλουν μια χριστουγεννιάτικη, πρωτοχρονιάτικη, ή οποιαδήποτε άλλη κάρτα ή επιστολή στο Καστελόριζο. Επιμένουμε όπως σταλεί ταχυδρομικώς, ούτως ώστε να αναγκαστούν τα πλοία να μεταφέρουν τα μηνύματα φυσικά (και όχι ηλεκτρονικά) στο νησί. Να φανεί έμπρακτα και απτά το ενδιαφέρον μας για το μικρό αλλά τόσο σημαντικό κομμάτι αυτό του Ελληνισμού. Μια υλοποιημένη και όχι άυλη παρουσία μας σηματοδοτεί πολλά. Μια μικρή θυσία, να αγοράσουμε, να γράψουμε και να ταχυδρομήσουμε μια κάρτα, θα αναδείξει στους πάντες πως αυτό το νησί που δένει Ελλάδα και Κύπρο δεν το ξεχνάμε, και δεν θα επιτρέψουμε σε κανένα Τούρκο στρατοκράτη να το επιβουλεύεται.
Στέλνοντας μια κάρτα στους συμπατριώτες μας που κατοικούν στο ακριτικό νησί του Καστελόριζου δείχνουμε με ένα απλό και φιλικό τρόπο, αλλά εξόχως έμπρακτο και συμβολικό, την ευγνωμοσύνη και τη συμπαράστασή μας. Δεν ξεχνάμε την Κυρά της Ρω. Δεν ξεχνάμε τους αγώνες των Καστελορίζιων το 1821 και την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής. Αναγνωρίζουμε πως η παρουσία τους στο νησί αυτό δεν αποτελεί μόνο απλή περίπτωση διαβίωσης, αλλά ταυτόχρονα είναι εξέχουσας σημασίας για την γεωπολιτική και οικονομική συνεκτικότητα των δύο κρατών του Ελληνισμού.
Στείλτε λοιπόν μια κάρτα! Στείλτε μια κάρτα, πείτε το στους φίλους και στους συγγενείς σας, ανακοινώστε το σε ιστολόγια και σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Καλέστε και άλλους συμπολίτες μας να πράξουν το ίδιο. Εμείς δημιουργούμε ρεύμα υπέρ των συμφερόντων του Ελληνισμού, εμείς πολλαπλασιάζουμε την γεωπολιτική και τοποστρατηγική ισχύ του Καστελόριζου αναβαθμίζοντας το στην συλλογική, εθνική μας μνήμη και στις καρδιές μας.
Οι συμβολικές μας πράξεις κατατροπώνουν τις νέο-οθωμανικές γελοιότητες περί αμφισβήτησης και στέλνουμε ένα πανίσχυρο μήνυμα κοινωνικής αλληλεγγύης προς δικούς μας και προς ξένους επιβουλείς: Οι μεν, ΜΗΝ ξεχνάτε το Καστελόριζο! Οι δε, ΜΗΝ αγγίζετε το Καστελόριζο!

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 3ος Ικαρία)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Το ταξίδι για την Ικαρία ήταν επεισοδιακό! Κατά πρώτον κούναγε πολύ και φτάσαμε σαν κοτόπουλα. Κατά δεύτερον κουβαλάγαμε βαφτιστικά, καθότι θα γινόμασταν και νονοί. Κατά τρίτον είχαμε και μια κουβερτούλα μαζί μας, διότι εγώ σε καμπίνα δεν έμπαινα και κάπου θα έπρεπε να γείρω  το κορμάκι μου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Αυτήν την κουβερτούλα την ξεχάσαμε στο πλοίο και η μανούλα την κλαίει ακόμη. Κατά τέταρτον το καράβι δεν πλεύριζε και σ’ έπιανε η ψυχή σου να βλέπεις την κούτα με τα βαφτιστικά ή τη λαμπάδα στον εναέριο χώρο μεταξύ καραβιού και βάρκας, τη στιγμή που κι εσύ περίμενες τη σειρά σου για… αποσκάλωση!

Τελικά πατήσαμε στεριά και ήρθε το κατά πέμπτον. Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο (ταξί ήταν ή αυτοκίνητο φίλου? Δεν θυμάμαι. Υπήρχαν ταξί τότε στην Ικαρία?) για να μας πάει στο σπίτι. Αυτό καθόλου δεν μου άρεσε. Το αυτοκίνητο σήμαινε απόσταση και η απόσταση σήμαινε ότι το σπίτι θα ήταν μακριά απ το κέντρο άρα μακριά από τα μαγαζιά και την κίνηση. Πέσανε τ’ αυτιά μου απ’ την απογοήτευση. Ευτυχώς το αυτοκίνητο πήγαινε συνεχώς παραλιακά. Τουλάχιστον, έλεγα μέσα μου, δεν θα είναι μακριά απ’ την θάλασσα. Και δεν ήταν. Κάθε άλλο μάλιστα!!!

Εκεί, στον παραλιακό αυτό δρόμο, μπροστά σ’ ένα πανέμορφο πέτρινο σπίτι τέλειωσε το επεισοδιακό ταξίδι και άρχισαν οι διακοπές. Μα τι σπίτι ήταν αυτό? Όσο προχωρούσα προς τα μέσα τόσο πιο πολύ το ερωτευόμουνα. Περίτεχνη καγκελόπορτα στην είσοδο και μέσα απ την καγκελόπορτα παγκάκι. Δεξιά κι αριστερά λουλούδια και προχωρώντας, σκαλάκια που σε έφταναν σε μια πανέμορφη και μεγαλοπρεπή πόρτα. Μπαίνοντας μέσα ήταν ένας διάδρομος και δεξιά αριστερά δωμάτια που για τις ανάγκες μας είχαν γίνει όλα κρεβατοκάμαρες. Στο τέλος του διαδρόμου ήταν η κουζίνα με την τραπεζαρία. Ένα απίστευτα μεγάλο και φωτεινό δωμάτιο. Περισσότερο φωτεινό κι απ’ την εσωτερική αυλή που υπήρχε μετά απ’ αυτό. Τώρα, η λέξη αυλή δεν είναι και απολύτως σωστή. Σπηλιά θα ήταν πιο σωστή μάλλον μιας και μιλάω για ένα χώρο που σχηματιζόταν από τον τοίχο της τεράστιας κουζινοτραπεζαρίας κι από έναν κοίλο βράχο που την αγκάλιαζε. Το πάνω μέρος του βράχου έγερνε και σχεδόν ακουμπούσε στον δεύτερο όροφο του σπιτιού. Όση ζέστη κι αν έκανε, εκεί είχε πάντα δροσιά. Από φρούτα και λαχανικά δεν βάζαμε τίποτα στο ψυγείο. Όλα μπαίνανε σε πανέρια που βρίσκονταν πάνω σε μια μακρόστενη  χαμηλή ντουλάπα στο βάθος της αυλή. Για μένα η σπηλιά ήταν σαν παρμένη απ’ τη χώρα των θαυμάτων. Η ντουλάπα είχε μέσα… και τι δεν είχε!! Βιβλία, παιχνίδια , παλιά διακοσμητικά… ό,τι χρειαζόταν για να περάσω τρεις μήνες χωρίς να βαρεθώ ούτε στιγμή. Μέχρι ρούχα , παπούτσια και τσάντες που είχαν βαρεθεί οι κόρες της σπιτονοικοκυράς υπήρχαν εκεί μέσα και δεν μιλάμε για κουρέλια γιατί η σπιτονοικοκυρά το φύσαγε το χρήμα. Να δεις γόβες που θα τις ζήλευε κι η Ωνάση, που  λένε! Όσες ώρες δεν ήμουν στην παραλία ήμουν εκεί ντυμένη κυρία της καλή κοινωνίας! Από κάπου, που δεν θυμάμαι, είχα αποχτήσει και μια φιλενάδα. Ήταν λίγο πιο μεγάλη από μένα αλλά τρελαινόταν κι αυτή να φοράει τα μακριά φουστάνια με τις ψηλές γόβες και να παίζουμε τις κουμπάρες. Το μοναδικό μας πρόβλημα ήταν ποια απ’ τις δύο θα ήταν μάνα. Ναι ναι μάνα! Δεν έχω αναφέρει ακόμη ότι αυτό το σπίτι θα το μοιραζόμασταν με το ζευγάρι που είχε το παιδάκι που θα βαφτίζαμε. Αυτό το παιδάκι λοιπόν ήταν μέρος του καθημερινού παιχνιδιού. Το τραβολογάγαμε όλη μέρα το καημένο αλλά κι αυτό άλλο που δεν ήθελε!!

Και ας πάμε τώρα στην παραλία που κι αυτή η λέξη δεν είναι εντελώς σωστή σ’ αυτήν την περίπτωση. Βγαίνοντας λοιπόν απ’ την καγκελόπορτα ήταν ο κεντρικός δρόμος. Περνώντας απέναντι έβρισκες κάτι σκαλάκια που σε κατέβαζαν στην θάλασσα. Εκεί υπήρχαν βράχια που σχημάτιζαν  έναν μικρούλι όρμο. Απ τους τρεις μήνες που μείναμε στην Ικαρία, τους δύο τους πέρασα εκεί μέσα.  Απ το σπίτι και το λιμανάκι μου έβγαινα μόνον όταν με φώναζε η μάνα μου για να φάμε ή όταν  έπρεπε να πάω φαγητό στον πατέρα μου. Αυτό ήταν κάτι που το είχαμε αναλάβει εγώ κι ο αδερφός μου γιατί δεν ήταν και τόσο απλό όσο ίσως ακούγεται. Το σπίτι απείχε απ το κέντρο μία ολόκληρη ώρα αν πήγαινες με τα πόδια. Κι εμείς φυσικά πηγαίναμε με τα πόδια. Όταν ήταν η σειρά μου έβαζα το μωράκι στο καρότσι και πήγαινα. Ούτε που την καταλάβαινα τη διαδρομή κι έπαιρνε κι εκείνο τον αέρα του. Πήγαινα  στο λιμάνι και περίμενα με λαχτάρα τη βάρκα που έστελνε ο πατέρας μου για  να πάρει το φαγητό. Διότι εγώ έδινα το φαγητό και ο βαρκάρης μου έδινε τα λεφτά που μου έστελνε ο πατερούλης μου για παγωτάκι!!

Εκείνο το καλοκαίρι στην Ικαρία ήταν καταπληκτικό. Πάμπολλα  γεγονότα ξεπετάγονται απ τις αναμνήσεις μου… τα βράδια που πηγαίναμε όλοι μαζί στο εστιατόριο και άκουγα τις ιστορίες που έλεγαν οι μεγάλοι, το ταξίδι που έκανα με τη μαμά μου στην Πάτμο και χάσαμε το δρόμο για το δωμάτιο που είχαμε νοικιάσει, τις στρατιωτικές επιδείξεις που γίνανε κάπου έξω απ’ την πόλη και μου έφυγε η ψυχή απ την τρομάρα, την συνάντηση με τις κόρες της σπιτονοικοκυράς που ήρθαν από Αθήνα και τις κοίταγα με ορθάνοιχτα μάτια από θαυμασμό και άλλα πάρα πολλά μικρά και μεγάλα. Σε σχέση με το φαγητό οι αναμνήσεις μου δεν είναι πολλές. Θυμάμαι πολύ καλά τη μαμά μου να φτιάχνει μπριάμ στο τηγάνι, όπως το έλεγε αλλά αυτές ήταν οι μέρες που για μένα και τον αδερφό μου έφτιαχνε μπιφτέκια. Εκείνο το μπριάμι ήταν το σουφικό όπως έμαθα χρόνια μετά απ’ τον  Μαμαλάκη. Δυστυχώς δεν έφαγα ποτέ το αυθεντικό. Αυτό όμως που έφαγα και πολύ μου άρεσε ήταν το γαμοπίλαφο. Παρ’ όλο που δεν ήταν γάμος, το μαγαζί που είχαμε κλείσει για τη βάφτιση, αυτό το φαγητό μας ετοίμασε. Αυτό φάγαμε και απ την σπιτονοικοκυρά όταν μας έκανε το τραπέζι και συνεχίσαμε να το τρώμε και στην Αθήνα γιατί η μανούλα αντέγραψε την συνταγή και μάλιστα την έκανε το ίδιο καλά!

Αυτό που περισσότερο θυμάμαι όμως ήταν ένα γλυκό που έφτιαχνε η μάνα της φιλενάδας μου. «Το φτιάχναμε στην πατρίδα μου» έλεγε «την Πάτμο!» κάνοντας με να πιστεύω πως η Πάτμος ήταν κάπου πολύ μακριά. Τι κι αν πήγα στη Πάτμο; Έμεινε για πάντα στο μυαλό μου, στην ίδια, μακρινή απ’ την Ικαρία, απόσταση. Αυτό το γλυκό εγώ τότε το έλεγα λουκουμάδες. Δεν ήταν λουκουμάδες όμως. Σβίγγοι ήταν. Δεν τους είχα ξαναφάει αλλά τώρα που τους θυμήθηκα γράφοντας για την Ικαρία μου έτρεξαν τα σάλια. Χθες λοιπόν που ήταν Κυριακή αποφάσισα να τους φτιάξω και μάλλον τους πέτυχα γιατί όταν του δοκίμασε η μανούλα μου θυμήθηκε το γλυκό που μας έστελνε η μαμά της Στελλίτσας στην Ικαρία. Η μανούλα θυμήθηκε το γλυκό κι εγώ θυμήθηκα το όνομα της φιλενάδας μου!!! Πολλά φιλιά Στελλίτσα όπου κι αν είσαι. Πολλά φιλιά σε σένα και στην πανέμορφη Ικαρία!!!

ΣΟΥΦΙΚΟ

ΤΟ ΣΟΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΑΡΓΥΡΩΣ

Παραδοσιακη συνταγή από την Ικαρία

λέγεται ότι
‘Χρόνια πριν, μια γυναίκα από τα μέρη τα δικά μας δεν είχε προλάβει να ετοιμάσει φαγητό για τον άνδρα της, ο οποίος είχε γυρίσει κουρασμένος και πεινασμένος από τη δουλειά στα χωράφια. Σκέφτηκε να του κάνει κάτι εύκολο και γρήγορο και κατέβηκε στο κήπο. Έκοψε ό,τι λαχανικό βρήκε μπροστά της και ό,τι μάζεψε, αφού τα καθάρισε και τα έκοψε, τα έβαλε όλα μέσα στο τηγάνι. Αφού ψήθηκε το φαγητό, σκέφτηκε να δοκιμάσει. Καθώς έτρωγε άρχιζε να μονολογεί&: Σου ‘φήκω, δε σου ‘φήκω (να σου αφήσω ή να μην σου αφήσω) και έτσι προέκυψε το σουφικό ‘
Υλικά :
Μελιτζάνες (ή κολοκυθάκια)
Κρεμμύδια
Ντομάτες
Πατάτες
Πιπεριές

Ετοιμασία :
Παίρνουμε ένα βαθύ τηγάνι (ή κατσαρόλα) και βάζουμε μπόλικο λάδι. Το αφήνουμε να ζεσταίνεται σε μέτρια φωτιά. Αφού πλύνουμε καλά όλα τα υλικά τα κόβουμε σε μικρά κομμάτια και τα συγκεντρώνουμε σε μια μεγάλη λεκάνη. Προσθέτουμε αλάτι και όποιο άλλο μυρωδικό (ρίγανη, πιπεράκι κ.α.) θελήσουμε. Τα ρίχνουμε όλα μέσα στο τηγάνι, σε καυτό λάδι και σκεπάζουμε το τηγάνι για 20 30 λεπτά, χαμηλώνοντας προοδευτικά τη φωτιά, μέχρι να ψηθεί το φαγητό.

Σερβίρουμε το φαγητό με δροσερή χωριάτικη σαλάτα, φρέσκο ψωμάκι, φέτα και καλό παραδοσιακό κρασάκι.

http://tastytour.pblogs.gr/2007/05/soyfiko.html

 ΓΑΜΟΠΙΛΑΦΟ ΙΚΑΡΙΑΣ

ΥΛΙΚΑ

1 φλιτζ. τσαγιού ελαιόλαδο
3 μέτρια κρεμμύδια χονδροκομμένα
1 ματσάκι μαιντανό
1/2 κιλό ντομάτες περασμένες από τον μύλο.
2 κ. σ. πελτέ
11/2 κιλό κατσικάκι κομμένο σε μερίδες
2 πράσινες πιπεριές
2 κόκκινες πιπεριές
1 ποτήρι κόκκινο κρασί
Αλάτι
ρίγανη

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

  1. Ρίχνετε λάδι στη κατσαρόλα, μαζί με χοντροκομμένο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο μαϊντανό και ανακατεύετε.
  2. Μόλις τσιγαριστούν το κρεμμύδι με τον μαιντανό, ρίχνετε το κρέας στη κατσαρόλα, ανακατεύετε και σβήνετε με κόκκινο κρασί.
  3. Εν τω μεταξύ τρίβετε τις ντομάτες σε ένα μπολ, Καθαρίζετε και χονδροκόβετε τις κόκκινες και πράσινες πιπεριές.
  4. Στο κρέας που βράζει, προσθέτετε τις πιπεριές και τις ντομάτες που κόψατε προηγουμένως, μαζί με λίγη ρίγανη και αλάτι. Αφού βράσει λίγο, προσθέτετε στη κατσαρόλα τον πελτέ ντομάτας που τον έχετε διαλύσει σ ένα φλιτζάνι ζεστό νερό και ανακατεύετε. Σκεπάζετε τη κατσαρόλα και μισή ώρα προτού ψηθεί, προσθέτετε το αλάτι.
  5. Μόλις το κρέας είναι έτοιμο, το βγάζετε από τη κατσαρόλα με τρυπητή κουτάλα και το τοποθετείτε σε μια πιατέλα.
  6. Σουρώνετε το ζουμί.
  7. Καθαρίζετε τη κατσαρόλα, ρίχνετε μέσα το ζωμό από το κρέας που σουρώσατε και μόλις πάρει μια βράση, προσθέτετε το ρύζι. Αφήνετε να βράσει για περίπου 20 λεπτά και σερβίρετε.

 

 ΣΒΙΓΓΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΜΟ

 ΥΛΙΚΑ

  • ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΥΜΗ
  • 2 ποτήρια αλεύρι
  • 2 ποτήρια νερό
  • 2 κουταλιές βούτυρο
  • 8 αυγά
  • 5 βανίλιες
  • λάδι για τηγάνισμα
  • κανέλα σκόνη
  • ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΡΟΠΙ
  • 2 ποτήρια ζάχαρη
  • 1 ποτήρι νερό
  • 1 ποτήρι μέλι

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

ΣΙΡΟΠΙ
Σε μια κατσαρόλα, ρίχνετε το νερό και την ζάχαρη. Αφήνετε να βράσουν και μόλις είναι έτοιμα προσθέτετε το μέλι και ανακατεύετε μέχρι να λιώσει.

ΣΒΙΓΓΟΙ

Σε κατσαρολίτσα, ρίχνετε το νερό και το βούτυρο. Μόλις βράσει το νερό και λιώσει το βούτυρο, προσθέτετε κατ’ ευθείαν όλο το αλεύρι και ανακατεύετε.

Κατεβάζετε την κατσαρολίτσα από τη φωτιά, αφήνετε το περιεχόμενό του να κρυώσει λίγο και ρίχνετε μέσα τις βανίλιες, ενώ ανακατεύετε συνεχώς.

Στη συνέχεια, ανακατεύοντας διαρκώς, σπάτε μέσα ένα ένα τα αυγά, περιμένοντας πρώτα να απορροφηθεί το καθένα και μετά να ρίξετε το επόμενο.

Επαναλαμβάνετε τη διαδικασία με όλα τα αυγά. Το χτύπημα των αβγών μέσα στη ζύμη γίνεται καλύτερα με μίξερ με τον γάντζο του ζυμώματος. Όταν η ζύμη είναι έτοιμη (Πρέπει να είναι λεία), την αφήνετε για λίγο να ξεκουραστεί.

Σε ένα βαθύ τηγάνι η φριτέζα, ρίχνετε μπόλικο λάδι κατά προτίμηση σπορέλαιο (για να γίνουν οι σβίγκοι πιο ελαφροί). Όταν ζεσταθεί, λαδώνετε τα χέρια σας, παίρνετε μια κουταλιά ζύμη, την πλάθετε σε μπαλάκι, την ισιώνετε ανάμεσα στις παλάμες σας, κάνετε μια τρύπα στη μέση και ρίχνετε τη ζύμη στο ζεστό λάδι (προσέχετε το λάδι να μη σας κάψει πολύ γιατί έτσι θα ανοίξουν στο τηγάνισμα).

Οταν οι σβίγγοι φουσκώσουν ανέβουν στην επιφάνεια και ροδίσουν τους βγάζετε με τρυπητή κουτάλα.

Τοποθετείτε τους σβίγγους σε σουρωτήρι να φύγει το πολύ λάδι και στη συνέχεια βουτάτε έναν έναν στο σιρόπι να μελώσουν.

Σερβίρονται ζεστοί πασπαλισμένοι με κανέλλα.

http://www.gastronomies.gr/recipe.php?recipeid=914

 

 

Κι άλλο ένα αντίο… ακόμα πιο πικρό!

[youtube xtstEIjzBkU]

 από το δικό του site: http://www.rasoulis.gr

Το παρόν site, για μένα, έστω και επίσημο, δεν είναι να παραθέσω τα πεπραγμένα μου, εν είδη πρόωρου μνημόσυνου, τα προικώα μου σε στιλ: θαυμάστε με και εσείς ,εκτός από μένα (που και αυτό μπορεί να περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αλλά ως δευτερογενές)  αλλά να εκθέσω μεν τα πεπραγμένα μου, όσο μπορώ περισσότερα, για να δείξω ότι δούλεψα – και δουλεύω- και δεν υπήρξα χαραμοφάης, και αφού  υπερασπιστώ τον περιφρονημένο κατατρεγμένο και πρωτοπόρο χαρακτήρα των προϊόντων των κόπων μου, να καταγράψω τις προσπάθειες των όσων δεν ηθέλησαν να παραχθούν αυτά τα προϊόντα και το γιατί ο παραγωγός τους –εγώ δηλαδή- έγινα το σκοτεινό αντικείμενο του φθόνου τους. Όμως θέλω να καταγράψω όχι τις κινήσεις των εχθρών που έτσι και αλλιώς θα υπήρχαν, αλλά εκείνων των κρατικών φορέων και ιθυνόντων εν ονόματι τάχαμ του δημοσίου συμφέροντος, -ουσιαστικά εις βάρος του- χρησιμοποίησαν τους εθνικούς και κρατικούς οργανισμούς και μηχανισμούς εναντίον μου και εναντίον της δουλειάς μου, που επωμίστηκε σε τελευταία ανάλυση το δημόσιο συμφέρον και το ξεκαθάρισμα του τι είναι επιτέλους πολιτισμός, και πώς αυτός θωρακίζει  τη χώρα ή καταντά τροτέζα  στη Συγγρού του εκάστοτε και ενίοτε γραφειοκρατικού, μικροπολιτικού συμφέροντος.

Όποιος λοιπόν, έντιμος, ευαίσθητος, αντικειμενικός θα ήθελε να εντρυφήσει  στην πορεία της ιδεολογικής μου ηθικής και αισθητικής απόσταξης , θα λάβει υπόψη του πάραυτα με το μικρό έργο μου και το ιστορικό μου πώς η Λερναία Ύδρα (και η δίδυμη αδελφή της, δηλαδή οι ημέτεροι) προσπάθησε και προσπαθεί να το παροπλίσει , περιθωριοποιήσει, να του κάνει λοβοτομή εκεί που αυτό οραματίζεται τη Χρυσή τομή.

Δεν το κάνω από στιλ ούτε από γκρίνια που αναφέρομαι επίμονα σε περιστατικά που δείχνουν ανάγλυφα αλλά και σημειολογικά τις συσχετίσεις και της τριβής μεταξύ της δικής μου προσπάθειας αλλά και της Λερναίας Ύδρας. Όχι μόνο απλώς για την ιστορία όπως λένε.

Η καταγραφή του κοινωνικού πλαισίου –που διαμορφώνει και ελέγχει η πιο αδυσώπητη αποκρουστική και παρακμιακή κάστα των νεόπλουτων αρχοντοχωριατών μικροαστών- τους οποίους στο βάθος αγαπώ αλλά δεν εκτιμώ- έχει πρώτιστη σημασία για την εντόπιση των παραμέτρων, των αξόνων, και των αναδιπλώσεων της συνολικής δουλείας μου, που σαφώς προεκτείνεται στη στάση ζωής που κρατώ, ελπίζω με κάποια συνέπεια, και που απ’αυτή τροφοδοτείται και νοηματοδοτείται.

Επομένως, και να τα γκαγκαρώσω, κάποια στιγμή, (και δεν είμαι από πέτρα ούτε αθάνατος) να υπάρχει τουλάχιστον ένα site, όχι απολίθωμα, αλλά σαν ημερολόγιο ενός τύπου που προσπάθησε να βιώσει και να αντιληφθεί την αντίστιξη της ζωής, του έρωτα και του θανάτου. Μπας και κανένας άλληλος μάθει κάτι απ’ αυτό και κάνει μέσα του ένα βζνννγκ.

Απ’αυτήν την άποψη και υπ’ αυτή την έννοια ας είναι ευλογημένο το παρόν site. (πιστεύω και δεν ξέρω γιατί, αν ζούσε στις μέρες μας ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα’ χε και αυτός ένα site).

Υ.Γ.  Το σπουδαιότερο, ότι ο τύπος αυτός (εγώ δηλαδή) ενσαρκώθη  σ’ ένα οριακό timing όπου πλανήτης και ανθρώπινο είδος, αντικειμενικά βρίσκονται στον έσχατο κίνδυνο, και η ηθική του αγωνία επυρακτούτο όχι από το ερώτημα: να ζει κανείς ή να μην ζει, αλλά αν υπάρχει δικαιοδοσία, εκ της διαλεκτικής, περί σωτηρίας του πλανήτη ή του είδους παρέμβασης ναυαγοσωστικού περιεχομένου ή καρμικά θα έπρεπε να γίνει αποδεχτό το προαποφασισθέν και να γράφει η οθόνη το ίσως λυτρωτικό, τελειωτικό: The End.

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 2ος Αλόννησος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Για την Αλόννησο είχα ξεκινήσει με κακή διάθεση. Δεν θυμάμαι τώρα πια το λόγο αλλά εκείνο το καλοκαίρι δεν ήθελα να φύγω απ’ την Αθήνα. Μουρτζούφλα έφτασα κι αυτό  που πρωτοείδα μου χάλασε ακόμη περισσότερο τη διάθεση. Ένα χωριό! Παντού χωματόδρομοι και πίσω απ’ τα σπίτια σκηνές. Στην κακή μου διάθεση προστέθηκε και η ανασφάλεια απ’ το φόβο ενός σεισμού. Είχαν περάσει πολλά χρόνια απ’ το μεγάλο σεισμό μου είπε ο πατέρας μου αλλά όσο έβλεπα εγώ τις σκηνές δε μπορούσα να δώσω και μεγάλη σημασία στα λόγια του. Τελικά, στην Αλόννησο ήταν γραφτό να ζήσω δύο απ’ τα ωραιότερα καλοκαίρια της ζωής μου με καλύτερο εκείνο το πρώτο.  

Το σπίτι που είχε νοικιάσει ο πατέρας μου για το καλοκαίρι ήταν μέρος ενός συμπλέγματος σπιτιών που έβγαζαν σε μια κοινή αυλή. Ζούσαν τρεις οικογένειες εκεί μέσα και μας υποδέχτηκαν και οι τρεις όταν φτάσαμε, με γέλια και χαρές. Μια μεγάλη γυναίκα, δύο νεότερες με τους άντρες τους κι ένας παππούς που κοιμόταν καθισμένος σε μια πάνινη πολυθρόνα τύπου σκηνοθέτη που λέμε τώρα, γιατί τότε δε νομίζω να είχαμε ιδέα που κάθονται οι σκηνοθέτες. Υπήρχαν και παιδιά. Ένα κοριτσάκι με κινητικό πρόβλημα, κι ένα αγόρι πιο κοντά στην ηλικία του αδερφού μου. Καθίσαμε όλοι γύρω  από ένα να μεγάλο τραπέζι που ήταν στρωμένο στην αυλή και είχε πάνω και του πουλιού το γάλα. Εγώ, κάτι η κακή διάθεση, κάτι που κουνιόμουν ακόμα απ’ το ταξίδι, κάτι που σαν ψαρομεζέδες έμοιαζαν όλα, δεν ήθελα να φάω τίποτα. Με το ζόρι η μία απ’ τις νεότερες γυναίκες μου έδωσε να δοκιμάσω ένα κομμάτι πίτα. Τηγανιτή τυρόπιτα! Ακόμα την θυμάμαι! Κι όχι μόνον αυτή. Όλες όσες μας έφτιαχνε για ψύλλου πήδημα η κυρία Μαρία. Μόνο να το ‘λεγες και σε μισή ώρα είχε γεμίσει μια πιατέλα. Ένα απόγευμα είχε άλλες δουλειές και δεν μας έκανε τη χάρη. Την περικυκλώσαμε λοιπόν και δεν την αφήναμε σε ησυχία. Παχουλούλα και χαριτωμένη την θυμάμαι να γελάει με την καρδιά της. Στην άκρη της αυλής κολλητά με το σπίτι ήταν η αποθήκη με τα αλεύρια, τα χαρούπια και το λάδι. Την πήραμε όλοι σπρώχνοντας να την πάμε στην αποθήκη. Γέλαγε η κυρα-Μαρία και τάχα μου δεν ήθελε αλλά δεν έβαζε και δύναμη να μας ξεφύγει. Φτάνουμε στην αποθήκη και πάει ν ανοίξει το τσουβάλι με τ’ αλεύρι. Φόραγε μια ρομπούλα από τσίτι κι όπως είχε σκύψει το ντεκολτέ κρεμόταν κι εκεί μέσα χώθηκε ο ποντικός με το που πετάχτηκε απ’ το τσουβάλι. Για πότε εξαφανιστήκαμε….λες κι ο ποντικός θα μας έπαιρνε στο κυνήγι!!! Εγώ έφτασα στην καγκελόπορτα της αυλής κι η παντόφλα μου είχε μείνει στην αποθήκη. Η κυρα-Μαρία ξαφνιάστηκε, χοροπήδησε να φύγει ο ποντικός και μετά άρχισε να γελάει ακόμα πιο δυνατά και να μας κοροϊδεύει « Τυρόπιτα θέλατε?? Τηγανιτό ποντικό θα σας φτιάξω!» και όλο  να  γελάει! Τελικά μας έφτιαξε και τυρόπιτα και λουκουμάδες και μου έφερε και την παντόφλα μου γιατί εγώ στην αποθήκη δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναμπώ!!

Δε μπορώ να θυμηθώ πόσα κιλά πήρα εκείνο το καλοκαίρι αλλά θυμάμαι ότι μασούλαγα συνέχεια. Μέχρι και στη θάλασσα που πηγαίναμε ξεκολλάγαμε πεταλίδες απ’ τα βράχια και τις τρώγαμε. Άσε δε τους αστακούς!! Ο πατέρας μου είχε ένα συνάδελφο ( απ’ το Λέων πρέπει να ήταν αυτός) που έφτιαχνε διακοσμητικά από βότσαλα, αχιβάδες και καύκαλα αστακών και καβουριών. Το καλύτερο ήταν ότι όλα αυτά δεν τα έτρωγε. Δεν του άρεσαν. Τα αγόραζε και μας τα μοίραζε, με τη συμφωνία να μην πετάμε τίποτα απ’ αυτά που δεν τρώγονταν. Ούτε που ξέρω πόσους τόνους θαλασσινών φάγαμε εκείνο το καλοκαίρι. Θαλασσινά σε όλες τις παραλλαγές. Μέχρι που η μάνα μου η ρουμελιώτισσα έφτασε να καθαρίζει τον αστακό με μαεστρία σεφ και να φτιάχνει απίθανες αστακομακαρονάδες! Αυτό που δεν έφαγα τότε ήταν ο τόνος. Να σκεφτείς δεν θυμάμαι καν ότι τον είχαμε μαγειρέψει ποτέ. Όση τρέλα είχα για τα θαλασσινά, άλλη τόση αντιπάθεια είχα για τα ψάρια.

Στην Αλόννησο ξαναγύρισα πριν μερικά χρόνια με τον άντρα μου και τα παιδιά μου. Δεν υπήρχαν πια χωματόδρομοι και σκηνές αλλά, περπάτησα κι έκανα μπάνιο στην ίδια παραλία και ξεκόλλησα και μια πεταλίδα από το ίδιο βραχάκι. Μια μπίγα έκανε την καρδιά μου να χοροπηδήσει και γέμισε τα μάτια μου δάκρυα φέρνοντας μου στο μυαλό τον αγαπημένο μου Σαμψών κι έτσι μου φάνηκε ότι από κάπου άκουσα και τη φωνή του πατέρα μου! Αυτές οι αναμνήσεις με οδήγησαν στα στενά της Χώρας να ψάξω να βρω το σπίτι με την αυλή που μέναμε τότε. Και ρωτώντας το βρήκα. Δεν υπήρχε πια αυλή και όλο το σπίτι ήταν διαφορετικό. Χτύπησα την πόρτα και μια κυρία, που κάτι μου θύμιζε, μου άνοιξε. Άρχισα να της εξηγώ ποια είμαι όταν άκουσα μια φωνή από μέσα να ρωτάει: «Η Ελένη είναι???». Είναι αδύνατον να περιγράψω την έκπληξη και την συγκίνηση που ένιωσα όταν αντίκρισα τη φιλεναδίτσα μου εκείνου του καλοκαιριού. Το κοριτσάκι με το κινητικό πρόβλημα με θυμόταν ακόμα όπως τη θυμόμουν κι εγώ!!! Μείναμε αρκετή ώρα. Γελάσαμε με όσα θυμηθήκαμε και κλάψαμε γι αυτούς που δεν ήταν πια μαζί μας… ποτέ ξανά δεν θα έτρωγα τυρόπιτα απ’ τα στρουμπουλά χεράκια της κυρα-Μαρίας! Ούτε τηγανιτό ποντικό!

Μπορεί αυτή τη δεύτερη φορά να έμεινα δυόμισι μήνες λιγότερο απ’ την πρώτη αλλά είδα πολλά περισσότερα. Όλα αυτά που το παιδικό μου μάτι δεν ήταν σε θέση να δει και να εκτιμήσει. Όλη αυτή την ομορφιά του καταπράσινου τοπίου και της κρυστάλλινης γαλάζιας θάλασσας! Κι από γεύσεις?   Για ποιο να πρωτοπώ! Για τον τόνο που με μανία είχα αποφύγει την πρώτη φορά ,για όλα τα φρέσκα ψάρια που τρώγαμε κάθε μέρα ή για τα απίστευτα καλαμάρια με κοφτό μακαρονάκι που έφτιαχνε καθημερινά μια άλλη «κυρα-Μαρία»  στη Βότση!

Ψάχνοντας για την επιστημονική εκδοχή των αναμνήσεων μου βρήκα στη γύρα όλες τις συνταγές που αγάπησα, εκτός απ’ τον τηγανιτό ποντικό. Όμως η  αγάπη μου γι αυτήν ακριβώς  τη συνταγή κι η σκιά της μπίγας, θα με κάνουν μια μέρα να ξαναγυρίσω στην αγαπημένη μου Αλόννησο!!!

τυρόπιτα Αλοννήσου με τον Στάθη Παναγιωτόπουλο : [kad_youtube url=»https://www.youtube.com/watch?v=r6DnpGUaqz8″ width=400 height=300 ]

Αστακομακαρονάδα:

  • 1 αστακός 1 κιλό περίπου              
  • 8 κουταλιές ελαιόλαδο
  • 1 πακέτο σπαγγέτι
  • 8 σκελίδες σκόρδο
  • 12- 15 ντοματίνια
  • 500  μλ. λευκό κρασί
  • 1 καυτερή πιπερίτσα
  • 1 μάτσο μαϊντανός
  • αλάτι
  • πιπέρι

Ζυμαρικά που μυρίζουν θάλασσα

Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν την αγάπη μου για την pasta με θαλασσινά. Αν έρθετε σπίτι μου για φαγητό – αλήθεια σας λέω – είναι πολύ πιθανό να φάμε μια παντσανέλα (θα τη φτιάξουμε σ’ ένα από τα επόμενα κεφάλαια αυτής της στήλης που θα το αφιερώσω στις σαλάτες), ένα καρπάτσο φρέσκου ψαριού, και φυσικά ένα ζυμαρικό με θαλασσινά. Αυτή η κατηγορία πιάτων αποτελεί μια προσιτή πολυτέλεια, που  αν μάθουμε να τα μαγειρεύουμε σωστά, μας βγάζουν ασπροπρόσωπους και στην πιο δύσκολη περίσταση. Πέρα από τη νοστιμιά, η αίσθηση που δημιουργούν, ο μικρός χρόνος μαγειρέματος αλλά και η τιμή, αφού με μια χούφτα γαρίδες ή μια χούφτα όστρακα μπορούν να φάνε ένα εξαιρετικό πιάτο 4 άτομα, καθιστούν τα ζυμαρικά με τα προϊόντα της θάλασσας εξαιρετική επιλογή σε κάθε περίπτωση.

Επτά στις δέκα φορές που μαγειρεύω pasta, την φτιάχνω με θαλασσινές γεύσεις. Θα σας πω μερικές από τις αγαπημένες μου. Ζυμαρικά με vongole (κυδώνια), με γυαλιστερές, με τριμμένο αυγοτάραχο (alla Botarga), με γαρίδες, με καραβίδες, με τόνο, με βούτυρο χτυπημένο με αντζούγιες, την περίφημη (pasta con le sarde) με σαρδέλες δηλαδή, με σουπιά ή καλαμάρι (εδώ αφαιρώ με προσοχή το σακουλάκι με το μελάνι και το προσθέτω στη σάλτσα), με μπόλικα κρεμμύδια και ψιλοκομμένο χταποδάκι, με φρέσκο τόνο και δεντρολίβανο σε σάλτσα ντομάτας, με αχινούς που τους μαζεύω στ’ ανοιχτά του Αργοσαρωνικού (μόνο όσους χρειάζομαι βέβαια) και φτιάχνω την αχινομακαρονάδα – τα αυγά του αχινού μπαίνουν κατά το σερβίρισμα διότι δεν πρέπει να τα μαγειρέψουμε- αλλά και μακαρονάδα με κοκκινιστό ροφό «ροφομακαρονάδα», με σκορπίνες που τις έχω μαγειρέψει μπουρδέτο – εδώ αρχίζουν τα κιμπαριλίκια – και φυσικά σπαγγέτι με αστακό, την αστακομακαρονάδα η οποία πολλές φορές μας βγαίνει ξινή όταν την τρώμε έξω, αφού συνηθίζεται να είναι πανάκριβη και δυστυχώς τουλάχιστον εδώ στην Αθήνα συνήθως κακομαγειρεμένη.  

Επειδή δεν θέλω να ανοίξω το στόμα μου και να μιλήσω πάλι για εστιατόρια και εστιάτορες που βρίσκονται σε βαθιά μεσάνυχτα και δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να μάθουν ούτε τα βασικά, ενώ τους αρέσει να υποστηρίζουν ότι «Εγώ έχω το καλύτερο ιταλικό στο Παγκράτι ή εγώ είμαι μνημείο γεύσης στη Γλυφάδα», θα τους τραγουδήσω «Στην Κυψέλη, στο Παγκράτι, Νέα Σμύρνη και Μοσχάτο, για να φάω κάτι που ν’ αξίζει, έκανα την Αθήνα άνω – κάτω…», θα δώσω τόπο στην οργή και θα μπούμε μαζί στην κουζίνα για να σας πω κάποια μυστικά, έτσι ώστε να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.

ΚΑΙ ΟΙ 7 ΗΣΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ

Έτσι λεγόταν ένα επικό γουέστερν της δεκαετίας του’60, επτά όμως είναι και τα βασικά συστατικά που πάντα πρέπει να υπάρχουν για να κάνουμε σωστά τη «δουλειά».

  1. Εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο
  2. Καλής ποιότητας σκόρδο
  3. Μαϊντανός
  4. Peperoncino (καυτερή πιπεριά αποξηραμένη, νωπή ή τουρσί)
  5. Ένα αξιοπρεπές λευκό κρασί για «σβήσιμο»
  6. Τοματίνια ή ζουμερές φρέσκες ντομάτες ή ακόμα και αποφλοιωμένα ντοματάκια κονσέρβας. (όχι κονκασέ γιατί βγάζουν πολλά υγρά)
  7. Pasta. Ένα μακρύ ιταλικό ζυμαρικό – spaghetti, bavete, liguine ή tagliatele – από αυτά που σας έχω αναφέρει στο 1ο κεφάλαιο αυτής της στήλης.

 

Αυτά είναι τα προϊόντα που σας κάνουν παντοδύναμες – ους και κυρίαρχους του παιχνιδιού στην κουζίνα και πάντα θα βγαίνετε νικητές, όταν θέλετε να φτιάξετε μια pasta με θαλασσινά της προκοπής.

100% επιτυχία

Υπάρχει μια σειρά κινήσεων που θα μπορείτε να προσαρμόσετε σε όποιο υλικό κι αν επιλέξετε για να δώσει το όνομά του στη συνταγή. Είτε είναι δηλαδή γαρίδα, οστρακοειδές, καλαμάρι, φιλέτο ψαριού ή αστακός. Μόλις τις αποτυπώσετε και φτιάξετε 5-6 φορές pasta με θαλασσινά, θα είστε δαχτυλοδεικτούμενοι στην  παρέα και στη φαμίλια, αλλά θα μου χρωστάτε χάρη και εγώ κάτι τέτοια δεν τα ξεχνάω. Ξέρετε πόσες φορές έχω δει το «Νονό»;

Η Αστακομακαρονάδα μου!

Λοιπόν, ώρα για δουλειά. Πάμε στην κουζίνα και ανοίγουμε ένα μπουκάλι λευκό κρασί για να μας κάνει παρέα. Στην κλασική μεγάλη κατσαρόλα μας βάζουμε να βράσει μπόλικο νερό για τα ζυμαρικά.

Παίρνουμε ένα μεγάλο βαθύ τηγάνι ή μια μέτρια κατσαρόλα και βάζουμε 8 κουταλιές έξτρα παρθένο ελαιόλαδο. Ρίχνουμε μέσα 1 pepperoncino το οποίο θα δώσει άρωμα και ένταση στη σάλτσα, αλλά θα πρέπει να θυμηθούμε να το αφαιρέσουμε στο τέλος. Εγώ που δεν θέλω η σάλτσα μου να είναι κατακόκκινη, για να καταλάβω τη γεύση του θαλασσινού, χρησιμοποιώ φρέσκα τοματίνια. Έτσι για 4 άτομα που είναι η συνταγή μου θα χρειαστώ 12-15 τοματίνια κομμένα στη μέση. Τα ρίχνω στο τηγάνι να αρχίσουν να βγάζουν τα υγρά τους και να μαραίνονται για 4-5 λεπτά σε μέτρια φωτιά. Ψιλοκόβω 6-8 σκελίδες σκόρδο – αυτές οι σάλτσες αγαπάνε το σκόρδο – και ένα ολόκληρο μάτσο μαϊντανό. Ρίχνω τα 2/3 του μαϊντανού στο ελαιόλαδο και ανακατεύω όλα τα υλικά με μια ξύλινη κουτάλα. Η κουζίνα μου έχει αρχίσει να μυρίζει υπέροχα, φανταστείτε ότι και η δικιά σας θα πάθει το ίδιο. Μετά από 4 λεπτά προσθέτω μισό λίτρο λευκό κρασί και δυναμώνω τέρμα τη φωτιά για να φύγει το αλκοόλ. Αν σας αρέσει η κόκκινη εκδοχή σ’ αυτές τις σάλτσες, μαζί με το κρασί μπορείτε να προσθέσετε 1 φλιτζάνι ντομάτα από τον τρίφτη ή passata. Εγώ την προτιμάω πιο θαλασσινή, άρα μόνο με τοματίνια. Μόλις πάρουν μια βράση τα υλικά, χαμηλώνω τη σάλτσα και ασχολούμαι με το κυρίως υλικό της συνταγής μου.

Σ’ αυτό το σημείο θα βάλουμε μέσα το θαλασσινό που θα χαρακτηρίσει το πιάτο. Θα είναι καραβίδα; γαρίδα; καλαμάρι; αστακός; Ό,τι και να χρησιμοποιήσουμε, κρατάμε το 1ο σκέλος της συνταγής σαν βάση.

Σήμερα όμως σας έχω τάξει αστακομακαρονάδα και δεν μπορώ να βγω ψεύτης. Έτσι θα φτιάξουμε μαζί την βασίλισσα των μακαρονάδων με θαλασσινά. Αυτή με τον αστακό. Έχω δει διάφορες «μυστήριες» εκδοχές που είναι πραγματικά για πέταμα. Κάτι κολοκυθάκια, καροτάκια, μελιτζάνες και άλλα τέτοια γραφικά ξεχάστε τα. Αυτά να τα φυλάξετε για την επόμενη μέρα για να φάτε μπριάμ. Εγώ δεν χαριεντίζομαι και δεν παριστάνω το καλό παιδί γιατί πολύ απλά δεν είμαι. Αυτά τα είπαμε από την αρχή αυτής της στήλης και τα συμφωνήσαμε. Θα λέμε πάντα τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Φυσικά όμως οι απόψεις σας και οι παρατηρήσεις σας θα είναι ευπρόσδεκτες και προς συζήτηση και ό,τι σας απασχολεί θα το αναλύουμε αφού πρώτα μου το αναφέρετε όπως έκαναν αρκετές φίλες και φίλοι στο email μου editor@nistikoarkoudi.gr.  

Αν βρείτε λοιπόν ζωντανό αστακό έχει καλώς, αν όχι, και οι κατεψυγμένοι κάνουν ωραία σάλτσα, φτάνει να είναι Ατλαντικού ωκεανού ή έστω να έχουν αναπτυχθεί σε «αλμυρό» περιβάλλον. Για κάποιους αστακούς που είναι σκούροι και πιο μαζεμένοι και έρχονται από ποτάμια, βουνά και λαγκάδια – θα σας τους πουν του γλυκού νερού – μην ξοδέψετε τα χρήματα σας, γιατί δεν λένε τίποτα. Άσε που δεν ξέρουν και κολύμπι…!

Αν ο αστακός σας είναι ζωντανός, θα ζητήσετε από τον ψαρά σας να σας τον δέσει για να μην αρχίσει να τρέχει μέσα στο σπίτι, μόλις πάτε χαλαροί και ανυποψίαστοι να τον ζεματίσετε. Έτσι, θα βράσετε νερό και θα τον βάλετε μέσα για 1-2 λεπτά και στην συνέχεια θα τον αποσύρετε για να πέσει η θερμοκρασία του και να μπορείτε να τον πιάσετε. Αν είναι κατεψυγμένος, θα τον βγάλετε να ξεπαγώσει φυσικά – όχι στο micro – και στις δύο περιπτώσεις όμως, από δω και πέρα θα πράξετε το ίδιο. Μ’ ένα κοφτερό μαχαίρι θα τον κόψετε στη μέση κατά μήκος σε δύο όμοια κομμάτια.   Θα διακρίνετε να ξεκινάει από το κεφάλι και να καταλήγει στουν ουρά ένα σκούρο και σχετικά πλατύ έντερο, που θα το πιάσετε από την άκρη και θα το αφαιρέσετε. Όλα καλά ως εδώ έτσι; Δεν κολλήσαμε πουθενά.

Λογικά έχει βράσει το νερό για τα ζυμαρικά μας. Ρίχνουμε μια χούφτα αλάτι και στη συνέχεια ένα πακέτο ιταλικά ζυμαρικά. Αν απαιτούν χρόνο βρασμού για παράδειγμα 12 λεπτά θα τα βράσω μόνο10 και άλλα 2 λετπά θα τα βαφτίσω στην σάλτσα του αστακού για να ρουφήξουν νοστιμιά. Μ’ αυτά που γράφω έχουν αρχίσει και μου τρέχουν τα σάλια…

Για να δούμε όμως τι κάνει η σάλτσα μας. Μια χαρά είναι, έχει μειωθεί η στάθμη και ήρθε η ώρα να βάλω μέσα τον αστακό. Τοποθετώ τα κομμάτια με την κοιλιά προς τα κάτω, για να βγάλουν όλη τους τη νοστιμιά. Μην ξεχάσω να σας πω ότι αστακοί, γαρίδες και καραβίδες δεν βράζονται ποτέ πάνω από 10 λεπτά, διότι σφίγγει το κρέας τους και χάνουν τη φρεσκάδα τους. Έτσι, στα 5 λεπτά τα γυρνάω απ’ την άλλη, αλατοπιπερώνω (θα χρειαστώ και μύλο πιπεριού στο τραπέζι) και συνεχίζω το μαγείρεμα σε χαμηλή φωτιά. Όταν τα ζυμαρικά είναι μισοτελειωμένα,  ρίχνω 1 φλιτζάνι από το νερό τους στη σάλτσα μου και δυναμώνω τη φωτιά για ν’ αρχίσει να βράζει. Οι στιγμές που ακολουθούν είναι σημαντικές και γεμάτες ένταση. Το θερμόμετρο έχει ανέβει στα ύψη. Απέχω ελάχιστα λεπτά από ακόμα μία τέλεια αστακομακαρονάδα. Σουρώνω τα ζυμαρικά και  στη στιγμή τα ρίχνω στη σάλτσα. Τα ανακατεύω καλά με τον αστακό και σε 1-2 λεπτά είναι έτοιμα για σερβίρισμα. Για καλύτερο ανακάτεμα τα ρίχνω μέσα στην κατσαρόλα των ζυμαρικών.  Έχω ήδη έτοιμη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας μια λευκή πιατέλα, που είναι έτοιμη να υποδεχθεί το δημιούργημά μου. Πασπαλίζω με τον υπόλοιπο μαϊντανό και ξεκινάω. Στο τραπέζι έξω στην  αυλή μου ακούω ψίθυρους ανυπομονησίας. Μυρίζω την πιατέλα για να βεβαιωθώ, φοράω το σαρδόνιο χαμόγελό μου και υπό τους ήχους του Pavarotti βγαίνω εξω θριαμβευτής. Avanti Maestro!

Η μαγειρική είναι έρωτας και εγώ είμαι τρελά ερωτευμένος μαζί της, ελπίζω και σεις…

 

Ηλίας Σκουλάς

Νηστικό Αρκούδι

 

Κι ένα γλυκάκι που κι αυτό το δοκίμασα και το εκτίμησα στη δεύτερη επίσκεψη.

ΧΑΜΑΛΙ

Υλικά (για 200 με 220 κομμάτια)

για τη γέμιση
2 κιλά ψίχα καρυδιών χονδροκομμένη
1 κιλό αμύγδαλα ψιλοκομμένα
500γρ σιμιγδάλι ψιλό
500γρ σιμιγδάλι χονδρό
1800γρ μέλι καλής ποιότητας
κανέλα, μοσχοκάρυδο

για το τύλιγμα 2 κιλά φύλλα κρούστας κομμένα σε λωρίδες πλάτους 7 εκ. περίπου
και για το φινίρισμα 1.5 με 2 κιλά ζάχαρη άχνη.

Εκτέλεση

Βάζουμε όλα τα υλικά σε μια λεκάνη και ζυμώνουμε καλά. Αφήνουμε το μίγμα έτσι όπως είναι για 4 – 5 μέρες να τραβήξει το σιμιγδάλι. Μετά, παίρνουμε λίγο και το πλάθουμε στο μέγεθος καρυδιού. Έπειτα, του δίνουμε σχήμα τριγωνικό. Τυλίγουμε τα τρίγωνα με μια λωρίδα φύλλο κρούστας το καθένα, τα βουτάμε σε καυτό λάδι για να σταθεροποιηθεί το φύλλο και τα βγάζουμε γρήγορα.

Όταν τα βγάζουμε τα βάζουμε αμέσως σε χαρτί κουζίνας να απορροφήσει το λάδι. Στρώνουμε ένα ταψί με χαρτί κουζίνας και βάζουμε μέσα τα χαμαλιά όρθια, έτσι ώστε να στραγγίζει το λάδι. Αφήνουμε πάλι για 4 – 5 μέρες. Τέλος, τα πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.

               Από την κα Ευμορφία Καλογιάννη
                Πατητήρι Αλοννήσου – ν. Μαγνησίας

 

 

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 1ος. Κάλυμνος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για την Κάλυμνο. Χειμώνας ήταν, Χριστούγεννα! Άγρια θάλασσα και πρώτο άκουσμα της φράσης «το καράβι δεν πλευρίζει». Θυμάμαι να με παίρνουν απ’ την αγκαλιά της μάνας μου, να βρίσκομαι σε μια άλλη αγκαλιά πιο σκληρή αλλά ασφαλή, να υπερίπταμαι της άγριας θάλασσας και να προσγειώνομαι σ’ ένα ξύλινο υγρό δάπεδο. Σαν σε όνειρο θυμάμαι να με υποδέχεται μέσα στο καΐκι η ζεστή αγκαλιά του πατέρα μου. Σαν σε όνειρο τα θυμάμαι όλα όσα θυμάμαι απ’ αυτό το ταξίδι. Σκόρπιες εικόνες. Ένα φίλο του πατέρα μου να μου μαθαίνει το « έχω δυο πουλάκια μεσ’ το καλαθάκι… έφυγε το ένα … έφυγε και τ’  άλλο… ήρθε το ένα … ήρθε και τ’  άλλο…»,  το πιάτο με την κακαβιά που φυσικά δεν μου άρεσε,  μια περίεργη… κούκλα που είχα και τους ανάπηρους σφουγγαράδες.

Στην Κάλυμνο ξαναγύρισα κάποιο καλοκαίρι. Ήμουν μεγαλύτερη και αυτά που θυμάμαι, δεν τα θυμάμαι έτσι απλά. Είναι χαραγμένα μέσα μου, αφήνοντας μου την αίσθηση του τραγικού όταν φέρνω στο μυαλό μου αυτό το νησί. Μπορεί στην ιστορία του η σπογγαλιεία να είναι μια χρυσή σελίδα, για τους κατοίκους όμως ήταν μαύρη.  

Θυμάμαι ότι είχαμε πάει σ’ έναν αρραβώνα. Το ένα τρίτο των αντρών που βρίσκονταν εκεί ήταν, λίγο ή πολύ, ανάπηροι και θυμάμαι μια γιαγιά να διηγείται στη μάνα μου την ιστορία της. Ήταν έγκυος όταν έφυγε ο άντρας της τελευταία φορά για τα σφουγγάρια. Εκείνος δεν γύρισε κι  ο αδερφός του γύρισε ανάπηρος.  Και δεν ήταν οι μόνοι. Κι άλλοι πολλοί δεν γύρισαν, κι άλλοι πολλοί γύρισαν ανάπηροι. Σχεδόν κάθε σπίτι είχε και μια τέτοια ιστορία να σου πει.

Θυμάμαι τα συναισθήματα που είχα, όταν μια μέρα είδα να ντύνουν έναν δύτη.  Νόμιζα πως θα σκάσω εγώ, όταν έβλεπα να βιδώνουν πάνω στη στολή το σιδερένιο σκάφανδρο με τα στρογγυλά παραθυράκια. Από ένα μηχάνημα που ήταν πάνω στο καΐκι ξεκίναγε ένας μακρύς κουλουριασμένος σωλήνας που κατέληγε στο σκάφανδρο κι από κει θα έπαιρνε αέρα ο δύτης. Υπήρχε κι ένα σκοινί μακρύ και κουλουριασμένο κι αυτό που κατέληγε στη μέση του δύτη. Μ αυτό έστελνε σήματα στο καΐκι. Ένα τράβηγμα σήμαινε αυτό, δύο τραβήγματα εκείνο, τρία τραβήγματα κάτι άλλο. Μας τα είχαν πει τότε αλλά δεν τα θυμάμαι. Εμένα άλλο μου είχε καρφωθεί στο μυαλό. Αν ο αεροσωλήνας τσάκιζε κάπου, όπως το λάστιχο που ποτίζουμε και δεν έπαιρνε αέρα ο δύτης ? Αν ο δύτης έδινε σήμα να τον ανεβάσουν κι εκείνος που θα έπρεπε να πάρει το σήμα είχε το μυαλό του αλλού τι θα γινόταν? Το είχα πει του πατέρα μου κι είχε γελάσει. Δεν γίνονταν αυτά. Αυτή ήταν η δουλειά αυτών που ήταν πάνω στο καΐκι, μου είχε είπε, να προσέχουν ότι όλα πάνε καλά. Μα τότε γιατί τόσοι θάνατοι και τόσοι χτυπημένοι απ’ την αρρώστια των δυτών? Ήταν άλλοι οι λόγοι είπε, αλλά η γιαγιά το είχε πει καθαρά στη μάνα μου. Τα χρόνια που  βούταγαν χωρίς στολή είχαν λιγότερα ατυχήματα.

Όταν μεγάλωσα το έψαξα περισσότερο και έμαθα τους πραγματικούς λόγους και ήταν αυτοί που σκεφτόταν το παιδικό μυαλό μου αλλά και άλλοι πολύ σοβαρότεροι. Έφταιγε η άγνοια σε σχέση με το πώς πρέπει να χρησιμοποιούν το σκάφανδρο ειδικά όταν ο δύτης ξανάβγαινε στην επιφάνεια και σε άλλες περιπτώσεις έφταιγαν οι καπεταναίοι που απαιτούσαν πολλά απ τους δύτες.

Τίποτα απ’ αυτά όμως δεν έκανε τους Καλύμνιους σφουγγαράδες να μισήσουν τη θάλασσα και τα σφουγγάρια. Αν άκουγες τις γυναίκες να μιλάνε ένιωθες τον πόνο της θάλασσας κι αν άκουγες τους άντρες ένοιωθες τη χαρά! Κι έβλεπες ανθρώπους που τους είχε χτυπήσει η αρρώστια κι έκαναν ακόμα την ίδια δουλειά και μάλιστα με την ίδια αγάπη. Λέγανε πως αν ένας σφουγγαράς βούταγε, και στο βυθό έβλεπε ένα κομμάτι χρυσό κι ένα σφουγγάρι, το σφουγγάρι θα έπαιρνε!

Έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από τότε και σίγουρα έχουν αλλάξει πολλά. Μέχρι και τα σφουγγάρια άλλαξαν. Έγιναν πλαστικά! Όσο για τα  φυσικά… πέρασαν  αρρώστια λέει και πάνε μόλις λίγα χρόνια που έχουν αρχίσει να συνέρχονται. Τώρα εξ’ άλλου, έχουν αρχίσει και να τα καλλιεργούν. Πάντως δύτες υπάρχουν ακόμα, και παρ’ όλη την πρόοδο της τεχνολογίας η νόσος χτυπάει και σήμερα!

Θα ήθελα πολύ να ξαναπάω στην Κάλυμνο και κάποια στιγμή θα το κάνω. Θέλω τώρα που κι εγώ έχω αλλάξει να φάω επιτέλους εκείνη την υπέροχη, όπως έλεγε η μάνα κι ο πατέρας μου, κακαβιά και… ίσως τώρα, αντέξω να δω τον χορό του μηχανικού που μου είχε δημιουργήσει εκείνο το παιδικό τραύμα, όταν είχα πρωτοδεί  ένα γέρο σφουγγαρά να σέρνει πρώτος το χορό τρικλίζοντας με περηφάνια!!!

[kad_youtube url=»https://www.youtube.com/watch?v=SFYKjCMLT4Y&index=1&list=RDSFYKjCMLT4Y» width=400 height=200 ]

 

ΚΑΚΑΒΙΑ

Υλικά  

 Υλικά για 4 άτομα
1 κιλό διάφορα ψάρια (σκορπίνα, χάνο, πέρκα, λύχνο)
1 κρεμμύδι

1/2 φλιτζάνι τσαγιού ξύδι
½ φλιτζάνι τσαγιού λάδι
½ λίτρο νερό
Αλάτι,πιπέρι

Εκτέλεση

  1. Ψιλοκόβετε το κρεμμύδι. Βάζετε λίγο λάδι σε μια κατσαρόλα, ρίχνετε το κρεμμύδι που ψιλοκόψατε και το σοτάρετε ελαφρά.
  2. Προσθέτετε λίγο φρέσκο πιπέρι, ανακατεύετε και όταν μαραθεί λίγο το κρεμμύδι, ρίχνετε το ξύδι. Αφήνετε να πάρουν μια βράση και ανακατεύετε. Στο στάδιο αυτό αρχίζει να δένει το λάδι με το ξύδι και γίνετε ο ζωμός γαλακτώδης. Προσθέτετε μισό λίτρο νερό και δυναμώνετε λίγο τη φωτιά.
  3.  Μόλις βράσει το περιεχόμενο της κατσαρόλας, χαμηλώνετε τη φωτιά και αρχίζετε να ρίχνετε μέσα τα ψάρια, από τα πιο σκληρά στα πιο μαλακά (σκορπίνες, λύχνους, πέρκα, χάνους). Συμπληρώνετε με λίγο νερό αν χρειάζεται, ίσα ίσα να σκεπαστούν, ρίχνετε λίγο αλάτι και μισοσκεπάζετε τη κατσαρόλα με το καπάκι της για περίπου 10 λεπτά. 
  4. Όταν ο ζωμός αρχίσει να πήζει , σβήνετε τη φωτιά, βγάζετε ένα ένα τα ψάρια και τα ακουμπάτε σε μια πιατέλα. Σερβίρετε το ζωμό σε βαθιά πιάτα ρίχνοντας μέσα στο καθένα ένα παξιμαδάκι .

 

*Η πιο κοντινή, σ’ αυτό που θυμάμαι, συνταγή ήταν αυτή απο το «μπουκιά και συγχώριο» του Ηλία Μαμαλάκη

Όταν ήμουν μούτσος…

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool
Τα παιδικά μου καλοκαίρια τα πέρασα καλύτερα απ’ τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας και της κοινωνικής μου τάξης. Δεν θυμάμαι κανέναν απ’ τους συμμαθητές μου να πηγαίνει διακοπές κάπου αλλού εκτός απ’ το χωριό του. Εγώ κάθε χρόνο πήγαινα και σε διαφορετικό νησί. Ε, ναι! Όσο να ΄ναι το  χρήμα δεν κρύβεται! 
Καλά. Σοβαρεύομαι! Ο πατερούλης μου ήταν μηχανικός στο «Σαμψών». Το  Σαμψών ήταν μπίγα. Δηλαδή  ένας πλωτός γερανός που κάνει διάφορες δουλειές στη θάλασσα. Τα περισσότερα λιμάνια στα νησιά τα έφτιαξε, τα μεγάλωσε ή τα επισκεύασε  ο πατέρας μου. Τον έφαγε η θάλασσα, όπως έλεγε η μάνα μου αλλά και όπως ήταν τελικά. Τον περισσότερο καιρό έλειπε απ’ το σπίτι και η απουσία του ήταν πόνος αβάσταχτος για όλους μας και περισσότερο για τη μάνα μου που έπαιζε και το ρόλο του πατέρα στην οικογένεια. Θυμάμαι Χριστούγεννα και Πάσχα που έκλαιγα τα βράδυα πριν κοιμηθώ, ή όταν άκουγα εκείνο το τραγούδι… «θάλασσα, θάλασσα τους θαλασσινούς, μην τους θαλασσοδέρνεις…» κι έβλεπα να δακρύζουν τα ματάκια της μανούλας μου!  Ζήλευα όταν έβλεπα παιδιά στο δρόμο με τους πατεράδες τους ή όταν οι φίλες μου λέγανε «τις έκανα τις ασκήσεις με τον πατέρα μου». Έτσι ήταν οι χειμώνες μας! Όταν όμως έφτανε το καλοκαίρι, με το που κλείνανε τα σχολεία φεύγαμε για το νησί που βρισκόταν ο πατέρας μου.
Βέβαια υπήρχε και το ταξίδι που έπρεπε να γίνει, κι αυτό ήταν το μελανό σημείο του καλοκαιριού για μένα. Στο καράβι σχεδόν πάντα ζαλιζόμουνα αλλά δεν ήταν αυτό το δύσκολο κομμάτι. Η μεγάλη μου ανησυχία ήταν αν πλευρίζει το καράβι. Ήταν το πρώτο που ρωτούσα όταν φτάναμε στο λιμάνι, διότι αν το καράβι δεν πλεύριζε, κατεβαίναμε σε βάρκες. Στις βάρκες κατεβαίναμε από μια σκάλα που μόνο σκάλα δεν την έλεγες. Ήταν ένα πλέγμα από  ξύλα και σκοινιά, άλλοτε κάθετη κι άλλοτε τρισδιάστατη. Αυτή η δεύτερη περίπτωση ήταν και η χειρότερη. Ανάμεσα απ τα σκαλιά έβλεπες τη θάλασσα κι έλεγες τώρα θα πέσω και θα με καταπιεί. Για να μην συμβεί αυτό κρατιόσουν γερά από ένα, τύπου κάγκελο, παράλληλο με τη σκάλα, σκοινί. Όπου πήγαινες εσύ πήγαινε κι αυτό. Τη μόνη προστασία, υποθέτω, που θα πρόσφερε, θα ήταν σε περίπτωση που έπεφτες απ’ τη σκάλα να κρατηθείς απ’ αυτό για να μην πέσεις στο νερό. Καλά κρασιά δηλαδή.  Ούτε τώρα δε μπορώ να το σκέφτομαι εκείνο το σκηνικό. Το καράβι να κουνιέται, η βάρκα να κουνιέται, η σκάλα να κουνιέται κι από κάτω η βαθιά θάλασσα. Δεν υπήρξε ούτε μία φορά που να κατέβηκα αξιοπρεπώς. Πάντα ρεζίλι γινόμουν καθυστερώντας όλους τους επιβάτες γιατί δεν αποφάσιζα να πάρω το πόδι μου απ’ το ένα σκαλί και να το βάλω στο άλλο . Ευτυχώς στον πάτο της σκάλας ήταν πάντα ο θεός! Και να μην ήταν θεός, εγώ θεό τον έβλεπα μεταμφιεσμένο σε βαρκάρη.  Είχε το ένα πόδι στη σκάλα, το άλλο στην βάρκα και μας βοηθούσε να κατέβουμε. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η σκάλα είχε αλλάξει. Τα πιο καινούργια καράβια είχαν σιδερένιες σταθερές σκάλες και με τη βοήθεια του «θεού» το πέρασμα στη βάρκα εμπεριείχε λιγότερη τρομάρα και λιγότερη  ξεφτίλα.
Απ την στιγμή που έβαζα το πόδι μου στην βάρκα άρχιζαν οι διακοπές για μένα! Θυμάμαι το χτυποκάρδι, όταν όσο πλησιάζαμε προς την προβλήτα τόσο και γινόταν πιο καθαρή η φιγούρα του πατέρα μου που μας περίμενε. Μετά ερχόταν η χαρά κι η αγωνία για να δούμε το σπίτι όπου θα μέναμε, που εννιά στις δέκα φορές ήταν λίγα μέτρα μακριά απ’ τη θάλασσα. Και μετά απ’ αυτό ερχόταν η επίσκεψη στο Σαμψών. Το Σαμψών για μένα, συναισθηματικά, ήταν σαν δεύτερο σπίτι μου. Λάτρευα τη μυρωδιά της λαμαρίνας που μπερδευόταν με τη μυρωδιά της αλμύρας! Λάτρευα την τρεχάλα πάνω στο κατάστρωμα, που το έλεγαν «κουβέρτα». Λάτρευα  τη στενή κάθετη σκαλίτσα που οδηγούσε στις καμπίνες του πληρώματος. Μου έκανε τόση εντύπωση που μπορούσες να την κατέβεις μόνο ανάποδα, με το πρόσωπο προς τα σκαλιά και προσπαθούσα μόνιμα να την κατέβω κανονικά.
Πάνω στο κινητό μέρος του γερανού ήταν το μηχανοστάσιο και δύο μικρές καμπίνες  για τον καπετάνιο και τον Α ΄μηχανικό. Αυτές τις καμπινούλες κι αν λάτρευα!! Φανταστείτε τώρα ένα παιδί να βρίσκεται σ’ ένα δωμάτιο που στριφογυρίζει. Και από μόνο του αυτό ήταν ένα παιχνίδι. Μ’ άρεσε ν’ ανεβαίνω πάνω στο ψηλό και στενό κρεβάτι του πατέρα μου και να κοιτάζω απ’ το φινιστρίνι το τοπίο να αλλάζει ανάλογα με το πώς έστριβε ο γερανός. Μπορούσα να μείνω εκεί όλη τη βάρδια.
Όμως μ’ άρεσε πολύ και η καμπίνα  του καπετάνιου γιατί θύμιζε σπιτάκι του χωριού. Είχε ένα μπαλκονάκι με ξύλινα κάγκελα και πολλές γλάστρες. Τι ζεστή εικόνα! Εκεί μέσα στις λαμαρίνες να βλέπεις λουλούδια αγκαλιασμένα με το ξύλο!
Ένα άλλο αγαπημένο μέρος πάνω στο πλοίο (εμείς πλοίο το λέγαμε) ήταν η κουζίνα. Μ άρεσε να βλέπω το μάγειρα εν ώρα εργασίας και πάντα ήθελα να φάω απ το δικό του φαγητό κι ας είχε μαγειρέψει η μάνα μου χίλιες φορές καλύτερο. Και μύριζε τόσο ωραία αυτή η κουζίνα!!! Και μ’ άρεσε και η τραπεζαρία. Στα μάτια μου έμοιαζε σαν γιορτή όταν μαζεύονταν όλοι  , γύρω απ’ τα μακριά τραπέζια με τους πάγκους για να φάνε. Φωνές, γέλια, τσακωμοί! Αλλά αυτό πρέπει να γινόταν τις Κυριακές. Τις καθημερινές έτρωγε ο καθένας όποτε μπορούσε. Θυμάμαι τον πατέρα μου που έτρωγε πάντα όρθιος γιατί συγχρόνως δούλευε. Όσους δούλευαν στο πλοίο τους θεωρούσα κάτι σαν θείους. Τους αγαπούσα όλους ανεξαιρέτως και χαιρόμουνα απίστευτα κάθε καλοκαίρι που τους ξανάβλεπα και αυτούς και τις οικογένειές τους. Ήταν απίθανα εκείνα τα καλοκαίρια όπως μαζευόμασταν όλοι μαζί!
Άλλη μεγάλη απόλαυση ήταν η θάλασσα. Αυτό που για άλλους ήταν πολυτέλεια για μας ήταν τρόπος ζωής. Πεντακάθαρες θάλασσες και να είσαι μέσα όσες ώρες ήθελες και πρωί και απόγευμα! Και μετά, το βράδυ, τρώγαμε πάντα έξω και πάντα με παρέα γιατί όλοι στο νησί μας γνώριζαν. Σαν τον παπά και τον δάσκαλο ήταν γι αυτούς όσοι δούλευαν στη μπίγα. Το θεωρούσαν μεγάλο γεγονός για το νησί το ότι  βρίσκονταν εκεί. Τους  άλλαζαν τη ζωή! Όταν θα έφευγαν, το νησί θα είχε πια λιμάνι και πολλά πράγματα θα γίνονταν ευκολότερα γι αυτούς!
Απ’ τη ζωή μου σαν μούτσος θυμάμαι δύο ακόμη ονόματα. Τίγρης και Λέων. Ο Τίγρης ήταν το μικρό ρυμουλκό που έκανε το Σαμψών να κινείται και ο Λέων το μεγάλο. Στο Τίγρης είχα μπει μερικές φορές. Στο Λέων είχα μπει μόνο μια αλλά δεν μου άρεσε (αν και θυμάμαι ότι ο καπετάνιος του ήταν ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος). Μου φάνηκε ψυχρό και τεράστιο. Και μάλλον ήταν, μιας και το στρατολογούσαν στα δύσκολα. Σε μεγάλες φουρτούνες που το Τίγρης έμοιαζε με καρυδότσουφλο πάνω στα κύματα, αναλάμβανε το Λέων. Πάντως εγώ, το Τίγρης αγάπαγα γιατί ήταν το κολλητάρι του Σαμψών μου κι αυτή την εικόνα έχω ακόμη στη μνήμη μου. Το Τίγρης να πηγαίνει μπροστά και το Σαμψών να ακολουθεί!
Τώρα δεν έχω ιδέα που βρίσκονται και αν βρίσκονται κάπου. Όμως… και τι δεν θα ‘δινα να περπάταγα για λίγο ξανά πάνω στην κουβέρτα του Σαμψών ή να κατέβαινα απ’ τη μικρή σκαλίτσα ή… να καθόμουν σ’ έναν απ’ τους πάγκους της τραπεζαρίας να φάω ένα πιάτο κρέας με κριθαράκι απ’ τα χέρια του μάγειρα!  
 ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ 
1 κιλό μοσχαράκι τρυφερό σε κύβους
1 κρεμμύδι μεγάλο ψιλοκομμένο 
1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένο 
λίγο ελαιόλαδο 
αλάτι 
πιπέρι 
1 κουτί ντοματάκια ψιλοκομμένα 
1/2 κιλό κριθαράκι μέτριο 
ΟΔΗΓΙΕΣ 
1.Βάζω τους κύβους του κρέατος σε κατσαρόλα με λίγο νερό να πάρει μια βράση και ξεπλένω το κρέας. 
2.Βάζω το λάδι να κάψει και σωτάρω το κρεμμύδι με το σκόρδο για λίγο 
3.Προσθέτω το κρέας, το αλάτι, το πιπέρι και τα ντοματάκια. 
4.Προσθέτω νερό ίσα να σκεπάζει το κρέας μου και το αφήνω να ψηθεί έως ότου μαλακώσει. 
5.10 λεπτά πριν να είναι έτοιμο συμπληρώνω 7 περίπου ποτήρια νερό, ακόμα λίγο αλάτι και πιπέρι(ανάλογα τα γούστα) και αφήνω να πάρει βράση. 
6.Μόλις πάρει βράση ρίχνω το κριθαράκι και ανακατεύω καλά έως ότου ψηθεί και πιει όλο το νερό της κατσαρόλας. 
7.Σερβίρω ζεστό και αν θέλω πασπαλίζω με τριμμένη φέτα ή άλλο τυρί της αρεσκείας μας. 
Καλή όρεξη! 
http://www.sintagespareas.gr
 
 
 
 

Κουλουκυθουλούλδα κι λιέμουν πάι

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool
Τάδε έφη… θεία Τασία!
Η γιαγιά μου γέννησε τέσσερα παιδιά. Το πρώτο ήταν ο πατέρας μου. Το δεύτερο ήταν ένα κορίτσι που έξυνε τον τοίχο κι έτρωγε τον ασβέστη γι αυτό κι εγώ δεν πρόλαβα να την γνωρίσω. Το τρίτο παιδί ήταν ο θείος Φώτης και το τέταρτο η θεία Τασία. Μέχρι το τρίτο η γιαγιά μου τα πήγαινε μια χαρά. Κουκλιά τα παιδιά και ειδικά το κοριτσάκι που πέθανε. Σαν άγγελος ήταν, λένε. Στο τέταρτο παιδί η συνταγή χάλασε. Η θεία βγήκε κακάσχημη!!! Κακάσχημη μέσα κι έξω! Στο χωριό της κόλλησαν από νωρίς το παρατσούκλι καλικάτζαρος και όσο περνούσαν τα χρόνια διανθιζόταν με σωστός, σκέτος, αληθινός και λοιπά. Δεν θα μπορούσες να κατηγορήσεις κανέναν βέβαια γιατί η θεία καλό λόγο για άνθρωπο δεν είπε ποτέ και πάντα σκεφτόταν πως θα δημιουργήσει πρόβλημα στους άλλους. Είναι απ’ αυτούς τους ανθρώπους που δε χωνεύουν ούτε τα άντερά τους. Απ όταν παντρεύτηκε ο πατέρας μου η θεία εναλλάξ με τη γιαγιά περνούσαν το χειμώνα στο σπίτι μας. Τον ένα χειμώνα η γιαγιά, τον άλλον η θεία. Για την μάνα μου δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά. Κακές ήταν και οι δύο και της έκαναν δύσκολη τη ζωή. Η γιαγιά την κούραζε και σωματικά και ψυχικά. Άραζε σε μια καρέκλα, τα περίμενε όλα στο χέρι και ήθελε να κάνει και κουμάντο. Η θεία την κούραζε μόνο ψυχικά. Μπορεί να την βοηθούσε με το νοικοκυριό και το φαγητό αλλά δεν τα έκανε για να την βοηθήσει. Στην ουσία θεωρούσε πως το σπίτι ήταν του αδερφού της και δικό της και κανένας άλλος δεν είχε δικαιώματα εκεί μέσα. Παρ’ όλα αυτά και επειδή, προφανώς, λόγω ηλικίας δεν έπιανα και πολλά απ τα μεγαλίστικα προβλήματα, εγώ χαιρόμουν απίστευτα όταν ήταν η σειρά της θείας να έρθει. Με χόρταινε αγκαλιές, μου έλεγε παραμύθια, με ξύπναγε γλυκά κάθε πρωί, μου έφτιαχνε τα μαλλιά μπουκλίτσες και όποτε ήθελα μου έφτιαχνε τηγανιτές πατάτες. Τα καλοκαίρια δε, όταν πηγαίναμε στο χωριό με περίμενε με ένα ταψί με κολοκυθολούλουδα γεμιστά και ένα με μπακλαβά. Μπακλαβά με καμιά 40αριά φύλλα που τα έφτιαχνε μόνη της. Από νοικοκυριό κι από φαΐ η θεία δεν παιζότανε. Το σπίτι στο χωριό, απ’ έξω ήταν ένα σπίτι σαν όλα τ’ άλλα. Μέσα όμως….!! Έβλεπες τη φροντίδα της και στο μικρότερο αντικείμενο που υπήρχε εκεί μέσα. Δεν θα πω για τα υφάσματα με τα ωραία συνδυασμένα χρώματα που κάλυπταν κρεβάτια, καρέκλες και τραπέζια, ούτε για τα υφαντά που τα είχε φτιάξει μόνη της. Θα πω για το καφεκούτι που είχε αρχίσει να ξεβάφει η ζωγραφιά που είχε απ έξω. Είχε πάρει τις ζελατινούλες που ήταν τυλιγμένες οι καραμέλες ή τα σοκολατάκια, είχε ξεχωρίσει ό,τι της άρεσε, αφαιρώντας γράμματα και μάρκες, τα είχε κολλήσει μεταξύ τους και όλο αυτό το είχε προσαρμόσει πάνω στο κουτί. Το έβλεπες και νόμιζες πως έτσι το είχε αγοράσει. Θα πω και για κείνη την περίεργη κατασκευή, την φτιαγμένη από ξύλινες κουβαρίστρες. Ήταν σαν πυραμίδα με ραφάκια που πάνω τους είχε βάλει τις φωτογραφίες της οικογένειας. Και θυμάμαι και την βαλίτσα της που την μοιραζόταν με τη γιαγιά. Κάθε χρόνο ερχόταν η ίδια βαλίτσα μα κάθε χρόνο ήταν και διαφορετική. Τις χρονιές που ερχόταν η γιαγιά η βαλίτσα είχε σκούρο χρώμα και όταν ερχόταν η θεία είχε φωτεινο και χαρούμενο. Προσωπικά είχα την εντύπωση πως κάθε χρόνο αγόραζαν καινούργια βαλίτσα μέχρι που ένα καλοκαίρι την είδα με τα μάτια μου να την ετοιμάζει για τον χειμώνα. Είμαι σίγουρη πως στο σταθμό, όποιος έβλεπε τη βαλίτσα αμέσως κοιτούσε να δει ποιος την κρατάει. Ήταν μοναδική και φαινόταν πανάκριβη. Χρυσοχέρα η θεία με όλη τη σημασία της λέξης. Παρ’ όλα αυτά, κι ας την ήξεραν και στα γύρω χωριά, ούτε ένα προξενιό δεν ήρθε ποτέ για κείνη. Τι να τα κάνει τα χρυσά τα χέρια ο άλλος όταν η φάτσα δεν βλεπότανε; Η ίδια δε, ερωτευόταν πάντα τους καλύτερους. Ένας Παναής (εγώ γέρο τον θυμάμαι βέβαια, αλλά τι γέρο! Λεβεντόγερο!) και τι δεν τράβηξε! Όπου πήγαινε ο Παναής, μπροστά του την έβρισκε. Το τι μάγια του έκανε δε λέγεται. Κι όταν ο Παναής αρρεβωνιάστηκε πήγε κι έπιασε την αρραβωνιαστικιά και της τον έθαψε κανονικά με ιστορίες που είχε βγάλει απ’ το μυαλό της. Ευτυχώς η αρραβωνιαστικιά ήξερε με ποια είχε να κάνει και τώρα οι άνθρωποι έχουν κι εγγόνια. Στην Αθήνα πάλι, ερωτεύτηκε έναν ξάδερφο της μάνας μου που έμενε στη γειτονιά. Γεροντοπαλίκαρο και πυροσβέστης. Ωραίος άντρας κι αυτός και γνωστός γαμίκουλας. Είχε έναν τρόπο με τις γυναίκες ο άτιμος που τις έκανε και λιώνανε. Για κακή τύχη της Ειρήνης μια μέρα πήγε στην παράγκα να ράψει το στρίφωμα που του είχε ξηλωθεί σ’ ένα παντελόνι. Τον πήρε χαμπάρι η θεία και παραμόνεψε πότε θα βγει. Με το που φεύγει αυτός, ορμάει μέσα στην παράγκα και ποιος είδε την Τασία και δεν την φοβήθηκε. Της το κατέβασε το μάγουλο της Ειρήνης και της πήρε και μια τούφα μαλλί για ενθύμιο. Κάνανε πόσα χρόνια να ξαναμιλήσουν.
Το καλοκαίρι του 70 και ενώ η θεία ήταν 50 χρονών της κάνανε το πρώτο της προξενιό. Η μάνα μου πέταξε απ’ την χαρά της στη σκέψη πως θα την ξεφορτωθεί αλλά έλα μου που η θεία ούτε να τ’ ακούσει δεν ήθελε! Είχαμε δράματα στο σπίτι. Κλάμα και κακό η θεία, μπίρι μπίρι να την ψήσει η μάνα μου. Δεν τον ήθελε γιατί ήταν μεγάλος. Κι εδώ που τα λέμε δίκιο είχε (αυτό τώρα το καταλαβαίνω γιατί τότε μου φαίνονταν συνομήλικοι). 73 χρονών ήταν ο κυρ-Νίκος. Τρία χρόνια μεγαλύτερος απ’ την γιαγιά μου! Αυτό που την έκανε τελικά τη θεία να πει το ναι, ήταν η σχέση του κυρ-Νίκου με την Αμερική. Έτσι η θεία στα 51 της παντρεύτηκε κι ο κυρ-Νίκος έγινε μπάρμπα-Νίκος.
Ο μπάρμπα-Νίκος… βίος και πολιτεία! Ζωή σαν μυθιστόρημα! Γεννήθηκε σ’ ένα χωριό κοντά στο δικό μας, από μια πολύ φτωχιά αλλά μεγάλη οικογένεια. Όταν λέμε φτωχιά εννοούμε ότι δεν είχαν να φάνε και για χωριό εκείνης της εποχής αυτό ήταν πραγματικά παράξενο. Ούτε χωραφάκι ούτε κατσικούλα είχαν. Μεγάλωσε με λάχανα, έλεγε, που μάζευε η μάνα του. Έτσι έζησε μέχρι τα 15 του. Τόσο ήταν το καλοκαίρι που γύρισε η Ελληνοαμερικάνα να επισκευάσει το πατρικό της. Τον λυμπίστηκε ή άλλοι ήταν οι λόγοι, πάντως πήγε στον πατέρα του και τον ζήτησε σε γάμο. Ο πατέρας ενθουσιάστηκε. Και ένα στόμα λιγότερο και αμερικάνικη βοήθεια. Έτσι ο 15χρονος Νικολάκης παντρεύτηκε την 38χρονη Ελληνοαμερικάνα. Επειδή δεν έδινα και μεγάλη σημασία τότε αλλά μου μένανε τα πιο ευχάριστα κομμάτια, θυμάμαι την ιστορία που έλεγε για την επομένη του γάμου του. Έπρεπε, λόγω ενός εθίμου, να πάνε σε μια βρύση λίγο έξω απ’ το χωριό να πάρουν νερό. Στο δρόμο ο γαμπρός το ‘σκασε και πήγε να βρει τους φίλους του να παίξει. Η νύφη πήγε μόνη της στη βρύση και τον μάζεψε στον γυρισμό για να ολοκληρώσουν το έθιμο. Και δεν ήταν η τελευταία φορά που της το έσκασε. Με την πρώτη ευκαιρία έτρεχε για παιχνίδι. Οι φίλοι του τον ζήλευαν που ζούσε τόσο άνετα πια, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι ήταν παντρεμένος. Σαν υιοθετημένο τον έβλεπαν μάλλον.
Η Ελληνοαμερικάνα είχε πει στον πατέρα του πως δεν θα έφευγαν ποτέ απ την Ελλάδα αλλά δύο χρόνια μετά, όταν έμεινε έγκυος, πήρε το Νικολάκη και γύρισε στην Αμερική με το πρόσχημα ότι ήθελε να γεννηθεί το παιδί εκεί. Θα ξαναγύριζαν είπε αλλά ο Νικολάκης δεν ξαναείδε τη μάνα του και τον πατέρα του ποτέ. Τα εύκολα χρόνια είχαν περάσει για κείνον και είχε αρχίσει η εποχή της σκληρής δουλειάς. Τη χρονιά που ο Νίκος γινόταν 46 χρονών έμεινε χήρος και ο γιος του μπήκε φυλακή για φόνο. Από κει και μετά μέχρι που γύρισε στην Ελλάδα και παντρεύτηκε τη θεία Τασία δεν ξέρουμε και πολλά πράγματα. Ούτε κανένας ήξερε, ούτε ο ίδιος έλεγε, αλλά ούτε και τον ρωτήσαμε ποτέ. Φήμες μόνο λέγανε ότι με τον γιο του δεν ξαναμίλησε ποτέ και ότι κάποτε τον ειδοποίησαν ότι πέθανε.
Η θεία Τασία παρ’ όλο που δεν πήρε τον παιδαρά που ονειρευότανε, πέρασε καλά με το μπάρμπα-Νίκο. Ότι ήθελε το είχε. Χατίρι δεν της χάλασε ποτέ ούτε για το τι θα πάρει, ούτε για το τι θα φορέσει ούτε για το που θα πάει. Μέχρι και ταξιδάκι στην Αμερική την πήγε. Ε, ρε δόξες! Αμερικάνα γύρισε. Με τα ο.κ της, τα σιουρ της, τα μπα-μπαι της και τη λιέμουν πάι! Διότι μπορεί τώρα πια όταν άκουγε περιστέρια να αναπολούσε το Σικάγου και τα ρούχα της να ήταν όλα φανταχτερά ζέρσει, αλλά η προφορά… προφορά!!!
Αχ ρε θειά να είσαι καλά εκεί που είσαι κι αν, λόγω εποχής, κολοκυθολούλουδα δεν μπορώ να φτιάξω … έτσι προς τιμή σου, μια λιέμουν- πάι θα τη βγάλω στο τραπέζι αυτής της Κυριακής!
Κουλουκυθουλούλδα
Συστατικά
  • Ανθους κολοκυθιας (οσους μπορεσω να συγκεντρωσω, περιπου 20) φρεσκους και μεγαλους.
  • 1 κουπα ρυζι για σουπα
  • 1/2 κουπα ρυζι για πιλαφι
  • 1 κουπα ντοματα
  • μαιντανο και δυοσμο ψιλοκομμενα
  • αλατι – πιπερι
  • 1/2 κουπα ελαιολαδο
  • 1 και 1/2 κουπα νερο

 

Οδηγίες

  1. Αφου πλυνω τα λουλουδακια, αφαιρω προσεκτικα τους  στημονες απο το εσωτερικο τους χωρις να ανοιξω τρυπα στο κατω μερος τους.
  2. Ανακατευω σε γαβαθα ολα τα υλικα (εκτος απο το νερο) και γεμιζω τα λουλουδακια στριβοντας στο τελος τις κορυφες τους απαλα και  κλεινοντας τα μ’ αυτες για να μην αδειασει η γεμιση και για να ψηθει το ρυζι. Τα  αραδιαζω σε κατσαρολα φαρδια, καλα στριμωγμενα για να μην ανοιξουν.
  3. Προσθετω το νερο και αφηνω να μαγειρευτουν σε χαμηλη  φωτια για καμια ωριτσα μεχρι να σωθει το νερο. Δεν τα καπακωνω με πιατο, δεν  χρειαστηκε ποτέ.

Διαβάστε περισότερο: Κολοκυθολούλουδα γεμιστά http://www.sintagespareas.gr/sintages/kolokitholoulouda-gemista.html#ixzz1NSJNmld2

Διαβάστε περισότερο: Κολοκυθολούλουδα γεμιστά http://www.sintagespareas.gr/sintages/kolokitholoulouda-gemista.html#ixzz1NSIm1YeD

Lemon pie

Συστατικά

Για τη ζύμη:

  • · 1 κούπα βούτυρο ή μαργαρίνη

  • · 1/3 της κούπας ζάχαρη

  • · 2 κρόκους

  • · 2 κουταλιές κονιάκ

  • · 2 βανίλιες

  • · 3 κούπες αλεύρι για όλες τις χρήσεις

  • · 1 κουταλάκι μπεικιν παουτερ

  • · λιγο αλατι

Για την κρέμα:

  • · 1 1/2 φλυτζάνια τσαγιού ζάχαρη

  • · 4 κουταλιές σούπας κόφτες κορν φλάουερ

  • · 4 κουταλιές σούπας κοφτές αλεύρι

  • · ελάχιστο αλάτι

  • · 3 κροκαδια αυγών

  • · 6 κουταλιές σούπας χυμό λεμονιού

  • · ξύσμα από ένα λεμόνι

  • · λίγο φρέσκο βούτυρο

Για τη μαρέγκα:

  • · 3 ασπράδια αυγών

  • · ελάχιστο κρεμοριο

  • · 8- 10 κουταλιές σούπας ζάχαρη άχνη

  • · ξύσμα λεμονιού

Οδηγίες

1. Αναμιγνύετε το αλεύρι με το αλάτι και προσθέτετε σε κομματάκια το βούτυρο.

2. Τρίβετε το μείγμα, ωσότου γίνει ψιχουλιαστο. Προσθέτετε τη ζάχαρη και ανακατεύετε το μείγμα. Χτυπάτε το κροκαδι με το κονιάκ και ραντίζετε το μείγμα, ενώ το ανακατευτε.

3. Μαζευτε τη ζύμη σε μια μπάλα και τη ζυμώνετε ελαφρά. Την αφήνετε στο ψυγείο σκεπασμένη επί 1/2 ώρα.

4. Βάζετε τη ζύμη ανάμεσα σε δυο λαδόχαρτα και την ανοίγετε σε φύλλο στρόγγυλο,πάχους 3/4 περίπου εκατοστού. Βγάζετε το λαδόχαρτο από την επιφάνεια και αναποδογυρίζετε το φύλλο με το χαρτί, όπως είναι, σε φόρμα για τάρτες, διαμέτρου 24 εκατοστών.

5. Ξεκολλάτε και το δεύτερο λαδόχαρτο και τρυπάτε το φύλλο με πιρούνι, σε διάφορα μέρη.

6. Αφήνετε τη φόρμα με το φύλλο στο ψυγείο επί 1/2 ώρα.

7. Την ψήνετε σε δυνατό φούρνο επί 10 λεπτά. Βγάζετε τη τάρτα και την αφήνετε να κρυώσει.

8. Ετοιμάζετε τη κρέμα λεμονιού. Αναμιγνύετε τη ζάχαρη,το κορν φλάουρ, το αλεύρι και ελάχιστο αλατι.

9. Προσθέτετε 2 φλυτζάνια τσαγιού νερό και βάζετε το μείγμα σε μέτρια φωτιά επί 1 λεπτό, ενώ το ανακατεύετε συχνά.

10. Χτυπάτε τα κροκαδια και ρίχνετε μερικές κουταλιές από τη ζεστή κρέμα. Τα ρίχνετε στην υπόλοιπη κρέμα και την ανακατεύετεσε σιγανή φωτιά επί 5 λεπτά.

11. Την αποσύρετε,από την φωτιά και πρόσθετε το χυμό και το ξύσμα λεμονιού και βούτυρο.

12. Βάζετε την κρέμα λεμονιού, όταν γίνει χλιαρή, μέσα στην ψημένη τάρτα.

13. Ετοιμάζετε τη μαρέγκα. Χτυπάτε τα ασπράδια με το κρεμοριο σε μαρέγκα, προσθέτετε τμηματικά τη ζάχαρη και χτυπάτε να σφίξει καλά.

14. Βάζετε τη μαρέγκα πάνω στην κρέμα αφήνοντας την επιφάνεια ανώμαλη ή στολίζετε με το κορνε. Ψήνετε την τάρτα σε δυνατό φούρνο επί 8 λεπτά ή ωσότου η μαρέγκα ροδίσει.

15. Την αφήνετε να κρυώσει τελείως και τη βάζετε κατόπιν στο ψυγείο.

Λίγα μυστικά ακόμα

Μπορείτε να τη βάλετε και στο γκριλ, αλλά θέλει πολύ προσοχή γιατί αρπαζει αμέσως!

Επίσης μπορείτε να βάλατε και λίγο ξύσμα λεμονιού μέσα στη μαρέγκα. Και είναι καλύτερη η γεύση της αν την αφήσετε ένα βράδυ στο ψυγείο. Καλή επιτυχία.

Διαβάστε περισότερο: Λέμον πάι http://www.sintagespareas.gr/sintages/lemon-pai.html#ixzz1EyFt0IeM

Το μωσαϊκό της θείας Έλλης

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Θυμάμαι την πρώτη μέρα στο σχολείο και το κοριτσάκι που κάθισε δίπλα μου στο θρανίο. Ένά γλυκούλι φατσάκι με γαλάζια μάτια που μίκραιναν απίστευτα όταν χαμογελούσε, μισοκρυμμένο κάτω από σγουρά καστανοκόκκινα τσουλούφια. Για την δασκάλα μας, την κυρία Άννα εγώ θα ήμουν η αριστερή Ελένη και το κοριτσάκι δίπλα μου η δεξιά Ελένη.

Εκείνη την πρώτη μέρα, πριν προλάβει να μπει η δασκάλα είχαμε πει την ιστορία της ζωής μας. Ε, καλά, δεν ήταν και μεγάλη αλλά και ο χρόνος ήταν πάρα πολύ μικρός. Αυτό βασικά που θέλω να πω είναι ότι δέσαμε απ την πρώτη στιγμή. Το ευτυχές της υπόθεσης επίσης, ήταν ότι έμενε τέσσερα σπίτια πριν το  δικό μου. Μαζί πηγαίναμε στο σχολείο μαζί γυρίζαμε! Τα απογεύματα, επειδή όλο και κάτι θα είχαμε ξεχάσει να σημειώσουμε, βουτάγαμε ένα τετράδιο και έτρεχε η μία στο σπίτι της άλλης.

Δίπλα στο σπίτι της Ελένης ήταν ένα μεγάλο χωράφι που έπιανε δύο τετράγωνα. Στο βάθος και σχεδόν κολλητά στη μάντρα που το χώριζε απ τον από κάτω δρόμο υπήρχε ένα παράξενο σπίτι. Είχε εφτά δωμάτια αλλά ήταν το ένα δίπλα στο άλλο. Έβγαινες απ’ την κουζίνα στην αυλή και έμπαινες στην κρεβατοκάμαρα. Ήθελες να πας στο άλλο δωμάτιο; Ξανάβγαινες στην αυλή και πήγαινες. Το κεντρικό δωμάτιο ήταν η κουζίνα (που ακριβώς απ’ έξω είχε ένα μακρύ τεράστιο τραπέζι). Στην αριστερή πλευρά το τελευταίο δωμάτιο ήταν το πλυσταριό και στην δεξιά ήταν το μπάνιο (μπορούμε να πούμε ότι, για κείνη την εποχή, ίσως ήταν το μοναδικό σπίτι που είχε το μπάνιο μέσα. Ή μήπως ήταν το μοναδικό σπίτι που είχε όλα τα δωμάτια έξω; ). Είχε σκεπή από κεραμίδια, που η μισή  κάλυπτε το σπίτι και η άλλη μισή ακουμπώντας σε ξύλινα δοκάρια δημιουργούσε ένα υπόστεγο για την αυλή. Ακριβώς μετά τα δοκάρια  και κατά μήκος όλου του σπιτιού είχε λουλούδια. Άπειρα λουλούδια σε όλα τα χρώματα και όλες τις μυρουδιές. Σ’ αυτό το σπίτι έμενε η θεία Έλλη.

Η θεία Έλλη ήταν παχουλή και κοντούλα κι όλο γέλαγε. Αυτό που σου έκανε εντύπωση ήταν τα χείλια της που ήταν τόσο κόκκινα που νόμιζες ότι τα έβαφε. Την θυμάμαι να φοράει πάντα ποδιά που απ την τσεπούλα της κρεμόταν ένα ζευγάρι λαστιχένια γάντια. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή τη γυναίκα δεν την είδα ποτέ να κάθεται. Πάντα κάτι έκανε. Πότε στον κήπο, πότε στην κουζίνα, πότε στο διπλανό σπίτι. Για την Ελένη η θεία Έλλη ήταν ότι η Ειρήνη για μένα και η ιστορία των δύο γυναικών θα έλεγες ότι έμοιαζε. Υπήρχε κι εδώ ένας αρραβωνιαστικός που όμως δεν σκοτώθηκε, αλλά πήγε μετανάστης στην Αμερική και μην τον είδατε. Η Έλλη, όπως κι η Ειρήνη, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Το σπίτι που ζούσε η οικογένεια της Ελένης ήταν το πατρικό της μάνας της. Στην αρχή ζούσαν εκεί όλοι μαζί.  Οι παππούδες, οι τρεις θείοι, η Έλλη και οι γονείς της. Οι θείοι παντρεύτηκαν κι έφυγαν. Πεθαίνοντας ο παππούς άφησε το σπίτι στη μεγάλη κόρη μιας και είχε ήδη στρώσει τη ζωή της εκεί μέσα και το χωράφι το άφησε στην Έλλη. Το χωράφι είχε μέσα ένα στάβλο για γελάδια. Η Έλλη με κάτι δολάρια που της είχε στείλει ο αρραβωνιαστικός όταν πρωτοέφυγε και με πάρα πολλή προσωπική δουλειά έκανε το στάβλο σπίτι. Ένα ζεστό, νοικοκυρεμένο σπίτι κι εκεί φρόντισε και τη μανούλα της για όσο έζησε. Η Ελένη είχε άλλα τέσσερα αδέρφια, αγόρια, που τα μεγάλωσε η Έλλη αφού οι  γονείς της δούλευαν απ το πρωί μέχρι το βράδυ.   Παρ’ όλο που η μάνα της είχε ξελασκάρει λίγο όταν γεννήθηκε η Ελένη (11 χρόνια μετά το μικρότερο αδερφό της) μιας και τώρα πια δούλευαν όλοι, η Έλλη τη μεγάλωσε και κείνη. Ο παλιός στάβλος ήταν το σπίτι της Ελένης. Είχε το δικό της δωμάτιο με το τραπεζάκι για να διαβάζει, το κρεβάτι της και τις ροζ κουρτινούλες που είχε φτιάξει η θεία Έλλη ενώνοντας κομματάκια από διάφορα υφάσματα (χρόνια μετά μάθαμε ότι αυτό το έλεγαν πάτσγουορκ).

Τη μέρα που γνώρισα την Ελένη γνώρισα και την θεία Έλλη. Όταν φτάσαμε στο σπίτι η θεία Έλλη ήταν έξω. Πάνω σ’ εκείνο το τεράστιο τραπέζι είχε ακουμπισμένη μια ξύλινη σκαφίτσα γεμάτη από μια σοκολατένια μάζα που την ανακάτωνε με τα χέρια της. Μόλις με είδε χαμογέλασε πλατιά και κρατώντας τα χέρια στον αέρα έσκυψε να με φιλήσει. Μετά μου έφερε το δάχτυλό της στο στόμα μου: «γλύψε!». Και αφού έπλυνε τα χέρια της μας έφερε κουταλάκια να φάμε απ την σκάφη όσο θέλουμε. Κι όσο εμείς τρώγαμε τόσο γέλαγε εκείνη. Από κείνη τη στιγμή μέχρι σήμερα αυτό είναι το αγαπημένο μου γλυκό. Μωσαϊκό ή κορμός…  αν  και δεν έχει σημασία το όνομα!

Έζησα πολλές «γλυκές» στιγμές στης θείας Έλλης, να γλύφουμε ότι έχει μείνει μέσα στην θαυματουργή σκαφίτσα, σχεδόν σκαρφαλωμένες πάνω στο τεράστιο τραπέζι που μύριζε βανίλια. Θα έλεγα ότι θα έπρεπε να γίνει ζαχαροπλάστης αν δεν ήξερα και όλα τα άλλα ταλέντα της. Αυτό όμως που λέω με σιγουριά, είναι πως  θα έπρεπε να είχε γίνει μάνα! Το γέλιο και τη λάμψη στα μάτια της όταν μας έκανε να χαιρόμαστε δεν θα τα ξεχάσω ποτέ!

Νύφη η Ελένη βγήκε απ το σπίτι της θείας Έλλης. Για κάποια χρόνια έφυγε στο εξωτερικό και ήταν τότε που η θεία Έλλη έδωσε το οικόπεδο για αντιπαροχή. Σφίχτηκε η καρδιά μου όταν περνώντας είδα μέσα τις μπουλντόζες. Σταμάτησα επί τόπου το αυτοκίνητο και κατέβηκα. Τα βήματά μου ήταν μικρά σα να ήμουν και πάλι κοριτσάκι της πρώτης δημοτικού. Το σπίτι ήταν πια σωρός από πέτρες και τα λουλούδια άλλα ξεριζωμένα κι άλλα τσαλαπατημένα. Σε μια άκρη του οικοπέδου ήταν πεταμένο το τραπέζι. Έτρεξα κοντά του κι η μυρουδιά της βανίλιας ξανάρθε στα ρουθούνια μου. Δεν ξέρω σε τι είχε αντισταθεί μα ήταν ανέπαφο κι ας ήταν λασπωμένο και πεσμένο στο πλάι. Βούρκωσαν τα μάτια μου! Το λυπήθηκα σα να είχε ψυχή. Ζήτησα από έναν εργάτη να το μεταφέρουν στο σπίτι μου. Αυτό το τραπέζι έπρεπε να ζήσει!

Όταν γύρισε η Ελένη στην Ελλάδα η θεία Έλλη έμενε στο διπλανό σπίτι μαζί με τη χήρα πια αλλά και άρρωστη αδερφή της. Την φρόντισε κι αυτήν μέχρι την τελευταία της στιγμή που δεν άργησε να έρθει. Μετά το θάνατο της μάνας της,  η Ελένη, παρ’ όλο που η θεία Έλλη είχε δικό της διαμέρισμα, την πήρε κοντά της. Η θεία Έλλη ήταν πάνω από εκατό χρονών όταν πέθανε πριν μερικά χρόνια. Μεγάλωσε και τα παιδιά της Ελένη και μέχρι τελευταία στιγμή μαγείρευε, έφτιαχνε γλυκά και γέλαγε!

Αν πας τώρα στο σπίτι της Ελένης και βγεις στο μπαλκόνι θα σου έρθει μια γλυκιά μυρωδιά βανίλιας και μπορεί από κάπου μακριά ν’ ακούσεις κάποια παιδικά σλρουπ- σλρουπ κι ένα δυνατό γάργαρο γέλιο. Εμένα πάντως αυτό μου συμβαίνει κάθε φορά που πίνουμε καφέ γύρω απ’ το τεράστιο μακρύ τραπέζι!!!

Μωσαϊκό

[youtube DrBfTBkJzRs]

Σαλιγκάρια και τζίτζιφα!

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Όταν οι γονείς μου ήρθαν στην Αθήνα, ο πατέρας μου έφτιαξε, σχεδόν με τα χέρια του, μια παράγκα για να μείνουν. Εκεί έζησε ο αδερφός μου τα πρώτα του χρόνια. Εγώ ήρθα οχτώ χρόνια μετά όταν είχε ήδη κατασκευαστεί η πολυτελής κατοικία στην οποία και μεγάλωσα. Κι αυτήν σχεδόν με τα χεράκια του την έφτιαξε ο πατέρας μου. Είχε δύο δωμάτια κι ένα κουζινάκι. Το μπάνιο ήταν έξω. Μισό να το πω πιο σωστά… το μπάνιο πήγαινε όπου θέλαμε καθότι ήταν μια μεταλλική σκάφη. Η τουαλέτα ήταν έξω. Χτισμένη από τσιμεντόλιθους είχε για σκεπή λαμαρίνα (όταν έβρεχε δεν σου έκανε καρδιά να βγεις από κει μέσα)  και για πόρτα κάτι ξύλινες τάβλες ενωμένες με κάποιο τρόπο που άφηνε κενά μεταξύ τους… για να αερίζεται ο χώρος φαντάζομαι. Το σπίτι αυτό φτιάχτηκε κολλητά στην παράγκα και έτσι είχαμε δύο σπίτια πια , που το ένα μπορούσαμε να το νοικιάσουμε. Έτσι μπήκε στη ζωή της μας  η Ειρήνη!

 Η Ειρήνη είχε γεννηθεί στα Χανιά της Κρήτης. Στα νιάτα της , έλεγαν όσοι την ήξεραν, ήταν καλλονή. Λεπτή, ψηλή, ξανθιά με μεγάλα πράσινα μάτια. Χαμός γινόταν όταν πέρναγε και τα προξενιά κάνανε σωρό. Κάποια στιγμή ερωτεύτηκε έναν στρατιωτικό και τον αρρεβωνιάσθηκε. Τελικά δεν παντρεύτηκε ποτέ όμως γιατί εκείνος σκοτώθηκε στον πόλεμο κι εκείνη δεν ασχολήθηκε με το θέμα γάμος ποτέ πια. Στην ουσία, στον πόλεμο η Ειρήνη  έχασε τα πάντα. Η οικογένεια της ξεκληρίστηκε. Μόνο αυτή και οι δυο της αδερφές επέζησαν. το σπίτι της έγινε στάχτη και η σχολή ραπτικής που είχε καταστράφηκε από βόμβα. Έτσι έγινε από δήμαρχος κλητήρας. Μετά από πολλές περιπέτειες βρέθηκε στην Αθήνα άπορη να προσπαθεί να επιβιώσει και να φροντίσει και τις  μικρότερες αδερφές της. Οι αδερφές της τελικά στάθηκαν τυχερές γιατί έκαναν και οι δύο πολύ καλούς γάμους. Θυμάμαι ότι η μία είχε και υπηρέτριες. Η Ειρήνη τότε έμεινε εντελώς μόνη να προσπαθεί με τη βελόνα της και την βοήθεια της εκκλησίας να τα βγάλει πέρα. Το μικρό ενοίκιο της παράγκας ήταν που την έφερε στην πόρτα μας.

 Η Ειρήνη για μένα έγινε κάτι σαν δεύτερη μαμά. Ηλικιακά θα ταίριαζε περισσότερο σαν γιαγιά μου αλλά δε μπόρεσα ποτέ να την δω έτσι. Ίσως να οφείλεται στα χέρια της αυτό. Μακριά δάχτυλα με μακριά περιποιημένα νύχια. Πανέμορφα χέρια και τόσο απαλά! Ακόμη και σήμερα όταν τα φέρνω στο μυαλό μου νομίζω πως νιώθω το απαλό της χάδι. Ήταν η απαλότητά τους ή η αγάπη της για μένα που έκανε αυτό το χάδι τόσο γλυκά απαλό; Πραγματικά δεν ξέρω. Για την Ειρήνη έγινα το παιδί που ποτέ δεν έκανε. Μου έδωσε όλα όσα είχε. Την ζεστασιά της, την καλοσύνη της, την αγκαλιά της και τον χρόνο της. «Γιγίνη μου μ’ αγαπάς;» Την τρέλαινα μ’ αυτή την ερώτηση και κείνη μου απαντούσε πάντα. «Σ’ αγαπάω τοοοοοσο πολύ!!» και μ’ έκλεινε στην αγκαλιά της.

Τις περισσότερες ώρες της μέρας ήμουν στο δικό της σπίτι παρά στο δικό μου. Εκεί έπαιζα, εκεί έτρωγα κι εκεί κοιμόμουν τα μεσημέρια. Πάντα φρόντιζε το φαγητό της να είναι το καλύτερο, για μένα. Πάντα θα μου είχε κι ένα γλυκάκι για το απόγευμα. Δε μπορούσε ποτέ να μου χαλάσει χατίρι. Στο σπίτι της ο αρχηγός ήμουν εγώ. «Γιγίνη θα με πάρεις αγκαλιά;» κι εκείνη μ’ έπαιρνε κι ας ήταν μπροστά στη ραπτομηχανή. Πόσο μ’ άρεσε εμένα όμως αυτό! Να είμαι στη ζεστή αγκαλίτσα της και να βλέπω εκείνες τις ολόισιες γραμμές από κλωστή να σχηματίζονται πάνω στα ρούχα! Τα απογεύματα του καλοκαιριού καθόταν στο σκαλί της εξώπορτας κι εγώ πήγαινα και κούρνιαζα στην ποδιά της. Γύρω μας τα κρίνα και οι ντάλιες της και κείνη να μου λέει παραμύθια ή ιστορίες απ τη ζωή της, μέχρι που βράδιαζε. Αλλά και τα βράδια ήταν ωραία. Τρώγαμε στην αυλή και μετά εκείνη συζητούσε με τη μαμά μου κι εγώ ξαπλωμένη μέσα στη σκάφη δεν χόρταινα να τις ακούω.  Το χειμώνα ήταν που δεν ξεκόλλαγα καθόλου απ το σπίτι της. Εκεί δίπλα στην ξυλόσομπα την έβγαζα κι η Ειρήνη μου έψηνε κάστανα και μήλα ή κυδώνια. Κι όταν έβρεχε… αααχ τι χαρά ήταν αυτή!! Περίμενα με αγωνία να σταματήσει η βροχή για να βγούμε με την Ειρήνη να μαζέψουμε σαλιγκάρια! Τι νοστιμιά ήταν αυτή όταν τα μαγείρευε! Ούτε ξανάφαγα ούτε έφτιαξα ποτέ τόσο νόστιμα σαλιγκάρια σαν εκείνα της Ειρήνης. Θυμάμαι που τα βάζαμε σε ένα καλάθι με κληματόβεργες να προεξέχουν και ρίχναμε μέσα αλεύρι. Τα αφήναμε 3-4 μέρες για να καθαρίσουν και μετά (αφού πρώτα μαζεύαμε και τους δραπέτες μέσα απ το σπίτι) τα μαγειρεύαμε. Αυτό ήταν το Πάσχα για μένα!

Η Ειρήνη με τις αδερφές της δεν είχε και συχνή επαφή. Κάνα τριάρι φορές το χρόνο πήγαινε κι έμενε μαζί τους για καμιά βδομάδα. Οι χειρότερες βδομάδες της ζωής μου ήταν εκείνες. Ξεκίναγα το κλάμα δυο μέρες πριν και το μόνο τρόπο που είχε βρει η Ειρήνη για να με ηρεμεί ήταν να μου υποσχεθεί ότι θα μου φέρει τζίτζιφα. Τρελαινόμουνα για τζίτζιφα και τζιτζιφιές υπήρχαν μόνο στον κήπο της αδερφής της. Έτσι έκανα την καρδιά μου πέτρα και πλήρωνα το τίμημα.

 Πήγαινα Ε΄ δημοτικού όταν οι γονείς μου αποφάσισαν να μεγαλώσουν το σπίτι. Να φτιάξουν μια κουζίνα της προκοπής, το κουζινάκι να γίνει μπάνιο και ένα δωμάτιο για μας τα παιδιά. Για να γίνουν όμως αυτά έπρεπε να γκρεμιστεί η παράγκα κι αυτό σήμαινε ότι η Ειρήνη έπρεπε να φύγει. Όλοι είχαν στενοχωρηθεί αλλά εγώ είχα βαλαντώσει στο κλάμα. Όμως ο από μηχανής θεός έβαλε το χεράκι του. Στον πρώτο παράλληλο δρόμο υπήρχε ένα σπιτάκι που νόμιζες ότι είχε φτιαχτεί για κούκλες. Ένα κουζινάκι κι ένα δωμάτιο, αλλά πάρα πολύ μικρά. Αυτό για χρόνια ήταν ακατοίκητο. Δεν θυμάμαι πως αλλά η Ειρήνη πήγε να μείνει εκεί. Μπορεί να ήταν στον από κάτω δρόμο αλλά αν πήγαινες μέσα απ τα χωράφια (ναι υπήρχαν χωράφια ακόμη τότε), ήταν πέντε βήματα. Άσε που μόλις έβαζε μια φωνή η μάνα μου, την άκουγα. Έτσι συνεχίσαμε τη ζωή μας με πέντε βήματα διαφορά.

Όταν πήγαινα γυμνάσιο όμως η Ειρήνη απομακρύνθηκε λίγο παραπάνω. Αλλά τότε χαρήκαμε όλοι. Κάποια στιγμή, με τις οικονομιούλες της είχε αγοράσει ομόλογα. Όχι τίποτα σπουδαίο φυσικά. Είχε όμως την τύχη σε κάποια κλήρωση που έγινε να κερδίσει κάποια εκατομμύρια.  Μ΄ αυτά αγόρασε ένα διαράκι. Η πολυκατοικία ήταν στον ίδιο δρόμο με μας αλλά πολύ χαμηλά. Δεν  ήταν η απόσταση όμως που μας χώρισε. Ήταν η δική μου ζωή που είχε αλλάξει. Το σχολείο που πήγαινα ήταν στο κέντρο της Αθήνας και μετά το σχολείο πήγαινα φροντιστήριο. Με λίγα λόγια έφευγα το πρωί και γυρνούσα το βράδυ. Το σαββατοκύριακο φρόντιζα να περνάω πολλές ώρες μαζί της αλλά όσο  τα χρόνια περνούσαν όλο και πιο λίγο την έβλεπα. Παρ’ όλο που  εκείνη ήταν πολλές  ώρες  στο σπίτι μας, εγώ έλειπα. Μετά άρχισε η υγεία της να μην πηγαίνει και πολύ καλά. Η μαμά μου δεν έφευγε λεπτό από κοντά της κι εγώ προσπαθούσα να την βλέπω όσο πιο πολύ μπορούσα. Το Μάη του 85 παντρεύτηκα. Η  Ειρήνη δεν μπόρεσε να έρθει στην εκκλησία αλλά την  φέραμε μετά στο σπίτι, γιατί ήθελε να με δει νυφούλα. Χαίρομαι που τότε είχαν βγει τα βίντεο κι έτσι έχω τώρα μια κασέτα που στο τέλος της δείχνει την Ειρήνη να μπαίνει στολισμένη (πρέπει να είχε βάλει όσες δυνάμεις είχε για να το καταφέρει αυτό), να έρχεται κοντά μου, να μ’ αγκαλιάζει  και να ακούγεται η φωνή της, σπασμένη απ την συγκίνηση, να λέει «κούκλα μου!!! Να ζήσεις!». 

Τζίτζιφα δεν έχω ξαναφάει από τότε! Σαλιγκάρια όμως φτιάχνω και κάθε φορά που τα φτιάχνω γίνομαι ένα τόσο δα πιτσιρίκι που του λείπει η μαμά του και θέλει να κλάψει τοοοοσο πολύ!!!

 

Σαλιγκάρια γιαχνί

 (4 άτοµα)

Υλικά

  • 1 κιλό σαλιγκάρια
  • 2 φλιτζάνια ψιλοκομμένη ντομάτα
  • 1 φλιτζάνι λάδι ελιάς
  • 5 κρεμμύδια
  • 2 σκελίδες σκόρδο
  • 1/2 κουταλάκι μπαχάρι
  • 2 φύλλα δάφνης
  • αλάτι
  • πιπέρι φρεσκοτριμμένο

Για το γαρνίρισμα:

  • μαϊντανός ψιλοκομμένος

Τι κάνουμε:


Βάζουμε τα σαλιγκάρια σε ένα καλάθι σκεπασμένο και τα διατηρούμε ζωντανά, για τρεις μέρες, ταϊζοντάς τα με πίτουρο, προκειμένου να καθαρίσουν.

Όταν πρόκειται να τα μαγειρέψουμε, τα ξεπλένουμε με άφθονο νερό ώστε να φύγουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα σάλια τους και τα βάζουμε σε ένα μεγάλο μπολ με νερό.
Συγχρόνως, βάζουμε νερό σε μια κατσαρόλα και το αφήνουμε να βράσει.

Μόλις τα σαλιγκάρια βγάλουν τα κεφάλια τους έξω από το κέλυφος, τα μεταφέρουμε στην κατσαρόλα με το καυτό νερό, τα ζεματίζουμε και κατόπιν τα στραγγίζουμε, κόβουμε-τρυπάμε τις άκρες στο πίσω μέρος με ένα μυτερό μαχαιράκι και τα ξεπλένουμε πάλι για να φύγουν τα ψιλά κομματάκια από το κέλυφος.
Στη συνέχεια τα βάζουμε πάλι στην κατσαρόλα, μαζί με άφθονο νερό, τα αφήνουμε να βράσουν για περίπου 5-6 λεπτά, ξαφρίζοντάς τα σε τακτά χρονικά διαστήματα και μετά τα στραγγίζουμε και τα βάζουμε σε ένα μπολ.
Σε μια άλλη ρηχή κατσαρόλα, ζεσταίνουμε το λάδι και σοτάρουμε τα κρεμμύδια και το σκόρδο ψιλοκομμένα. Στη συνέχεια προσθέτουμε στην κατσαρόλα το πιπέρι, το αλάτι, το μπαχάρι και τα φύλλα δάφνης, ανακατεύουμε, αφήνουμε να βράσουν για 2 λεπτά και μετά ρίχνουμε στην κατσαρόλα τα σαλιγκάρια και την ντομάτα.
Χαμηλώνουμε τη φωτιά και τα σιγοβράζουμε για περίπου 20 λεπτά, έως ότου τα σαλιγκάρια μαλακώσουν.
Αφού βράσουν, τα μεταφέρουμε σε μια πιατέλα σερβιρίσματος, τα περιχύνουμε με τη σάλτσα τους, αφού αφαιρέσουμε τη δάφνη, τα πασπαλίζουμε με τον ψιλοκομμένο μαϊντανό και σερβίρουμε.

Ελληνίδα εξ Αιθιοπίας στην Αμερική!

Η Λίτσα έχει μια περίεργη ιστορία ζωής. Χωρίζεται σε τέσσερα μέρη! Το πρώτο μέρος όσο κι αν ακούγεται απίστευτο το γνώριζα  πολλά χρόνια πριν γνωρίσω τη Λίτσα. Το δεύτερο και το τρίτο μου το αφηγήθηκε η ίδια και το τέταρτο το έζησα. Γεννήθηκε στην Ελλάδα και  δόθηκε για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι Αιθίοπες που την πήραν μαζί τους στην Αιθιοπία. Πολλά χρόνια μετά (20 περίπου) η Μαίρη γυρίζει στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση αλλά με γονείς… Έλληνες !!!

Όταν γνώρισα τον άντρα μου, γνώρισα και τον Σωτήρη. Ο Σωτήρης ήταν ένας πολύ ωραίος τύπος. Είχε απίστευτο χιούμορ, έπαιζε κιθάρα, και έφτιαχνε και φοβερά μεζεκλίκια. Μετά τον Σωτήρη γνώρισα την γυναίκα του. Την έλεγαν Λίτσα! Δεν θα πω ότι την συμπάθησα αλλά  δε μπορώ να πω ότι την αντιπάθησα κιόλας.  Κάναμε φυσικά πολύ παρέα κι ενώ είχαμε πλησιάσει η μια την άλλη, φίλες δεν είχαμε γίνει. Ή μάλλον το σωστό είναι ότι κάποιες στιγμές την ένιωθα φίλη και κάποιες άλλες εντελώς ξένη. Ήταν παράξενο πλάσμα. Πήγαινες στο σπίτι της και σκιζόταν να σε ευχαριστήσει αλλά είχες την αίσθηση πως κάνει αυτό που απαιτεί η σωστή φιλοξενία. Αν το σωστό ήταν και να χορεύει κάθε φορά, πιστεύω πως θα χόρευε.

Την πρώτη φορά που πήγαμε στο σπίτι τους (και πάμπολλες φορές μετά), η Λίτσα είχε μαγειρέψει ένα φαγητό με κοτόπουλο και ολόκληρα βρασμένα αυγά. Φάγαμε  την πρώτη μπουκιά και αρχίσαμε να βγάζουμε καπνούς! Αυτό δεν ήταν φαί. Εξτρίμ σπορ ήταν! Μας είχε προειδοποιήσει ότι ήταν καυτερό αλλά δεν φανταστήκαμε τέτοιο πράγμα! Μόνο ο κώλος μας δεν είχε πάρει φωτιά (αν και πήρε κι αυτός την άλλη μέρα)! Τρέχαν οι μύτες μας  κλαίγαν τα μάτια μας, πίναμε νερά αλλά τίποτα! Μπουρλότο!!!

-που την έμαθες ρε παιδάκι μου αυτή τη συνταγή;

-μεγάλωσα στην Αιθιοπία!

-σοβαρά; Πως βρέθηκες εκεί;

-εκεί ζούσαν οι γονείς μου.

Τι έγινε ρε παιδιά; Πάμε μετανάστες και στην Αιθιοπία; Το σκέφτηκα αλλά δεν το ρώτησα. Τίποτα δεν ρώτησα. Αργότερα έμαθα πως ναι, πηγαίναμε μετανάστες και στην Αιθιοπία! Έμαθα επίσης πως οι γονείς της είχαν γεννηθεί εκεί και ήταν και από πολύ πλούσια οικογένεια. Θα είχαν όμως γυρίσει στην Ελλάδα πάμφτωχοι αν κάτι μέσα τους δεν τους έβαζε να αγοράζουν γη στην πατρίδα των παππούδων. Λίγα χρόνια αφ ότου γύρισαν, ο πατέρας της πέθανε και έμεινε μόνη με τη μητέρα της που όμως, όπως μου εξομολογήθηκε, δεν ήταν η πραγματική της μητέρα. Μου εξομολογήθηκε επίσης πως έψαχνε να βρει τη γυναίκα που την γέννησε.

Το πρώτο μέρος της ιστορίας της ξεκινάει με τη εγκυμοσύνη της Χαρούλας, της βιολογικής μάνας της Λίτσας, που ήταν αποτέλεσμα μιας καλοκαιρινής περιπετειούλας με ένα νεαρό έλληνα εξ Αιθιοπίας . Εκείνα τα χρόνια όμως οι περιπετειούλες πληρώνονταν ακριβά κι αυτό ακριβώς ήταν που ανέσυρα απ τη μνήμη μου. Τη μάνα της να περνάει στο δρόμο κι οι γυναίκες στις αυλές να ψιθυρίζουν. Απ αυτούς του ψιθύρους είχα μάθει ότι είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι που ήρθαν και το  πήραν οι Αιθίοπες (εκείνο το κοριτσάκι ήταν λίγο μεγαλύτερό μου και τα βράδια πριν κοιμηθώ έκανα προσευχή να μην έρθουν οι Αιθίοπες και πάρουν κι εμένα. Το χα δει ότι παίρνουν την κλάση μου μάλλον). Θυμήθηκα και την αδερφή της, που ήταν φιλενάδα με τη μάνα μου, να κλαίει  και να  οδύρεται πως δεν θα παντρευτεί ποτέ γιατί όλοι νόμιζαν πως ήταν σαν κι εκείνη. Κάποια στιγμή η Χαρούλα χάθηκε απ την γειτονιά. Αργότερα, όταν είχα μεγαλώσει κι έτυχε να μιλάνε για κείνη είχα ρωτήσει τη φιλενάδα της μάνας μου και μου είχε πει πως οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές! Όταν η μάνα της Λίτσας κατάλαβε ότι είναι έγκυος έστειλε γράμμα στο μουστερή (έτσι τον λέγανε τότε τον γκόμενο μάλλον). Του έγραψε προφανώς ότι είναι έγκυος και να έρθει να την ζητήσει απ τον πατέρα της. Εκείνος όμως ούτε που φάνηκε. Μετά τη γέννα έστειλε το ζευγάρι τούς αιθίοπες να υιοθετήσουν το παιδί.  Βέβαια έδωσε κι ένα καλό κομπόδεμα στην οικογένεια. Μετά από μερικά χρόνια βρέθηκε ένας σιτεμένος ελληνοαμερικάνος, παντρεύτηκε τη Χαρούλα και την πήρε μαζί του (το στίγμα έμεινε όμως κι η φιλενάδα της μάνας μου ακόμα ψάχνει για γαμπρό). Εγώ όλα αυτά ούτε που τα ξανασκέφτηκα μέχρι τη στιγμή που η Λίτσα μου είπε πως τα στοιχεία που είχε έλεγαν ότι η μάνα της, όταν την γέννησε, έμενε  στη γειτονιά μου.

Το δεύτερο κομμάτι της ιστορίας της Λίτσας διαδραματίζεται στην Αιθιοπία. Η Λίτσα ζει με τους παππούδες της χωρίς να βλέπει τον πατέρα της, που είχε εν τω μεταξύ  παντρευτεί και έμενε αλλού. Κάποια στιγμή, ίσως επειδή η γυναίκα του δε μπορούσε να κάνει παιδιά πήρε τη Λίτσα κοντά του. Η αλήθεια είναι πως τελικά ήταν τυχερή γιατί δημιούργησε μια πολύ καλή σχέση με τον πατέρα της και η γυναίκα του τη μεγάλωσε σαν πραγματική μάνα.

Και πάμε στο τέταρτο κομμάτι. Η Λίτσα την βρήκε τη μάνα της. Δι αλληλογραφίας στην αρχή και δια ζώσης μετά. Πήγε η Λίτσα, ήρθε εκείνη… τα βρήκανε. Όμως με το Σωτήρη τα χάσανε. Δεν είχαν και παιδιά…  Έφυγε η Λίτσα για την Αμερική. Πήρε και τη θετή μαμά μαζί της.

Πως τα θυμήθηκα όλα αυτά; Προχθές είχα τραπέζι το Σωτήρη με τη νέα του σύζυγο και είπα να τους μαγειρέψω εκείνο το φαί. Μας άφησε και μας κάτι φεύγοντας η Λίτσα αλλά δεν μας άφησε το σωστό πιπέρι. Δε βαριέσαι όμως. Γλυτώνουμε τα χαρτομάντιλα!!

Ντόρο Βατ  (παραθέτω την πιο επαγγελματική εκδοχή της συνταγής  γιατί εγώ την κάνω με το μάτι)
απο:
loveCooking.gr      

                                                               

3 κούπες κρεμμύδι ψιλοκομμένο

½ κούπα πάστα Ber-beri   (εγώ βάζω 1 και 1/2 κουταλιά μαύρο πιπέρι)

85 γραμμάρια βούτυρο

½ κουταλάκι του γλυκού μαύρο πιπέρι

½ κουταλάκι του γλυκού τζίντζερ

¼ κουταλάκι του γλυκού κάρδαμο σκόνη

1 κούπα νερό + 2 κούπες νερό + 3 κούπες νερό

1 κοτόπουλο κομμένο σε 12 κομμάτια

¼ της κούπας χυμός λεμονιού

6 αυγά βρασμένα ολόκληρα

3 σκελίδες σκόρδο λιωμένες

1 κούπα ζωμός κοτόπουλου

½ κούπα κόκκινο κρασί

Αλάτι

Οδηγίες συνταγής

Σε ένα βαθύ αντικολλητικό σκεύος σοτάρουμε τα κρεμμύδια (χωρίς λίπος) μέχρι να πάρουν ένα καφέ χρώμα. Προσθέτουμε το βούτυρο, το σκόρδο, το πιπέρι, το κάρδαμο, το αλάτι, την πάστα Ber-beri, και το τζίντζερ. Ανακατεύουμε καλά και προσθέτουμε τη 1 κούπα νερό. Σε 2 κούπες νερό ρίχνουμε το χυμό λεμονιού και αφήνουμε για 10 λεπτά. Βυθίζουμε τα κομμάτια κοτόπουλου στο μείγμα και τα αφήνουμε για 5-6 λεπτά. Στεγνώνουμε το κοτόπουλο με χαρτί κουζίνας και το ρίχνουμε στο μείγμα κρεμμυδιών. Σοτάρουμε ελαφρά και προσθέτουμε το κρασί, το ζωμό κοτόπουλου και τις 3 κούπες νερό. Σκεπάζουμε και μαγειρεύουμε σε χαμηλή θερμοκρασία για 30-40 λεπτά. Προσθέτουμε τα αυγά, από τα οποία έχουμε αφαιρέσει τα τσόφλια και συνεχίζουμε το μαγείρεμα για άλλα 5 λεπτά.

Διάρκεια: Προετοιμασία 10 λεπτά,μαγείρεμα 30 – 40 λεπτά

Φαγητό με τη…. Βούλα!

Άλλους λαούς μπορεί να τους φέρνει ο χρυσός πιο κοντά αλλά εμάς τους έλληνες μας φέρνει το φαγητό. Χαρές και λύπες έχουν το στοιχείο του φαγητού να γυροφέρνει. Μα και οι χώροι επίσης. Ας πούμε στο γραφείο, δεν παίζει πάντα και το φαγητό? Εξ άλλου τα γραφεία είναι τα στρατηγεία της κάθε δίαιτας. Εγώ θυμάμαι συζητήσεις 30 χρόνων γύρω απ αυτό το θέμα. Η τύχη μου (ή η ατυχία μου) ήταν το ότι ήμασταν ένα γυναικοκρατούμενο γραφείο. Παν το σχετικό με διατροφή, έχει συμβεί εκεί μέσα.  Η ξανθούλα μας να κάνει δίαιτα και να χάνει 30 κιλά και την επομένη ν αρχίζει να τα ξαναπαίρνει. Η καστανόξανθη να φέρνει το μπουκαλάκι της με το γάλα και μαύρο ψωμί. Η καστανή να τρώει το φρούτο της στις 12 νταν. Η καστανοκόκκινη να τρώει τα περίεργα ξένης προέλευσης μπισκοτάκια της και να πίνει εκείνη την αποτυχημένη βυσσινάδα και η Βούλα να τρώει τα πάντα.

Αυτό το «το φαγητό σας φέρνει πιο κοντά», στο γραφείο μας το είχε αναλάβει η Βούλα. Τάιζε εμάς στο γραφείο, τάιζε όποιον έβρισκε στο διάδρομο και μετά έπαιρνε σβάρνα τα γραφεία. Μπορούσες να περπατάς στους διαδρόμους κ από πίσω να σε κυνηγάει η Βούλα με μια μπουκιά στο χέρι. Ότι τσιμπούσι κάναμε το αναλάμβανε η Βούλα. Εμείς βάζαμε μόνο τα λεφτά αλλά ως γνωστόν τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία. Την ευτυχία την έφερνε η Βούλα που απ το πρωί έπαιρνε τους δρόμους να βρει κοτόπουλα, σουβλάκια, πιτοειδή, σαλατικά, ορεκτικά και πιοτά. Τίποτα δεν ξέχναγε κι αν ήταν και απόκριες θα ήταν και μασκαρεμένη. Και μετά αναλάμβανε και τα χορευτικά ως βασικός χορευτής. Όποιος ήθελε να την πλαισιώσει είχε καλώς. Οι υπόλοιποι ( λες και ήμασταν στην εποχή του Μπαϊρακτάρη), απ το τραβολόγημα της,  φεύγαμε μ ένα μανίκι λιγότερο στο τέλος της γιορτής.  Η Βούλα έχει και σπίτι με κήπο και δέντρα. Σε  γιορτές και γενέθλια ερχόταν με μια αγκαλιά λουλούδια για τον εορταζόμενο. Σε καθημερινή βάση ερχόταν με φρούτα η λαχανικά. Ποτέ δεν έφερνε ένα φρούτο ή μια ντομάτα για να φάει μόνον εκείνη. Υπολόγιζε πόσοι ήμασταν στο κτίριο και έφερνε τα ανάλογα. Κι αφού σε είχε υπολογίσει θα το έτρωγες. Μιλούσες στο τηλέφωνο και ξαφνικά βρισκόσουν μ ένα κομμάτι μήλο χωμένο στο στόμα κι εκεί που ήσουν μεταξύ του πνίγομαι και δεν πνίγομαι άκουγες το γέλιο της. Βέβαια το άκουγαν και στα διπλανά κτίρια.

 Η Βούλα ήταν φοβερή, επίσης όταν έκανε δίαιτα. Ας θυμηθώ μια απ τις φορές που ξεκινήσαμε να κάνουμε δίαιτα μαζί. Ήταν η δίαιτα της σούπας. Στο πρώτο τέταρτο την είχε χαλάσει πίνοντας λίγο γαλατάκι  πριν φύγει απ το σπίτι. Αλλά δεν θα τα παράταγε. Όοοοχι! Συνέχισε τη δίαιτα με τη μόνη διαφορά που η σούπα είχε και λίγο λαδάκι μέσα (γιατί μωρέ δεν τρωγόταν) και λίγο ρυζάκι (για να την κρατήσει) και το μεσημέρι πήρε και μια μπουκιά απ το κρέας που θα έτρωγαν τα παιδιά και το απόγευμα έφαγε και δυο μπακλαβαδάκια που είχαν περισσέψει απ αυτά που της είχαν φέρει και δεν τα έτρωγαν οι υπόλοιποι στο σπίτι και θα έπρεπε να τα πετάξει. Κι όλα αυτά την πρώτη μέρα. Τις επόμενες μπορεί να είχε φάει πάστες ή καταϊφάκια. Αποτέλεσμα? Στο τέλος της δίαιτας, εγώ ζήτημα να είχα χάσει 2 κιλά και η Βούλα είχε χάσει 5!!! Κι αυτό δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε και ούτε η τελευταία. Έκανε την δίαιτα κατά γράμμα μόνο που πρόσθετε μερικά πραγματάκια!

 Αυτό που δεν είπα για τη Βούλα (και ψυλλιάζομαι ότι μάλλον από ζήλεια το έκανα) είναι ότι ποτέ δεν είχε, στην ουσία, ανάγκη από δίαιτα. Ήταν και είναι αδύνατη κι ας τρώει όλη την ώρα, γιατί η Βούλα κατά πρώτον δεν περπατάει. Τρέχει! Ένα μέτρο να έχει να διανύσει τρέχοντας θα το κάνει. Και εκτός αυτού  γυμνάζεται κάθε μέρα και για πολλά χρόνια!

Εγώ της το έλεγα πάντα… όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια!!! Θα μου πεις τώρα ότι έχει ωραία πόδια και δεν έχει και κιλά. Ναι δε λέω αλλά η παροιμία είναι παροιμία και… εγώ προσωπικά έχω μυαλό!!!

(Την άλλη με την αλεπού και τα κρεμαστάρια την ξέρεις?)

Είμαι σε διατροφή…

Ο μοντέρνος όρος του παλιού κι αγαπημένου «κάνω δίαιτα». Τον πρωτάκουσα πριν αρκετά χρόνια από μια φίλη που ας πούμε ότι την έλεγαν Ρούλα.  Αυτή η χοντρούλα Ρούλα είχε έναν πολύ παράξενο τρόπο ομιλίας και έναν πολύ παράξενο διαιτολόγο. Αυτός ο τελευταίος δεν είχε όνομα, δεν είχε τηλέφωνο, δεν είχε γραφείο αλλά είχε πολύ προχωρημένες απόψεις πάνω στο θέμα του αδυνατίσματος. Μπορούσες ας πούμε να τρως μια γουρνοπούλα στην καθισιά σου και τα κιλά έφευγαν σα νερό!! Το θέμα μας φυσικά δεν είναι ο διαιτολόγος αλλά η Ρούλα (και οι απανταχού Ρούλες).

Τη Ρούλα την γνώριζα από πιτσιρίκα γιατί πηγαίναμε σχολείο μαζί. Ίδια τάξη, άλλο τμήμα. Χοντρούλα ήταν και τότε, χοντρούλα είναι και τώρα. Το κακό είναι ότι αυτό δεν το δέχτηκε ποτέ. Μια ζωή έκανε δίαιτα και υποθέτω ότι κάνει ακόμη. Είχαμε βρεθεί πολλές φορές σε κοινές παρέες και είχα ακούσει απ τον στόμα της τα χίλια όσα μαργαριτάρια αλλά δεν τα είχα συγκρατήσει. Απ όταν ξεκίνησε η μεγάλη μου κόρη το σχολείο και βρέθηκε να είναι συμμαθήτρια με την δική της κόρη, αρχίσαμε να κάνουμε παρέα λόγω του συλλόγου γονέων. Κάποια στιγμή ,ντρέπομαι που το λέω (λέμε τώρα), άρχισα να γράφω σε τετράδιο τα μαργαριτάρια που πέταγε η Ρούλα. Δεν τα διάβασα ποτέ σε κανέναν και ούτε τα συζήτησα με άλλον άνθρωπο. Αλήθεια! Μα ναι σας λέω. Ποτέ! Τώρα μόνο, με σας!!! Τη θλάση κοιλιακών την είχαμε πάθει απ άλλο… που δεν θυμάμαι τώρα…

Σκηνή πρώτη στο σχολείο. Δίπλα μου η Ρούλα που κάποια στιγμή σκύβει και μου λέει: κοίτα την κόρη της Σοφίας! Μα καλά, είναι αυτή μεταμφίεση για σχολείο??

Σε μια συνέλευση του συλλόγου γονέων είχαν αρχίσει να πέφτουν κάτι ευγενικά μπινελίκια που σιγά σιγά αγρίευαν. Σηκώνετε λοιπόν όρθια η Ρουλάρα και βάζει τις φωνές: Σταματήστε! Σταματήστε πια! Μην εξουθενώνετε τις καταστάσεις!!

Μην στενοχωριέσαι είπε σε μια φίλη μια φορά πάρ’ το εικαστικά!

Πήγα στον δάσκαλο και του τα ‘πα αλλά αυτός υγρόν ηγόρασον!

Περιγράφοντας το ντύσιμό μιας ηρωίδας έργου: φορούσε ένα φόρεμα πολύ αμπιγιέρ και ένα καπέλο με βέλος!

Για συγγενή της που του έκαναν δυσμενή μετάθεση: Τον εκτοποθέτησαν με υπουλία!

Κι όταν μιας άλλης έφευγε ο γιος της για φαντάρος την ρώτησε : που εμφανίζεται?

Κάποτε ο άντρας της είχε προβλήματα στη δουλειά γιατι πήγαιναν να τους καταργήσουν τα καθεστημένα τους.

Μια φορά πάλι ένα αυτοκίνητο είχε χτυπήσει στο ιδιάζωμα .

Ο αδερφός της ήταν άγγαμος.

Και όπως καθόμουν αμερόληπτη με κατατρόμαξε! (αμέριμνη μάλλον ήταν αυτό)

Και μια μέρα όπως πηγαίναμε στο σχολείο να πάρουμε τα παιδιά μας λέει το θεϊκό: μη χρονοτριβείς έχουμε ώρα. Σε 20 λεπτά σχολάνε!

Η Ρούλα και λύκειο είχε τελειώσει και σε γραφείο δημόσιας υπηρεσίας δούλευε. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Δηλαδή και όλα τα προηγούμενα άλλο θέμα ήταν μιας και η κουβέντα ξεκίνησε με την «διατροφή της». Η Ρούλα λοιπόν κατέβαζε τον αγλέωρα αλλά ήταν όλα μέσα στην δίαιτα. Δεν αδυνάτιζε βέβαια αλλά γι αυτό δεν έφταιγε ο μυστήριος διαιτολόγος της που της έβαζε τρία κρουασάν για πρωινό αλλά ο μεταβολισμός της. Ναι ναι! Αυτόν τον κακομοίρη τον μεταβολισμό της που τον είχε καταστρέψει με τις πολλές δίαιτες. Βρε τι να της ζητάμε το τηλέφωνο του διαιτολόγου (να πάμε κι εμείς να δούμε το φως μας), τι την διεύθυνση, η Ρούλα δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της. Όλο στο εξωτερικό τον έστελνε τον χριστιανό. Περιττό να πω το τι γέλιο έπεφτε μετά απ τις κουτσομπόλες. Το πιο αστείο πάνω στη Ρούλα ήταν το αριστοκρατικό-υπεροπτικό στυλ που είχε. Νόμιζες οτι σου μιλάει, πανεπιστημιακός καθηγητής με αλτσχάιμερ. Και μπορούσε να σε καταλάβει και με τη μια γιατί είχε ψυχολογία στον οργανισμό της (αυτό το έλεγε συχνά αλλά καμιά μας δεν κατάλαβε ποτέ τι μπορεί να εννοούσε ακριβώς)! Άσε το άλλο. Για όλα τα δικά της μιλούσε με υποκοριστικά. Μια μπουκίτσα , ένα κομματάκι, μια πιρουνίτσα, μια γουλίτσα και πάει λέγοντας. Αν ήταν άλλου γινόταν μπούκαρα, κομματάρα, πιρουνιά, Βόσπορος!

Και έχουμε λοιπόν πάει εκδρομή με το σχολείο και καθόμαστε οι μαμάδες όλες μαζί και παραγγέλνουμε. Και παραγγέλνει και η Ρούλα. Αν εξαιρέσεις το ότι παρήγγειλε ένα κοτόπουλο και της έφεραν όντως ένα κοτόπουλο αλλά ολόκληρο και πραγματικά δεν έφταιγε, τα υπόλοιπα τάιζαν λόχο! Σπανακόπιτα, τυρόψωμο, λουκάνικο, πατάτες τηγανιτές, μελιτζάνες παπουτσάκια και… πέστροφα τηγανισμένη σε βουτυράκι!!!

Ένα παιδάκι συνοδευόταν απ τη γιαγιά του, η οποία καθόταν απέναντι απ τη Ρούλα. Γυρίζει λοιπόν η γιαγιά (που ούτε πολύ γιαγιά ήταν και διατηρούσε και κορμάκι) και λέει στην Ρούλα: Κορίτσι μου γιατί τόσα πολλά? Είσαι και παχουλή… κρίμα είσαι νέα κοπέλα! Για την υγεία σου πάνω απ όλα…

Και σιγά μην κώλωνε η Ρούλα. Γυρίζει, την κοιτάζει αφ’ υψηλού και με το γνωστό ύφος της λέει : που να σας επεξηγώ τώρα…Είμαι σε διατροφή!!!

Από τότε κι εγώ δεν ξανάκανα δίαιτα. Είμαι πάντα σε διατροφή!!!

Εκδρομή στο Κρανίδι

Η Μαρία ήταν  κολλητή μου, συνάδελφος μου και αργότερα, όταν βάφτισε την κόρη μου, έγινε και κουμπάρα μου. Σχεδόν 30 χρόνια μαζί! Έχουμε κάνει τις άπειρες δίαιτες  και έχουμε γελάσει πάρα πολύ με την Μαρία, μέχρι τη μέρα που έφυγε και με παράτησε μόνη μου σ’ αυτόν τον κόσμο και το γέλιο έγινε πιο δύσκολο. Όμως εδώ μέσα η Μαρία θα ζει γιατί ως γνωστόν οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνον όταν τους ξεχάσουμε!

Πάμε στο τότε λοιπόν. Δυο ήταν τα σημαντικά γεγονότα της εποχής. Πρώτο ήταν η αγορά του Fiesta μου και δεύτερο αλλά κυριότερο η αγορά ενός θερμιδομετρητή. Θερμιδομετρητής και μπλοκάκι. Μεγάλη βοήθεια. Ξέραμε κάθε μέρα πόσο περισσότερο είχαμε φάει. Κάτι ήταν κι αυτό. Μάθαμε οτι παχαίνουμε από το φαι (όχι όπως τώρα που παχαίνω από τον αέρα. Αναπνέω βαθιά βέβαια).

Ξεκινήσαμε λοιπόν για το Κρανίδι μια Παρασκευή μεσημέρι με το Fiesta. Η Μαρία συνοδηγός κι αντί να κρατάει χάρτη κρατούσε τον θερμιδομετρητή. Σ΄ όλη τη διαδρομή προσπαθούσαμε να σχεδιάσουμε το γεύμα μας. Αν πάρουμε κοτόπουλο με πατάτες? Χμμμ αν βγάλουμε τις πατάτες? Μήπως να βγάζαμε το κοτόπουλο? Τεράστια διλήμματα! Το πρώτο γεύμα της εκδρομής ήταν στο Λυγουριό κ εκεί καταλάβαμε πως το τριήμερο θα ήταν δύσκολο. Πως ανέβηκαν έτσι οι θερμίδες ρε παιδί μου με ένα και μόνο γεύμα? Το βράδυ την βγάλαμε με σαλατούλα κι από ένα σουβλάκι χωρίς πίτα  και κοιμηθήκαμε έχοντας φάει γύρω στις 200 παραπάνω θερμίδες και αποφασισμένες πως την άλλη μέρα θα κάναμε έναν πιο σωστό σχεδιασμό.

Και ξημέρωσε ο θεός το Σάββατο…

Πίνοντας τον πρωινό καφέ  αρχίσαμε να βγάζουμε το διαιτοδιάγραμμα της μέρας. Μιας μέρας δύσκολης όμως καθότι το βράδυ έπρεπε να επισκεφτούμε μια φίλη που ήταν υπεύθυνη κάποιου τομέα σε ξενοδοχείο ΑΑΑ κατηγορίας στην Ερμιόνη και ο άντρας της ήταν διευθυντής εκεί. Αυτό σήμαινε τραπέζωμα και έπρεπε από τώρα να αποφασίσουμε τι θα φάμε. Καταλήξαμε λοιπόν πως για μεσημεριανό θα την βγάζαμε πάλι με σαλάτα και χωρίς σουβλάκι αυτή τη φορά. Ωραία? Ναι ναι! Σφίξαμε και τα χέρια, είπαμε και Σντο και ξεκινήσαμε. Αφού κάναμε μερικές βολτίτσες μέσα στο Κρανίδι καθίσαμε σ’ ένα παλιού τύπου καφενεδάκι να πιούμε έναν μερακλίδικο ελληνικό.

«Βρεε καλώς τα κορίτσια» λέει ο καφετζής και καθώς παραγγέλνουμε…

«Από πού είστε βρε κορίτσια?» ρωτάει ο ένας…

«Εκδρομούλα ή έχετε συγγενείς εδώ?» ρωτάει ο άλλος και απάντα στον ένα απάντα στον άλλο σε λίγο είχαμε γίνει μια παρέα. Γύρω στα 25 εμείς  εξηντάρηδες και πάνω οι κρανιδιώτες. Ανταλλάσσαμε νοήματα με την Μαρία για να σηκωθούμε να φύγουμε σιγά-σιγά. Θα μπορούσαμε να το κάνουμε και γρήγορα αλλά ήταν ευγενέστατοι και γλυκύτατοι και δεν θέλαμε να τους πληγώσουμε. Με το που πάμε λοιπόν να σηκωθούμε….

« Αααααπ» πετάγεται ένας « δεν πάτε πουθενά! Θα πιούμε ουζάκι τώρα!!»

«Δε… δεν πίνουμε….»

«Δεν πειράζει! Εσείς θα φάτε το μεζέ!»

Μεζέ τον μεζέ, από 11 πήγε 5 η ώρα και εν μέσω ζεϊμπεκιάς και θερμών αποχαιρετισμών καταφέραμε στις 6 να φτάσουμε στο ξενοδοχείο μας. Τώρα είχαμε μπροστά μας το βραδινό τραπέζι και καμιά 100στη θερμίδες για φάγωμα. Και αν τις είχαμε κι αυτές δηλαδή. Αποφασίσαμε λοιπόν να τσιμπήσουμε διακριτικά. Με λίγα λόγια απ ότι θα παραγγέλναμε να τρώγαμε μια μπουκίτσα και το υπόλοιπο να το αφήναμε με κάποιο τρόπο. Ε δεν ήταν και δύσκολο αυτό αφού νιώθαμε την κοιλιά μας να πηγαίνει να σκάσει απ τα μεζεκλίκια.

Κατά τις 8 στολισμένες σενιαρισμένες πάμε να φύγουμε για Ερμιόνη και τσουπ μας βουτάει ο ξενοδόχος. Αρχή του ξενοδοχείου να κερνάει ένα ποτό. «Όχι δεν δέχομαι άρνηση θα το πιείτε!!». Τι ποτό ήταν αυτό ρε παιδιά? Κοκτέιλ και παίζει να μην έχω πιει καλύτερο. Ακόμα το θυμάμαι. Γουλίτσα την γουλίτσα το κατεβάσαμε και φεύγοντας ανανεώσαμε τους όρκους μας για το υπόλοιπο της βραδιάς.

«Θα παραγγείλουμε μπριζόλα κι θα φάμε μόνο μία πιρουνιά!! Ναι??»,

«Φυσικά! Εννοείται!!»

Πως το λέει η παροιμία? Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις? Αυτό κάναμε κι εμείς!

Μπαίνουμε λοιπόν στην χλιδάτη αίθουσα και πάμε εκεί που μας δείχνουν ότι είναι το τραπέζι του καπετάνιου (αν ήταν πλοίο έτσι θα το λέγαμε). OMG όπως θα λέγαμε σήμερα, θεέ μου όπως είπαμε τότε.  Δεν θα ήμασταν οι τέσσερις μας μόνο. Μετά το πρώτο σοκ, απ το κομπλάρισμα περισσότερο, σκεφτήκαμε ότι ίσως να ήταν καλύτερα έτσι γιατί θα μπορούσαμε να φάμε την μία και μοναδική μπουκίτσα μας και να περάσει απαρατήρητο. Καθόμαστε λοιπόν και αρχίζουν να έρχονται τα φαγητά. Το πρώτο ορεκτικό που έσκασε κάτω απ’ την μύτη μου ήταν τυροκροκέτα. Κοιτάζω την Μαρία και με κοιτάζει κι αυτή. Ξεροκαταπίνουμε! Σα να διαβάζω το μυαλό της «μήπως, αν δεν έχει πάρα πολλές θερμίδες, λέω… μήπως??»

«κάλυψέ με!» της λέω κι αρχίζω να ψάχνω στην τσάντα τον θερμιδομετρητή. Η Μαρία συζητάει τάχα μου με τους υπόλοιπους κι εγώ ψάχνω. Πολλές έχει ρε γαμώτο αλλά δεν βαριέσαι θα την φάμε και μέχρι να την καταπιούμε έρχεται καταιγισμός ορεκτικών που μπροστά τους η κροκέτα δεν ήταν τίποτα. Ούτε από μυρουδιά μα ούτε και από θερμίδες. Δεν αφήσαμε ούτε ένα ορεκτικό και τίποτα απ το κυρίως. Σιγά μην δεν δοκιμάζαμε το ελάφι και σιγά μην αφήναμε μπουκιά στο πιάτο. Άσε εκείνα τα μανιτάρια που ‘σκαγε η ραχούλα τους πάνω απ τη σάλτσα. Και μετά απ αυτό αρχίζει η άλλη παρέλαση. Πιατέλες με γλυκά. Άπειρα γλυκά! Εκεί παραδώσαμε και το πνεύμα! Αφού θα φάμε ας το φχαριστηθούμε (γιατί τόση ώρα μπουκιά και τύψη το πηγαίναμε)!!

Γυρνώντας στο ξενοδοχείο μας, βρίσκουμε τον ξενοδόχο με παρέα να πίνουν τα ουισκάκια τους, να παίζουν κιθαρίτσες και να τραγουδάνε Σαββόπουλο. «Δεν μας φτιάχνεις κι εμάς ένα από κείνο το καλό?»

Την επόμενη μέρα ήπιαμε τον καφέ μας κουτσομπολεύοντας. Το διαιτοδιάγραμμα ούτε που το αναφέραμε και το μεσημέρι δοκιμάσαμε όλα τα τοπικά εδέσματα. Πάει τώρα. Αφού την είχαμε χαλάσει τη δίαιτα μπορούσαμε να φάμε απ όλα και…. απ’ όσο!!!

Θα γυρνούσαμε στην Αθήνα τρισευτυχισμένες αν δεν δαντελιάζαμε ένα λάστιχο και δεν κάναμε ώτο-στοπ για να μας βοηθήσουν να το αλλάξουμε κι ας διαπιστώναμε την επομένη ότι δύο κιλάκια  είχαν προστεθεί στο βεβαρυμένο… βάρος μας!!!

Υστερόγραφο:

Και συνειδητοποιώ τώρα, ότι το τότε βεβαρυμένο βάρος ήταν περίπου 15 κιλά λιγότερο απ ότι το σημερινό.

Ο Μπρούτζινος Καβαλάρης…

ή αλλιώς πως θα χάσετε κιλά  κι ας είστε στην κλιμακτήριο!

Σαν αντίσκηνο είχε στηθεί εκείνη την εποχή το θέμα της κλιμακτηρίου και είχαμε χωθεί όλες μέσα. Αν κάθε ηλικία έχει τα καλά της, αυτή έχει αυτό. Στις φράσεις του τύπου: πάχυνες βρε γιατί δεν προσπαθείς να χάσεις κιλά, γιατί άφησες τον εαυτό σου κλπ, απαντάς με το αποστομωτικό «είμαι στην κλημακτήριο!». Καλύτερα να με πουν γριά παρά κοιλιόδουλη!

Και κάπου εκεί ήρθε η επέλαση του Μπρούτζινου Καβαλάρη και πάει το αντίσκηνο, πάει και το άλοθι! Διάβαζα το βιβλίο συγκινημένη απ΄την ιστορία της Τατιάνας και του Αλεξάντερ χωρίς να ξέρω τι με περιμένει. Νόμιζα πως όλες τις κακουχίες θα τις περνούσαν οι ήρωες και ήταν λογικό να το νομίζω. Αυτοί ζούσαν στο Λένινγκραντ το 1941, όχι εγώ! Αμ δε!

 Έχοντας νοερά μεταφερθεί στον τόπο και το χρόνο της ιστορίας, άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί ο κόσμος γύρω μου πεθαίνει απ την πείνα κι εγώ δεν χάνω ούτε κιλο. Έψαχνα ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου να βρω μια , έστω μια, γυναίκα της ηλικίας μου που ούσα στην κλημακτήριο θα ζούσε ακόμα και θα ήταν και παχιά. Δεν βρήκα καμία σε κανέναν απ’ τους δύο τόμους. Κι αν ήταν ζωντανή δεν ήταν παχιά!

Στην αρχή σκέφτηκα πως οι Ρωσσίδες δεν μπαίνουν σε κλιμακτήριο αλλά το απέρριψα, ευτυχώς πριν ρωτήσω και τη γνώμη γιατρού. Μετά σκέφτηκα οτι φταίει το κρύο. Ανάβανε τύπου εσωτερικό τζάκι ας πούμε κι έτσι καιγόταν το λίπος θανάσιμα :/

Μετά όμως …  μπήκα σε μαύρες σκέψεις. Μήπως τελικά κι η κλιμακτήριος είναι αθώα? Μήπως όλοι είναι αθώοι εκτός από μένα?  Λες??? 

Πείσμωσα!!! Τωρα θα δεις, είπα μέσα μου κι έκοψα το φαγητό. Όχι τόσο όσο αν ήμουν στο Λένινγκραντ του 1941 αλλά για την  Αθήνα του 2000 το έκοψα πάρα πόλύ. Σιγά κυρά μου (στην κλιμακτήριο μιλούσα) μην είσαι αθώα. Είσαι ένοχη κι η αλήθεια θα λάμψει μια μέρα!!

Και έλαμψε! 10 κιλά έχασα σε διάρκεια δυο μηνών.

Ένα έχω να προσθέσω. Η Πωλλίνα Σίμονς έγραψε τρία καταπληκτικά βιβλία αλλά ειδικά τα δυο πρώτα (το τρίτο δεν το έχω διαβάσει), πουλήθηκαν από λάθος ράφι. Στο ράφι με τις δίαιτες θα έπρεπε να ήταν!!!

Υστερόγραφο: Αυτή η Σίμονς από κάπου άκουσε οτι αυτό που εκείνη θεωρούσε ιστορία αγάπης, εγώ το αποκαλούσα βιβλίο για δίαιτα και άκουσον άκουσον τι έκανε! Έλεος δηλαδή! Εξέδωσε κι ένα τέταρτο βιβλιο με τίτλο «Οι Συνταγές Της Τατιάνας»!!!

Μακαρόνια. Αθώος ο κατηγορούμενος!!

Πέμπτη μέρα και συνεχίζω στον ίδιο ρυθμό. Χθες το μεσημέρι, ας πούμε, έφαγα μια ωραία μακαρονάδα με σαλτσούλα δικής  μου έμπνευσης (ντοματούλα, πιπερίτσα, ελιές, κρεμμυδάκι, 1 κουταλάκι λάδι και λουΐζα). Τα μακαρόνια έχουν την ιδιότητα να προκαλούν έτσι κι αλλιώς τύψεις. Ακόμη κι αν τα έχεις ζυγίσει, που εγώ ούτε καν δηλαδή. Μετά το γεύμα λοιπόν το έριξα στην γνωστή γυμναστική. Σερφ! Και βρήκα πραγματάκια πολύ ενδιαφέροντα για τα τόσο αγαπητά μακαρόνια.

Ας τα πάρουμε απ την αρχή τα πράγματα.

Ακόμη κ το όνομά τους είναι αθώο καθότι προέρχεται απ την λέξη «μακάρια», που ήταν παρασκευάσματα από σιτάρι και συμβόλιζαν την αναγέννηση!

Έχουν πάμπολλα θρεπτικά συστατικά απαραίτητα για την καλή μας υγεία. Σίδηρο, φώσφορο το ισχυρό αντιοξειδωτικό σελήνιο, πρωτεΐνες, βιταμίνες Β, ακόμη και ασβέστιο!

Απ ότι διάβασα τελευταίες μελέτες δείχνουν οτι ζυμαρικά γενικότερα μειώνουν τον κίνδυνο για κάποιους καρκίνους και κάνουν καλό στο καρδιαγγειακό σύστημα.

Τα μακαρόνια είναι υδατάνθρακες και τους υδατάνθρακες αν τους καταναλώσεις μαζί με το αμινοξύ τρυπτοφάνη που βρίσκεται σε κρέας κ γαλακτοκομικά παράγεται σεροτονίνη που είναι η απαραίτητη χημική ουσία του σεξ (ξαφνικά είδα με άλλο μάτι την καρμπονάρα!!!).

Να πάμε και στις θερμίδες? Τι νομίζετε οτι έχουν πια? Σιιιιγά  τις θερμίδες. 1845 το ½ κιλό άβραστα. Το ζουμί της ιστορίας δηλαδή είναι να μην τα κάψεις με βούτυρο κ να συγκρατηθείς όταν θα βάζεις το λάδι στην σαλτσούλα. Κι αν δεν τα βράσεις και πολύ  και τα φας  al dente χωνεύονται και πολύ εύκολα!

Αααχ νομίζω πως και σήμερα το μεσημέρι μακαρόνια θα φάω!!!

Δεύτερη μέρα…!!!

Λέμε τώρα…
Ε, όχι κι ότι έχω τρελλαθεί στην πείνα! Θα πέσει φωτιά κ θα με κάψει αν το πω. Χαλαρά!!
Θυμάμαι ότι κάποτε ,γύρω στα 25 θα ήμουνα, συνέπεσε μια απ τις τελευταίες μέρες της δίαιτας με την τσικνοπέμπτη. ‘Επρεπε μέχρι εκείνη τη μέρα να έχω χάσει γύρω στα 8 κιλά κ είχα χάσει 3. Ήμουν σίγουρη λοιπόν (δεν βρίσκω άλλη εξήγηση) οτι στις επόμενες τρεις μέρες θα έχανα τα υπόλοιπα 5! Έτσι, όλοι πλακώθηκαν στα κοψίδια κι εγώ έφαγα γιαούρτι!!! Μα γιαούρτι????
Φέρτε μου τώρα μια Τσικνοπέμπτη για να δείτε πόσο πιο σοφή έχω γίνει. Και πιο βαρέων βαρών φυσικά!
Αλλά είπαμε. Θα ρέψω… που θα μου πάει!!!

Τρίτη… μέρα για δίαιτα!!!

Φαίνεται σαν ν’ άφησα την Δευτέρα να περάσει κ συνειδητα αρχίζω δίαιτα Τρίτη για να παω κόντρα στο «απο Δευτέρα δίαιτα»!

Η αλήθεια ειναι πως έχω αφήσει πολλές Δευτέρες και πολλές Τρίτες και άντε να δούμε πως θα πάει σήμερα!