Αρχείο Ετικετών | αλιάδα

Όταν ήμουν μούτσος… (τελευταίος ναύλος, Κεφαλονιά)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Με απώτερο σκοπό να δω από κοντά όσα είχαν να κάνουν με τον Ανδρέα Λασκαράτο, έφτασα στην Κεφαλονιά. Από διάθεση στα καλύτερά μου. Ερωτευμένη και με το ταίρι μου χεράκι – χεράκι συνάντησα τον ερωτευμένο αδερφό μου με την Κεφαλονίτισσα νύφη μου. Δεν υπάρχει καλύτερο απ το να έχεις όπου πας, ένα ντόπιο στην παρέα. Θα δεις αυτά, που μόνος σου δεν θα τα έβλεπες ποτέ!

Την πρώτη στάση την κάναμε στα Κουρκουμελάτα και θέλω να σταθώ σ’ αυτό το χωριό ιδιαίτερα.  Χωριό της ελληνικής επαρχίας ήταν αυτό; Σαν ευρωπαϊκή πόλη έμοιαζε πάντως! Τόση ομορφιά μαζεμένη δε νομίζω πως έχω ξαναδεί αλλού. Και δε μ’ εντυπωσίασε τόσο η δημιουργία της ομορφιάς αλλά η συντήρηση της! Μπορεί το χωριό να είχε ένα άξιο τέκνο που έδωσε μεγάλα χρηματικά ποσά για να φτιαχτούν όλα αυτά, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που έβλεπα κάτι τέτοιο. Αυτό που έβλεπα για πρώτη φορά ήταν πως όλα αυτά έμοιαζαν σα να έχουν φτιαχτεί… χθες! Στους δρόμους δεν έβλεπες ούτε χαρτάκι πεσμένο, τα κτίρια φρεσκοβαμμένα, οι κήποι φρεσκοποτισμένοι και φρεσκοκλαδεμένοι. Οι κοινοτικοί χώροι χωρίς ούτε μια ζημιά έστω και σ’ ένα παγκάκι.

Στο kefalonitis.com βρήκα τα παρακάτω:«Η θεομηνία των σεισμών του 1953 κατέστρεψε ολοσχερώς το ειδυλλιακό χωριό Κουρκουμελάτα, όπως άλλωστε συνέβη και με κάθε άλλο χωριό σε ολόκληρη σχεδόν την Κεφαλονιά. Όταν το νησί ξεκαθαρίστηκε από τα ερείπια και άρχισε η ανοικοδόμηση, σήμανε η αρχή μιας νέας εποχής. Ενώ όμως για την υπόλοιπη Κεφαλονιά ο σεισμός ήταν μια ανατροπή, για το χωριό αυτό ήταν μια ανόρθωση… Η οικογένεια Βεργωτή, μια από τις πλέον εύπορες στο νησί, καταγόμενη από το χωριό, αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια δωρεά πρωτόγνωρη για την εποχή! Θα ανοικοδομούσε ολόκληρο το χωριό, με την προϋπόθεση να γίνει αυτό σύμφωνα με τους κανόνες της αισθητικής και της ρυμοτομίας.
Έτσι, το χωριό ανοικοδομήθηκε με οικονομική ενίσχυση του εφοπλιστή Γεωργίου Βεργωτή, μεγάλου ευεργέτη του νησιού, ο οποίος διένειμε τα νεότευκτα σπίτια στους κατόχους γης, αναδιοργάνωσε κι έχτισε το χωριό σύμφωνα με τη νεοκλασική αρχιτεκτονική της εποχής! Η ανοικοδόμηση έγινε πάνω στα πρότυπα των ελβετικών οικισμών της υπαίθρου και κατέστησε το χωριό πρότυπο! Σε εποχή που για κανένα χωριό της Κεφαλονιάς δεν υπήρχε πρόγραμμα για ύδρευση και ηλεκτροφωτισμό, τα Κουρκουμελάτα απέκτησαν φως και νερό! Διατέθηκαν λοιπόν μεγάλα ποσά, όχι απλώς για να ανοικοδομηθεί το χωριό, αλλά κατά τη γνώμη των ειδικών –όπως αναφέρεται στο τεύχος της «Επτανησιακής Πρωτοχρονιάς» του 1960- για να το μετατρέψουν στον «τελειότερο αγροτικό συνοικισμό της Ευρώπης»! Στο έργο αυτό είχε συμπαραστάτες τους αδελφούς του, Ανδρέα, Παναγή και Στέφανο, καθώς και τον ανιψιό του, Ρόκκο Γερ. Βεργωτή. Το νέο χωριό, μετά την ανοικοδόμηση, θύμιζε ελβετικό χωριό σε προβολή και οικιστική οργάνωση!»

Και, επιμένοντας, θα προσθέσω πως αν δεν ήταν οι κάτοικοι αυτοί που είναι, το χωριό θα έπαυε πολύ γρήγορα να θυμίζει Ελβετία!

Η Κεφαλονιά είναι γεμάτη αξιοθέατα και με ξεναγό τη νύφη μου πήγαμε στα περισσότερα!

Θυμάμαι πως την ίδια μέρα πήγαμε 60μ κάτω απ τη γη πού ήταν το σπήλαιο της Δρογκαράτης και 1050μ πάνω στον Αίνο με τα παράξενα έλατα.

 

 

Στο σπήλαιο της Μελισσάνης , θυμάμαι την σκοτεινή είσοδο που έμοιαζε με κορνίζα για το απίστευτο γαλάζιο της λίμνης. Δεν χόρταιναν τα μάτια μου να κοιτάζουν!

Στα Μαντζαβινάτα πήγαμε στην κουνόπετρα. Έναν μεγάλο βράχο που κουνιέται…παράλογα. Εγώ δεν είδα το κούνημα αλλά ο αδερφός μου είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυράς του. Είχε βάλει ένα ξυλαράκι που σιγά- σιγά άρχισε να φεύγει απ τη θέση του, μέχρι που έπεσε. Τώρα, λένε, πως δεν κουνιέται πια.

Στο σπήλαιο του Άγιου Γεράσιμου δεν πήγα και μου έχει μείνει η απορία αν όντως είναι έτσι αυτό που λένε για την είσοδο. Είναι μια τρύπα που χοντροί κι αδύνατοι μπαίνουν στριμωχτά. Η φίλη μου η Μαρία είδε το παιδάκι που ήταν πριν απ’ αυτήν να μπαίνει και έκανε πίσω. Αποκλείεται να χωρέσω εγώ, είπε. Κι όμως πέρασε μια χαρά!

Είχε περάσει ο Αύγουστος, κι έτσι δεν είδα ούτε τα φιδάκια της Παναγιάς. Αυτά που βγαίνουν στις 6 Αυγούστου και εξαφανίζονται στις 16. Έχουν έναν σταυρό στο κεφάλι κι έναν στη γλώσσα.

Αυτά που είδα και δεν θα ξεχάσω ποτέ και ούτε θα τα συγκρίνω με άλλα γιατί πιστεύω πως δεν γίνεται να τα συγκρίνω είναι η παραλία του Μύρτου και η παραλία Ξι. Όταν είδα την παραλία του Μύρτου από ψηλά σχεδόν μου κόπηκε η ανάσα απ’ το εκπληκτικό τοπίο. Αυτή η αντίθεση του άσπρου βότσαλου με το καταγάλανο, λες από πισίνα, νερό και τα καταπράσινα προστατευτικά βράχια αιχμαλωτίζει το βλέμμα και χαράσσεται στο μυαλό για πάντα!

Στο Ξι είπα ότι θα ερχόμουν μόλις γινόμουν μάνα. Η χαρά του παιδιού! Ρηχή θάλασσα και άμμος. Αλλά τι άμμος! Δεν θα ξαναδείς πουθενά αυτό το απίστευτα υπέροχο και παράξενο κοκκινοκεραμιδί  χρώμα!

Πήγαμε στην Άσσο και κάναμε μπάνιο στην παραλία της. Τι κι αν μας έλεγαν πως έχει κι άλλα ωραία μέρη εκεί γύρω, δεν το κούνησα ρούπι. Υπέροχο μέρος, αμφιθεατρικό και … με φοβερή ακουστική! Θυμάμαι πως πήγε ο αδερφός μου σ’ ένα καφενείο αρκετά πιο πέρα και ακούγαμε πεντακάθαρα το τι έλεγε, απ’ την παραλία!

Αυτό που έμεινε στην καρδιά μου ήταν το Φισκάρδο. Ανέπαφο απ’ τον σεισμό ήταν ό,τι πιο νησιώτικο είδα στην Κεφαλονιά. Μείναμε μια ολόκληρη μέρα και με το μυαλό του μυθοπλάστη έφτιαχνα ιστορίες αγάπης και πάθους. Όμως η ιστορία της Γερασιμούλας, που την γνώρισα κάποια χρόνια μετά ήταν πέρα για πέρα αληθινή και είχε λάβει χώρα στο Φισκάρδο.

Επανερχόμενη στο τότε, θέλω να μιλήσω για το Αργοστόλι και για το Ληξούρι.

Το Αργοστόλι το έζησα για 15 μέρες. Έφαγα, ήπια, περπάτησα και ψώνισα.  Αυτό που ακόμα νομίζω πως έχω τη γεύση του στο στόμα μου ήταν το χοιρινό του Αλέξη. Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτή η ταβέρνα ακόμη και δεν θυμάμαι και που ακριβώς ήταν, αλλά θυμάμαι τον Αλέξη. Μου έλεγαν ο αδερφός μου και η νύφη πως τέτοια χοιρινή μπριζόλα δεν έχω ξαναφάει ποτέ, κι εγώ αναρωτιόμουν τι παραπάνω μπορεί να έχει μια απλή χοιρινή μπριζόλα. Κι όμως είχε! Γιατί ο Αλέξης έλεγε πως τα χοιρινά του είναι νόστιμα επειδή τα «ανασταίνει» μόνος του. Γιατί τα ταΐζει στο στόμα. Αυτό να ήταν; Μπορεί! Πάντως τέτοια μπριζόλα δεν έφαγα ούτε πριν ούτε μετά απ’ την δική του.

Το αγαπημένο μου φαγητό στην Κεφαλονιά ήταν τα παπουτσάκια. Το τι παπουτσάκι έφαγα δεν λέγεται. Μια κοτόπουλο και μια παπουτσάκια, μια κρεατόπιτα και μια παπουτσάκια. Έτσι ήταν οι παραγγελίες που έδινα στα εστιατόρια. Μπορεί τα παπουτσάκια να μην είναι παραδοσιακή συνταγή της Κεφαλονιάς αλλά οι Κεφαλονίτες την φτιάχνουν καταπληκτικά.

Στην πανέμορφη αλλά παράξενη, μιας και ήταν εσωτερική, πλατεία έτρωγα κάθε βράδυ ένα εκπληκτικό παγωτό με καβουρντισμένα αμύγδαλα που τελειωμό δεν είχαν!

Και μετά είχε επιστροφή στο σπίτι, από την υπέροχη Λεωφόρο των Ριζοσπαστών ή τον «φοινικόδρομο του Αργοστολίου» όπως τον λένε. Περπατούσαμε αργά, κουβεντιάζοντας, γελώντας και τρώγοντας μάντολες!

Το Ληξούρι ήταν όπως ήδη έχω πει ο βασικός σκοπός αυτού του ταξιδιού. Εκεί άλλωστε  ήταν το άγαλμα του Λασκαράτου. Τελικά το Ληξούρι ήταν το μόνο μέρος της Κεφαλονιάς που δεν πήγα. Ευτυχώς που είχε εκείνος προνοήσει να ζήσει και στο Αργοστόλι.

Στο Αργοστόλι ήταν και οι καταβόθρες. Ένα μέρος που τα νερά της θάλασσας μπαίνουν στην στεριά, περνάνε απ’ τη λίμνη της Μελισσάνης και καταλήγουν στον Καραβόμυλο της Σάμης που είναι στην άλλη μεριά του νησιού, 14 χιλιόμετρα μακριά!

 Γερασιμούλα

Μερικά χρόνια μετά μια απροσδόκητη συναλλαγή με έφερε σε επαφή με την Γερασιμούλα. Φυσικά κανένας δεν την φωνάζει έτσι και το υποκοριστικό της δεν θυμίζει καθόλου το κανονικό της όνομα, γι αυτό και μπορώ άνετα να το χρησιμοποιήσω. Η Γερασιμούλα θα μπορούσαμε να πούμε ότι… έπεσε θύμα απαγωγής! Ήταν μόλις δεκατριών χρονών όταν ήρθε στο χωριό της ο Ελληνοαμερικάνος για να βρει νύφη. Σαραντάρης ο μπρούκλης και κανείς δεν θα φανταζόταν ότι θα του γυάλιζε το δεκατριάχρονο. Έλα όμως που με το που την είδε έπεσε τ’ ανάσκελα! Έβαλε λυτούς και δεμένους για να πλησιάσει την οικογένεια φοβούμενος, μιας και μια στοιχειώδη λογική την είχε, ότι θα τον έδιωχναν κακήν κακώς. Πόσο λάθος έκανε όμως!

Ενθουσιάστηκαν οι φτωχοί ψαράδες με την τύχη που είχε η μικρότερη κόρη τους. Ένα στόμα λιγότερο απ’ τα εφτά που είχαν μέχρι τότε.

Να την πάρεις! Ναι αλλά θα ζήσουμε στην Αμερική. Να ζήσετε όπου θέλετε αρκεί να έχει το παιδάκι μας μια καλύτερη ζωή. Τόσα καταλάβαιναν, τόσα έκαναν.

Στα δεκατέσσερα της, κυρία πια, η Γερασιμούλα μπήκε στο αεροπλάνο κι έκανε να ξαναδεί το νησί της εικοσιοχτώ χρόνια. Πως πέρασαν αυτά τα χρόνια; Μαύρα κι άραχνα.  Ο σύζυγος ήταν καλός άνθρωπος και της φερόταν με τον καλύτερο τρόπο. Βασίλισσα την είχε. Θα μπορούσε η Γερασιμούλα μέχρι και να τον αντέξει αυτόν τον γάμο αλλά και πάλι ήταν άτυχη. Βρέθηκε στα δεκάξι της χρόνια να είναι χήρα και άφραγκη. Ο καλός και εύπιστος ανθρωπάκος έπεσε θύμα του συνεταίρου του και αφού φαλίρισε του ήρθε και το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η Γερασιμούλα βρέθηκε μόνη, χωρίς σπίτι και χωρίς σέντσι στην τσέπη. Αφού πέρασε μια βδομάδα νηστική και έντρομη στους δρόμους, αποφάσισε να πάει στο μόνο άνθρωπο που γνώριζε. Τον συνέταιρο!

Από την πρώτη στιγμή κι απ το πρώτο βλέμμα κατάλαβε τι την περίμενε αλλά και τι να έκανε. Ο συνέταιρος ήταν παντρεμένος χρόνια, χωρίς παιδιά. Παρόλα αυτά δεν είχε σκοπό να χαλάσει το γάμο του. Μια γκομενίτσα ήθελε ο χριστιανός να χαλαρώνει μετά το εξαντλητικό του ωράριο στην εταιρία. Βρήκε λοιπόν ένα σπιτάκι σε μια φτωχική γειτονιά που κανένας γνωστός του δεν θα πάταγε το πόδι του και έκρυψε μέσα την Γερασιμούλα. Πολλά λεφτά δεν της άφηνε, ίσα για το φαγητό της και το νοίκι, αλλά μετά απ αυτά που είχαν δει τα μάτια της, στη βδομάδα που έζησε στους δρόμους και μόνο που μπορούσε να κλειδώσει μια πόρτα πίσω της και να φάει κι ένα πιάτο φαΐ για την Γερασιμούλα ήταν πολλά. Ο τρόμος τα βράδια βέβαια υπήρχε γιατί όλο και περισσότεροι παρατηρούσαν ότι έμενε μόνη, αλλά δεν είχε και το θάρρος να του ζητήσει κάτι παραπάνω. Αν ήξερε τι θα της συνέβαινε ίσως και να το είχε κάνει…

Έτσι απλά, ένα βράδυ, κάποιος μπήκε στο σπίτι κι αφού την έκανε μαύρη στο ξύλο την βίασε. Εκεί που την άφησε ο βιαστής την βρήκε ο συνέταιρος την άλλη μέρα το απόγευμα. Φώναξε γιατρό και μετά από λίγες μέρες την πήγε να μείνει σε άλλο σπίτι. Δεν ήταν κρίση ανθρωπισμού. Απλά φοβόταν μήπως η Γερασιμούλα μέσα στο φόβο της να μείνει εκεί, αρχίσει να ανοίγει το στόμα της. Εκείνη όμως ούτε που είχε σκεφτεί αλλά και ούτε που θα τολμούσε κάτι τέτοιο. Τον σιχαινόταν τόσο που δεν πήγαινε άλλο, αλλά ήξερε πως ήταν και το μόνο της στήριγμα. Τρόπος να φύγει για την Ελλάδα δεν υπήρχε αφού τα λεφτά ήταν πολλά κι εκείνος δεν την άφηνε να δουλέψει. Σκέφτηκε να το κάνει κρυφά αλλά την κατάλαβε την δεύτερη μέρα. Έμενε συνέχεια κλεισμένη στο σπίτι περιμένοντας τη ζωή της να περάσει γιατί δεν είχε το θάρρος να την διακόψει μόνη της.

Θα πέρασαν έτσι και δέκα χρόνια και πάνω εκεί η μοίρα αποφάσισε να αλλάξει το σκηνικό της ζωής της για άλλη μια φορά.

Όταν κατάλαβε ότι είναι έγκυος η πρώτη της σκέψη ήταν να του το κρύψει και να εξαφανιστεί. Αλλά να πάει που; Ο φόβος της έκτρωσης αλλά και της αντίδρασής του γενικότερα την έκανε να αναβάλει συνέχεια τη μέρα που θα του το έλεγε. Κι όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση το μόνο που δεν περίμενε να ακούσει ήταν μια πρόταση γάμου. Έλιωσε ο συνέταιρος στην σκέψη πως θα αποκτούσε παιδί. Πενηνταπεντάρης πια και μετά από τόσα χρόνια γάμου με μια γυναίκα σχεδόν συνομήλικη του δεν είχε ούτε μια τόση δα ελπίδα.  Τα τελευταία χρόνια, ούτε σαν σκέψη δεν αναστάτωνε τη ζωή του, το ότι δεν θα γινόταν ποτέ πατέρας.

Την επομένη κιόλας η Γερασιμούλα μετακόμισε στο τεράστιο σπίτι του με τους μαγείρους και τις καμαριέρες να την έχουν στα ώπα- ώπα. Για  κείνη την καημένη την γυναικούλα, που τόσα χρόνια τον ανεχόταν, ούτε που έμαθε τι απέγινε.  Ούτε που τόλμησε και να ρωτήσει δηλαδή.

Και γεννήθηκε ο γιος. Το τι χρυσαφικό και κακό την φόρτωσε ο συνέταιρος δε λέγετε. Ένα να πουλήσω, σκεφτόταν η Γερασιμούλα, βγάζω το εισιτήριο για την Ελλάδα και μου μένουν και να περάσω.  Όμως μέχρι να το σκεφτεί και να το καλοσκεφτεί ξανάμεινε έγκυος και μετά ξανάμεινε και μετά ξανάμεινε!

Που να φύγεις με τέσσερα παιδιά; Και που να πας;

Μπορεί η ψυχή της να ήταν μαύρη, να έβλεπε τον άντρα της και να της έρχεται να ξεράσει αλλά το περιτύλιγμα της ζωής της ήταν καλό. Με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια, ο συνέταιρος δεν την ενοχλούσε και πολύ και είχε βρει ξανά το δρόμο για τις εξωσυζυγικές σχέσεις. Εξ άλλου τα παιδιά της μεγάλωναν στα πούπουλα κι αυτό δεν θα μπορούσε να τους το στερήσει με τίποτα.

Όταν πέθανε ο πατέρας της ήταν έγκυος στο τέταρτο παιδί και φυσικά ήταν αδύνατο να ταξιδέψει. Όταν όμως ήρθε η είδηση πως η μάνα της χαροπαλεύει πήρε το πρώτο αεροπλάνο που βρήκε.

Η επιστροφή στο νησί ήταν ότι πιο επώδυνο είχε ζήσει. Δεν ήταν ο πόνος για την πεθαμένη μάνα γιατί μετά από τόσα χρόνια ούτε  η μορφή της δεν της θύμιζε κάτι. Η μάνα της, αυτή που είχε πάρει μαζί της φεύγοντας θα συνέχιζε να ζει και να είναι νέα και υγιής. Αυτό που την πονούσε ήταν ο πεθαμένος εαυτός της και τα νεκρά νεανικά της όνειρα που τα συναντούσε σε κάθε στενοσόκακο του χωριού της. Έκλαψε μπροστά στην εκκλησία του χωριού, μπροστά στο σχολείο, στη μέση της πλατείας, εκεί που έπαιζε…

Όταν τα έθιμα, τα σχετικά με την κατάσταση, πήραν τέλος κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τίποτα που να την κρατάει εκεί. Τα αδέλφια της τα είδε και δεν τα αναγνώρισε κι αν κάποια απ αυτά την αγκάλιασαν θερμά και δάκρυσαν, το μόνο που της θύμιζαν ήταν τη στιγμή που εκείνη έφευγε για Αμερική. Έκλαιγαν και κουνούσαν το χέρι τους κι εκείνη σπάραζε από ζήλια που τα έβλεπε να μένουν μπροστά απ το φτωχικό τους σπιτάκι και να μικραίνουν μαζί με κείνο, όλο και πιο πολύ, μέχρι που έγιναν κουκίδες στα μάτια της… στο μυαλό της… στην ζωή της!

Πήγε στο Αργοστόλι με ταξί κι από κει πήρε ένα λεωφορείο για το Φισκάρδο. Θυμόταν πως από παιδί είχε καημό να πάει. Όλοι γι αυτό μιλούσαν κι αν την ρωτούσες τότε, θα σου έλεγε πως είναι πιο μακριά κι απ’ την Αμερική.

Όταν κατέβηκε απ το λεωφορείο και κοίταξε γύρω της, κατάλαβε. Τόσο όμορφο μέρος δεν είχε ξαναδεί, και χαιρόταν τόσο πολύ που αυτό το μέρος θα συνδεόταν για πάντα στο μυαλό της με τις πρώτες ελεύθερες μέρες της ζωής της μετά από τόσα πολλά χρόνια.

Περπατούσε στην παραλία και χάζευε τα καΐκια όταν κάτι σαν λάμψη τράβηξε το βλέμμα της και το οδήγησε μέσα σ’ ένα απ’ τα μαγαζιά…

Αυτό που είδε ήταν ένας χείμαρρος από ξανθά μαλλιά που λαμπύριζαν στον ήλιο. Με αργά και φοβισμένα βήματα ακολούθησε τη λάμψη μέχρι που βρέθηκε εκατοστά μακριά της. Τότε εκείνα κινήθηκαν αποκαλύπτοντας ένα θεϊκό πρόσωπο. Έμεινε άφωνη η Γερασιμούλα. Ποτέ μα ποτέ δεν είχε κοιτάξει άντρα. Αυτό το είδος το φοβόταν και το απεχθανόταν συγχρόνως. Έβλεπε έργα στην τηλεόραση και δεν καταλάβαινε τι μπορεί να νιώθουν αυτοί που φιλιούνται. Τι άλλο εκτός από απέχθεια μπορούσαν να νιώθουν αυτοί που έκαναν έρωτα;

Τα κατάλαβε όλα μαζεμένα όταν είδε τα μακριά ξανθά μαλλιά, το ηλιοκαμένο δέρμα, τα γαλάζια  μάτια και τα κατακόκκινα χείλια του Τίμιαν.

Έτσι, σε μια στιγμή, το σκηνικό της ζωής της άλλαξε για ακόμη μια φορά. Ότι δεν είχε ζήσει στα σαρανταδύο χρόνια της ζωής της, τα έζησε στον ένα μήνα που έμεινε στο Φισκάρδο. Ήταν πολλές οι φορές που σκέφτηκε να μην ξαναγυρίσει στην Αμερική. Τόσες όσες και οι φορές που συνειδητοποίησε πως η ζωή της ήταν εκεί που βρίσκονταν τα παιδιά της.

Ο Τίμιαν ήταν ένας τριανταπεντάχρονος Νορβηγός που πέρναγε τα καλοκαίρια του στην Ελλάδα ζωγραφίζοντας. Μπορεί η ζωή του να μην είχε σχέση με αυτήν της Γερασιμούλας, τα συναισθήματα που ένιωσε όμως για κείνη ήταν ακριβώς τα ίδια με τα δικά της! Η μοίρα τελικά είχε προσέξει την Γερασιμούλα κι είχε αποφασίσει να ασχοληθεί μαζί της.

Ο μήνας, όταν ζεις μια τέτοια κατάσταση, περνάει σαν ώρα και βρέθηκαν κι οι δύο να ψάχνουν τρόπο να διατηρήσουν αυτήν την σχέση. Τα πρώτα τέσσερα χρόνια βρισκόντουσαν τα καλοκαίρια στο Φισκάρδο. Τα επόμενα δύο ο Τίμιαν πήγε αρκετές φορές στην Αμερική. Τον έβδομο χρόνο η μοίρα αποφάσισε να αποκαταστήσει πλήρως την Γερασιμούλα.

Ο συνέταιρος πέθανε ένα βράδυ στον ύπνο του, πλήρης ημερών και… έργων!

Φίλους στη ζωή της η Γερασιμούλα δεν απέκτησε. Μόνον γέννησε! Τα παιδιά της ήταν οι καλύτεροι φίλοι της και περισσότερο ο γιος της που λόγω φύλου είχε δεχτεί όλη την πίεση και την σκληρότητα του πατέρα του. Αυτός ήταν που απ’ την αρχή ήξερε τα πάντα για τον Τίμιαν και που στη συνέχεια την έσπρωξε να προχωρήσει στη ζωή της μαζί του.

Όταν γνώρισα εγώ την Γερασιμούλα, είδα μια πολύ ωραία γυναίκα, με έντονη προσωπικότητα και… γάργαρο γέλιο. Η ζωή της μοιραζόταν μεταξύ Αμερικής, Νορβηγίας και Φισκάρδου. Από εκείνο τον χρόνο είχε προσθέσει και μια στάση στην Αθήνα για να βλέπει τη μικρή της κόρη  που σπούδαζε αρχαιολόγος.

Μπορεί να έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και να μην ξέρω πια που βρίσκεται αλλά είμαι σίγουρη πως συνεχίζει να παίρνει όλα αυτά που η μοίρα της χρώσταγε, γιατί ήταν πάρα πολλά. Σχεδόν όλα!!

 

 

 

Κ Ε Φ Α Λ Ο Ν Ι Τ Ι Κ Ε Σ …  Ρ Ε Τ Σ Ε Τ Ε Σ  ! ! !

 

ΜΠΑΚΑΛΑΟΠΙΤΑ
Υλικά

  • 1/2 κιλό παστό μπακαλιάρο
  • 1/2 κούπα ελαιόλαδο
  • 1 κούπα κρεμμυδάκι φρέσκο ψιλοκομμένο
  • 1/2 κούπα άνηθο ψιλοκομμένο
  • 1/2 κούπα μαντζουράνα ψιλοκομμένη
  • 1/2 κούπα ρύζι γλασέ
  • 1 1/2 κούπα νερό
  • αλάτι και πιπέρι
  • Για το παραδοσιακό φύλλο:
  •  3-4 κούπες αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1/2 κούπα ελαιόλαδο
  • 1/2 κούπα κρασί
  • 2-3 κουταλιές της σούπας νερό

Εκτέλεση:
Βγάλτε την πέτσα του μπακαλιάρου, κόψτε τον σε κομμάτια, τα οποία θα βάλετε σε νερό για 12-14 ώρες , ώστε να ξαλμυριστούν, ενώ πρέπει να αλλάξετε 3-4 φορές το νερό. Όταν ξαλμυριστεί, στραγγίξτε τον, αφαιρέστε τα κόκαλα και αφου τον λιανίσετε ξεψαχνίστε τον.

Σιγοβράστε το ρύζι, ώσπου να φουσκώσει, και στη συνέχεια σε μια λεκάνη το ανακατεύετε με τον μπακαλιάρο και τα υπόλοιπα υλικά, προσθέτοντας και 1/2 κούπα νερό.
Για το φύλλο:                                                                                                                                          Βάλτε σε μια λεκάνη 3 κούπες αλεύρι κι ανοίξτε στο κέντρο ένα λάκκο. Αφού ρίξετε μέσα το αλάτι, το λάδι και το κρασί, ζυμώστε πολύ καλά , ώσπου να γίνει η ζύμη εύπλαστη και μαλακή. Αν χρειαστεί προσθέστε λίγο αλεύρι ακόμα. Στη συνέχεια αφήστε τη στην άκρη για 30′. Ανοίξτε τη ζύμη σε δύο χοντρά φύλλα.

Απλώστε σε λαδωμένο ταψί το ένα φύλλο προσέχοντας να καλύπτονται τόσο ο πάτος όσο και τα τοιχώματα και να περισσεύει. Απλώνετε μέσα τη γέμιση, σκεπάστε με το δεύτερο φύλλο και γυρίστε τις άκρες. Χαράξτε την πίτα σε κομμάτια και ψήστε την για περίπου 1 ώρα στους 180°C 1 ώρα περίπου ή ώσπου να ροδίσει η επιφάνεια.

 

ΑΓΚΙΝΑΡΟΠΙΤΑ

  • 8 αγκινάρες
  • Χυμός 2 λεμονιών
  • 2 σκελίδες σκόρδο λιωμένο
  • 2 κρεμμυδάκια φρέσκα ψιλοκομμένα
  • 1½ ματσάκι άνηθο
  • ½ κιλό φέτα χοντροτριμμένη
  • 200 γραμμ. γιαούρτι στραγγιστό
  • 4 αβγά ελαφρά χτυπημένα
  • ½ φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • αλάτι, πιπέρι
  • 12 φύλλα κρούστας
  • βούτυρο για το άλειμμα των φύλλων

Εκτέλεση:

Αφού καθαρίσετε τις αγκινάρες κόβετε τις καρδιές τους σε φετούλες. Τις τρίβετε με μια λεμονόκουπα και τις αφήνετε για λίγο σε μια λεκάνη με δροσερό νερό μέσα στο οποίο έχετε προηγουμένως διαλύσει μία κουταλιά της σούπας αλεύρι και το χυμό ενός λεμονιού για να μη μαυρίσουν.

Στη συνέχεια, αφού στραγγίζετε τις αγκινάρες, τις τσιγαρίζετε μαζί με το φρέσκο κρεμμυδάκι και το σκόρδο. Χαμηλώνετε τη φωτιά και συνεχίζετε το τσιγάρισμα μέχρι να μαραθούν οι αγκινάρες.

Αφού χτυπήσετε τα αβγά με το γιαούρτι προσθέστε τις αγκινάρες μαζί με τη φέτα και το άνηθο, αλατοπιπερώνετε κι ανακατεύετε καλά και προσεχτικά για να μη διαλυθούν οι αγκινάρες.

Βουτυρώνετε ένα ταψί και στρώνετε τα πρώτα 6 φύλλα κρούστας, βουτυρώνοντάς τα ένα προς ένα και αφήνοντάς τα να εξέχουν από το ταψί. Απλώνετε το μείγμα με τις αγκινάρες και γυρίζετε τα κάτω φύλλα προς τα μέσα. Σκεπάζετε με τα υπόλοιπα 6 φύλλα βουτυρώνοντάς τα επίσης ένα-ένα και, τέλος, κόβετε τα φύλλα που εξέχουν από το ταψί.

Αφού χαράξετε πίτα με κοφτερό μαχαίρι σε κομμάτια, τη ραντίζετε με λίγο νερό και την ψήνετε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180°C για 1 ώρα περίπου, μέχρι να ροδοκοκκινίσει το επάνω φύλλο.

 

ΑΛΙΑΔΑ

Υλικά

  • 1 φύλλο μπακαλιάρου παστού περίπου 1 κιλό

Για το κουρκούτι:

  • 2 φλιτζάνια αλεύρι
  • 1 φακελάκι μαγιά σε σκόνη
  • αλάτι, ζάχαρη και άσπρο πιπέρι
  • νερό όσο πάρει

Για την Αλιάδα

 

  • 4 πατάτες βρασμένες και ξεφλουδισμένες
  • 2-4 σκελίδες σκόρδο, ανάλογα με το πόσο δυνατή τη θέλετε
  • 3-4 κουταλιές ξίδι
  • 1/2 φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • λίγο ζωμό από τον μπακαλιάρο
  • αλάτι πιπέρι

Εκτέλεση:
Κόβετε τον μπακαλιάρο σε φέτες και τον βάζετε να ξαλμυριστεί σε μια λεκάνη γεμάτη κρύο νερό για 12-14 ώρες, ενώ αλλάζετε το νερό 3-4 φορές. Στη συνέχεια αφαιρείτε την πέτσα, τα κόκαλα και την ουρά του μπακαλιάρου, τα οποία βράζετε για 15′ σε μία κατσαρόλα με λίγο νερό. Σουρώνετε τον ζωμό και τον κρατάτε στην άκρη για τη σκορδαλιά.

Ετοιμάζετε το κουρκούτη. Μέσα σ’ ένα μπολ, διαλύετε τη μαγιά και τη ζάχαρη με λίγο χλιαρό νερό, και προσθέτετε λίγο από το αλεύρι. Ανακατεύετε με σύρμα, και αφήνετε το μίγμα να αφρίσει και να φουσκώσει. Ρίχνετε σε μία λεκανίτσα το υπόλοιπο αλεύρι, κάνετε μία λακκούβα στη μέση και ρίχνετε το προηγούμενο μείγμα. Προσθέτετε λίγο αλάτι, πιπέρι, ζάχαρη, και αρχίζετε να ρίχνετε σταδιακά τόσο νερό, όσο χρειάζεται ώστε να πάρετε έναν λείο και παχύρρευστο χυλό. Αφήνετε τον χυλό να φουσκώσει.
Ετοιμάστε την αλιάδα

Χτυπάτε στο γουδί το σκόρδο, με λίγο αλάτι, μέχρι να λιώσει. Προσθέτετε τις βρασμένες πατάτες και συνεχίζετε το χτύπημα, μέχρι να λιώσουν και να γίνουν κρέμα. Προσθέτετε σταδιακά το ξίδι και το ελαιόλαδο, έως ότου γίνουν λεία. Στη συνέχεια προσθέτετε και τον ζωμό του ψαριού λίγο-λίγο ανακατεύοντας, μέχρι να γίνει αλοιφή η αλιάδα. Δοκιμάζετε και διορθώνετε τη γεύση, αν είναι απαραίτητο, με αλατοπίπερο, ελαιόλαδο και ξίδι.

Κόβετε τον μπακαλιάρο σε μικρότερα κομμάτια, και βάζετε μπόλικο λάδι σε βαθύ τηγάνι για να ζεσταθεί. Τηγανίζετε τον μπακαλιάρο, αφού πρώτα βουτήξετε τα κομμάτια του στο κουρκούτι που ετοιμάσατε. Αφού ροδίσει ο μπακαλιάρος και από τις δύο πλευρές, τον βγάζετε από το λάδι πάνω σε χαρτί κουζίνας να στραγγίσει.

 

ΚΡΕΑΤΟΠΙΤΑ
Υλικά:

  • 1 1/2 κιλό αρνάκι γάλακτος, χωρίς κόκαλο, κομμένο σε μικρά κομμάτια
    300 γρμ τυρί φέτα τριμμένο
  • 1/2 φλιτζάνι ρύζι
  • 2 πατάτες κομμένες σε μικρά κομμάτια
  • 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 2 κουταλιές ντομάτα πελτέ
  • 4 αυγά βρασμένα ψιλοκομμένα
  • 3 κουταλιές της σούπας βούτυρο
  • 3 κουταλιές της σούπας λάδι
  • ½ μάτσο μαϊντανό
  • 2-3 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένες
  • αλάτι, πιπέρι, δυόσμο, κανέλα
  • λίγη φλούδα από πορτοκάλι
  • λίγο ζωμό κρέατος
  • 18-20 φύλλα μπακλαβά

Εκτέλεση:

Τοποθετούμε σε μια λεκάνη το ψιλοκομμένο αρνί και προσθέτουμε τη φέτα, το κρεμμύδι, τις πατάτες, την ντομάτα, το βούτυρο, το λάδι, το μαϊντανό, το δυόσμο, το σκόρδο, την κανέλλα, τη φλούδα πορτοκαλιού, και πιπέρι.

Ανακατεύουμε πολύ καλά έως ότου το μίγμα γίνει ομοιόμορφο. Στη συνέχεια προσθέτουμε λίγο ζωμό κρέατος και τα τέσσερα ψιλοκομμένα αυγά.

Απλώνουμε στο ταψί 8-10 φύλλα μπακλαβά, τα οποία έχουμε προηγουμένως βουτυρώσει, και στη συνέχεια τοποθετούμε, απλώνοντας ομοιόμορφα, τη γέμιση. Σκεπάζουμε με τα υπόλοιπα φύλλα, τα οποία βουτυρώνουμε επίσης. Αφού αλείψουμε όλη την επιφάνεια με βούτυρο βάζουμε το ταψί στο φούρνο και αφήνουμε την πίτα να ψηθεί για 1 ½ ώρα στους 220 – 250 °C.
Όταν η πίτα είναι έτοιμη τη βγάζουμε από το φούρνο και αφού την αφήσουμε να κρυώσει την κόβουμε σε τριγωνάκια.

 

Τσιγαρίδια Κεφαλονιάς
Υλικά

  • 2 ½ κιλά αγριόχορτα: πράσα, παπαρούνα, καυκαλίδες, ζοχός, λάπατο, αλευρίδα, σπανάκι, σέσκουλα
  • 1 ματσάκι σέλινο
  • 1 ματσάκι μαϊντανό
  • ματζουράνα
  • μάραθο
  • 3-4 φρέσκα κρεμμυδάκια
  • 2 κρεμμύδια
  • ½ κεφάλι σκόρδο
  • 2 ντομάτα σε κύβους
  • 150 γρ. ρύζι γλασσέ
  • 1 κούπα λάδι
  • αλάτι και πιπέρι

Εκτέλεση:

Αφού πλύνετε καλά και κόψετε όλα τα χόρτα, τα ζεματάτε σε καυτό νερό για 5-6 λεπτά. Τα σουρώνετε και στη συνέχεια τσιγαρίζετε στο λάδι τα κρεμμύδια και το σκόρδο. Προσθέστε τα χόρτα , την ντομάτα και τα μυρωδικά. Τα βράζετε για 5 λεπτά και προσθέτετε το ρύζι και όσο νερό χρειαστεί, προκειμένου να βράσει.

 

ΣΟΦΙΓΑΔΟ

 

Υλικά

  • 1-1,5kg μοσχάρι ψαχνό για κοκκινιστό
  • 3 μεσαία κρεμμύδια
  • 2 σκόρδα
  • 1 πιπεριά (προαιρετικά)
  • ντομάτα τριμμένη στον τριφτη, η αν δεν εχουμε φρεσκια προσθέτουμε 1 κονσέρβα ντοματάκι ψιλοκομμένο
  • 1 κουταλιά της σούπας πελτέ ντομάτας
  • κρασί για το τσιγάρισμα
  • αλάτι
  • λάδι
  • πιπέρι
  • μερικούς κόκκους μπαχάρι
  • μερικές πρόκες του γαρύφαλλου

Εκτέλεση:

  1. Σε μία κατσαρόλα τσιγαρίζουμε το κρέας με το λάδι ώσπου να πάρει χρώμα.
  2. Μόλις ροδίσει το κρέας προσθέτουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι, το κομμένο σκόρδο και την πιπεριά. Όταν τσιγαριστούν, τα σβήνουμε με κρασί.
  3. Αφήνουμε να βράσει για κανενα 5λεπτο και ρίχνουμε το ντοματάκι. Ρίχνουμε τον πελτέ ντομάτας, το πιπέρι, το γαρύφαλλο και το μπαχάρι. Προσθέτουμε αρκετό νερό για να βράσει.
  4. Καθως βράζει αν δούμε οτι θελει κι άλλο νερο προσθέτουμε ζεστο νερο από τον βραστήρα.
  5. Στο τελος ριχνουμε και το αλατι

ΜΠΟΥΜΠΟΥΡΕΛΙΑ

 

Υλικά:

  • 100γρ. Φακές
  • 100γρ. Φασόλια μέτρια
  • 100γρ. Κουκιά
  • 100γρ. Ρεβύθια
  • 100γρ. Καλαμπόκι
  • 100γρ. Σιτάρι
  • Λάδι
  • Αλάτι
  • Λεμόνι

 

Εκτέλεση:

Μουσκεύουμε από βραδύς τα φασόλια τα ρεβύθια και τα κουκιά. Τα βράζουμε μαζί με τα υπόλοιπα υλικά εκτός από το λάδι και το λεμόνι. Όταν χυλώσουν είναι έτοιμα. Τα σερβίρουμε με λάδι και λεμόνι.

 

ΡΙΓΑΝΑΔΑ

 

ΥΛΙΚΑ: (για δύο άτομα)

  • 4 φέτες χωριάτικο ψωμί ( ξερό )
  • 2 ντομάτες
  • ρίγανη
  • αλάτι
  • ξύδι
  • λάδι

 

Εκτέλεση:

Βρέχουμε το ψωμί, του βάζουμε αλάτι, ξύδι, ρίγανη, λάδι και στύβουμε τις ντομάτες πάνω στο ψωμί.

 

ΛΑΒΡΑΚΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΜΕ ΡΟΜΠΟΛΑ

Υλικά

  • Ένα μεγάλο λαβράκι ή οποιοδήποτε άλλο ψάρι σας αρέσει κατάλληλο για ψητό
  • Δυο φινόκιο
  • Ένα λεμόνι
  • Ένα ματσάκι βασιλικό (ή μέντα)
  • Βούτυρο
  • Μερικές μικρές πατάτες ανάλογες με τους καλεσμένους μας
  • Θυμάρι φρέσκο
  • Μαϊντανός ψιλοκομμένος
  • Ελαιόλαδο
  • Ένα ποτήρι «ρομπόλα»

Εκτέλεση συνταγής

Ζητάμε από τον ιχθυοπώλη να καθαρίσει το ψάρι και να το χαράξει σε διάφορα σημεία.

Καθαρίζουμε τα φινόκια και ξεχωρίζουμε τα τρυφερά εσωτερικά φύλλα του και τα κρατάμε κατά μέρος.

Σε μια κατσαρόλα βράζουμε αλατισμένο νερό και αφού βράσει ρίχνουμε μέσα τις πατάτες και το υπόλοιπο φινόκιο κομμένο σε μεγάλα κομμάτια. Αφήνουμε να μισο- βράσουν για λίγα λεπτά.

Σε ένα μπολ ρίχνουμε: ψιλοκομμένα τα τρυφερά φύλλα του φινόκιο, το ξύσμα από ένα λεμόνι, ψιλοκομμένο μαϊντανό, μέντα ή βασιλικό, (όποια γεύση προτιμάτε), λίγο βούτυρο, αλάτι και πιπέρι. Ανακατεύουμε καλά το μείγμα και με αυτό γεμίζουμε τα ανοίγματα του ψαριού στη πλάτη και στη κοιλιά.

Μόλις μισο-βράσουν οι πατάτες και το φινόκιο τα σουρώνουμε και τα ρίχνουμε σε ένα μπολ. Κόβουμε τις πατάτες στη μέση, ρίχνουμε στα λαχανικά ψιλοκομμένο μαϊντανό, θυμάρι, λίγο βούτυρο. Ανακατεύουμε προσεκτικά.

Ανοίγουμε ένα μεγάλο φύλλο αλουμινόχαρτου, στη μέση βάζουμε το μείγμα με τις βραστές πατάτες και το φινόκιο και από πάνω τοποθετούμε το ψάρι, ραντίζουμε με λίγο ελαιόλαδο. Κλείνουμε πολύ καλά το αλουμινόχαρτο και πριν το σφραγίσουμε εντελώς ρίχνουμε μέσα το λευκό κρασί. Προσπαθούμε να κλείσουμε όσο πιο καλά μπορούμε το αλουμινόχαρτο, αφήνοντας αρκετό χώρο για τον ατμό που θα δημιουργηθεί ώστε να μην σχιστεί.

Προσοχή τώρα, θα σας αποκαλύψω ένα εύκολο τρικ που θα σας εξασφαλίσει το καλύτερο μαγείρεμα και την απελευθέρωση των αρωμάτων των βοτάνων:

Σε ένα αντικολλητικό τηγάνι βάζουμε μέσα το αλουμινόχαρτο έτσι όπως είναι με το ψάρι, ανάβουμε σε μέτρια φωτιά και μόλις το δούμε να φουσκώνει το αλουμινόχαρτο από τους ατμούς το βάζουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180ο για 15-20 λεπτά ανάλογα το μέγεθος του ψαριού.

Σερβίρισμα

Όταν το ψάρι μας ψηθεί, το σερβίρουμε έτσι όπως είναι με το αλουμινόχαρτο τοποθετημένο σε ένα βαθύ πυρεξάκι ή πιατέλα και το ανοίγουμε κάνοντας μια μαχαιριά στο αλουμινόχαρτο, μπροστά στους καλεσμένους μας. Τα αρωματικά βότανα θα κατακλείσουν τον χώρο, το χειροκρότημα είναι εξασφαλισμένο. Γιατί μαγειρεύω σημαίνει μαγεύω!

 

ΑΜΥΓΔΑΛΟΠΙΤΑ

 

ΥΛΙΚΑ:

  • 12κουταλιές ζάχαρη
  • 12 κουταλιές κοπανισμένο αμύγδαλο
  • 12 αυγά
  • 12 κουταλιές φρυγανιά
  • 1 κουταλάκι γαρίφαλο
  • 1 κουταλάκι κανέλλα
  • 2 βανίλιες

ΣΙΡΟΠΙ: ( το βράζουμε για 10 λεπτά)

  • 2 ποτήρια νερό
  • 3 ποτήρια ζάχαρη
  • 10 πρόκες γαρίφαλο
  • 1 κομμάτι κανέλλα

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:
Χτυπάμε τα ασπράδια μαρέγκα και τα βάζουμε στην άκρη. Μετά χτυπάμε την ζάχαρη, τους κρόκους και την βανίλια. Ρίχνουμε λίγο -λίγο το αμύγδαλο την φρυγανιά το γαρύφαλλο, την κανέλλα και το ασπράδι. Βουτυρώνουμε το ταψί (30×30) και το τινάζουμε. Ρίχνουμε το υλικό και το ψήνουμε σε φούρνο 200οC για 30 λεπτά .Όταν βγάλουμε το γλυκό ρίχνουμε το σιρόπι κρύο σε όλο το γλυκό.

 

ΜΠΟΜΠΟΤΑ

 

ΥΛΙΚΑ:

  • 3 ποτήρια καλαμποκάλευρο
  • 1 ποτήρι αλεύρι
  • 1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι
  • 1 ποτήρι λάδι
  • 1 ποτήρι ζάχαρη
  • 2 ποτήρια νερό
  • 1 σακουλάκι σταφίδες
  • κανέλλα
  • ξύσμα πορτοκαλιού
  • 2 φακελάκια μπαίκιν πάουντερ

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

Σε μια λεκάνη ανακατεύουμε τα αλεύρια, με όλα τα υλικά Ρίχνουμε το μείγμα σε ένα ταψί και ψήνουμε για 45 λεπτά
της ώρας ή όσο χρειάζεται να πάρει χρώμα.