Αρχείο Ετικετών | αμύγδαλα

Όταν ήμουν μούτσος… (τελευταίος ναύλος, Κεφαλονιά)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Με απώτερο σκοπό να δω από κοντά όσα είχαν να κάνουν με τον Ανδρέα Λασκαράτο, έφτασα στην Κεφαλονιά. Από διάθεση στα καλύτερά μου. Ερωτευμένη και με το ταίρι μου χεράκι – χεράκι συνάντησα τον ερωτευμένο αδερφό μου με την Κεφαλονίτισσα νύφη μου. Δεν υπάρχει καλύτερο απ το να έχεις όπου πας, ένα ντόπιο στην παρέα. Θα δεις αυτά, που μόνος σου δεν θα τα έβλεπες ποτέ!

Την πρώτη στάση την κάναμε στα Κουρκουμελάτα και θέλω να σταθώ σ’ αυτό το χωριό ιδιαίτερα.  Χωριό της ελληνικής επαρχίας ήταν αυτό; Σαν ευρωπαϊκή πόλη έμοιαζε πάντως! Τόση ομορφιά μαζεμένη δε νομίζω πως έχω ξαναδεί αλλού. Και δε μ’ εντυπωσίασε τόσο η δημιουργία της ομορφιάς αλλά η συντήρηση της! Μπορεί το χωριό να είχε ένα άξιο τέκνο που έδωσε μεγάλα χρηματικά ποσά για να φτιαχτούν όλα αυτά, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που έβλεπα κάτι τέτοιο. Αυτό που έβλεπα για πρώτη φορά ήταν πως όλα αυτά έμοιαζαν σα να έχουν φτιαχτεί… χθες! Στους δρόμους δεν έβλεπες ούτε χαρτάκι πεσμένο, τα κτίρια φρεσκοβαμμένα, οι κήποι φρεσκοποτισμένοι και φρεσκοκλαδεμένοι. Οι κοινοτικοί χώροι χωρίς ούτε μια ζημιά έστω και σ’ ένα παγκάκι.

Στο kefalonitis.com βρήκα τα παρακάτω:«Η θεομηνία των σεισμών του 1953 κατέστρεψε ολοσχερώς το ειδυλλιακό χωριό Κουρκουμελάτα, όπως άλλωστε συνέβη και με κάθε άλλο χωριό σε ολόκληρη σχεδόν την Κεφαλονιά. Όταν το νησί ξεκαθαρίστηκε από τα ερείπια και άρχισε η ανοικοδόμηση, σήμανε η αρχή μιας νέας εποχής. Ενώ όμως για την υπόλοιπη Κεφαλονιά ο σεισμός ήταν μια ανατροπή, για το χωριό αυτό ήταν μια ανόρθωση… Η οικογένεια Βεργωτή, μια από τις πλέον εύπορες στο νησί, καταγόμενη από το χωριό, αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια δωρεά πρωτόγνωρη για την εποχή! Θα ανοικοδομούσε ολόκληρο το χωριό, με την προϋπόθεση να γίνει αυτό σύμφωνα με τους κανόνες της αισθητικής και της ρυμοτομίας.
Έτσι, το χωριό ανοικοδομήθηκε με οικονομική ενίσχυση του εφοπλιστή Γεωργίου Βεργωτή, μεγάλου ευεργέτη του νησιού, ο οποίος διένειμε τα νεότευκτα σπίτια στους κατόχους γης, αναδιοργάνωσε κι έχτισε το χωριό σύμφωνα με τη νεοκλασική αρχιτεκτονική της εποχής! Η ανοικοδόμηση έγινε πάνω στα πρότυπα των ελβετικών οικισμών της υπαίθρου και κατέστησε το χωριό πρότυπο! Σε εποχή που για κανένα χωριό της Κεφαλονιάς δεν υπήρχε πρόγραμμα για ύδρευση και ηλεκτροφωτισμό, τα Κουρκουμελάτα απέκτησαν φως και νερό! Διατέθηκαν λοιπόν μεγάλα ποσά, όχι απλώς για να ανοικοδομηθεί το χωριό, αλλά κατά τη γνώμη των ειδικών –όπως αναφέρεται στο τεύχος της «Επτανησιακής Πρωτοχρονιάς» του 1960- για να το μετατρέψουν στον «τελειότερο αγροτικό συνοικισμό της Ευρώπης»! Στο έργο αυτό είχε συμπαραστάτες τους αδελφούς του, Ανδρέα, Παναγή και Στέφανο, καθώς και τον ανιψιό του, Ρόκκο Γερ. Βεργωτή. Το νέο χωριό, μετά την ανοικοδόμηση, θύμιζε ελβετικό χωριό σε προβολή και οικιστική οργάνωση!»

Και, επιμένοντας, θα προσθέσω πως αν δεν ήταν οι κάτοικοι αυτοί που είναι, το χωριό θα έπαυε πολύ γρήγορα να θυμίζει Ελβετία!

Η Κεφαλονιά είναι γεμάτη αξιοθέατα και με ξεναγό τη νύφη μου πήγαμε στα περισσότερα!

Θυμάμαι πως την ίδια μέρα πήγαμε 60μ κάτω απ τη γη πού ήταν το σπήλαιο της Δρογκαράτης και 1050μ πάνω στον Αίνο με τα παράξενα έλατα.

 

 

Στο σπήλαιο της Μελισσάνης , θυμάμαι την σκοτεινή είσοδο που έμοιαζε με κορνίζα για το απίστευτο γαλάζιο της λίμνης. Δεν χόρταιναν τα μάτια μου να κοιτάζουν!

Στα Μαντζαβινάτα πήγαμε στην κουνόπετρα. Έναν μεγάλο βράχο που κουνιέται…παράλογα. Εγώ δεν είδα το κούνημα αλλά ο αδερφός μου είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυράς του. Είχε βάλει ένα ξυλαράκι που σιγά- σιγά άρχισε να φεύγει απ τη θέση του, μέχρι που έπεσε. Τώρα, λένε, πως δεν κουνιέται πια.

Στο σπήλαιο του Άγιου Γεράσιμου δεν πήγα και μου έχει μείνει η απορία αν όντως είναι έτσι αυτό που λένε για την είσοδο. Είναι μια τρύπα που χοντροί κι αδύνατοι μπαίνουν στριμωχτά. Η φίλη μου η Μαρία είδε το παιδάκι που ήταν πριν απ’ αυτήν να μπαίνει και έκανε πίσω. Αποκλείεται να χωρέσω εγώ, είπε. Κι όμως πέρασε μια χαρά!

Είχε περάσει ο Αύγουστος, κι έτσι δεν είδα ούτε τα φιδάκια της Παναγιάς. Αυτά που βγαίνουν στις 6 Αυγούστου και εξαφανίζονται στις 16. Έχουν έναν σταυρό στο κεφάλι κι έναν στη γλώσσα.

Αυτά που είδα και δεν θα ξεχάσω ποτέ και ούτε θα τα συγκρίνω με άλλα γιατί πιστεύω πως δεν γίνεται να τα συγκρίνω είναι η παραλία του Μύρτου και η παραλία Ξι. Όταν είδα την παραλία του Μύρτου από ψηλά σχεδόν μου κόπηκε η ανάσα απ’ το εκπληκτικό τοπίο. Αυτή η αντίθεση του άσπρου βότσαλου με το καταγάλανο, λες από πισίνα, νερό και τα καταπράσινα προστατευτικά βράχια αιχμαλωτίζει το βλέμμα και χαράσσεται στο μυαλό για πάντα!

Στο Ξι είπα ότι θα ερχόμουν μόλις γινόμουν μάνα. Η χαρά του παιδιού! Ρηχή θάλασσα και άμμος. Αλλά τι άμμος! Δεν θα ξαναδείς πουθενά αυτό το απίστευτα υπέροχο και παράξενο κοκκινοκεραμιδί  χρώμα!

Πήγαμε στην Άσσο και κάναμε μπάνιο στην παραλία της. Τι κι αν μας έλεγαν πως έχει κι άλλα ωραία μέρη εκεί γύρω, δεν το κούνησα ρούπι. Υπέροχο μέρος, αμφιθεατρικό και … με φοβερή ακουστική! Θυμάμαι πως πήγε ο αδερφός μου σ’ ένα καφενείο αρκετά πιο πέρα και ακούγαμε πεντακάθαρα το τι έλεγε, απ’ την παραλία!

Αυτό που έμεινε στην καρδιά μου ήταν το Φισκάρδο. Ανέπαφο απ’ τον σεισμό ήταν ό,τι πιο νησιώτικο είδα στην Κεφαλονιά. Μείναμε μια ολόκληρη μέρα και με το μυαλό του μυθοπλάστη έφτιαχνα ιστορίες αγάπης και πάθους. Όμως η ιστορία της Γερασιμούλας, που την γνώρισα κάποια χρόνια μετά ήταν πέρα για πέρα αληθινή και είχε λάβει χώρα στο Φισκάρδο.

Επανερχόμενη στο τότε, θέλω να μιλήσω για το Αργοστόλι και για το Ληξούρι.

Το Αργοστόλι το έζησα για 15 μέρες. Έφαγα, ήπια, περπάτησα και ψώνισα.  Αυτό που ακόμα νομίζω πως έχω τη γεύση του στο στόμα μου ήταν το χοιρινό του Αλέξη. Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτή η ταβέρνα ακόμη και δεν θυμάμαι και που ακριβώς ήταν, αλλά θυμάμαι τον Αλέξη. Μου έλεγαν ο αδερφός μου και η νύφη πως τέτοια χοιρινή μπριζόλα δεν έχω ξαναφάει ποτέ, κι εγώ αναρωτιόμουν τι παραπάνω μπορεί να έχει μια απλή χοιρινή μπριζόλα. Κι όμως είχε! Γιατί ο Αλέξης έλεγε πως τα χοιρινά του είναι νόστιμα επειδή τα «ανασταίνει» μόνος του. Γιατί τα ταΐζει στο στόμα. Αυτό να ήταν; Μπορεί! Πάντως τέτοια μπριζόλα δεν έφαγα ούτε πριν ούτε μετά απ’ την δική του.

Το αγαπημένο μου φαγητό στην Κεφαλονιά ήταν τα παπουτσάκια. Το τι παπουτσάκι έφαγα δεν λέγεται. Μια κοτόπουλο και μια παπουτσάκια, μια κρεατόπιτα και μια παπουτσάκια. Έτσι ήταν οι παραγγελίες που έδινα στα εστιατόρια. Μπορεί τα παπουτσάκια να μην είναι παραδοσιακή συνταγή της Κεφαλονιάς αλλά οι Κεφαλονίτες την φτιάχνουν καταπληκτικά.

Στην πανέμορφη αλλά παράξενη, μιας και ήταν εσωτερική, πλατεία έτρωγα κάθε βράδυ ένα εκπληκτικό παγωτό με καβουρντισμένα αμύγδαλα που τελειωμό δεν είχαν!

Και μετά είχε επιστροφή στο σπίτι, από την υπέροχη Λεωφόρο των Ριζοσπαστών ή τον «φοινικόδρομο του Αργοστολίου» όπως τον λένε. Περπατούσαμε αργά, κουβεντιάζοντας, γελώντας και τρώγοντας μάντολες!

Το Ληξούρι ήταν όπως ήδη έχω πει ο βασικός σκοπός αυτού του ταξιδιού. Εκεί άλλωστε  ήταν το άγαλμα του Λασκαράτου. Τελικά το Ληξούρι ήταν το μόνο μέρος της Κεφαλονιάς που δεν πήγα. Ευτυχώς που είχε εκείνος προνοήσει να ζήσει και στο Αργοστόλι.

Στο Αργοστόλι ήταν και οι καταβόθρες. Ένα μέρος που τα νερά της θάλασσας μπαίνουν στην στεριά, περνάνε απ’ τη λίμνη της Μελισσάνης και καταλήγουν στον Καραβόμυλο της Σάμης που είναι στην άλλη μεριά του νησιού, 14 χιλιόμετρα μακριά!

 Γερασιμούλα

Μερικά χρόνια μετά μια απροσδόκητη συναλλαγή με έφερε σε επαφή με την Γερασιμούλα. Φυσικά κανένας δεν την φωνάζει έτσι και το υποκοριστικό της δεν θυμίζει καθόλου το κανονικό της όνομα, γι αυτό και μπορώ άνετα να το χρησιμοποιήσω. Η Γερασιμούλα θα μπορούσαμε να πούμε ότι… έπεσε θύμα απαγωγής! Ήταν μόλις δεκατριών χρονών όταν ήρθε στο χωριό της ο Ελληνοαμερικάνος για να βρει νύφη. Σαραντάρης ο μπρούκλης και κανείς δεν θα φανταζόταν ότι θα του γυάλιζε το δεκατριάχρονο. Έλα όμως που με το που την είδε έπεσε τ’ ανάσκελα! Έβαλε λυτούς και δεμένους για να πλησιάσει την οικογένεια φοβούμενος, μιας και μια στοιχειώδη λογική την είχε, ότι θα τον έδιωχναν κακήν κακώς. Πόσο λάθος έκανε όμως!

Ενθουσιάστηκαν οι φτωχοί ψαράδες με την τύχη που είχε η μικρότερη κόρη τους. Ένα στόμα λιγότερο απ’ τα εφτά που είχαν μέχρι τότε.

Να την πάρεις! Ναι αλλά θα ζήσουμε στην Αμερική. Να ζήσετε όπου θέλετε αρκεί να έχει το παιδάκι μας μια καλύτερη ζωή. Τόσα καταλάβαιναν, τόσα έκαναν.

Στα δεκατέσσερα της, κυρία πια, η Γερασιμούλα μπήκε στο αεροπλάνο κι έκανε να ξαναδεί το νησί της εικοσιοχτώ χρόνια. Πως πέρασαν αυτά τα χρόνια; Μαύρα κι άραχνα.  Ο σύζυγος ήταν καλός άνθρωπος και της φερόταν με τον καλύτερο τρόπο. Βασίλισσα την είχε. Θα μπορούσε η Γερασιμούλα μέχρι και να τον αντέξει αυτόν τον γάμο αλλά και πάλι ήταν άτυχη. Βρέθηκε στα δεκάξι της χρόνια να είναι χήρα και άφραγκη. Ο καλός και εύπιστος ανθρωπάκος έπεσε θύμα του συνεταίρου του και αφού φαλίρισε του ήρθε και το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η Γερασιμούλα βρέθηκε μόνη, χωρίς σπίτι και χωρίς σέντσι στην τσέπη. Αφού πέρασε μια βδομάδα νηστική και έντρομη στους δρόμους, αποφάσισε να πάει στο μόνο άνθρωπο που γνώριζε. Τον συνέταιρο!

Από την πρώτη στιγμή κι απ το πρώτο βλέμμα κατάλαβε τι την περίμενε αλλά και τι να έκανε. Ο συνέταιρος ήταν παντρεμένος χρόνια, χωρίς παιδιά. Παρόλα αυτά δεν είχε σκοπό να χαλάσει το γάμο του. Μια γκομενίτσα ήθελε ο χριστιανός να χαλαρώνει μετά το εξαντλητικό του ωράριο στην εταιρία. Βρήκε λοιπόν ένα σπιτάκι σε μια φτωχική γειτονιά που κανένας γνωστός του δεν θα πάταγε το πόδι του και έκρυψε μέσα την Γερασιμούλα. Πολλά λεφτά δεν της άφηνε, ίσα για το φαγητό της και το νοίκι, αλλά μετά απ αυτά που είχαν δει τα μάτια της, στη βδομάδα που έζησε στους δρόμους και μόνο που μπορούσε να κλειδώσει μια πόρτα πίσω της και να φάει κι ένα πιάτο φαΐ για την Γερασιμούλα ήταν πολλά. Ο τρόμος τα βράδια βέβαια υπήρχε γιατί όλο και περισσότεροι παρατηρούσαν ότι έμενε μόνη, αλλά δεν είχε και το θάρρος να του ζητήσει κάτι παραπάνω. Αν ήξερε τι θα της συνέβαινε ίσως και να το είχε κάνει…

Έτσι απλά, ένα βράδυ, κάποιος μπήκε στο σπίτι κι αφού την έκανε μαύρη στο ξύλο την βίασε. Εκεί που την άφησε ο βιαστής την βρήκε ο συνέταιρος την άλλη μέρα το απόγευμα. Φώναξε γιατρό και μετά από λίγες μέρες την πήγε να μείνει σε άλλο σπίτι. Δεν ήταν κρίση ανθρωπισμού. Απλά φοβόταν μήπως η Γερασιμούλα μέσα στο φόβο της να μείνει εκεί, αρχίσει να ανοίγει το στόμα της. Εκείνη όμως ούτε που είχε σκεφτεί αλλά και ούτε που θα τολμούσε κάτι τέτοιο. Τον σιχαινόταν τόσο που δεν πήγαινε άλλο, αλλά ήξερε πως ήταν και το μόνο της στήριγμα. Τρόπος να φύγει για την Ελλάδα δεν υπήρχε αφού τα λεφτά ήταν πολλά κι εκείνος δεν την άφηνε να δουλέψει. Σκέφτηκε να το κάνει κρυφά αλλά την κατάλαβε την δεύτερη μέρα. Έμενε συνέχεια κλεισμένη στο σπίτι περιμένοντας τη ζωή της να περάσει γιατί δεν είχε το θάρρος να την διακόψει μόνη της.

Θα πέρασαν έτσι και δέκα χρόνια και πάνω εκεί η μοίρα αποφάσισε να αλλάξει το σκηνικό της ζωής της για άλλη μια φορά.

Όταν κατάλαβε ότι είναι έγκυος η πρώτη της σκέψη ήταν να του το κρύψει και να εξαφανιστεί. Αλλά να πάει που; Ο φόβος της έκτρωσης αλλά και της αντίδρασής του γενικότερα την έκανε να αναβάλει συνέχεια τη μέρα που θα του το έλεγε. Κι όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση το μόνο που δεν περίμενε να ακούσει ήταν μια πρόταση γάμου. Έλιωσε ο συνέταιρος στην σκέψη πως θα αποκτούσε παιδί. Πενηνταπεντάρης πια και μετά από τόσα χρόνια γάμου με μια γυναίκα σχεδόν συνομήλικη του δεν είχε ούτε μια τόση δα ελπίδα.  Τα τελευταία χρόνια, ούτε σαν σκέψη δεν αναστάτωνε τη ζωή του, το ότι δεν θα γινόταν ποτέ πατέρας.

Την επομένη κιόλας η Γερασιμούλα μετακόμισε στο τεράστιο σπίτι του με τους μαγείρους και τις καμαριέρες να την έχουν στα ώπα- ώπα. Για  κείνη την καημένη την γυναικούλα, που τόσα χρόνια τον ανεχόταν, ούτε που έμαθε τι απέγινε.  Ούτε που τόλμησε και να ρωτήσει δηλαδή.

Και γεννήθηκε ο γιος. Το τι χρυσαφικό και κακό την φόρτωσε ο συνέταιρος δε λέγετε. Ένα να πουλήσω, σκεφτόταν η Γερασιμούλα, βγάζω το εισιτήριο για την Ελλάδα και μου μένουν και να περάσω.  Όμως μέχρι να το σκεφτεί και να το καλοσκεφτεί ξανάμεινε έγκυος και μετά ξανάμεινε και μετά ξανάμεινε!

Που να φύγεις με τέσσερα παιδιά; Και που να πας;

Μπορεί η ψυχή της να ήταν μαύρη, να έβλεπε τον άντρα της και να της έρχεται να ξεράσει αλλά το περιτύλιγμα της ζωής της ήταν καλό. Με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια, ο συνέταιρος δεν την ενοχλούσε και πολύ και είχε βρει ξανά το δρόμο για τις εξωσυζυγικές σχέσεις. Εξ άλλου τα παιδιά της μεγάλωναν στα πούπουλα κι αυτό δεν θα μπορούσε να τους το στερήσει με τίποτα.

Όταν πέθανε ο πατέρας της ήταν έγκυος στο τέταρτο παιδί και φυσικά ήταν αδύνατο να ταξιδέψει. Όταν όμως ήρθε η είδηση πως η μάνα της χαροπαλεύει πήρε το πρώτο αεροπλάνο που βρήκε.

Η επιστροφή στο νησί ήταν ότι πιο επώδυνο είχε ζήσει. Δεν ήταν ο πόνος για την πεθαμένη μάνα γιατί μετά από τόσα χρόνια ούτε  η μορφή της δεν της θύμιζε κάτι. Η μάνα της, αυτή που είχε πάρει μαζί της φεύγοντας θα συνέχιζε να ζει και να είναι νέα και υγιής. Αυτό που την πονούσε ήταν ο πεθαμένος εαυτός της και τα νεκρά νεανικά της όνειρα που τα συναντούσε σε κάθε στενοσόκακο του χωριού της. Έκλαψε μπροστά στην εκκλησία του χωριού, μπροστά στο σχολείο, στη μέση της πλατείας, εκεί που έπαιζε…

Όταν τα έθιμα, τα σχετικά με την κατάσταση, πήραν τέλος κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τίποτα που να την κρατάει εκεί. Τα αδέλφια της τα είδε και δεν τα αναγνώρισε κι αν κάποια απ αυτά την αγκάλιασαν θερμά και δάκρυσαν, το μόνο που της θύμιζαν ήταν τη στιγμή που εκείνη έφευγε για Αμερική. Έκλαιγαν και κουνούσαν το χέρι τους κι εκείνη σπάραζε από ζήλια που τα έβλεπε να μένουν μπροστά απ το φτωχικό τους σπιτάκι και να μικραίνουν μαζί με κείνο, όλο και πιο πολύ, μέχρι που έγιναν κουκίδες στα μάτια της… στο μυαλό της… στην ζωή της!

Πήγε στο Αργοστόλι με ταξί κι από κει πήρε ένα λεωφορείο για το Φισκάρδο. Θυμόταν πως από παιδί είχε καημό να πάει. Όλοι γι αυτό μιλούσαν κι αν την ρωτούσες τότε, θα σου έλεγε πως είναι πιο μακριά κι απ’ την Αμερική.

Όταν κατέβηκε απ το λεωφορείο και κοίταξε γύρω της, κατάλαβε. Τόσο όμορφο μέρος δεν είχε ξαναδεί, και χαιρόταν τόσο πολύ που αυτό το μέρος θα συνδεόταν για πάντα στο μυαλό της με τις πρώτες ελεύθερες μέρες της ζωής της μετά από τόσα πολλά χρόνια.

Περπατούσε στην παραλία και χάζευε τα καΐκια όταν κάτι σαν λάμψη τράβηξε το βλέμμα της και το οδήγησε μέσα σ’ ένα απ’ τα μαγαζιά…

Αυτό που είδε ήταν ένας χείμαρρος από ξανθά μαλλιά που λαμπύριζαν στον ήλιο. Με αργά και φοβισμένα βήματα ακολούθησε τη λάμψη μέχρι που βρέθηκε εκατοστά μακριά της. Τότε εκείνα κινήθηκαν αποκαλύπτοντας ένα θεϊκό πρόσωπο. Έμεινε άφωνη η Γερασιμούλα. Ποτέ μα ποτέ δεν είχε κοιτάξει άντρα. Αυτό το είδος το φοβόταν και το απεχθανόταν συγχρόνως. Έβλεπε έργα στην τηλεόραση και δεν καταλάβαινε τι μπορεί να νιώθουν αυτοί που φιλιούνται. Τι άλλο εκτός από απέχθεια μπορούσαν να νιώθουν αυτοί που έκαναν έρωτα;

Τα κατάλαβε όλα μαζεμένα όταν είδε τα μακριά ξανθά μαλλιά, το ηλιοκαμένο δέρμα, τα γαλάζια  μάτια και τα κατακόκκινα χείλια του Τίμιαν.

Έτσι, σε μια στιγμή, το σκηνικό της ζωής της άλλαξε για ακόμη μια φορά. Ότι δεν είχε ζήσει στα σαρανταδύο χρόνια της ζωής της, τα έζησε στον ένα μήνα που έμεινε στο Φισκάρδο. Ήταν πολλές οι φορές που σκέφτηκε να μην ξαναγυρίσει στην Αμερική. Τόσες όσες και οι φορές που συνειδητοποίησε πως η ζωή της ήταν εκεί που βρίσκονταν τα παιδιά της.

Ο Τίμιαν ήταν ένας τριανταπεντάχρονος Νορβηγός που πέρναγε τα καλοκαίρια του στην Ελλάδα ζωγραφίζοντας. Μπορεί η ζωή του να μην είχε σχέση με αυτήν της Γερασιμούλας, τα συναισθήματα που ένιωσε όμως για κείνη ήταν ακριβώς τα ίδια με τα δικά της! Η μοίρα τελικά είχε προσέξει την Γερασιμούλα κι είχε αποφασίσει να ασχοληθεί μαζί της.

Ο μήνας, όταν ζεις μια τέτοια κατάσταση, περνάει σαν ώρα και βρέθηκαν κι οι δύο να ψάχνουν τρόπο να διατηρήσουν αυτήν την σχέση. Τα πρώτα τέσσερα χρόνια βρισκόντουσαν τα καλοκαίρια στο Φισκάρδο. Τα επόμενα δύο ο Τίμιαν πήγε αρκετές φορές στην Αμερική. Τον έβδομο χρόνο η μοίρα αποφάσισε να αποκαταστήσει πλήρως την Γερασιμούλα.

Ο συνέταιρος πέθανε ένα βράδυ στον ύπνο του, πλήρης ημερών και… έργων!

Φίλους στη ζωή της η Γερασιμούλα δεν απέκτησε. Μόνον γέννησε! Τα παιδιά της ήταν οι καλύτεροι φίλοι της και περισσότερο ο γιος της που λόγω φύλου είχε δεχτεί όλη την πίεση και την σκληρότητα του πατέρα του. Αυτός ήταν που απ’ την αρχή ήξερε τα πάντα για τον Τίμιαν και που στη συνέχεια την έσπρωξε να προχωρήσει στη ζωή της μαζί του.

Όταν γνώρισα εγώ την Γερασιμούλα, είδα μια πολύ ωραία γυναίκα, με έντονη προσωπικότητα και… γάργαρο γέλιο. Η ζωή της μοιραζόταν μεταξύ Αμερικής, Νορβηγίας και Φισκάρδου. Από εκείνο τον χρόνο είχε προσθέσει και μια στάση στην Αθήνα για να βλέπει τη μικρή της κόρη  που σπούδαζε αρχαιολόγος.

Μπορεί να έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και να μην ξέρω πια που βρίσκεται αλλά είμαι σίγουρη πως συνεχίζει να παίρνει όλα αυτά που η μοίρα της χρώσταγε, γιατί ήταν πάρα πολλά. Σχεδόν όλα!!

 

 

 

Κ Ε Φ Α Λ Ο Ν Ι Τ Ι Κ Ε Σ …  Ρ Ε Τ Σ Ε Τ Ε Σ  ! ! !

 

ΜΠΑΚΑΛΑΟΠΙΤΑ
Υλικά

  • 1/2 κιλό παστό μπακαλιάρο
  • 1/2 κούπα ελαιόλαδο
  • 1 κούπα κρεμμυδάκι φρέσκο ψιλοκομμένο
  • 1/2 κούπα άνηθο ψιλοκομμένο
  • 1/2 κούπα μαντζουράνα ψιλοκομμένη
  • 1/2 κούπα ρύζι γλασέ
  • 1 1/2 κούπα νερό
  • αλάτι και πιπέρι
  • Για το παραδοσιακό φύλλο:
  •  3-4 κούπες αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1/2 κούπα ελαιόλαδο
  • 1/2 κούπα κρασί
  • 2-3 κουταλιές της σούπας νερό

Εκτέλεση:
Βγάλτε την πέτσα του μπακαλιάρου, κόψτε τον σε κομμάτια, τα οποία θα βάλετε σε νερό για 12-14 ώρες , ώστε να ξαλμυριστούν, ενώ πρέπει να αλλάξετε 3-4 φορές το νερό. Όταν ξαλμυριστεί, στραγγίξτε τον, αφαιρέστε τα κόκαλα και αφου τον λιανίσετε ξεψαχνίστε τον.

Σιγοβράστε το ρύζι, ώσπου να φουσκώσει, και στη συνέχεια σε μια λεκάνη το ανακατεύετε με τον μπακαλιάρο και τα υπόλοιπα υλικά, προσθέτοντας και 1/2 κούπα νερό.
Για το φύλλο:                                                                                                                                          Βάλτε σε μια λεκάνη 3 κούπες αλεύρι κι ανοίξτε στο κέντρο ένα λάκκο. Αφού ρίξετε μέσα το αλάτι, το λάδι και το κρασί, ζυμώστε πολύ καλά , ώσπου να γίνει η ζύμη εύπλαστη και μαλακή. Αν χρειαστεί προσθέστε λίγο αλεύρι ακόμα. Στη συνέχεια αφήστε τη στην άκρη για 30′. Ανοίξτε τη ζύμη σε δύο χοντρά φύλλα.

Απλώστε σε λαδωμένο ταψί το ένα φύλλο προσέχοντας να καλύπτονται τόσο ο πάτος όσο και τα τοιχώματα και να περισσεύει. Απλώνετε μέσα τη γέμιση, σκεπάστε με το δεύτερο φύλλο και γυρίστε τις άκρες. Χαράξτε την πίτα σε κομμάτια και ψήστε την για περίπου 1 ώρα στους 180°C 1 ώρα περίπου ή ώσπου να ροδίσει η επιφάνεια.

 

ΑΓΚΙΝΑΡΟΠΙΤΑ

  • 8 αγκινάρες
  • Χυμός 2 λεμονιών
  • 2 σκελίδες σκόρδο λιωμένο
  • 2 κρεμμυδάκια φρέσκα ψιλοκομμένα
  • 1½ ματσάκι άνηθο
  • ½ κιλό φέτα χοντροτριμμένη
  • 200 γραμμ. γιαούρτι στραγγιστό
  • 4 αβγά ελαφρά χτυπημένα
  • ½ φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • αλάτι, πιπέρι
  • 12 φύλλα κρούστας
  • βούτυρο για το άλειμμα των φύλλων

Εκτέλεση:

Αφού καθαρίσετε τις αγκινάρες κόβετε τις καρδιές τους σε φετούλες. Τις τρίβετε με μια λεμονόκουπα και τις αφήνετε για λίγο σε μια λεκάνη με δροσερό νερό μέσα στο οποίο έχετε προηγουμένως διαλύσει μία κουταλιά της σούπας αλεύρι και το χυμό ενός λεμονιού για να μη μαυρίσουν.

Στη συνέχεια, αφού στραγγίζετε τις αγκινάρες, τις τσιγαρίζετε μαζί με το φρέσκο κρεμμυδάκι και το σκόρδο. Χαμηλώνετε τη φωτιά και συνεχίζετε το τσιγάρισμα μέχρι να μαραθούν οι αγκινάρες.

Αφού χτυπήσετε τα αβγά με το γιαούρτι προσθέστε τις αγκινάρες μαζί με τη φέτα και το άνηθο, αλατοπιπερώνετε κι ανακατεύετε καλά και προσεχτικά για να μη διαλυθούν οι αγκινάρες.

Βουτυρώνετε ένα ταψί και στρώνετε τα πρώτα 6 φύλλα κρούστας, βουτυρώνοντάς τα ένα προς ένα και αφήνοντάς τα να εξέχουν από το ταψί. Απλώνετε το μείγμα με τις αγκινάρες και γυρίζετε τα κάτω φύλλα προς τα μέσα. Σκεπάζετε με τα υπόλοιπα 6 φύλλα βουτυρώνοντάς τα επίσης ένα-ένα και, τέλος, κόβετε τα φύλλα που εξέχουν από το ταψί.

Αφού χαράξετε πίτα με κοφτερό μαχαίρι σε κομμάτια, τη ραντίζετε με λίγο νερό και την ψήνετε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180°C για 1 ώρα περίπου, μέχρι να ροδοκοκκινίσει το επάνω φύλλο.

 

ΑΛΙΑΔΑ

Υλικά

  • 1 φύλλο μπακαλιάρου παστού περίπου 1 κιλό

Για το κουρκούτι:

  • 2 φλιτζάνια αλεύρι
  • 1 φακελάκι μαγιά σε σκόνη
  • αλάτι, ζάχαρη και άσπρο πιπέρι
  • νερό όσο πάρει

Για την Αλιάδα

 

  • 4 πατάτες βρασμένες και ξεφλουδισμένες
  • 2-4 σκελίδες σκόρδο, ανάλογα με το πόσο δυνατή τη θέλετε
  • 3-4 κουταλιές ξίδι
  • 1/2 φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • λίγο ζωμό από τον μπακαλιάρο
  • αλάτι πιπέρι

Εκτέλεση:
Κόβετε τον μπακαλιάρο σε φέτες και τον βάζετε να ξαλμυριστεί σε μια λεκάνη γεμάτη κρύο νερό για 12-14 ώρες, ενώ αλλάζετε το νερό 3-4 φορές. Στη συνέχεια αφαιρείτε την πέτσα, τα κόκαλα και την ουρά του μπακαλιάρου, τα οποία βράζετε για 15′ σε μία κατσαρόλα με λίγο νερό. Σουρώνετε τον ζωμό και τον κρατάτε στην άκρη για τη σκορδαλιά.

Ετοιμάζετε το κουρκούτη. Μέσα σ’ ένα μπολ, διαλύετε τη μαγιά και τη ζάχαρη με λίγο χλιαρό νερό, και προσθέτετε λίγο από το αλεύρι. Ανακατεύετε με σύρμα, και αφήνετε το μίγμα να αφρίσει και να φουσκώσει. Ρίχνετε σε μία λεκανίτσα το υπόλοιπο αλεύρι, κάνετε μία λακκούβα στη μέση και ρίχνετε το προηγούμενο μείγμα. Προσθέτετε λίγο αλάτι, πιπέρι, ζάχαρη, και αρχίζετε να ρίχνετε σταδιακά τόσο νερό, όσο χρειάζεται ώστε να πάρετε έναν λείο και παχύρρευστο χυλό. Αφήνετε τον χυλό να φουσκώσει.
Ετοιμάστε την αλιάδα

Χτυπάτε στο γουδί το σκόρδο, με λίγο αλάτι, μέχρι να λιώσει. Προσθέτετε τις βρασμένες πατάτες και συνεχίζετε το χτύπημα, μέχρι να λιώσουν και να γίνουν κρέμα. Προσθέτετε σταδιακά το ξίδι και το ελαιόλαδο, έως ότου γίνουν λεία. Στη συνέχεια προσθέτετε και τον ζωμό του ψαριού λίγο-λίγο ανακατεύοντας, μέχρι να γίνει αλοιφή η αλιάδα. Δοκιμάζετε και διορθώνετε τη γεύση, αν είναι απαραίτητο, με αλατοπίπερο, ελαιόλαδο και ξίδι.

Κόβετε τον μπακαλιάρο σε μικρότερα κομμάτια, και βάζετε μπόλικο λάδι σε βαθύ τηγάνι για να ζεσταθεί. Τηγανίζετε τον μπακαλιάρο, αφού πρώτα βουτήξετε τα κομμάτια του στο κουρκούτι που ετοιμάσατε. Αφού ροδίσει ο μπακαλιάρος και από τις δύο πλευρές, τον βγάζετε από το λάδι πάνω σε χαρτί κουζίνας να στραγγίσει.

 

ΚΡΕΑΤΟΠΙΤΑ
Υλικά:

  • 1 1/2 κιλό αρνάκι γάλακτος, χωρίς κόκαλο, κομμένο σε μικρά κομμάτια
    300 γρμ τυρί φέτα τριμμένο
  • 1/2 φλιτζάνι ρύζι
  • 2 πατάτες κομμένες σε μικρά κομμάτια
  • 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 2 κουταλιές ντομάτα πελτέ
  • 4 αυγά βρασμένα ψιλοκομμένα
  • 3 κουταλιές της σούπας βούτυρο
  • 3 κουταλιές της σούπας λάδι
  • ½ μάτσο μαϊντανό
  • 2-3 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένες
  • αλάτι, πιπέρι, δυόσμο, κανέλα
  • λίγη φλούδα από πορτοκάλι
  • λίγο ζωμό κρέατος
  • 18-20 φύλλα μπακλαβά

Εκτέλεση:

Τοποθετούμε σε μια λεκάνη το ψιλοκομμένο αρνί και προσθέτουμε τη φέτα, το κρεμμύδι, τις πατάτες, την ντομάτα, το βούτυρο, το λάδι, το μαϊντανό, το δυόσμο, το σκόρδο, την κανέλλα, τη φλούδα πορτοκαλιού, και πιπέρι.

Ανακατεύουμε πολύ καλά έως ότου το μίγμα γίνει ομοιόμορφο. Στη συνέχεια προσθέτουμε λίγο ζωμό κρέατος και τα τέσσερα ψιλοκομμένα αυγά.

Απλώνουμε στο ταψί 8-10 φύλλα μπακλαβά, τα οποία έχουμε προηγουμένως βουτυρώσει, και στη συνέχεια τοποθετούμε, απλώνοντας ομοιόμορφα, τη γέμιση. Σκεπάζουμε με τα υπόλοιπα φύλλα, τα οποία βουτυρώνουμε επίσης. Αφού αλείψουμε όλη την επιφάνεια με βούτυρο βάζουμε το ταψί στο φούρνο και αφήνουμε την πίτα να ψηθεί για 1 ½ ώρα στους 220 – 250 °C.
Όταν η πίτα είναι έτοιμη τη βγάζουμε από το φούρνο και αφού την αφήσουμε να κρυώσει την κόβουμε σε τριγωνάκια.

 

Τσιγαρίδια Κεφαλονιάς
Υλικά

  • 2 ½ κιλά αγριόχορτα: πράσα, παπαρούνα, καυκαλίδες, ζοχός, λάπατο, αλευρίδα, σπανάκι, σέσκουλα
  • 1 ματσάκι σέλινο
  • 1 ματσάκι μαϊντανό
  • ματζουράνα
  • μάραθο
  • 3-4 φρέσκα κρεμμυδάκια
  • 2 κρεμμύδια
  • ½ κεφάλι σκόρδο
  • 2 ντομάτα σε κύβους
  • 150 γρ. ρύζι γλασσέ
  • 1 κούπα λάδι
  • αλάτι και πιπέρι

Εκτέλεση:

Αφού πλύνετε καλά και κόψετε όλα τα χόρτα, τα ζεματάτε σε καυτό νερό για 5-6 λεπτά. Τα σουρώνετε και στη συνέχεια τσιγαρίζετε στο λάδι τα κρεμμύδια και το σκόρδο. Προσθέστε τα χόρτα , την ντομάτα και τα μυρωδικά. Τα βράζετε για 5 λεπτά και προσθέτετε το ρύζι και όσο νερό χρειαστεί, προκειμένου να βράσει.

 

ΣΟΦΙΓΑΔΟ

 

Υλικά

  • 1-1,5kg μοσχάρι ψαχνό για κοκκινιστό
  • 3 μεσαία κρεμμύδια
  • 2 σκόρδα
  • 1 πιπεριά (προαιρετικά)
  • ντομάτα τριμμένη στον τριφτη, η αν δεν εχουμε φρεσκια προσθέτουμε 1 κονσέρβα ντοματάκι ψιλοκομμένο
  • 1 κουταλιά της σούπας πελτέ ντομάτας
  • κρασί για το τσιγάρισμα
  • αλάτι
  • λάδι
  • πιπέρι
  • μερικούς κόκκους μπαχάρι
  • μερικές πρόκες του γαρύφαλλου

Εκτέλεση:

  1. Σε μία κατσαρόλα τσιγαρίζουμε το κρέας με το λάδι ώσπου να πάρει χρώμα.
  2. Μόλις ροδίσει το κρέας προσθέτουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι, το κομμένο σκόρδο και την πιπεριά. Όταν τσιγαριστούν, τα σβήνουμε με κρασί.
  3. Αφήνουμε να βράσει για κανενα 5λεπτο και ρίχνουμε το ντοματάκι. Ρίχνουμε τον πελτέ ντομάτας, το πιπέρι, το γαρύφαλλο και το μπαχάρι. Προσθέτουμε αρκετό νερό για να βράσει.
  4. Καθως βράζει αν δούμε οτι θελει κι άλλο νερο προσθέτουμε ζεστο νερο από τον βραστήρα.
  5. Στο τελος ριχνουμε και το αλατι

ΜΠΟΥΜΠΟΥΡΕΛΙΑ

 

Υλικά:

  • 100γρ. Φακές
  • 100γρ. Φασόλια μέτρια
  • 100γρ. Κουκιά
  • 100γρ. Ρεβύθια
  • 100γρ. Καλαμπόκι
  • 100γρ. Σιτάρι
  • Λάδι
  • Αλάτι
  • Λεμόνι

 

Εκτέλεση:

Μουσκεύουμε από βραδύς τα φασόλια τα ρεβύθια και τα κουκιά. Τα βράζουμε μαζί με τα υπόλοιπα υλικά εκτός από το λάδι και το λεμόνι. Όταν χυλώσουν είναι έτοιμα. Τα σερβίρουμε με λάδι και λεμόνι.

 

ΡΙΓΑΝΑΔΑ

 

ΥΛΙΚΑ: (για δύο άτομα)

  • 4 φέτες χωριάτικο ψωμί ( ξερό )
  • 2 ντομάτες
  • ρίγανη
  • αλάτι
  • ξύδι
  • λάδι

 

Εκτέλεση:

Βρέχουμε το ψωμί, του βάζουμε αλάτι, ξύδι, ρίγανη, λάδι και στύβουμε τις ντομάτες πάνω στο ψωμί.

 

ΛΑΒΡΑΚΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΜΕ ΡΟΜΠΟΛΑ

Υλικά

  • Ένα μεγάλο λαβράκι ή οποιοδήποτε άλλο ψάρι σας αρέσει κατάλληλο για ψητό
  • Δυο φινόκιο
  • Ένα λεμόνι
  • Ένα ματσάκι βασιλικό (ή μέντα)
  • Βούτυρο
  • Μερικές μικρές πατάτες ανάλογες με τους καλεσμένους μας
  • Θυμάρι φρέσκο
  • Μαϊντανός ψιλοκομμένος
  • Ελαιόλαδο
  • Ένα ποτήρι «ρομπόλα»

Εκτέλεση συνταγής

Ζητάμε από τον ιχθυοπώλη να καθαρίσει το ψάρι και να το χαράξει σε διάφορα σημεία.

Καθαρίζουμε τα φινόκια και ξεχωρίζουμε τα τρυφερά εσωτερικά φύλλα του και τα κρατάμε κατά μέρος.

Σε μια κατσαρόλα βράζουμε αλατισμένο νερό και αφού βράσει ρίχνουμε μέσα τις πατάτες και το υπόλοιπο φινόκιο κομμένο σε μεγάλα κομμάτια. Αφήνουμε να μισο- βράσουν για λίγα λεπτά.

Σε ένα μπολ ρίχνουμε: ψιλοκομμένα τα τρυφερά φύλλα του φινόκιο, το ξύσμα από ένα λεμόνι, ψιλοκομμένο μαϊντανό, μέντα ή βασιλικό, (όποια γεύση προτιμάτε), λίγο βούτυρο, αλάτι και πιπέρι. Ανακατεύουμε καλά το μείγμα και με αυτό γεμίζουμε τα ανοίγματα του ψαριού στη πλάτη και στη κοιλιά.

Μόλις μισο-βράσουν οι πατάτες και το φινόκιο τα σουρώνουμε και τα ρίχνουμε σε ένα μπολ. Κόβουμε τις πατάτες στη μέση, ρίχνουμε στα λαχανικά ψιλοκομμένο μαϊντανό, θυμάρι, λίγο βούτυρο. Ανακατεύουμε προσεκτικά.

Ανοίγουμε ένα μεγάλο φύλλο αλουμινόχαρτου, στη μέση βάζουμε το μείγμα με τις βραστές πατάτες και το φινόκιο και από πάνω τοποθετούμε το ψάρι, ραντίζουμε με λίγο ελαιόλαδο. Κλείνουμε πολύ καλά το αλουμινόχαρτο και πριν το σφραγίσουμε εντελώς ρίχνουμε μέσα το λευκό κρασί. Προσπαθούμε να κλείσουμε όσο πιο καλά μπορούμε το αλουμινόχαρτο, αφήνοντας αρκετό χώρο για τον ατμό που θα δημιουργηθεί ώστε να μην σχιστεί.

Προσοχή τώρα, θα σας αποκαλύψω ένα εύκολο τρικ που θα σας εξασφαλίσει το καλύτερο μαγείρεμα και την απελευθέρωση των αρωμάτων των βοτάνων:

Σε ένα αντικολλητικό τηγάνι βάζουμε μέσα το αλουμινόχαρτο έτσι όπως είναι με το ψάρι, ανάβουμε σε μέτρια φωτιά και μόλις το δούμε να φουσκώνει το αλουμινόχαρτο από τους ατμούς το βάζουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180ο για 15-20 λεπτά ανάλογα το μέγεθος του ψαριού.

Σερβίρισμα

Όταν το ψάρι μας ψηθεί, το σερβίρουμε έτσι όπως είναι με το αλουμινόχαρτο τοποθετημένο σε ένα βαθύ πυρεξάκι ή πιατέλα και το ανοίγουμε κάνοντας μια μαχαιριά στο αλουμινόχαρτο, μπροστά στους καλεσμένους μας. Τα αρωματικά βότανα θα κατακλείσουν τον χώρο, το χειροκρότημα είναι εξασφαλισμένο. Γιατί μαγειρεύω σημαίνει μαγεύω!

 

ΑΜΥΓΔΑΛΟΠΙΤΑ

 

ΥΛΙΚΑ:

  • 12κουταλιές ζάχαρη
  • 12 κουταλιές κοπανισμένο αμύγδαλο
  • 12 αυγά
  • 12 κουταλιές φρυγανιά
  • 1 κουταλάκι γαρίφαλο
  • 1 κουταλάκι κανέλλα
  • 2 βανίλιες

ΣΙΡΟΠΙ: ( το βράζουμε για 10 λεπτά)

  • 2 ποτήρια νερό
  • 3 ποτήρια ζάχαρη
  • 10 πρόκες γαρίφαλο
  • 1 κομμάτι κανέλλα

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:
Χτυπάμε τα ασπράδια μαρέγκα και τα βάζουμε στην άκρη. Μετά χτυπάμε την ζάχαρη, τους κρόκους και την βανίλια. Ρίχνουμε λίγο -λίγο το αμύγδαλο την φρυγανιά το γαρύφαλλο, την κανέλλα και το ασπράδι. Βουτυρώνουμε το ταψί (30×30) και το τινάζουμε. Ρίχνουμε το υλικό και το ψήνουμε σε φούρνο 200οC για 30 λεπτά .Όταν βγάλουμε το γλυκό ρίχνουμε το σιρόπι κρύο σε όλο το γλυκό.

 

ΜΠΟΜΠΟΤΑ

 

ΥΛΙΚΑ:

  • 3 ποτήρια καλαμποκάλευρο
  • 1 ποτήρι αλεύρι
  • 1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι
  • 1 ποτήρι λάδι
  • 1 ποτήρι ζάχαρη
  • 2 ποτήρια νερό
  • 1 σακουλάκι σταφίδες
  • κανέλλα
  • ξύσμα πορτοκαλιού
  • 2 φακελάκια μπαίκιν πάουντερ

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

Σε μια λεκάνη ανακατεύουμε τα αλεύρια, με όλα τα υλικά Ρίχνουμε το μείγμα σε ένα ταψί και ψήνουμε για 45 λεπτά
της ώρας ή όσο χρειάζεται να πάρει χρώμα.

 

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 11ος Μήλος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Στη Μήλο πήγα αλλά θα είναι και ψέμα να πω ότι την γνώρισα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν έχει μείνει στην ψυχή μου σαν ένας τόπος πολύ ιδιαίτερος για μένα!

Η ιστορία ξεκίνησε κάπου τον Ιούνιο με Ιούλιο του 90 όταν το περιοδικό «ΚΑΙ», που δεν κυκλοφορεί πια, προκήρυξε έναν διαγωνισμό αισθηματικού διηγήματος.  Δεν ήταν η επιθυμία να νικήσω που με έκανε να πάρω μέρος αλλά η επιθυμία να ξεφύγω λίγο απ’ την πίεση εκείνης της φάσης της ζωής μου.

Η μεγάλη μου κόρη ήταν 2,5 χρονών και η μικρή μόλις 8 μηνών. Μιλάμε δηλαδή για μια  διετία που περιείχε δύο εγκυμοσύνες, εκ των οποίων η μία με είχε κρατήσει εννιά μήνες στο κρεβάτι, το μεγάλωμα δύο μωρών εκ των οποίων το ένα πέρασε τους πρώτους 9 μήνες της ζωής του στην αγκαλιά μου, και γενικά περιείχε ένα πήξιμο άνευ προηγουμένου και άνευ επομένου, θα μπορούσα να πω.

Το να χωθώ σε μια ιστορία λοιπόν, και να ταξιδέψω ήταν ό,τι καλύτερο, και το μόνο εφικτό, που θα μπορούσε να μου συμβεί. Θυμάμαι πως απ’ το περίπτερο, που αγόρασα το περιοδικό,  μέχρι ν’ ανέβω στο γραφείο μου είχα ήδη σκεφτεί το στόρι.  Υπήρχε ένας ηθοποιός τότε που μου άρεσε και χρησιμοποίησα το όνομά του. Δυστυχώς μόνο το μικρό,  γιατί αν είχα χρησιμοποιήσει και το επώνυμο θα μπορούσα τώρα να θυμηθώ και πως τον έλεγαν,  μιας και έχει χαθεί απ’ το προσκήνιο. Το όνομα της κοπελιάς  ήταν πάλι μια σύμπτωση, γιατί άκουσα κάποια να το φωνάζει εκείνο το πρωί κατά την διαδρομή περίπτερο- γραφείο. Το αστείο είναι πως δεν φώναζαν κάποια κοπελιά αλλά μια… σκυλίτσα!  Για μένα όμως ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Όμορφο και σπάνιο.

Άρχισα λοιπόν να γράφω μεταξύ κατσαρόλας, σφουγγαρίστρας, μπιμπερό, γραφείου και πάνας. Δύσκολη δουλειά και αργή. Το περιοδικό είχε δώσει ένα μίνιμουμ λέξεων, που είχε αρχίσει να μου φαίνεται αδύνατον να το φτάσω.  Στην αρχή έλεγα οκ, έχω χρόνο. Ο χρόνος όμως έχει αυτό το κύριο χαρακτηριστικό: περνάει γρήγορα.

Κάπου στις 10 Αυγούστου άρχισε η άδειά μου, στην οποία είχα εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες πως θα καταφέρω να το τελειώσω μέχρι την 1η Σεπτέμβρη (αν θυμάμαι καλά) που ήταν η τελευταία ημερομηνία που έπρεπε να έχει η σφραγίδα ταχυδρομείου.  Διακοπές κάναμε στην Πάτρα στο πατρικό του άντρα μου. Ήδη η διάθεσή μου είχε φτιάξει αφού δεν κουραζόμουν τόσο πολύ και είχα βγει επιτέλους κι απ το σπίτι. Κάθε μεσημέρι λοιπόν, με το που έβαζα τα παιδιά για ύπνο, έστηνα ένα τραπεζάκι δίπλα σ’ ένα μικρό παραθυράκι  στην αποθήκη, έφτιαχνα κι έναν πλούσιο φραπέ και άρχιζα να γράφω. Το απόγευμα έδινα ότι είχα γράψει στην κουνιάδα μου (που την αποκαλούσα κ. Γεωργουσόπουλο) να κάνει την κριτική της.  Το βράδυ πριν κοιμηθώ έκανα ότι διορθώσεις χρειάζονταν και το άλλο μεσημέρι συνέχιζα.  Έτσι πέρασαν οι δεκαπέντε μέρες των διακοπών αλλά γυρνώντας στην Αθήνα το διήγημα ήταν ακόμη ατέλειωτο. Έλειπε το «συγκλονιστικό τέλος» που θα έπρεπε να έχει, και το άχαρο κομμάτι του καθαρογραψίματος. Έτσι έφτασε το τελευταίο σαββατοκύριακο κι εγώ ακόμη έγραφα κι έσβηνα. Ίσως δεν θυμάμαι καλά την ακριβή ημερομηνία αποστολής αλλά θυμάμαι πως έπεφτε Τρίτη.

Τη Δευτέρα το πρωί πήγα στο γραφείο με το μυαλό κολλημένο στο «τέλος»  της ιστορίας. Κοίτα να δεις που μετά από τόσο κόπο δεν θα προλάβαινα να το στείλω γιατί το «τέλος» δε μου καθόταν με τίποτα. Πάνω στη μαυρίλα μου λοιπόν, σκάει και το χειρότερο. Επαγγελματικό ταξίδι στη Μήλο. Έπρεπε να φύγω άρον-άρον το μεσημέρι. Ε πια, ήταν σίγουρο ότι δεν θα προλάβαινα να το στείλω. Παρά την απογοήτευσή μου, μέσα στο μικρό μου βαλιτσάκι έβαλα και τα χειρόγραφα.

Είχα ανέβει στο κατάστρωμα να χαιρετήσω τον άντρα μου κι όταν το καράβι σαλπάρισε έμεινα εκεί. Θες η αίσθηση της, έστω και για λίγο, απελευθέρωσης απ τις υποχρεώσεις, θες το θαλασσινό αεράκι… σα να καθάρισε το μυαλό μου. Έβγαλα το στυλό μου. Η βαλιτσούλα με τα χειρόγραφα ήταν στην καμπίνα κι εγώ άρχισα να γράφω,  περνώντας  από το εισιτήριο, στο πακέτο με τα τσιγάρα και μετά σε μια απόδειξη τράπεζας.  Μετά πήγα στην καμπίνα και κόλλησα ό,τι  είχα γράψει στα προηγούμενα. Ξάπλωσα στην κουκέτα σχεδόν ευτυχισμένη. Το μόνο που έμενε ήταν να το καθαρογράψω. Ο χρόνος που είχα στην διάθεσή μου, ήταν η νύχτα που ερχόταν! Το πρωί, και το ταχυδρομείο έπρεπε να προλάβω, και να ασχοληθώ και με το λόγο που με είχε φέρει στη Μήλο, και που για κάποιους ήταν πολύ σημαντικός.

Έφτασα στον Αδάμαντα αργά το βράδυ. Βρήκα δωμάτιο και με το που μπήκα μέσα άρχισα να αντιγράφω το διήγημα. Δε θυμάμαι πόσο αργά με πήγε αλλά θυμάμαι ότι στις 8 ήμουν και πάλι όρθια. Έκανα έναν τελευταίο έλεγχο, ξαναμέτρησα τις λέξεις, το ξαναδιάβασα, το έκλεισα μέσα στο φάκελο και έτρεξα να βρω το ταχυδρομείο. Με το που έριξα το φάκελο στο γραμματοκιβώτιο, μου φάνηκε ότι ελάφρυνα. Τότε κατάλαβα ότι νύσταζα κι ότι πεινούσα. Δε μπορούσα να κάνω τίποτα ούτε για τη νύστα αλλά ούτε και για την πείνα. Είχα έρθει για δουλειά στη Μήλο και έπρεπε να την τελειώσω.

Η δουλειά που είχα με πήγε στην Πλάκα. Με περίμεναν με πολλή αγωνία και με υποδέχτηκαν με πολλή χαρά. Όταν τελειώσαμε, οι εκεί συνάδελφοι με κάλεσαν  για φαγητό το μεσημέρι.   Η αυθόρμητη αντίδρασή μου ήταν  να αρνηθώ. Δεν ήταν ότι δεν πεινούσα αλλά αυτό που είχα περισσότερη ανάγκη ήταν ο ύπνος. Εκείνοι επέμεναν γιατί είχαν κάνει ετοιμασίες.  Αυτό που έκανε τα μάτια μου ν’ ανοίξουν ήταν το άκουσμα της λέξης «καρπουζόπιτα». Σαν το Γκιωνάκη ρώτησα: καρπουζόπιτα από καρπούζι; Λες και θα μπορούσε να είναι από κάτι άλλο. Όμως ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα στην διαδικασία να σκεφτώ το καρπούζι… μαγειρεμένο. Μου φαινόταν αδύνατο.

Και του πουλιού το γάλα είχαν αλλά εμένα μου είχε κάτσει η καρπουζόπιτα. Ξετρελάθηκα! Και να’ ταν μόνον αυτή; Εκεί κατά το απογευματάκι μαζί με τον καφέ, γεύτηκα το ωραιότερο γλυκό κουταλιού που έχω φάει ποτέ. Κουφέτο το λένε, κολοκύθι είναι. Παραμένει το αγαπημένο μου μέχρι σήμερα.

Τελικά κοιμήθηκα όταν πήγα στην καμπίνα του πλοίου. Το πολύτιμο γράμμα, κατά πάσα πιθανότητα ταξίδευε μαζί μου κι έφτασε στην Αθήνα ξημερώματα Τετάρτης. Η ημερομηνία όμως πάνω στο φάκελο ήταν της Τρίτης κι αυτό ήταν που είχε σημασία.

Θα είχε περάσει μήνας και, όταν μια Τρίτη πρωί στο Σύνταγμα, αναζήτησα στο περίπτερο  το «ΚΑΙ», όπως κάθε βδομάδα. Αυτήν την Τρίτη όμως, είχε επιτέλους τα αποτελέσματα. Ταμπούρλο η καρδιά καθώς το ξεφύλλιζα μέχρι να βρω την σελίδα που έγραφε: Το πρώτο βραβείο παίρνει το διήγημα «Το όνειρο» της αναγνώστριάς μας Ελένης Κούτρα. Ξύπνησα τον άντρα μου θυμάμαι, για να του πω τα νέα, και παραλίγο να πάω τρέχοντας στο γραφείο αντί να πάρω το τρόλεϊ. Απίστευτη χαρά! Μέρες μετά με κάλεσαν στο περιοδικό για να μου δώσουν το βραβείο που ήταν μια ηλεκτρική γραφομηχανή. Μας βγάλανε και φωτογραφίες και μια δημοσιεύτηκε κιόλας. Σ’ αυτήν, την ηλεκτρική γραφομηχανή, άρχισα να γράφω το  «Ο Βράχος», που είναι το πιο αγαπημένο μου απ’ ό,τι έχω γράψει ποτέ, αλλά ήταν και το τελευταίο ολοκληρωμένο. Η γραφομηχανή μόλις πέρισυ πήγε για ανακύκλωση, αν και για χρόνια δεν την χρησιμοποίησα μιας και την αντικατέστησε ο υπολογιστής. Την κρατούσα όμως έτσι για να θυμάμαι. Τελικά αποφάσισα ότι το αντίτυπο του περιοδικού με το διήγημά μου ήταν αρκετό!

Καρπουζόπιτα λοιπόν, κουφέτο και βραβείο! Γίνεται να ξεχάσω εγώ ποτέ τη Μήλο;

 

Πιταράκια Μήλου

 

Τα πιταράκια είναι ένα χαρακτηριστικό έδεσμα της Μήλου, το οποίο συνοδεύει ως ορεκτικό το κυρίως φαγητό ή αποτελεί ένα χορταστικό μεζέ με το ουζάκι ή την μπύρα σας. Η παρασκευή τους είναι πολύ απλή και δεν απαιτείται πολύς χρόνος.

 

ΥΛΙΚΑ

Για τη ζύμη

  • 1/2 κιλό αλεύρι
  • 2 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
  • 1 1/2 φλιτζάνι του τσαγιού χλιαρό νερό
  • Χυμό μισού λεμονιού
  • Αλάτι

Για τη γέμιση

  • Ξερό τυρί Μήλου
  • 1 μεγάλο τριμμένο ξερό κρεμμύδι
  • Πιπέρι
  • Λάδι για το τηγάνισμα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Θα βάλετε το αλεύρι σε μια λεκανίτσα σχηματίζοντας ένα βουναλάκι και στη συνέχεια, στη λακκουβίτσα που θα φτιάξετε στη μέση θα ρίξετε το λάδι, το χυμό του λεμονιού και το αλάτι.
  • 2. Θα το πλάσετε μέχρι να γίνει μια μαλακή και ομοιόμορφη ζύμη.
  • 3.Θα αφήσετε το ζυμάρι να ξεκουραστεί για λίγη ώρα και στη συνέχεια θα ανοίξετε ένα λεπτό φύλλο και με τη βοήθεια ενός ποτηριού θα κόψετε μικρά στρογγυλά κομμάτια.
  • 4.Αφού ανακατέψετε καλά όλα τα υλικά της γέμισης θα τοποθετήσετε μια κουταλιά πάνω σε κάθε πιτάκι, το οποίο στη συνέχεια θα διπλώσετε και θα πατήσετε τις άκρες του με ένα πιρούνι.
  • 5.Θα τηγανίσετε τα πιτάκια σε χαμηλή φωτιά μέχρι να ροδοκοκκινίσουν.

 

Χοιρινό φούρνου με μηλέικο πελτέ

Μολονότι πρόκειται για κυκλαδονήσι τα ψάρια δε συμπεριλαμβάνονται στις παραδοσιακές λιχουδιές της Μήλου. Η οικονομία του νησιού είναι κατά βάση κτηνοτροφική, οπότε και οι διατροφικές συνήθειες των κατοίκων έχουν διαμορφωθεί  γύρω από το κρέας. Αν θελήσετε λοιπόν να γευθείτε παραδοσιακές μηλέικες σπεσιαλιτέ πρέπει να κινηθείτε σε αυτούς τους γευστικούς προορισμούς. Ένα χαρακτηριστικό μηλέικο πιάτο είναι το χοιρινό φούρνου με μηλέικο πελτέ.

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1,5 κιλό χοιρινή σπάλα κομμένη σε κομμάτια
  • 2 ξερά κρεμμύδια κομμένα φέτες
  • 4 σκελίδες σκόρδο φρέσκο ψιλοκομμένο
  • 200γρ. μηλέικος πελτές
  • 2 ντομάτες μεγάλες τριμμένες στον τρίφτη
  • 200γρ. μέλι
  • 200γρ. ελαιόλαδο
  • ½ φλιτζανάκι του καφέ ξύδι
  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού κρασί κόκκινο
  • 1 κουταλάκι του γλυκού μοσχοκάρυδο
  • 2 κουταλάκια του γλυκού πιπέρι μαύρο
  • 2 κουταλάκια του γλυκού θυμάρι
  • 1 κιλό πατάτες
  • 3 κουταλιές της σούπας χοιρινή γλύνα (προαιρετικά)
  • 1 κουταλάκι του γλυκού πιπέρι κόκκινο (προαιρετικά)

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Αφού τοποθετήσετε τα κομμάτια του κρέατος και τις κομμένες πατάτες σε μια λεκάνη θα προσθέσετε κι όλα τα υπόλοιπα υλικά και τα ανακατεύετε καλά.
  • 2. Θα αφήσετε το κρέας να μαριναριστεί στη μαρινάδα για 2-3 ώρες.
  • 3.Στη συνέχεια βάζετε όλα τα υλικά σε ταψί και αφού προσθέσετε νερό μέχρι να μισοσκεπαστεί το κρέας θα το ψήσετε για 2,5 ώρες στους 200 βαθμούς.

 

Σκορδολάζανα με κόκκινη σάλτσα

 

ΥΛΙΚΑ

Για τα λαζάνια

  • 1/2 κιλό λαζάνια ή ταλιατέλες
  • Αλάτι
  • Ελαιόλαδο
  • Για τη σκορδαλιά
  • 3 μέτριες πατάτες
  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού ελαιόλαδο
  • 2 κουταλιές της σούπας ξύδι ή λεμόνι
  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού φρέσκο γάλα
  • 2 σκελίδες σκόρδο
  • Αλάτι και πιπέρι

Για την κόκκινη σάλτσα

  • 4 ώριμες ντομάτες τριμμένες
  • 2 κουταλιές της σούπας λιαστό πελτέ
  • Αλάτι, πιπέρι, λίγο κανέλα, 2 φύλλα δάφνης και προαιρετικά δυόσμο

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Πρώτα θα βράσετε τα λαζάνια (ή τις ταλιατέλες) σε μπόλικο αλατισμένο νερό, στο οποίο θα ρίξετε και λίγο ελαιόλαδο για να μη λασπώσουν.
  • 2.Για τη σκορδαλιά θα βράσετε τις πατάτες και αφού κρυώσουν θα τις ξεφλουδίσετε και θα τις πολτοποιήσετε μαζί με το σκόρδο.
  • 3.Θα βράσετε τον πουρέ μαζί με το λάδι, το γάλα, το ξύδι και το αλατοπίπερο.
  • 4.Για τη σάλτσα θα κάψετε λίγο λάδι, όπου θα σοτάρετε τον πελτέ και στη συνέχεια θα προσθέσετε τα υπόλοιπα υλικά και θα τα αφήσετε να βράσουν όλα μαζί.
  • 5.Θα σερβίρετε τα λαζάνια και θα τα περιχύσετε με τη σκορδαλιά ενώ από πάνω θα βάλετε την κόκκινη σάλτσα.
  • 6.Για εξαιρετική νοστιμιά θα πασπαλίσετε με μηλέικο λαδοτύρι

 

Καρπουζόπιτα Μήλου

 

Ένα από τα πιο γλυκά και δροσιστικά καλοκαιρινά φρούτα, το καρπούζι, μεταπλάθετε στα χέρια των νοικοκυρών της Μήλου σ’ ένα απολαυστικό γλύκισμα, την περίφημη καρπουζόπιτα, η οποία καταναλώνεται ωραιότατα και παγωμένη από το ψυγείο.

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 μεγάλο καρπούζι
  • 6-7 κουταλιές της σούπας αλεύρι
  • 2 κουταλιές της σούπας ζάχαρη
  • 1 κουταλιά της σούπας κανέλα,
  • 2-3 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
  • 200 γραμμ. μέλι
  • σουσάμι

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Αφού θα αφαιρέσετε την καρδιά του καρπουζιού, όλο το «κόκκινο», και το καθαρίσετε από τα κουκούτσια, θα το στύψετε μέσα σε ένα σουρωτήρι, για να φύγουν τα υγρά και θα το αφήσετε να στραγγίσει περίπου για 1 ώρα.
  • 2.Στη συνέχεια θα προσθέσετε το αλεύρι, τη ζάχαρη, το ελαιόλαδο και το μισό μέλι. Το αλεύρι και το ελαιόλαδο θα τα προσθέσετε σιγά-σιγά για να διαπιστώσετε πόσο ακριβώς θα «πάρει» καθώς εξαρτάται από το πόσα υγρά έχει κρατήσει η καρπουζόψυχα. Το μίγμα πρέπει να είναι χυλωτό, ούτε πολύ αραιό αλλά ούτε και σφιχτό.
  • 3.Στη συνέχεια αφού λαδώσετε ένα ταψάκι και το πασπαλίσετε με σουσάμι θα αδειάσετε το μίγμα, το οποίο δεν πρέπει να ξεπεράσει τα 2,5 εκ., και θα πασπαλίσετε με το υπόλοιπο σουσάμι.
  • 4.Θα ψήσετε σε προθερμασμένο φούρνο για περίπου 1 ώρα στους 180ο.
  • 5.Όταν βγάλετε την καρπουζόπιτα και πριν αρχίσει να κρυώνει θα ρίξετε το υπόλοιπο μέλι, για να απορροφηθεί και θα πασπαλίσετε με σουσάμι.

 

Γλυκό Κουφέτο Μήλου

 

Το Κουφέτο της Μήλου είναι ένα παραδοσιακό γλύκισμα, ένα γλυκό του κουταλιού, με κολοκύθα και αμύγδαλα το οποίο προσφέρετε στη Μήλο στους γάμους και στους αρραβώνες ως κέρασμα από τη μητέρα της νύφης. Το μέλι συμβολίζει την γλυκιά ζωή του ζευγαριού, ενώ τα αμύγδαλα τη γονιμότητα.

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 άσπρη κολοκύθα
  • 500 γραμμ. μέλι
  • 500 γραμμ. ζάχαρη
  • ½ φλιτζάνι του τσαγιού νερό
  • 1 ποτήρι του νερού αμύγδαλα, ζεματισμένα, ξεφλουδισμένα και κομμένα κατά μήκος
  • Χυμό ενός λεμονιού
  • Ξυλάκια κανέλας

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Αφού κόψετε την κολοκύθα στη μέση, θα αδειάσετε τη σάρκα της, θα την καθαρίσετε από τα σπόρια και θα ξύσετε και με ένα κουτάλι τις φλούδες της για να αποσπάσετε όλο τον καρπό.
  • 2.Στη συνέχεια θα κόψετε τη σάρκα σε λεπτές φέτες και θα τη μουσκέψετε σ’ ένα λεκανάκι με ασβεστόνερο για 5’.
  • 3.Στη συνέχεια θα βάλετε σε μια κατσαρόλα να βράσουν τη ζάχαρη, το νερό και το μέλι και στη συνέχεια, αφού θα χαμηλώσετε, θα προσθέσετε και την κολοκύθα στραγγισμένη.
  • 4.Θα ανακατεύεται το μίγμα συνεχώς και θα το ξαφρίσετε όσες φορές χρειαστεί μέχρι να δέσει το μίγμα.
  • 5.Λίγο πριν το τέλος θα προσθέσετε τα αμύγδαλα και το χυμό του λεμονιού.
  • 6.Όταν ροδίσουν τα αμύγδαλα και το γλυκό στέκεται πια πάνω στο κουταλάκι θα το κατεβάσετε από τη φωτιά και αφού κρυώσει θα το τοποθετήσετε σε γυάλινα βαζάκια και θα προσθέσετε 2 ξυλάκια κανέλας σε κάθε βαζάκι.

 

 

Όταν ήμουν μούτσος…(ναύλος 10ος Κύθηρα)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Να είσαι 17 χρονών και να σου λένε πως θα περάσεις το καλοκαίρι σου στα Κύθηρα! Μα στα Κύθηρα; Δεν είχα προηγούμενα με το νησί αλλά δεν ήθελα να έχω ούτε και επόμενα. Τουλάχιστον όχι τώρα.  Ο αδερφός μου, ο κύριος, θα έμενε στην Αθήνα γιατί ήταν μεγάλος. Εγώ όμως έπρεπε να αφήσω την παρέα μου καλοκαιριάτικα, που θα ξεσαλώναμε, και να πάω στην ερημιά του θεού. Μα κι ο θεός ο ίδιος δεν θα το ‘θελε. Το ΄θελε η μάνα μου όμως κι ο λόγος της ήταν πάνω κι απ’ του θεού! 

Θυμάμαι τη διάθεσή μου, τη μουρτζουφλιά μου πες καλύτερα της μέρας του ταξιδιού. Κατά πρώτον αρνιόμουν να ξυπνήσω. Κοιμισμένη μπήκα στο ταξί, κοιμισμένη μπήκα και στο καράβι. Για μια στιγμή μόνο άνοιξα τα μάτια μου, να ρωτήσω έναν ένστολο αν το καράβι πλευρίζει και μετά τα ξανάκλεισα. 

Είχαμε πιάσει παγκάκι με τη μανούλα, στο κατάστρωμα. Εκείνη αγνάντευε τα πέλαγα καθιστή κι εγώ ξαπλωμένη σε στάση μωρού, με το κεφάλι μου στα πόδια της έριχνα τους ύπνους της ζωής μου! 

Δεν ξέρω τι με ξύπνησε ούτε τι μ’ έκανε να ανοίξω τα μάτια μου. Με το που τα άνοιξα όμως είδα δυο πανέμορφα πράσινα μάτια να με κοιτάνε απ’ το απέναντι παγκάκι. Τα ξανάκλεισα αστραπιαία. Τι ήταν αυτό παναγία μου; 

Ήταν τόσο έντονο αυτό το βλέμμα που τώρα πια ήμουν σίγουρη πως αυτό με ξύπνησε! 

Η καρδιά μου βάραγε σαν ταμπούρλο και σίγουρα είχα γίνει κατακόκκινη. Ήθελα να δω και τα υπόλοιπα αλλά ντρεπόμουνα κιόλας, να ξανακοιτάξω. Άφησα να περάσει λίγος χρόνος και άρχισα αργά-αργά ν’ ανοίγω τα μάτια. Άσπρο παντελόνι, γαλάζιο πουκάμισο, μαύρα μαλλιά μέχρι τους ώμους, χείλια σαρκώδη (κόλαση),σταρένια επιδερμίδα και τα μάτια αμετακίνητα πάνω μου. Εκεί ξανάκλεισα τα δικά μου. 

Ένιωθα τα μάγουλά μου να καίνε! 

Άρχισα να τσεκάρω τον εαυτό μου. Με κολάκευε άραγε η στάση που είχα πάρει, κουλουριασμένη δίπλα στη μανούλα; Και το μαλλί; Μήπως είχε ανακατωθεί;  

Γαμώτο, ανάθεμα τη μουρτζουφλιά μου πρωί-πρωί! Δε μπορούσα να βάλω λίγο μολυβάκι στα μάτια, λίγο χρώμα στα χείλια; Πως ξεκίνησα έτσι; Ευτυχώς που το τζιν που φορούσα ήταν απ αυτά που μου πήγαιναν. Ένα άσπρο wrangler, το θυμάμαι ακόμη!  

Μέχρι να σκεφτώ τι θα κάνω, κάποιοι ήχοι μ’ έκαναν να ξανανοίξω τα μάτια και να δω πως ο… θεός, είχε φύγει απ το παγκάκι.  

Η απογοήτευση μ’ έκανε να ανασηκωθώ. Η μανούλα έτρωγε κάτι φρυγανιές.  

«Θες;» με ρώτησε.  

«Τουαλέτα θέλω» είπα κι εξαφανίστηκα. Έπρεπε επειγόντως να βρω καθρέφτη να δω τα χάλια μου. Να ρίξω λίγο νερό στη μούρη μου, να χτενίσω κάνα μαλλί… 

Αλλά, ως γνωστόν σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το αντικείμενο του πόθου σε βρίσκει πριν εσύ βρεις τον καθρέφτη! 

Κι έτσι όπως πήγαινα, ερχόμαστε μούρη με μούρη. Σταματάει αυτός, σταματάω κι εγώ. Κάνει στο πλάι για να μ’ αφήσει χώρο να περάσω κι έχει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο που μου παραλύει τα μέλη. Ως εκ τούτου δεν κάνω βήμα. Στέκομαι και τον κοιτάζω χωρίς καν να έχω πάρει είδηση ότι … στέκομαι και τον κοιτάζω. Ξαφνικά το συνειδητοποιώ και πάνω που είμαι έτοιμη να κάνω το πρώτο βήμα ακούω τη φωνή του, που κι αυτήν την θυμάμαι ακόμα. Βελούδινη και ελαφρώς βραχνή…!!! 

«Υπέροχα μάτια!» 

Χαμηλώνω το κεφάλι και φεύγω, το ζώον. Μα να μην πω ούτε ένα ευχαριστώ; Αλλά και να το ‘λεγα ρεζίλι θα γινόμουν. Εδώ τρέμανε τα πόδια μου και τα χέρια μου και δεν θα έτρεμε η φωνή μου; 

Φτάνω με τα πολλά στον καθρέφτη και τι να δω! 

Τα μάτια μου, ήταν που ήταν κουμπότρυπες, τώρα είχαν εξαφανιστεί έτσι που είχαν πρηστεί απ τον ύπνο. Ρε λες να μου το είπε για να μου κάνει πλάκα;  

Παρ’ όλα αυτά έκανα φιλότιμες προσπάθειες να σουλουπωθώ λίγο και βγήκα να τον αντιμετωπίσω. Δεν τον βρήκα όμως πουθενά. Απογοητευμένη πήγα να βρω τη μανούλα κι ως εκ θαύματος βρήκα κι εκείνον να κάθεται πάλι στο απέναντι παγκάκι.  

Ξανακάθισα στη θέση μου αποφεύγοντας να τον κοιτάξω μη με πάρει χαμπάρι κι η μανούλα. Εκείνος είχε ξαπλώσει στο παγκάκι και διάβαζε ένα βιβλίο. Κάθε φορά που γυρνούσα το βλέμμα μου πάνω του, όμως, τον έβλεπα να με κοιτάζει.  

Εκεί παραδίπλα ήταν το μπαρ και ένα κασετόφωνο έπαιζε Μητσιά. Την ίδια κασέτα ξανά και ξανά. «Μη χτυπάς, να σ’ ανοίξουνε μη χτυπάς…», «όσο αγαπιόμαστε τα δυο να με κοιτάς στα μάτια…». 

Ένα παιχνίδι είχε αρχίσει μεταξύ μας με τους στίχους των τραγουδιών. Ανέβαζε το φρύδι του κι αχνοχαμογελούσα εγώ, ή στένευα εγώ τα μάτια και χαμογελούσε εκείνος… 

Είχα σηκωθεί όρθια και είχα ακουμπήσει στην κουπαστή. Το κασετόφωνο έπαιζε «το καλοκαίρι σαν θα ΄ρθει, πάνω στην άμμο την ξανθή, μαζί μου θε να περπατάς και να μου λες πως μ’ αγαπάς…» και ανατρίχιασα ολόκληρη όταν ένιωσα το μπράτσο του ν’ ακουμπάει, για μια στιγμή μόνο, στο δικό μου. Έτσι, δίπλα-δίπλα και  κοιτάζοντας πέρα μακριά στη θάλασσα, ακούσαμε όλο το τραγούδι και πριν απομακρυνθεί, με το μικρό του δαχτυλάκι, χάιδεψε για κλάσματα δευτερολέπτου το χέρι μου.

Όλα τα κακά, κλάσματα δευτερολέπτου χρειάζονται για να γίνουν! 

«Σήκω!» είπε η μανούλα, με βλοσυρό ύφος, όταν πήγα και κάθισα δίπλα της. «Πάμε να καθίσουμε από κει, γιατί εδώ έχει ήλιο».  

Ούτε ήλιο είχε, ούτε φεγγάρι. Απλώς η μανούλα μας είχε πάρει χαμπάρι. Ακολούθησα, τι να έκανα. Κάθισα μάλιστα στη θέση που μου υπέδειξε και τώρα ήμουν πλάτη προς εκείνον. Όμως είχα μπροστά μου το μπαρ και μετά από λίγο εκείνος είχε μετακινηθεί εκεί. Το είδε η μανούλα βέβαια, αλλά δε μπορούσε να μου πει να ξανασηκωθώ. Απλώς με κοίταζε στα μάτια συνέχεια. Αλλά πόσο απόλυτο μπορεί να είναι αυτό το «συνέχεια» και πόσο μπορείς να ελέγχεις τι γίνεται πίσω απ την πλάτη σου. 

Είχαν φανεί τα Κύθηρα, εγώ είχα αρχίσει να μελαγχολώ και το κασετόφωνο έπαιζε «άσπρη μαύρη η φωτογραφία…». 

Εκείνος με κοιτούσε συνέχεια και όταν το τραγούδι έφτασε στο ρεφρέν, «μ’ ένα γαρύφαλλο ανοιχτό, στο μέρος της καρδιάς…», σήκωσε το χέρι του, το έφερε στην καρδιά του και τα χείλια του μου έστειλαν ένα φιλί. Άγγιξα τα χείλια μου με το χέρι μου κι εκείνος γέλασε, μ’ ένα γέλιο υπέροχο! 

Όταν βγήκαμε στη στεριά ένα τσούρμο όρμησε πάνω του και τον εξαφάνισε απ τα μάτια μου. Άδειασε, σκοτείνιασε ο τόπος κι ήθελα να κλάψω!

Θα τον ξανάβλεπα; Κι αν δεν τον ξανάβλεπα;

Ήμουν σίγουρη πως θα τον ξανάβλεπα. Να, και τώρα, τι κι αν είχε φύγει; Εγώ νόμιζα πως είναι ακόμη δίπλα μου, όπως τότε στην κουπαστή και με κοιτούσε όπως σ΄ όλο το ταξίδι!

Ξαφνικά ξανάλαμψε ο τόπος. Ήμουν ερωτευμένη!!! 

Η ερημιά θεού που είχα εγώ στο μυαλό μου ήταν γεμάτη κόσμο. μπορεί η Αγία πελάγια να θύμιζε χωριό, αλλά ήταν ένα όμορφο και χαρούμενο χωριό. Δεν θυμάμαι τι ώρα είχαμε φτάσει και ούτε πως πήγαμε στο σπίτι που είχε νοικιάσει ο πατέρας μου. Όμως θυμάμαι το σπίτι πολύ καλά, όπως θυμάμαι και την κυρα-Κατίνα την σπιτονοικοκυρά και τις κουνιάδες της (νομίζω) που ήρθαν με το που φτάσαμε, μ’ ένα πανέρι γεμάτο φρούτα να μας καλοδεχτούν. Θυμάμαι πως με το που τακτοποιηθήκαμε μας πήρε ο πατέρας μου να πάμε να φάμε. Κι από κείνη την ταβέρνα άρχισαν οι, πραγματικά απίστευτες, διακοπές που πέρασα στα Κύθηρα. 

Αυτός  που μας είδε πρώτος  και πετάχτηκε έξω απ το μαγαζί ήταν ο κυρ-Παναγιώτης. Με πήρε αγκαλιά, με σήκωσε και με στριφογύρναγε στον αέρα λες και ήμουν ακόμα πιτσιρίκι. Ο γλυκός μου ο κυρ-Παναγιώτης είχε συγκινηθεί και ο πατέρας μου… έβραζε απ τα νεύρα του.  

«άντε άντε άστη. μας περιμένουν οι άνθρωποι» 

Οι άνθρωποι; ποιοι άνθρωποι; 

Αυτό είναι που λένε «αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες.  Φοβόμουν εγώ ότι δεν θα υπάρχει άνθρωπος να κάνω παρέα. 

Ένα μακρύ τραπέζι ήταν στρωμένο και όπως φαινόταν, στο μισό καθόντουσαν οι γονείς (συνάδελφοι του πατέρα μου και οι γυναίκες τους) και στο άλλο μισό τα παιδιά, πού τα περισσότερα ήταν της ηλικίας μου. Για άλλη μια φορά έριξα ένα φάσκελο στον εαυτό μου που έφυγα σαν το σούργελο απ την Αθήνα.  

Κάθισα μαζί με τα παιδιά φυσικά και μετά τα δέκα πρώτα λεπτά μοιάζαμε με παρέα που ήταν χρόνια μαζί. Εκεί γνώρισα και την Αιμιλία που ήταν κόρη του ιδιοκτήτη της ταβέρνας. Η Αιμιλία βασικά δούλευε αλλά μόλις είχε λάσκα ερχόταν στο τραπέζι μας. Τα παιδιά που είχαν έρθει στο νησί πριν από μένα την γνώριζαν ήδη αλλά δική μου κολλητή έμελλε να γίνει. 

Τα «ζουμερά» της μέρας εκείνης έγιναν δύο με την παρουσία του Γιώργου στην παρέα. Ο Γιώργος αμέσως μόλις μας σύστησαν ήρθε και κάθισε δίπλα μου και ήταν αυτός που με μύησε στα της παρέας. Από το καθημερινό τους πρόγραμμα και τα σχέδια για τις επόμενες μέρες, μέχρι τα αστεία τους.  Και κάποια στιγμή εκεί που έτρωγα ένα τηγανιτό κολοκυθάκι σκύβει και μου ψιθυρίζει: «έχεις πολύ ωραία μάτια!». 

(Τι έγινε ρε παιδιά; Ποιόν να πάω να ρωτήσω; Να μην ξαναβαφτώ ποτέ; Να τους βαράω μπουνιές κάθε πρωί για να τα πρήζω; Τι να κάνω για να ‘χω αυτήν την επιτυχία κάθε μέρα τέλος πάντων;) 

Όλα κι όλα, εδώ και ευχαριστώ είπα και του χαμογέλασα. Εμ βέβαια. Δεν έτρεμαν τα ποδαράκια και τα χεράκια μου εδώ. Κι όχι ότι ο Γιώργος δεν ήταν ωραίος. Ωραιότατος ήταν. Και ψηλός και αθλητικός και γλύκας αλλά… η καρδιά μου είχε δοθεί κι ήταν καλά δοσμένη (η Γκόλφω το είχε πει αυτό; δεν θυμάμαι). 

Και πάνω εκεί σκάει και το τρίτο «ζουμερό» της μέρας! Λευκή στολή και κούκλος. Κι εγώ που μέχρι τότε έβλεπα στολή κι έβγαζα φλύχτενες έμεινα με το στόμα ανοιχτό! ΄Έλα όμως που και ο ένστολος έδειξε έντονο ενδιαφέρον. Και πότε ήρθατε και πόσο θα μείνετε και γιατί δεν μας ήρθατε νωρίτερα και ωραία κόρη έχετε κύριε Μπάμπη! Σκέφτομαι πως αν δεν είχα συμπληρώσει το μπόι μου με τους πόντους που πήρα εκείνη τη μέρα, θα ήμουν τάπα για τάπα! Για τη χαρά της μανούλας από το ενδιαφέρον του ένστολου, λέω να μη μιλήσω! 

Απ την επόμενη μέρα άρχισαν οι εξορμήσεις, οι καφέδες, οι συζητήσεις και τα γλέντια! Το πρωί που οι πατεράδες δούλευαν και οι μαμάδες μαγείρευαν, εμείς γυρίζαμε τα Κύθηρα απ άκρη σ’ άκρη.  Αυτό το νησί, λες και ήθελε να μου μπει στο μάτι που το κακολόγησα, και μας τα έφερνε όλα βολικά. Χωρίς καν να ασχοληθούμε βρεθήκαμε με δύο αυτοκίνητα στην διάθεσή μας. Το ένα θυμάμαι πως ανήκε σ’ έναν δάσκαλο. Το άλλο… απλά το θυμάμαι. Το πρόβλημα τώρα ήταν να βρούμε και οδηγούς. Το ένα το ανέλαβε ο Βύρωνας, ο γιος ενός απ τους μηχανικούς. Για το άλλο όμως δεν υπήρχε κανένας. Για μερικές μέρες γυρνάγαμε με τα λεωφορεία και μετά καθόμασταν δίπλα στ’ αυτοκίνητο το κοιτάγαμε και κλαίγαμε που δεν κουνιόταν από μόνο του.  

Όμως η θεά Αφροδίτη που κυβερνούσε το ζώδιο μου, κι έκανε τις διακοπές της στα πάτρια εδάφη, το πήρε πάνω της το θέμα. Έτσι μετά από λίγες μέρες ήρθε η κόρη του καπετάνιου, η Χαρά! Η Χαρά ήταν μεγαλύτερη από μας και υπό άλλες συνθήκες θα μας αγνοούσε και θα την αγνοούσαμε. Τώρα όμως, η ύπαρξη του αυτοκινήτου μας έφερε πολύ κοντά!

Πόσες φορές δεν έφτασε η χάρη μας μέχρι το Καψάλι για μπάνιο. Αλλά και πόσες φορές δεν παρατήσαμε το μπάνιο για να πάμε να δούμε τα κάστρα στο Μυλοπόταμο, στη Χώρα και στην Παλαιοχώρα. Ή συνδυάσαμε και καστέλο και μπάνιο όταν πήγαμε στον Αυλαίμονα να δούμε που καραβοτσακίστηκε ο άτιμος ο Έλγιν με τα κλεμμένα αγάλματά μας.

Σαν σε όνειρο θυμάμαι την εκδρομή που πήγαμε μαζί με τους γονείς στα Mητάτα και στο φαράγγι του Τσάκωνα. Σαν πανηγύρι ήταν εκείνη η μέρα. Ούτε που θυμάμαι πόσοι ήμασταν όλοι και δεν έχω και ξεκάθαρη ανάμνηση για το πώς πήγαμε. Θυμάμαι όμως ότι είχαμε κουβέρτες μαζί μας για να τις στρώσουμε κάτω και οι μαμάδες είχαν μαγειρέψει. Εκατό λογιών κεφτεδάκια φάγαμε εκείνη τη μέρα. Ανάμεσα στα γέλια, τα τραγούδια, τα κεφτεδάκια και τις βόλτες ο Γιώργος μου είπε να τα φτιάξουμε. Αρνήθηκα φυσικά λέγοντας του ότι έχω δεσμό (έτσι λέγαμε το «έχω σχέση» τότε) και επανέλαβα το μονόλογο της Γκόλφως.  

Το μυαλό μου όλο αυτό τον καιρό ήταν κολλημένο στον πρασινομάτη θεό. Όπου κι αν ήμουν κυκλοφορούσα σαν τον κατάσκοπο κοιτάζοντας δεξιά αριστερά μπας και τον πάρει πουθενά το μάτι μου. Λες και είχε ανοίξει η γη και τον είχε καταπιεί. Όλες τις παραλίες είχαμε γυρίσει. Μα πουθενά δεν έκανε μπάνιο αυτός; Είχα απελπιστεί και το θεωρούσα σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.

Κι εκεί που ήμασταν αραγμένοι μέσα στις φυλλωσιές, είχαμε φάει κιόλας και το μισό μάτι είχε κλείσει, ακούμε φωνές να πλησιάζουν.  

Εγώ την είχα πέσει πάλι πάνω στη μανούλα και λαγοκοιμόμουνα. Όταν οι φωνές έφτασαν κοντά μας, άρχισαν οι χαιρετούρες. Ο πατέρας της Αιμιλίας γνώριζε κάποιον απ την άλλη παρέα κι άρχισε να του συστήνει τους άντρες και να λέει για τη μπίγα. Εγώ άκουγα αλλά έκανα ότι κοιμόμουνα. Έτσι κι αλλιώς τα γυναικόπαιδα δεν έπαιρναν μέρος στην κουβέντα. Είχαν αρχίσει να λένε για το τοπίο όταν κάποιος κάνει την ερώτηση: 

«Εσύ αγόρι μου ξανάχεις έρθει εδώ;» και όταν απάντησε το αγόρι του εγώ μέσα μου παλάβωσα. Ήθελα να πεταχτώ πάνω και συγχρόνως ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί! 

Δεν το πίστευα αυτό που μου συνέβαινε! Ήταν ανάγκη αυτή η πολυπόθητη συνάντηση να γίνει τώρα; 

Άρχισα τάχα μου να ξυπνάω και να ψιλοτεντώνομαι, σα μόλις να κατάλαβα ότι είχαμε καινούργιους στην παρέα, αλλά με το που πάω να σηκώσω το κεφάλι, μου δίνει μια η μάνα μου, με τρόπο, και μου το πατικώνει πάλι στην ποδιά της.  

Γυρίζω και την κοιτάζω κι όπως με κοιτάζει κι αυτή αφ υψηλού μου ψιθυρίζει μέσα απ τα δόντια: 

«Κοίτα μη σηκωθείς, αλίμονο σου κακομοίρα μου. Όλα στον πατέρα σου!!!»  

Μετά απ αυτό, μου ξεπατίκωσε το κεφάλι αλλά έμεινα κολλημένη στην ίδια θέση να τον κοιτάζω (γιατί τα μάτια δε μπορούσε να μου τα βουλώσει) και να έχω πάλι μαλλί ανακατωμένο και μάτια πρησμένα! 

Το περιστατικό μπορεί, άνετα, να χαρακτηρισθεί ως ατυχές, αλλά για μένα ήταν πολύ σημαντικό αφού έμαθα ότι είναι ακόμα στα Κύθηρα. 

Μετά κατέβασα διάφορες, ιδιαίτερα έξυπνες, ιδέες μήπως και μάθω τίποτα παραπάνω γι αυτόν. Μεταξύ αυτών ήταν και το να πάει η Αιμιλία να ρωτήσει τη μάνα της για τον γνωστό που συναντήσαμε και στη συνέχεια των αδιάφορων ερωτήσεων της να μάθει και για τον άγνωστο θεό. Πήγε η Αιμιλία, ρώτησε, την παρεξήγησε η μάνα της, έφαγε και ένα φούσκο και γύρισε. Τζίφος! 

Απ την επομένη ξανά κατάσκοπος εγώ… 

Οι μέρες περνούσαν και εκτός απ το στενό μαρκάρισμα του Γιώργου τα πρωινά, είχα και το στενό μαρκάρισμα του ένστολου τα βράδια. Και να ΄ταν μόνον αυτό; Το στενό μαρκάρισμα της μανούλας που το πας! Και τι καλό παιδί, και τι όμορφο! Και άκουσες πως σου μίλησε και είδες πως σε κοίταξε; Και την ίδια μέρα με πάντρευε η μανούλα αν γινόταν. 

Η αλήθεια είναι πως ο ένστολος ήταν το κάτι τις άλλο αλλά… αλλά είπαμε. Εγώ Γκόλφω! 

Μια μέρα που τα αγόρια μας πούλησαν και πήγαν για ψάρεμα, τα κορίτσια την άραξαν στην παραλία μπροστά απ την ταβέρνα κι εγώ ακολούθησα μια απ τις μαμάδες στον Ποταμό για ψώνια.  

Μπήκαμε σ’ ένα μαγαζί που πουλούσε είδη για το σπίτι. Εκείνη κοίταγε τις κατσαρόλες κι εγώ κοίταγα γενικά, όταν ένιωσα ένα χέρι να πιάνει το δικό μου. Πετάχτηκα και παραλίγο να βγάλω και φωνή όταν είδα τον πρασινομάτη θεό δίπλα μου.

Πόσο να κράτησε όλο αυτό; Μισό λεπτό; Ε ναι. Κάπου τόσο. Μετά η «μαμά» με φώναξε κι αναγκάστηκα να πάω κοντά της. Είχε τελειώσει με τις αγορές της και φύγαμε για το λεωφορείο.

Μπροστά πήγαιναν τα πόδια μου και πίσω το κεφάλι μου. Είχε σταθεί και με κοίταζε κι εμένα μου φαινόταν απίστευτο που τον είχα τόσα λίγα μέτρα μακριά μου και δε μπορούσα να του πω ούτε μια λέξη!

Μετά κι απ το δεύτερο ατυχές περιστατικό μου καρφώθηκε στο μυαλό πως εκείνος θα έφευγε πια απ τα Κύθηρα. Δεν ήταν και πολύς ο κόσμος που μπορούσε να κάνει τις διακοπές διαρκείας που κάναμε εμείς. Έτσι είχε πέσει η διάθεσή μου, με εκνεύριζε κι ο Γιώργος και είχα αρχίσει πολλά πρωινά να μένω στην Αγ Πελαγία παρέα με την Αιμιλία που σπάνια ερχόταν μαζί μας, λόγω δουλειάς. Αφού εγώ είχα χάσει το θεό μου θυσιαζόμουν στο βωμό της φιλίας κάνοντας περισσότερη παρέα με τον ένστολο για να μπορεί η Αιμιλία να βρίσκεται κοντά στον δεύτερο ένστολο που διέθετε ο τόπος. Άλλη μεγάλη αγάπη εκείνη!

Όταν τα πράγματα με την Αιμιλία μπήκαν σ’ ένα δρόμο, ήταν η ώρα να απομακρυνθώ για να μπορούν να λένε και καμιά κουβέντα μόνα τους τα παιδιά. Φυσικά, προς μεγάλη στενοχώρια της μανούλας, άρχισα να αποφεύγω και τον ένστολο και να κάνω παρέα με την σπιτονοικοκυρά μας την κυρά-Κατίνα. Πηγαίναμε για μπάνιο παρεούλα, πηγαίναμε και στα χωράφια της.

«Είναι μακριά κυρά-Κατίνα;»

«Όχι, όχι. Φτάσαμε!»

Το «φτάσαμε» απ το φτάσαμε θα απείχε και μια ώρα ανηφόρα.

Η κυρα-Κατίνα ήταν μια γλυκιά αγαθούλα γυναίκα που είχε περάσει πολλά. Ο άντρας της ένας μέθυσος που της μίλαγε άσχημα και την έδερνε. Παιδιά δεν είχαν γιατί εκείνος δεν ήθελε. Δεν θυμάμαι καλά αλλά νομίζω πως μια φορά είχε μείνει έγκυος και το έχασε το παιδί απ την καλοπέραση. Σ’ αυτές τις βόλτες μας η κυρα-Κατίνα μου έλεγε τα βάσανά της και κάθε φορά μου έλεγε κι «ευχαριστώ που μ’ ακούς».  Όταν έφυγα της έστελνα γράμμα κάθε βδομάδα κι εκείνη μου απαντούσε αμέσως μέχρι που αρρώστησε και δεν έλαβα άλλο γράμμα της. Έχω όμως ακόμη μια φωτογραφία της που κρατάει τον γαϊδαράκο της, το φίλο της, που του τα ‘λεγε κι έκλαιγε!

Σιγά-σιγά η παρέα άρχισε να αραιώνει. Έφυγε η Χαρά, έφυγε κι ο Βύρωνας, μείνανε και τα αυτοκίνητα ακίνητα.

Ένα βράδυ όμως ξαναβάλανε οι μεγάλοι τις μηχανές μπρος για να πάμε στον Καραβά σ’ ένα κέντρο με μουσική. Θυμάμαι ότι είχα φορέσει τα καλά μου και φορούσα και κάτι πέδιλα με πολλά λουράκια. Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν μακριά απ το κέντρο, και σ’ όλη την διαδρομή, έβγαζα τα χορταράκια που χώνονταν ανάμεσα στα λουράκια, βρίζοντας από μέσα μου που «τι ήθελα και φόρεσα τα καλά μου».

Το κέντρο, που αμυδρά το θυμάμαι, ήταν σαν εξοχική ταβέρνα. Είχε και μια βρύση που έτρεχε συνέχεια νομίζω. Μετά τη βρύση, το δεύτερο πράγμα που τράβηξε το βλέμμα μου ήταν ένα άλλο βλέμμα, χρώματος πρασίνου!

Ευτυχώς που καθόμουν αλλιώς θα έπεφτα (κι ευτυχώς για πρώτη φορά ήμουν εμφανισιακά αξιοπρεπής και κάτι παραπάνω!). Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενα να δω. Δεν χόρταινα να τον κοιτάζω. Φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο που έκανε το δέρμα του να φαίνεται πιο ηλιοκαμένο, τα χείλια του πιο κόκκινα και τα μαλλιά του πιο μαύρα! Ήταν θεός!

Μέχρι και η μανούλα γύρισε και μου είπε: «Ε, δεν έχεις κι άδικο. Κούκλος είναι ο άτιμος!»

Τι υπέροχη βραδιά! Λες και είχαμε πάρει την συγκατάθεση της μανούλας δεν σταματήσαμε να κοιταζόμαστε ούτε λεπτό. Το καλύτερο όμως ήταν όταν άρχισε ο χορός. Με το ζόρι με σήκωσε ο πατέρας μου και με το ζόρι με κατεβάσανε μετά. Με το που σηκώθηκα εγώ, σηκώθηκε κι εκείνος. Ήρθε κι έπιασε το χέρι μου και δεν το άφησε μέχρι να φύγουμε. Ξαναρχίσαμε το κρυφό παιχνίδι με τα τραγούδια και στον ένα στίχο μου έσφιγγε το χέρι πολύ και στον άλλο λιγότερο.

Πότε πέρασαν τόσες ώρες ούτε που το κατάλαβα. Όμως πέρασαν. Κι εμείς φύγαμε χωρίς να μπορέσουμε, για άλλη μια φορά, να πούμε ούτε λέξη!

Έμεναν καμιά 15αριά μέρες μέχρι  να φύγουμε. Η οικογένεια του Γιώργου, η οικογένεια του χειριστή του Τίγρη, η γυναίκα του μηχανικού του άλλου ρυμουλκού κι εμείς, ήμασταν όσοι είχαμε απομείνει στην Αγ Πελαγία απ τους «μπιγιώτες».

Δεν θυμάμαι αν η μπίγα κόντευε να τελειώσει τη δουλειά της αλλά θυμάμαι πως χάλασε ο καιρός. Μας είπαν τότε να τα μαζέψουμε και να μπούμε μέσα στο Σαμψών γιατί θα φεύγαμε για άλλο μέρος απάνεμο. Μπήκαμε κι ένα βράδυ μάλιστα κοιμηθήκαμε στο καράβι αλλά αυτό δεν ξεκίνησε ποτέ γιατί ο καιρός έφτιαξε. Ξαναβγήκαμε στη στεριά αλλά δεν ξαναπήγαμε στο σπίτι της κυρα-Κατίνας γιατί ήταν λίγο πιο μακριά κι εμείς ήμασταν, κατά κάποιο τρόπο, σ’ επιφυλακή. Από στιγμή σε στιγμή μπορεί να ερχόταν εντολή απ την εταιρεία να φύγουμε. Έτσι πιάσαμε δωμάτια εκεί στην παραλία, όπως ανέβαινες τα σκαλιά απ το δρόμο.

Εκείνη τη μέρα είχα πάει για μπάνιο μόνη μου. Έτσι έκανε η μανούλα απ τα σκαλάκια και μ’ έβλεπε γι αυτό και μ΄ άφησε. Έκανα το μπανάκι μου κι όταν βγήκα είχε έρθει κι ο Γιώργος. Η μανούλα που τόσο καιρό δεν είχε κανένα πρόβλημα, τώρα που τον είδε τον Γιώργο μόνο μαζί μου της άναψαν τα λαμπάκια. Βάζει λοιπόν μια φωνή ν’ ανέβω κι ότι τάχα μου είναι ώρα να πάμε να φάμε.

Την ακούει ο Γιώργος και μου λέει: «έρχομαι κι εγώ».

Πού να φανταστώ η καημένη πως το να περνάς το δρόμο με το μαγιό είναι αμάρτημα;

Περνάω λοιπόν το δρόμο, ανεβαίνω τα σκαλάκια και με το που φτάνω κοντά στη μανούλα μου ρίχνει μια σφαλιάρα που είδα το Χριστό φαντάρο!

Ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί! Εντάξει, σκασίλα μου για τον Γιώργο αλλά όχι και να φάω ξύλο μπροστά του κοτζάμ γυναίκα!

Έκανα μέρες να βγω απ το δωμάτιο. Τι η Αιμιλία, τι η γυναίκα του άλλου μηχανικού, τι κι η μάνα μου, ακόμα, με παρακάλαγαν να βγω, εγώ τίποτα.

Μα τέτοιο ρεζιλίκι;

Με τα πολλά ένα απόγευμα έκανα το χατίρι στην Αιμιλία και βγήκα. Ο πραγματικός λόγος βέβαια, ήταν ότι ήθελα να πάρω τον αδερφό μου τηλέφωνο να του πω τα παράπονά μου.

Πάμε λοιπόν με την Αιμιλία στον Οτε-ψιλικατζίδικο-φούρνο-ταβέρνα-ταχυδρομείο (και δεν θυμάμαι και τι άλλο ήταν αυτό το μαγαζί) και με το που μπαίνω στην πόρτα μένω στήλη άλατος!

Μπροστά απ τον πάγκο στέκεται ο θεός και κάτι αγοράζει. Το μυαλό μου γυρίζει με χίλιες στροφές και καταλαβαίνω πως εκείνη θα είναι η τελευταία φορά που τον βλέπω. Είναι η ώρα που φεύγει καράβι και είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω στην Αγ Πελαγία. Είναι και τέλος Αυγούστου… άρα, για το καράβι έχει έρθει!

Γυρίζει να φύγει και με βλέπει. Κοντοστέκεται αλλά και πάλι ξεκινάει προς την πόρτα αφού μια κοπελίτσα τον τραβάει απ το χέρι.

Βουτάω την Αιμιλία και τους παίρνουμε από πίσω. Φτάνουμε μέχρι το καράβι. Εκεί σταματάει και συζητάει με την κοπελιά. Μετά την φιλάει, και μπαίνει!

Κάθομαι και περιμένω. Δε μπορεί… θα βγει στο κατάστρωμα. Αποκλείεται να φύγει έτσι!

Και πραγματικά βγαίνει. Ακουμπάει στην κουπαστή και με κοιτάζει. Τον κοιτάζω κι εγώ. Το καράβι σφυρίζει και ξεκινάει. Σιγά σιγά αρχίζει να γίνεται όλο και μικρότερος. Κάποια στιγμή σηκώνει το χέρι και χαιρετάει. Ίσως εμένα αλλά ίσως την κοπέλα. Δε με νοιάζει. Σηκώνω κι εγώ το χέρι και τον χαιρετάω!

Έχει γίνει πια μια κουκίδα κι εγώ σκέφτομαι, έτοιμη να κλάψω, πως δεν έμαθα ούτε το όνομά του!

Ένα χέρι με πιάνει απ το μπράτσο. Ξαφνιάζομαι αφού εκείνος έχει φύγει αλλά γυρίζω και βλέπω την κοπέλα να μου χαμογελάει.

«Αυτό μου το έδωσε ο ξάδερφός μου να στο δώσω» μου λέει και μου δίνει ένα χαρτάκι.

Νομίζω πως η καρδιά μου θα πεταχτεί απ το στήθος μου καθώς το ανοίγω.

Έχει μόνο ένα τηλέφωνο και από κάτω ένα όνομα.

Στέργιος!  

 

 

***Θυμάμαι τη μέρα που είχαμε πάει στον Ποταμό για ψώνια που αναρωτηθήκαμε με την «μαμά», πότε άραγε θα ξαναέρθουμε στα Κύθηρα. Ανατριχιάζω που σκέφτομαι ότι έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε κι εγώ δεν έχω ξαναπάει.

Μήπως είναι που τόσα χρόνια τα έχω πάντα στην καρδιά μου;      

 

 


Ροζέδες

1300 γρ. αλεσμένα αμύγδαλα

600 γρ. Ζάχαρη

300 γρ. Μέλι

160 γρ. Σιμιγδάλι

1\2 φλιτζάνι νερό

1 κουτ. Κανέλα

Σε μια λεκανίτσα ανακατεύουμε όλα τα υλικά και δουλεύουμε μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιογενές. Κατόπιν πλάθουμε σε μικρά μακρόστενα σχήματα. Αλείφουμε ένα ταψί με λίγο βούτυρο και τα τοποθετούμε μέσα. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο μέχρι να ροδίσουν.

 

Μπιζέδες

Ένα πολύ γρήγορο και εύκολο γλυκό που μπορείτε να σερβίρεται μαζί με τον καφέ ή σκέτο. Θα το εκτιμήσουν ιδιαίτερα οι λάτρεις των …. ζαχαρωτών!

6 Ασπράδια αυγού

2 κούπες ζάχαρη

Τρίμμα ενός λεμονιού

1 κουταλάκι χυμό λεμονιού

1 χούφτα αμύγδαλα καθαρισμένα χονδροκομμένα

Σε μία κατσαρόλα σε σιγανή φωτιά, χτυπάμε τα ασπράδια των αυγών με την ζάχαρη. Όταν αυτό αρχίσει να σφίγγει προσθέτουμε το χυμό και το τρίμμα του λεμονιού και κατεβάζουμε την φωτιά. Σε μία λαδόκολλα φτιάχνουμε βουναλάκια με κορνέ και ρίχνουμε από πάνω τα αμύγδαλα. Σε ένα προθερμασμένο φούρνο στους 150 βαθμούς, βάζουμε το ταψάκι με την λαδόκολλα και τους μπιζέδες και τα αφήνουμε για μισή ώρα περίπου. Είναι έτοιμοι….

 

Φατουράδα

1300 γρ τσίπουρο

800 γρ νερό

800 γρ ζάχαρη

φλούδες από 6-8 μανταρίνια

κανέλα, γαρύφαλλο

Τοποθετούμε σε ένα βάζο το τσίπουρο μαζί με τις φλούδες των μανταρινιών και τα αφήνουμε για 7-10 ημέρες. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα ανακινούμε το βάζο. Σε ένα κατσαρολάκι ρίχνουμε το νερό με τη ζάχαρη και φτιάχνουμε το σιρόπι, προσθέτοντας την τριμμένη κανέλα και το γαρύφαλλο και ανακατεύοντας καλά. Μπορείτε αντί για σιρόπι να χρησιμοποιήσετε και μέλι.

 

 

Παξιμάδια

2 κιλά αλεύρι

2 ποτήρια ελαιόλαδο

2 ποτήρια νερό

80 γρ μαγιά

1 κουτ. Κανέλα τριμμένη

Σε μια λεκάνη ρίχνουμε το αλεύρι, το λάδι και την κανέλα και ανακατεύουμε καλά μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιογενές. Σε ένα ποτήρι τοποθετούμε τη μαγιά και γεμίζουμε με νερό. Ανακατεύουμε και ρίχνουμε το περιεχόμενο στη ζύμη. Προσθέτουμε τα 2 ποτήρια νερό και δουλεύουμε. Κατόπιν αφήνουμε το μείγμα σκεπασμένο μέχρι να φουσκώσει. Ζυμώνουμε και πάλι και χωρίζουμε τη ζύμη σε φρατζόλες τις οποίες κόβουμε σε παξιμάδια. Αφήνουμε για λίγο και πάλι σκεπασμένη τη ζύμη για να ξεκουραστεί και τοποθετούμε το ταψί σε προθερμασμένο φούρνο. Ψήνουμε στους 250 βαθμούς για ώρα περίπου, μέχρι να πάρουν χρώμα. Αφού κρυώσουν τα ξεχωρίζουμε και τα τοποθετούμε και πάλι στο ταψί για 20 περίπου λεπτά στους 150 βαθμούς. Αφού σβήσουμε το φούρνο τα αφήνουμε μέσα μέχρι να γίνουν παξιμάδια.

 

Λαδοπαξίμαδα 

Μία ακόμα συνταγή για τα γνωστά Παξιμάδια Κυθήρων.

1 κιλό αλεύρι για όλες τις χρήσεις

1 κούπα νερό

1 κούπα ελαιόλαδο

1 φακελάκι (περίπου 10 γρ. Ξηρή Μαγιά)

1 πρέζα αλάτι

1 κουταλάκι ζάχαρη

 

Στο χλιαρό νερό διαλύουμε το αλάτι και την ζάχαρη. Σε μία λεκάνη, ανακατεύουμε το αλεύρι με την μαγιά και το λάδι και προσθέτουμε το νερό με το αλεύρι και το αλάτι . Πλάθουμε μέχρι να δέσει το ζυμάρι και να μπορεί να πλάθεται εύκολα.

Φτιάχνουμε φραντζόλες και με ένα αλευρωμένο μαχαίρι, χαράσσουμε σε φέτες μεγέθους ανάλογου του επιθυμητού για τα παξιμάδια μας. Πασαλείφουμε με ελαιόλαδο το ταψάκι μας, τοποθετούμε τις φραντζόλες και τις αφήνουμε να φουσκώσουν σε ένα ζεστό μέρος. Μόλις δούμε ότι είναι έτοιμες, τις βάζουμε στον προθερμασμένο φούρνο να ψηθούν για μισή ώρα περίπου στους 150 βαθμούς. Βγάζουμε τις φραντζολίτσες από το φούρνο και όταν κρυώσουν, σπάμε τις φέτες που είχαμε πριν χαράξει. Ξαπλώνουμε τις φέτες στο ταψί και το ξαναβάζουμε στο φούρνο για να φύγουν όλα τα υγρά τους, σε χαμηλότερη φωτιά

Βρεχτολαδέα

Η βρεχτολαδέα δεν είναι παρά μία ακόμα παραλλαγή του ορεκτικού που έγινε γνωστός από την Κρήτη αλλά τον συναντάμε σε όλη την Ελλάδα, τον γνωστό μας ντάκο. Λόγω του διαφορετικού παξιμαδιού, είναι ένα ορεκτικό πιο φιλικό με τον ουρανίσκο σας. Πάμε να τον φτιάξουμε!

4 λαδοπαξίμαδα

2 ώριμες ντομάτες

Ελαιόλαδο

Τυρί φέτα

Κάπαρη

Λίγο ρίγανη

Ελιές

Μουσκεύουμε ελαφρά τα παξιμάδια και τα τοποθετούμε σε ένα μεγάλο πιάτο. Παίρνουμε τις τομάτες και με ένα κοφτερό μεγάλο μαχαίρι τις ψιλοκόβουμε και τις βάζουμε από πάνω. Με ένα πιρούνι πιέζουμε την φέτα και την απλώνουμε πάνω από την τομάτα. Προσθέτουμε το λάδι, το αλάτι, τις ελιές, την κάπαρη, την ρίγανη και …. ότι άλλο πιστεύετε ότι του ταιριάζει.

 

Ψαρόσουπα

Ένα μεγάλο μαύρο ψάρι της αρεσκείας σας

3 κρεμμύδια

4 πατάτες

5 καρότα

1 κλωνάρι σέλινο

1 κούπα ελαιόλαδο

1 λεμόνι

1 τομάτα

Λίγο αλάτι

Λίγο πιπέρι

Μέσα σε μία μεγάλη κατσαρόλα ρίχνουμε λίγο από το λάδι μας και χοντροκομμένα τις τομάτες, τις πατάτες, τα κρεμμύδια και τα καρότα. Αφού τσιγαριστούν όλα μαζί, προσθέτουμε τόσο νερό όσο χρειάζεται για να σκεπαστούν τα υλικά και τα αφήνουμε να βράσουν. Μετά από 5 λεπτά, ρίχνουμε το ψάρι μας που έχουμε πρώτα καθαρίσει, το σέλινο και το υπόλοιπο λάδι και τα αφήνουμε να βράσουν για 30 λεπτά περίπου. Κατεβάζουμε την κατσαρόλα από την φωτιά και το σβήνουμε με το χυμό του λεμονιού. Ξεχωρίζουμε τα λαχανικά και το ψάρι από το ζουμί και σερβίρουμε χωριστά.

Ορισμένοι προσθέτουν και παξιμαδάκια αντί για κρουτόν.

Πουτίγκα (Τσιριγώτικο γλυκό)

  • 1280 γραμ. γάλα
  • 160 γραμ. σιμιγδάλι
  • 320 γραμ. ζάχαρη
  • 8 αυγά
  • 1 κουτ. σούπας κοφτή κανέλλα κοπανισμένη
  • 1 χούφτα σταφίδα ψιλή
  • 1 φλυτζάνι τσαγιού αμύγδαλα ασπρισμένα καιψιλοκομμένα.
  • 1 φλυτζάνι βούτυρο.

Σε μια κατσαρόλα βάζουμε το γάλα και μόλις ζεστάνει ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε συνέχεια έως ότου πήξει και γίνει κρέμα. Εν συνεχεία το κατεβάζουμε από την φωτιά και όταν κρυώσει χτυπάμε τα αυγά ολόκληρα και τα ρίχνουμε στην κρέμα καθώς και το βούτυρο, την κανέλλα, τα αμύγδαλα και την σταφίδα και τα ανακατεύουμε συνέχεια έως ότου γίνουν όλα ένα μίγμα. Μετά βουτυρώνουμε το ταψί και ρίχνουμε το μίγμα μέσα και το βάζουμε σε μέτριο φούρνο έως ότου ψηθεί.

 

Αχλαδάκια (κατ΄ εξοχήν Τσιριγώτικο)

 

Για την γέμιση.

640 γραμ. αμύγδαλα ασπρισμένα και αλεσμένα

640 γραμ. μέλι

1 κουτ. σούπας κανελογαρυφαλλα

Για το φύλλο.

1 κουτ. του γλυκού δραγάντε σε σκόνη, ζ

άχαρη άχνη όση χρειαστεί για να γίνει το φύλλο ζύμη και

λίγες σταγόνες περγαμόντο άρωμα.

Τα υλικά για την γέμιση τα βάζουμε σε κατσαρόλα στην φωτιά και τα ανακατεύουμε συνέχεια να δέσουν και να γίνουν μια μαλακή μάζα, προσέχοντας να μην κολλήσουν. Αφού κρυώσει λίγο το μίγμα το αδειάζουμε σε μια λεκάνη και πριν κρυώσει τελείως παίρνουμε κομματάκια και πλάθουμε στο χέρι δίνοντας σχήμα αχλαδιού. Τα τοποθετούμε όρθια σε ταψί και τα αφήνουμε έως την άλλα μέρα για να στεγνώσουν και στερεοποιηθούν τελείως. Μετά τα τυλίγουμε με φύλλο που γίνεται ως εξής. Λιώνουμε το δραγάντε από την προηγούμενη μέρα με ζεστό νερό έως ότου φουσκώσει. Από αυτό το διάλυμα παίρνουμε λίγο λίγο και το ανακατεύουμε με την ζάχαρη άχνη και γίνονται ζύμη. Παίρνουμε μικρά κομματάκια και με μικρό ξυλίκι ανοίγουμε φυλλαράκια με τα οποία τυλίγουμε ένα ένα τα αχλαδάκια που έχουν εν τω μεταξύ κρυώσει και τα σκεπάζουμε με άχνη ζάχαρη. Μετά από λίγη ώρα τα βγάζουμε και στην κορυφή τους φυτεύουμε ένα γαρύφαλλο ολόκληρο

 

 

 

 

 

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 9ος Λήμνος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Στη Λήμνο βρέθηκα έναν Σεπτέμβρη για λόγους επαγγελματικούς. Η δουλειά που είχα να κάνω θα μου έπαιρνε, βαριά βαριά ένα δίωρο αλλά εγώ είχα μπροστά μου ένα ολόκληρο τριήμερο να το περάσω όπως ήθελα…

Αφού άφησα τα πράγματά μου στο ξενοδοχείο ξεκίνησα να τελειώνω με το επαγγελματικό κομμάτι του ταξιδιού μου. Βλέποντας την παραλία που ήταν μπροστά απ’ το ξενοδοχείο, έβαλα κόπο και συγκρατήθηκα να μην ανέβω να φορέσω το μαγιό μου. Περπατώντας και ρωτώντας για το που έπρεπε να πάω, βγήκα στο λιμανάκι της Μύρινας. Εδώ, όσο κόπο κι αν έβαλα, δε μπόρεσα να μην σταματήσω για έναν καφέ. Αυτή η εικόνα με τα καϊκάκια να κουνιούνται αγγίζοντας το ένα το άλλο, τις φωνές, τους τελευταίους τουρίστες και τα υπέροχα χρώματα μ’ έκαναν να ξεχάσω το λόγο για τον οποίο είχα έρθει. Όταν τον θυμήθηκα και πετάχτηκα όρθια είδα ότι στο τσακ προλάβαινα… και η επόμενη μέρα ήταν Σάββατο!!!

Τελειώνοντας τις υποχρεώσεις μου έτρεξα στο ξενοδοχείο να φορέσω το μαγιό μου και να βουτήξω στην καταγάλανη θάλασσα. Εκεί με βρήκε το σούρουπο. Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Δεν είχα περάσει στη ζωή μου πιο ήρεμες ώρες απ’ αυτές. Ήταν τόση η πληρότητα που ένιωθα ξαπλωμένη στην παραλία που ούτε το διαμαρτυρόμενο στομάχι μου δε μπορούσε να την χαλάσει. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά όταν μάζεψα τα πράγματά μου και γύρισα στο ξενοδοχείο. Έκανα ένα ντους και , όπως ήμουν με το μπουρνούζι, ξάπλωσα για λίγο και κοιτώντας το φεγγαράκι απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα με πήρε ο ύπνος.

Κάποιες αχτίδες ήλιου και το στομάχι μου που γουργούριζε με ξύπνησαν  . Η ώρα ήταν κιόλας εννιά  κι εγώ είχα να φάω πάνω από 24 ώρες.
Πηγαίνοντας για το καφενεδάκι που την προηγουμένη είχα πιει καφέ, η μυρωδιά φρεσκοψημένου ψωμιού με παρέσυρε σ’ έναν φούρνο. Πήρα ένα καρβελάκι και βγήκα στο δρόμο έχοντας αρχίσει ήδη να το τσιμπολογάω. Περπατούσα και μασούλαγα όταν μια ψηλή ξανθιά με σταμάτησε για να με ρωτήσει, με περίεργα αγγλικά, που ήταν ο φούρνος. Έκοψα το μισό καρβέλι και της το έδωσα. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός της που με κάλεσε για καφέ. Με μισό καρβέλι στο χέρι η κάθε μια και μασουλώντας πήγαμε στο καφενεδάκι.

Η κοπελιά ήταν Γερμανίδα και δεν είχε καμία σχέση με τους Γερμανούς που είχα εγώ στο μυαλό μου. Ήταν γλυκιά, ζεστή και είχε απίστευτο χιούμορ. Στην αρχή είχαμε ένα προβληματάκι με τα αγγλικά μας αλλά σε πολύ λίγο είχαμε καταφέρει να συνεννοούμαστε μια χαρά και να ρίχνουμε απίστευτο γέλιο με τα λάθη που κάναμε. Θα ξεχάσω εγώ την “woman god” που της είπα ή το  “non known” που μου είπε εκείνη; Και μακάρι να ήταν μόνον αυτά…!!!

Με το γέλιο και την έντονη προσπάθεια να ξεθάψουμε απ’ το μυαλό μας λέξεις και κανόνες της αγγλικής γλώσσας, πήγε μεσημέρι χωρίς να το καταλάβουμε. Είχε περάσει κι η επήρεια του μισού καρβελιού οπότε σηκωθήκαμε να βρούμε μέρος να φάμε. Ακολουθώντας και πάλι μυρωδιές βρήκαμε ένα εστιατόριο με μια ωραία αυλή. Παραγγείλαμε διάφορα και μαζί με τα φαγητά ήρθε και στρογγυλοκάθισε δίπλα μας ένα κανελί σκυλάκι.

Έτσι γίναμε τρεις και τόσοι μείναμε μέχρι που έφυγα. Μαζί πήγαμε στο κάστρο μαζί πηγαίναμε για μπάνιο, για καφέ, για βόλτα για φαγητό. Πιστός φίλος ο Όλιβερ. Αυτό το όνομα του δώσαμε. Μεταξύ των χαρισμάτων του ο Όλιβερ θα πρέπει να ήταν και πολύ μορφωμένος. Η Όντα του μιλούσε γερμανικά, εγώ του μιλούσα ελληνικά και οι δύο μαζί αγγλικά και τα καταλάβαινε όλα μια χαρά!
Το πιο αστείο που συνέβη με τον Όλιβερ ήταν όταν αποφασίσαμε να βγούμε έξω απ’ τη Μύρινα και χρειάστηκε να πάρουμε λεωφορείο.  Δεν ξέρω αν έμεινε όσες ώρες λείπαμε στη στάση αλλά εμείς εκεί τον βρήκαμε όταν γυρίσαμε!

Η εκδρομή που κάναμε εκτός Μύρινας ήταν στον Μούδρο. Δεν θα μιλήσω για την παραλία γιατί δεν έχω λόγια να περιγράψω αυτήν την ομορφιά. Θα πω όμως για το χωριό και τους δρόμους του. Στο τέλος κάθε δρόμου υπήρχε κτίριο κι όταν έφτανες σ’ αυτό το κτίριο και κοιτούσες το τέλος του επόμενου δρόμου… υπήρχε  άλλο κτίριο. Και πάει λέγοντας. Ήταν έτσι φτιαγμένο, λέει, το χωριό για να κρύβονται οι κάτοικοι από τους Τούρκους. Εντυπωσιακό! Σα λαβύρινθος!
Στην παραλία του Μούδρου, πάνω σ’ ένα βράχο, βίωσα την απόλυτη ηρεμία. Αυτήν την υπέροχη αίσθηση του «έχω τα πάντα, έχω καταφέρει τα πάντα»! Ήταν προφανώς τόσο εμφανές αυτό που ένιωθα που η Όντα δε μου μίλησε για δύο ολόκληρες ώρες. Τόσο όσο έμεινα πάνω στο βράχο, ξαπλωμένη να κοιτάζω τον ουρανό!

Κυριακή βράδυ αποχαιρέτησα τον Όλιβερ και είμαι σίγουρη ότι το κατάλαβε πως βλεπόμαστε για τελευταία φορά. Όταν γύρισα να φύγω κάθισε κάτω με τη μουσούδα ανάμεσα στο δυο του πόδια και τ’ αυτάκια του πεσμένα και με κοιτούσε. Αρκετή ώρα μετά, όταν βγήκα στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, τον είδα να είναι ακόμη στην ίδια θέση!

Την Όντα την αποχαιρέτησα την Δευτέρα το πρωί στο αεροδρόμιο. Ανταλλάξαμε διευθύνσεις και κρατώντας το λόγο μας αλληλογραφούσαμε για κάμποσα χρόνια. Ξαναβρεθήκαμε όταν σε ένα επαγγελματικό της ταξίδι είχε έρθει στην Αθήνα. Η Όντα ήταν υπάλληλος της Σίμενς αλλά πιστεύω (και ελπίζω) πως δεν είχε καμία σχέση με τις μίζες. Στο τελευταίο της γράμμα μου έλεγε ότι είχε γεννήσει δίδυμα κοριτσάκια. Από κει και μετά χαθήκαμε. “Kisses Oda, where if you are!”

Δευτέρα πρωί, πετώντας πάνω απ’ τη Λήμνο αποχαιρέτησα και τον βράχο μου στον Μούδρο. Του υποσχέθηκα ότι θα γυρίσω αλλά ακόμη δεν έχω κρατήσει την υπόσχεσή μου…

Τα παραδοσιακά φαγητά που δοκίμασα στη Λήμνο δεν ήταν πολλά. Έφαγα έναν απίστευτο κόκορα με χυλοπίτες και αρνί με ρύζι και τυρί. Είναι πολύ φτωχά τα ονόματά τους μπροστά στη νοστιμιά που είχαν.
Φεύγοντας πήρα μαζί μου Βενιζελικά που τα είχα παραγγείλει μάλιστα σε μια κυρία που γνωρίσαμε όταν περιμέναμε το λεωφορείο. Όχι μόνο μου τα έφτιαξε αλλά με τίποτα δεν δεχόταν να της τα πληρώσω.

Βενιζελικά
ΥΛΙΚΑ
1/2 κιλό αμύγδαλα με το φλούδι τους
150-200 γρ. σοκολάτα κουβερτούρα τριμμένη
1 φλιτζάνι σιρόπι • Κονιάκ •
Για το γλάσο: 350 γρ. βανίλια υποβρύχιο
ΕΚΤΕΛΕΣΗ
: Αλέθουμε τα αμύγδαλα, προσέχοντας να μην γίνουν σκόνη.
Μέσα σε ένα μπολ ρίχνουμε τα αμύγδαλα και προσθέτουμε τη σοκολάτα.
Ανακατεύουμε τα υλικά καλά και στο τέλος ρίχνουμε σιγά – σιγά και το
σιρόπι, ώστε να γίνει μία δεμένη μάζα. Αφού τα ανακατέψουμε καλά
όλα μαζί, βρέχουμε τα χέρια μας με κονιάκ και φτιάχνουμε μπαλάκια
με το μείγμα. Αφήνουμε τα μπαλάκια για 24 ώρες να στεγνώσουν
καλά και τα γλασάρουμε με βανίλια υποβρύχιο που έχουμε ήδη
ζεστάνει. Ρίχνουμε ένα – ένα τα μπαλάκια μέσα στο γλάσο και τα
γυρνάμε να καλυφθούν καλά.
Τα βγάζουμε ένα – ένα και τα ακουμπάμε σε ένα δίσκο.
Τα στολίζουμε με μία λεπτή γραμμή βανίλιας από πάνω.
Αρνί με ρύζι και φρέσκο τυρί (κασπακ’νό)
Αρνί ή κατσίκι στο φούρνο με ρύζι και λιωμένο φρέσκο τυρί από πάνω.
Είναι το Πασχαλινό φαγητό των κατοίκων του Κάσπακα.
ΥΛΙΚΑ
2 κιλά αρνί ή κατσίκι κομμένο μικρές μερίδες
1/2 ποτήρι φυτίνη ή λάδι
Αλατοπίπερο μπόλικο
250 γρ. ρύζι (νυχάκι)
1 κεφαλάκι τυρί φρέσκο (ημέρας ανάλατο)
Νερό όσο χρειαστεί
ΕΚΤΕΛΕΣΗ:
Πλένουμε το αρνί και το κόβουμε σε μερίδες. Το τοποθετούμε
στο ταψί με αρκετό νερό και βούτυρο ή λάδι, το αλατοπιπερώνουμε και το
ψήνουμε για 2-3 ώρες. Στην αρχή το ψήνουμε σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο και μετά ξεσκέπαστο. Σε αυτή τη φάση το γυρίζουμε αρκετές φορές για να ψηθεί πολύ καλά από όλες τις πλευρές. Όταν το κρέας έχει ψηθεί καλά, μετράμε το ζουμί να είναι σε αναλογία: 2 ζουμί 1 ρύζι. Ξαναβάζουμε το ζουμί στο κρέας και προσθέτουμε το ρύζι. Το φουρνίζουμε ξανά και όταν το ρύζι έχει
σχεδόν ψηθεί, κόβουμε το τυρί σε φέτες 1 εκ. περίπου και σχεδόν σκεπάζουμε
με αυτές το φαγητό. Το βάζουμε και πάλι στο φούρνο μέχρι να λιώσει το τυρί και ροδίσει αρκετά.

Κολοκυθόπιτα
Παραδοσιακή πίτα της Λήμνου με κόκκινο κολοκύθι, σταφίδες και κανέλα, τυλιγμένη σε τσουρεκάκια.
ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΓΕΜΙΣΗ
2 κιλά κολοκύθι κόκκινο, ακαθάριστο
1/2 ποτήρι σταφίδες ή και περισσότερες, μαύρες ή μικρές ξανθές
1 κουταλιά περίπου κανέλα
1 κουταλιά ελαιόλαδο για κάθε τσουρεκάκι και για το άλειμμα των ταψιών
4 κουταλιές περίπου ζάχαρη
ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΦΥΛΛΟ:
1 κιλό αλεύρι (μισό σταρένιο – μισό άσπρο)
Αλάτι
1 ποτηράκι ελαιόλαδο
Νερό όσο χρειαστεί
Κορν-φλάουρ για το άνοιγμα των φύλλων
ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Από το προηγούμενο βράδυ καθαρίζουμε το κολοκύθι, το τρίβουμε και το βάζουμε, σκεπασμένο με ένα
πιάτο, στο ψυγείο. Την άλλη μέρα ανακατεύουμε το κολοκύθι, την κανέλα, τις σταφίδες και τη ζάχαρη και
τυλίγουμε την πίτα μας με φύλλο που παρασκευάζεται ως εξής: Ανακατεύουμε όλα τα υλικά του φύλλου,
τα ζυμώνουμε πάρα πολύ καλά και τα χωρίζουμε σε μπαλίτσες, 1 για κάθε φύλλο. Σκεπάζουμε τα φύλλα
με μεμβράνη και τα ανοίγουμε ένα-ένα με τη βοήθεια του κορν-φλάουρ.Τοποθετούμε γέμιση στην άκρη
του φύλλου και το τυλίγουμε σαν ένα μακρύ μπαστούνι. Κόβουμε το φύλλο στο σημείο που θέλουμε,
στριφογυρίζουμε ελαφρά το μπαστούνι και στη συνέχεια το τυλίγουμε σαλιγκάρι μονό ή διπλό.
Τοποθετούμε τα τσουρεκάκια σε καλά λαδωμένο και προθερμασμένο ταψί. Όταν το ταψί γεμίσει, καίμε το
λάδι ή το χρησιμοποιούμε ωμό και περιχύνουμε κάθε τσουρεκάκι με 1 κουταλιά, όχι καλά γεμάτη.
Ψήνουμε την πίτα στους 180-200 βαθμούς για 20-30’. Μόλις ξεφουρνίσουμε την πίτα, πετάμε το επιπλέον λάδι και την βγάζουμε απ’ το ταψί.
Κόκορας με φλωμάρια
ΥΛΙΚΑ
1 ½ κιλό κόκορας
½ κιλό φλωμάρια
1 ποτηράκι κρασιού ελαιόλαδο
3 μεγάλες ντομάτες
1 μεγάλο κρεμμύδι
3 σκελίδες σκόρδο
1 κλωνάρι βασιλικό
1 πρέζα θυμάρι
1 φύλλο δάφνη
½ ξυλάκι κανέλλα
2 γαρύφαλλα
Αλάτι  Πιπέρι
ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι μαζί με τον κόκορα με ελαιόλαδο. Στη συνέχεια ρίχνουμε τη ντομάτα,
προσθέτουμε νερό, τα μπαχαρικά, σκεπάζουμε την κατσαρόλα και την αφήνουμε σε χαμηλή φωτιά
μέχρι να βράσει ο κόκορας. Αφού βράσει, βγάζουμε τον κόκορα από την κατσαρόλα και ρίχνουμε
τα φλωμάρια για 10’ μέχρι να βράσουν.

Κουκουναρόπιτα
Οι Λημνιοί το καλαμπόκι το λένε κουκ’νάρα και τη συγκεκριμένη γλυκιά πίτα την ονομάζουν κουκ’ναρόπ’τα.
ΥΛΙΚΑ
750 γρ. αλεύρι καλαμποκίσιο
2 κουταλιές σπόρο μάραθου ή γλυκάνισο
1 κουταλιά μπέικιν πάουντερ
1 φλιτζάνι λάδι
1 σφηνάκι κονιάκ
1 ποτήρι πετιμέζι ή μέλι
ΕΚΤΕΛΕΣΗ: Βάζουμε σε μια μικρή λεκάνη 4 φλιτζάνια αλεύρι καλαμποκιού μαζί με 2 κουταλιές γλυκάνισο ή σπόρο μάραθου και μια καλή κουταλιά μπέικιν πάουντερ. Ανακατεύουμε τα υλικά
και κάνουμε μια λακκούβα στο κέντρο. Εκεί ρίχνουμε 1 φλιτζάνι λάδι και 1 σφηνάκι κονιάκ.
Ανακατεύουμε και τρίβουμε το μείγμα με τις παλάμες. Προσθέτουμε χλιαρό νερό όσο χρειαστεί, για να γίνει ένα κουρκούτι πηχτό που να μην πέφτει μόνο του από το κουτάλι. Αλείφουμε με λάδι ένα ταψί, το πασπαλίζουμε το με μπόλικο σουσάμι και αδειάζουμε μέσα το μείγμα. Προσέχουμε η ζύμη
να μην σχηματίζει παχύ στρώμα, αλλά περίπου ένα έως ενάμισι δάχτυλο λεπτό. Το ισιώνουμε με βρεγμένο κουτάλι και πασπαλίζουμε με μπόλικο σουσάμι όλη την επιφάνεια.
Ψήνουμε την πίτα στους 175°C σε προθερμασμένο φούρνο. Χρειάζεται 35-45 λεπτά (ανάλογα με το φούρνο). Την βγάζουμε τότε για μια στιγμή από το φούρνο και την περιχύνουμε με 1 ποτήρι πετιμέζι.
Την ξαναβάζουμε στο φούρνο για 5’ μέχρι το πετιμέζι να απορροφηθεί. Αν δεν έχουμε πετιμέζι, περιχύνουμε την κουκ’ναρόπ’τα με 1 ποτήρι ζεστό μέλι. Νηστήσιμο και πολύ ελαφρύ γλυκό.

Καλαμαράκια Γεμιστά
ΥΛΙΚΑ
1.200 γρ. καλαμάρια μετρίου μεγέθους
2 μέτρια κρεμμύδια ξερά, τριμμένα
½ ποτήρι του νερού κρασί λευκό
1 ποτήρι ρύζι
1 ποτηράκι του κρασιού αμύγδαλα ασπρισμένα και κομμένα στα δύο
3 κουταλιές μαϊντανό ψιλοκομμένο
½ κουταλάκι κανέλα
2 κουταλιές χυμό λεμονιού
1 ποτήρι ελαιόλαδο
1 κουταλιά μαύρες σταφίδες
2 ποτήρια χλιαρό νερό
ΕΚΤΕΛΕΣΗ: Βάζουμε τα καλαμάρια στην κατάψυξη για 10’ για μπορούμε να τα καθαρίσουμε χωρίς να σπάει το μελάνι τους. Καθαρίζουμε τα καλαμάρια από το μελάνι τους, τα μάτια, το στόμα και το κόκαλο. Τα πλένουμε και τα ξεχωρίζουμε από τα ποδαράκια τους για να πιάνονται πιο εύκολα.
Κόβουμε τα ποδαράκια σε μικρά κομμάτια. Στη συνέχεια ασπρίζουμε και κόβουμε στα δυο τα αμύγδαλα.
Σε μια κατσαρόλα βάζουμε το μισό λάδι και τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι. Προσθέτουμε τα κομμένα ποδαράκια,
το κρασί, το ρύζι, το μαϊντανό, την κανέλλα και το αλατοπίπερο. Τα αφήνουμε να πάρουν δυο – τρεις
βράσεις και όταν τα κατεβάσουμε από τη φωτιά προσθέτουμε τα αμύγδαλα και τις σταφίδες.
Γεμίζουμε τα καλαμάρια με το μίγμα. Τα τοποθετούμε σε κατσαρόλα, τα περιχύνουμε με το υπόλοιπο λάδι,
το χυμό λεμονιού, προσθέτουμε χλιαρό νερό και τα βράζουμε σε χαμηλή φωτιά έως ότου μείνουν με μια πηχτή σάλτσα.

Λαγός ή κουνέλι στιφάδο
Λαγός ή κουνέλι κομμένο σε μερίδες, κοκκινιστό με κρεμμυδάκια και διάφορα μπαχαρικά.
Σερβίρεται με πατάτες τηγανιτές, ρύζι ή φλωμάρια.
ΥΛΙΚΑ
1 λαγός ή κουνέλι σε μερίδες
1 ποτήρι ξίδι, ανακατεμένο με 2 ποτήρια νερό για να ξεπλύνουμε το λαγό από το αίμα
1 ποτήρι ελαιόλαδο
1 ποτήρι κρασί λευκό
1 ποτήρι ντομάτα τριμμένη
5 σκελίδες σκόρδο
2 φύλλα δάφνης
1/2 κουταλάκι κύμινο τριμμένο
4 κόκκους μπαχάρι
1/2 κουταλάκι πιπέρι και 2-3 κόκκους πιπεριού
1 κουταλάκι αλάτι
1 κιλό κρεμμύδια μικρά, ξερά, ολόκληρα
ΕΚΤΕΛΕΣΗ: Κόβουμε το λαγό ή το κουνέλι σε μερίδες. Τον πλένουμε και τον τοποθετούμε σε
μια λεκάνη με νερό και αρκετό ξίδι. Αυτό μπορεί να γίνει από το προηγούμενο βράδυ ή για λίγες
ώρες. Όταν ο λαγός έχει «ασπρίσει», τον πλένουμε, τον στραγγίζουμε και τον τσιγαρίζουμε στο
λάδι. Τον σβήνουμε με λίγο κρασί, τον σκεπάζουμε και τον αφήνουμε στην κατσαρόλα σε χαμηλή
φωτιά μέχρι να εξατμιστεί το κρασί. Προσθέτουμε την τριμμένη ντομάτα, το σκόρδο, τα μυρωδικά
και αφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει.Εν τω μεταξύ έχουμε καθαρίσει τα κρεμμυδάκια και τα έχουμε αφήσει σε νερό για λίγη ώρα για να φύγει η σπιρτάδα τους. Τα στραγγίζουμε καλά, τα
τσιγαρίζουμε ελαφρά σε λίγο λάδι και τα προσθέτουμε στο φαγητό. Τα βράζουμε όλα μαζί σε σιγανή φωτιά μέχρι να μείνει το φαγητό “με το λάδι του”.
Μύδια σαγανάκι
ΥΛΙΚΑ
1 κιλό μύδια
2 κ. σούπας ελαιόλαδο
2 μέτριες ντομάτες
1 κρεμμύδι
1 πιπεριά
100 γρ. φέτα Καλαθάκι Λήμνου
3 φύλλα μαϊντανό
1 πρέζα θυμάρι
1 ποτηράκι ούζο
Αλάτι  Πιπέρι
ΕΚΤΕΛΕΣΗ: Τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι με
ελαιόλαδο, ρίχνουμε τα μύδια να ανοίξουν και
τα σβήνουμε με ούζο. Στη συνέχεια ρίχνουμε
την τριμμένη ντομάτα, αλάτι, πιπέρι, μαϊντανό
και στο τέλος προσθέτουμε τη φέτα καλαθάκι
Λήμνου και αφήνουμε σε χαμηλή φωτιά για
δύο λεπτά.
Χοιρινό με σέλινο
ΥΛΙΚΑ
1 κιλό κρέας χοιρινό
100 γρ. Ελαιόλαδο
2 μέτρια κρεμμύδια ξερά, ψιλοκομμένα
½ κιλό σέλινο
Αλατοπίπερο
ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΑΥΓΟΛΕΜΟΝΟ
2 κρόκους αυγών και 1 ασπράδι
½ ποτηράκι χυμό λεμονιού
ΕΚΤΕΛΕΣΗ: Πλένουμε το κρέας καλά , το στραγγίζουμε και το κόβουμε σε μερίδες. Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνουμε το λάδι και τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι μέχρι να πάρει ένα ξανθό χρώμα. Προσθέτουμε το κρέας και στη συνέχεια 1 ½ ποτήρι ζεστό νερό. Αφήνουμε το κρέας να σιγοβράσει. Καθαρίζουμε, πλένουμε και κόβουμε το σέλινο σε μεγάλα κομμάτια. Το ζεματάμε για 5-10’, το βγάζουμε από το νερό και το στραγγίζουμε σε τρυπητό. Όταν το κρέας έχει σχεδόν βράσει, προσθέτουμε το σέλινο και το αλατοπίπερο.
Συνεχίζουμε το βράσιμο μέχρι το φαγητό να ψηθεί καλά.
Για το αυγολέμονο χτυπάμε τα αυγά, προσθέτουμε το λεμόνι και
συνεχίζουμε το χτύπημα. Το φαγητό μας πρέπει να έχει αρκετό
ζουμί, αν όχι, προσθέτουμε λίγο ζεστό νερό. Το κατεβάζουμε
από τη φωτιά, παίρνουμε λίγο-λίγο από το ζουμί του και το
προσθέτουμε στο αυγολέμονο, ανακατεύοντας συνεχώς. Όταν το
αυγολέμονο αποκτήσει την κατάλληλη θερμοκρασία, το προσθέτουμε στο φαγητό και κουνάμε την κατσαρόλα να πάει παντού.