Αρχείο Ετικετών | Βασιλόπιτα

Ο Βράχος

Protected by Copyscape Plagiarism Check

  Το σπίτι νόμιζες πως κρεμόταν απ’ τον βράχο ή πως το ξέβραζε η θάλασσα… και ήταν το πρώτο που πρόσεξα μόλις ήρθα σ’ αυτό το μέρος. Ιστορίες διάφορες πλάστηκαν μέσα στο μυαλό μου, κάνοντάς με να νιώσω ένα παράξενο δέσιμο μαζί του. Όπου κι αν πήγαινα, το βλέμμα μου όλο πάνω του γύρναγε, σα να ζητούσα την επιδοκιμασία του για κάθε μου βήμα, για κάθε μου κίνηση, για κάθε μου ενέργεια… Είχε γίνει μια έμμονη, τρελή ιδέα που όσο κι αν προσπαθούσα να συρρικνώσω μέσα στο μυαλό μου, κατάφερνε ν’ απλώνεται και να ενορχηστρώνει τις μέρες μου. Ώρες- ώρες, σκορπούσε μια παράξενη θλίψη μέσα μου και άλλες με γέμιζε με την άγρια χαρά μιας ακατανόητης προσδοκίας…

Όλα έμοιαζαν ν’ αγγίζουν τα όρια του παραλογισμού. Τα άγγιζαν όμως;

Ένα τσιγάρο παιδευόταν για ώρα μέσα στα χέρια μου… Μια νευρικότητα παράξενη αλυσόδενε τα δάχτυλά μου και ο καφές περίμενε ανέγγιχτος πάνω στο τραπέζι. Τα μάτια μου γύριζαν δεξιά- αριστερά σαν κάτι να έψαχναν που ήταν δεδομένο πως θα ερχόταν.

Η ώρα όμως περνούσε και κάτι σαν απογοήτευση χωρίς λόγο, ήρθε και φώλιασε στην καρδιά μου. Απομάκρυνα τον καφέ, πέταξα το τσιγάρο και σηκώθηκα. Έμοιαζε να δίνω τέλος σε κάτι. Σε τι όμως;

Άρχισα να περπατώ άσκοπα μέσα στα στενά δρομάκια του χωριού, ψάχνοντας, λες, ακόμα…

Έφτασα στα τελευταία σπίτια και όμως συνέχισα να περπατώ. Είχα απομακρυνθεί πολύ και είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Ποτέ δεν είχα φοβηθεί το σκοτάδι, μα αυτός ο συνεχώς αυξανόμενος βρυχηθμός που αντήχησε ξαφνικά από παντού με πάγωσε.

Τι ήταν και από πού ερχόταν; Από πού έπρεπε να φυλαχτώ;

Έμεινα ακίνητη στην άκρη του δρόμου, με τα χέρια ασυναίσθητα τυλιγμένα γύρω απ’ το σώμα μου, σαν ασπίδα απέναντι σε κάτι φοβερό που με απειλούσε.

Μέσα από ένα πυκνό σύννεφο σκόνης, ο βρυχηθμός πήρε σχήμα και χρώμα… γκρίζο, δυνατό, απειλητικό και χάθηκε μέσα στο ίδιο σύννεφο αφήνοντας πίσω του μόνο τρόμο.

Τρόμο, μπροστά σε μια αστραπιαία, ίσως, πρόγνωση της μοίρας μου;

Σαν μια φωτοβολίδα να έσκασε ξαφνικά μέσα στο μυαλό μου και όλα φάνηκαν πεντακάθαρα. Δεν ξέρω πως, δεν ξέρω γιατί, μα ήμουν σίγουρη. Στην ζωή μου είχε μπει μια συνταρακτική τελεία!

Με βήματα αργά και προσπαθώντας να τιθασεύσω το τρέμουλο του κορμιού μου, πήρα το δρόμο του γυρισμού.

Ένας ξερός κρότος, που αντιλάλησε σαν πυροβολισμός απ’ τα γύρω βουνά, με σταμάτησε. Το βλέμμα μου εκτινάχτηκε και σημάδεψε το σπίτι στο βράχο, πάνω απ’ τη θάλασσα.

Το πατζούρι ταλαντευόταν ακόμα απ’ τη σύγκρουσή του με τον άγριο τοίχο αλλά παρέμενε ανοιχτό σα να ‘θελε οπωσδήποτε να μου στείλει το απόκοσμο μήνυμά του. Και…

Ήταν η πρώτη φορά που σε είδα και ήμουν σίγουρη πως ήσουν… Εσύ!

Τα μακριά σου μαλλιά ανέμιζαν στέλνοντας σαν αμέτρητες νιφάδες χιονιού, μια ανατριχίλα να περιστρέφεται μέσα μου. Ένα ηχηρό χαμόγελο ξεπετάχτηκε απ’ τα χείλη μου και στάθηκε πάνω τους, βάφοντας με λαμπερή χρυσόσκονη το τοπίο!

Βάλθηκα να τρέχω, θέλοντας να βρεθώ γρήγορα μόνη στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου. Ήταν η στιγμή που εξ αρχής περίμενα να έρθει. Η στιγμή της μεγάλης έμπνευσης! Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο βρισκόμουν εδώ.

Ο πραγματικός λόγος… όμως μια ακατανίκητη δύναμη άρχισε να οδηγεί τα βήματά μου, που σιγά- σιγά και για πρώτη φορά μ’ έφεραν έξω απ’ το σπίτι του βράχου… ή της θάλασσας.

Το γκρίζο θηρίο, απαράλλαχτα απειλητικό, στεκόταν απ’ έξω, προσθέτοντας στη λάμψη του το φως που ξέφευγε απ’ τις δαντελένιες κουρτίνες.

Ένα φως που σηματοδοτούσε μια νέα αρχή στην παρανοϊκή μου σχέση μ’ αυτό το σπίτι…

 

Έβρεχε, φύσαγε και η θάλασσα χτυπούσε με μανία πάνω στο βράχο εκτοξεύοντας πάνω μου τις αφρισμένες σταγόνες της. Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν στάθηκε ικανό να με κρατήσει μακριά απ’ αυτό το μέρος. Κρυμμένη μέσα στην σκοτεινιά, για πολλοστή νύχτα, παρακολουθούσα τα φωτισμένα παράθυρά σου, προσδίδοντάς σου κινήσεις που θα μπορούσαν ίσως να σου ανήκουν. Στο μυαλό μου σχηματίζονταν λέξεις, φράσεις, κεφάλαια ολόκληρα, που διαγράφονταν για να σχηματιστούν άλλα και να διαγραφούν κι αυτά.

Το πατζούρι χτύπησε δυνατά πάνω στον τοίχο κάνοντάς με να αναπηδήσω, μα μόνο το φωτεινό παραλληλόγραμμο που ξαφνικά σχηματίστηκε πάνω στο σκοτάδι, πάγωσε την καρδιά μου…

Ένα φωτεινό παραλληλόγραμμο που τύλιξε το περίγραμμα του κορμιού σου και μ’ έφερε αντιμέτωπη, για πρώτη φορά, με τα μάτια σου. Παρέλυσα και για δευτερόλεπτα δεν ήμουν ικανή ούτε να ανασάνω. Μετά, σα να ξυπνούσα από ένα μακρύ, βαθύ λήθαργο άρχισα να τρέχω σαν κυνηγημένη από πλάσματα τρομερά, ξωτικά άξια να με τραβήξουν στον θάνατο.

Μπήκα στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου, έκλεισα την πόρτα κι έμεινα ακουμπισμένη πάνω της. Τα πνευμόνια μου πονούσαν απ τη λαχανιασμένη ανάσα μου, η καρδιά μου είχε στήσει ένα φρενιασμένο χορό μέσα στο στήθος μου και η αίσθηση πως ακόμα με κυνηγούν, γέμιζε το δωμάτιο.

Διστακτικά, άφησα την πόρτα και σωριάστηκα στο κρεβάτι. Το στήθος μου ανεβοκατέβαινε ακόμη όταν, έτσι τυχαία, το βλέμμα μου έπεσε στο παράθυρο και το φως του δικού σου το πλημμύρισε.

Τι παράξενο… πόσο αλλόκοτο αλήθεια! Ποτέ μέχρι αυτήν την στιγμή δεν είχα προσέξει πως το αντικείμενο του πόθου μου, τόσο απλά κι αβίαστα εισέβαλλε μέσα στο μικρό μου χώρο. Ποτέ μέχρι αυτήν την στιγμή. Τη στιγμή που σηματοδότησε την αρχή μιας άλλης παρανοϊκής σχέσης…

Μιας σχέσης με εσένα!

Το βλέμμα μου πήγε τώρα στο μικρό γραφειάκι στη γωνιά του δωματίου. Η γραφομηχανή μου έμενε ακόμη σκεπασμένη κι απ’ τον πάκο τα χαρτιά δίπλα της δεν έλειπε ούτε ένα. Έμπνευση… τα πόδια μου σύρθηκαν πάνω στα κρύα σεντόνια και η μορφή σου κατέκλυσε το μυαλό μου…

 

Τυλίχτηκα σφιχτά μέσα στο παλτό μου και σήκωσα τον γιακά του ψηλά. Ένα απότομο γύρισμα του κεφαλιού σου… και μια εσοχή, σαν σανίδα σωτηρίας στο δρόμο μου. Περίμενα λίγο κι έβγαλα με τρόπο το κεφάλι μου. Φαινόσουν να περπατάς το ίδιο αμέριμνος όπως και πριν. Ίσως τελικά να μην ήμουν εγώ αυτό που σ’ έκανε να γυρίσεις…

Συνέχισα να σ’ ακολουθώ μέσα στα στενά δρομάκια, ακουμπώντας όλη την εμπιστοσύνη μου στον αέρα που βούιζε, σκεπάζοντας κι αυτό τον ελαφρύ ήχο των βημάτων μου. Ο αέρας παράσερνε τα μαλλιά σου, στέλνοντας μου μια παράξενη αίσθηση… σαν άγγιγμα… σαν φτερούγισμα που διατρέχει ακραγγίζοντας όλο μου το κορμί…

Πήρες το δρόμο για τον βράχο και τα χνάρια μου σταμάτησαν εκεί. Κρυμμένη μέσα στην σκόνη και τα ξερά φύλλα που ξεσήκωνε στο διάβα του ο δαιμονισμένος άνεμος, στάθηκα να κοιτάζω την μόρφή σου που συνεχώς μίκραινε. Ήμουν σίγουρη πως δεν  κινδύνευα απ’ το βλέμμα σου πια. Κι όμως, πάνω ακριβώς σ’ αυτό το μεταίχμιο, το κεφάλι σου γύρισε κι η φιγούρα μου έμεινε ακάλυπτη μπροστά στην αμείλικτη  ματιά σου. Ίσως να πισωγύρισες, ίσως και όχι. Δεν είμαι σίγουρη…

Βρέθηκα πάλι με λαχανιασμένη ανάσα και τρελό καρδιοχτύπι στο μικρό μου δωμάτιο. Εκεί που κανείς δε μπορούσε να με τρομάξει. Ούτε καν αυτός ο άγνωστος μέχρι τώρα εαυτός μου που περιτειχισμένος μέσα στην οργιώδη φαντασίωσή του απέκρουε την ίδια την ζωή.

Στάθηκα και πάλι μπροστά στο παράθυρο καδράροντας μέσατου το σπίτι του βράχου. Το γκρίζο θηρίο άστραφτε, παρά τις ξεψυχισμένες αχτίδες του ήλιου. Ίσως  η ασφάλεια του δωματίου, ίσως η απόσταση που έμπαινε ανάμεσά μας, το έκανε να δείχνει λιγότερο απειλητικό. Όχι. Όχι απειλητικό. Λιγότερο προκλητικό, διαγγέλλοντας απερίφραστα την παρουσία σου και κάνοντας αποπνικτικό το μικρό μου χώρο.

Θα ‘θελα να ‘μουν εκεί. Μα ήμουν εκεί!

Θα ‘θελα να σε έβλεπα. Μα σε είδα!

Τίποτα δεν είχε ουσία μόλις ακουμπούσε πάνω μου. Αυτό που θα ‘πρεπε να θέλω, που θα ‘πρεπε να επιδιώξω, δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτό που ήθελα και μ’ αυτό που επεδίωκα. Έπρεπε να απελευθερωθώ απ’ τον γνωστό εαυτό μου. Να τραβήξω από πάνω μου τα πλοκάμια του και ν’ αφήσω τα θέλω μου να γίνουν χείμαρρος και να με παρασύρουν στην άβυσσο της αχαλίνωτης ελευθερίας που φτεροκοπούσε μέσα σε κάθε ίνα, που συνέθετε τον αναγεννημένο εαυτό μου…

 

Θα μπορούσα να μείνω ώρες ατέλειωτες πίσω απ’ την στενή μπαλκονόπορτα με τις μισογερμένες  γρίλιες και να σε κοιτάζω… πως ανάβεις το τσιγάρο σου, πως αλλάζουν οι εκφράσεις σου καθώς χαιρετάς τους χωριανούς, πως κινείσαι.  Ώρες ατέλειωτες, χωρίς τον φόβο να με δεις και να κατευθύνεις πάνω μου το σκοτεινό σου βλέμμα…

Όμως σήμερα μια παράξενη αντίδραση ένιωθα ν’ ανθίζει μέσα μου. Μια αντίδραση που ήθελε να καταπνίξει την δειλία και την, μέχρι τώρα, σύνεσή μου.

Κοίταξα γύρω μου, προσπερνώντας με αδιάφορη ματιά την εγκαταλελειμμένη γραφομηχανή μου. Το παλτό μου κρεμόταν στην κρεμάστρα… Τα μάτια μου γύρισαν ξανά σε σένα και ξανά στο παλτό. Πόσες φορές;

Το άρπαξα, το έριξα άτσαλα πάνω μου και βγήκα απ’ το δωμάτιο. Κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα και σταμάτησα στην έξοδο του ξενοδοχείου. Ήσουν ακόμη εκεί και σαστισμένη αναρωτήθηκα τι πήγαινα να  κάνω. Τι μπορούσα ή τι έπρεπε να κάνω. Το τίποτα ήταν μια λέξη καθοριστική για την σχέση μας. Γιατί η σχέση μας ήταν ένα τίποτα οικοδομημένο από μένα, εν πλήρη αγνοία σου. Ας γκρέμιζα λοιπόν αυτήν την άγνοια, αρχίζοντας απ’ αυτή τη στιγμή, ρίχνοντας, έστω, στο πρώτο λιθαράκι.

Με το πηγούνι ελαφρώς ανασηκωμένο βγήκα. Αδιάφορα, άνοιξα δρόμο ανάμεσα απ’ τα τραπεζάκια, δείχνοντας με τις κινήσεις μου πως κυνηγούσα το λιγοστό ήλιο που έπεφτε σε λίγα μόνο σημεία της πλατείας. Κάθισα και τότε είδα πως πάλι με κοιτούσες. Το ύφος σου έσταζε έναν οργισμένο σαρκασμό, ανάμικτο με κάτι ακόμα, απροσδιόριστο, που όμως είχε τη δύναμη να κάνει τον ήλιο αχνότερο και τον αέρα πιο παγωμένο. Η ίδια παμπάλαιη πια, δύναμη άπλωσε τα χέρια της, έτοιμη να με τραβήξει απ’ το κάθισμά μου και να με βάλει πάλι να τρέχω…

Όμως όχι αυτή τη φορά. Και παγόβουνο να έπεφτε πάνω μου, ήμουν αποφασισμένη να το υποστώ. Στο κάτω- κάτω, ήσουν ο ήρωάς μου που έψαχνα κι ας μην το ΄ξερες. Κάρφωσα τα μάτια μου πάνω σου κι ανασήκωσα ερωτηματικά το ένα μου φρύδι. Μια γκριμάτσα που έμοιαζε με στυφό χαμόγελο αωγραφίστηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό σου. Μετά, γύρισες περιρονητικά το κεφάλι σου αλλού και σε λίγο σηκώθηκες. Χωρίς να με κοιτάξεις άφησες μερικά νομίσματα πάνω στο τραπεζάκι και διασχίζοντας την πλατεία χάθηκες πίσω απ’ το πέτρινο ξενοδοχείο.  Σαν ξεφούσκωτος διάνος έμεινα να κοιτάζω το κενό που άφησε η φυγή σου.

«Τίποτα!»

Ένα βουερό τίποτα που χαρακτήριζε σαφώς, ένα… τίποτα!

 

Πέρασαν μέρες που δεν τόλμησα να πλησιάσω ούτε εσένα μα ούτε και το σπίτι του βράχου. Αυτή η παγωμένη αίσθηση που εξαπέλυσες πάνω μου, έμενε αναλλοίωτη, κρατώντας με κλεισμένη στο δωμάτιο και στον εαυτό μου. Ποιον εαυτό μου; Πρώτα έπρεπε να μάθω και μετά να βγω. Να βγω και να τα αλλάξω όλα. Να πάρω το «τίποτα» και να το κάνω, έστω, ένα μικρό… κάτι!

Ήρθε όμως αυτό το βράδυ που ο αέρας λυσσομανούσε, η βροχή χτύπαγε με δύναμη στα τζάμια και το φως του παραθύρου σου τρυπούσε την καταχνιά, για να χυθεί μέσα στο αβάσταχτα μοναχικό μου δωμάτιο. Ένα βράδυ που όλα μα όλα με καλούσαν κοντά σου.

Βούτηξα το παλτό μου και χωρίς να σκεφτώ κάτι άλλο που θα μπορούσε να με προφυλάξει απ’ τα αγριεμένα στοιχεία της φύσης, ξεχύθηκα στα στενά δρομάκια του χωριού. Σταμάτησα στην άκρη της ανηφοριάς με τον φόβο να θεριεύει, να γίνεται σχεδόν χειροπιαστός. Έκανα το πρώτο βήμα και σταμάτησα πάλι. Περισσότερο απ’ το σπρώξιμο του δυνατού αέρα, παρά από δική μου απόφαση, συνέχισα ν’ ανεβαίνω…

Απ’ το παλτό μου στράγγιζαν τα νερά της βροχής για να πάρουν τη θέση τους άλλα. Το βάρος του, έσβηνε πολλά απ’ τα βήματά μου, γυρίζοντας με κάθε τόσο προς τα πίσω. Η βουή της θάλασσας και τα κύματα που έσκαγαν με μανία, φτάνοντας μέχρις εμένα, μου προκαλούσαν δέος. Συνέχιζα όμως να περπατώ μέσα στο ψυχεδελικό, σαν βγαλμένο από ταινία θρίλερ, τοπίο.

Έφτασα στην κορυφή και το γκρίζο θηρίο, άγριο όσο ποτέ, μ’ έκανε να πισωπατήσω, μα και πάλι να στραφώ και να πιαστώ από πάνω του, μπροστά στον κίνδυνο του δυνατού βοριά που απειλούσε να μ’ εκσφενδονίσει στο γκρεμό που έχασκε από κάτω. Έδιωξα τα μαλλιά μου μπροστά απ’ το πρόσωπό μου και το άτονο βλέμμα μου έπεσε με ζήλια στον καπνό που έβγαινε απ’ την καμινάδα, για να πάει και πάλι στο δαντελωτό φως των παραθύρων σου. Ζήλια και φόβος δημιουργούσαν εικόνες ζεστασιάς, υποθετικές αλλά παρμένες απ’ το εσωτερικό του σπιτιού,  κάνοντας την παράλογη αίσθηση της εγκατάλειψης να με κατακυριεύει.

«Ας είχα τη δύναμη να σου χτυπήσω!»

Δεν την είχα όμως. Δεν είχα δύναμη πια για τίποτα. Τα χέρια μου άρχισαν να γλιστρούν απ’ το μέταλλο στο γυαλί και ξανά στο μέταλλο για ν’ ακουμπήσουν και να βυθιστούν στη λάσπη παρασέρνοντας το μυαλό μου στον ίδιο σκοτεινό βούρκο της φοβερής αυτής νύχτας.

 

Και μόλις τα χείλια σου έφυγαν, ένιωσα τα δικά μου να καίνε ακόμη περισσότερο. Ένα κάψιμο που απλωνόταν σε όλο το κεφάλι και το σώμα μου. Με δυσκολία κατάφερα ν’ ανοίξω τα βλέφαρά μου και μια θαμπή εικόνα που άγρια εισέβαλε μέσα στα μάτια μου μ’ έκανε να τα ξανακλείσω.  Το μυαλό μου σιγά- σιγά άρχιζε και πάλι να λειτουργεί. Ήταν πια προφανές πως τα χείλια σου ήταν μόνο ένα όνειρο. Ένα άπιαστο όνειρο! Έκανα να κινηθώ μα στάθηκε αδύνατο. Αισθανόμουν το σώμα μου να ζυγίζει τόσα κιλά που ποτέ δεν θα μπορούσα να μετακινήσω…

Ένας σιγανός θόρυβος μ’ έκανε να ανοίξω και πάλι τα μάτια. Ήμουν στο κρεβάτι μου, στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου και μια γυναικεία φιγούρα ερχόταν κοντά μου. Κάτι που έμοιαζε με δροσερό, βρεγμένο ύφασμα άγγιξε το μέτωπό μου. Άνοιξα το στόμα μα το μετάνιωσα. Τι μπορούσα να πω ή να ρωτήσω χωρίς να με πνίξει η ντροπή των πράξεών μου;

Έκλεισα πάλι τα μάτια και προσποιήθηκα ότι κοιμάμαι. Δε μ’ ενδιέφερε τίποτα. Ούτε καν αυτός που μπήκε στο δωμάτιο…

Μια γυναικεία και μια αντρική φωνή, που μάλλον ανήκε στον ξενοδόχο, μιλούσαν τώρα για μένα:

«Συνήλθε καθόλου;» ρώτησε η αντρική φωνή.

«Άνοιξε λίγο τα μάτια της… Αφού δεν πέθανε… Μια λαμπάδα ίσα με το μπόι της πρέπει ν’ ανάψει στον άγιο. Τι ήθελε η ευλογημένη με τέτοιο καιρό ν’ ανέβει στο βράχο;»

«Εμ στο ‘λεγα, δεν στο ΄λεγα; Παλαβή μου φαινόταν. Απ’ τη μέρα που ήρθε… συγγραφέας λέει… τέλος πάντων! Ευτυχώς που τη βρήκε ο άνθρωπος το πρωί και την έφερε».

Ο άνθρωπος; Ποιος άνθρωπος; Ποιος άνθρωπος με βρήκε και μ’ έφερε;

Η ίδια παγωμένη, σα νιφάδες χιονιού, ανατριχίλα κατέκλυσε ξανά το κορμί μου. Υπήρξε λοιπόν στιγμή που εσύ κι εγώ… αγγίξαμε ο ένας τον άλλο!

Εσύ κι εγώ ήμασταν δηλαδή, επιτέλους, ένα… κάτι;

Κάτι!

Η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε ξανά κι εγώ άνοιξα πάλι τα μάτια. Ένα καλοσυνάτο πρόσωπο στεκόταν πάνω απ’ το δικό μου και δε μπορούσα παρά να χαμογελάσω.

«Μπράβο κοριτσάκι μου. Μας κατατρόμαξες!»

«Ποιος… ποιος μ’ έφερε εδώ;»

«Αχ, να ‘ναι καλά το παλικάρι… σε βρήκε το πρωί… ξέρεις πόσες μέρες είσαι έτσι;»

«Μέρες;»

«Μια βδομάδα είσαι έτσι! Καλά που γλίτωσες να λες».

«Κι εκείνος;»

«Εκείνος; Α, το παλικάρι! Έφυγε».

«Έφυγε;»

«Ναι, εκείνη τη μέρα. Σ’ έφερε εδώ κι έφυγε. Για την Αθήνα νομίζω…»

Το βλέμμα μου γύρισε στο παράθυρο. Ένα κάδρο μ’ ένα σπίτι πάνω  σ’ ένα βράχο, να χτυπάει η φουρτουνιασμένη θάλασσα τα σφαλιστά του παράθυρα…

 

Κάθισα στην άκρη του βράχου και κοίταξα πέρα μακριά. Τίποτα δε φαινόταν να έχει μείνει από κείνη τη νύχτα. Ο ήλιος στραφτάλιζε ξαπλωμένος πάνω στην ήρεμη γαλάζια θάλασσα. Μια δροσερή αύρα φυσούσε μόνο, σα να με κορόιδευε. Ένα πουλί πέρασε δίνοντας μια πνοή ζωής… μια πνοή ζωής γεμάτη απ’ την αβάσταχτη απουσία σου. Τύλιξα το παλτό σφιχτά γύρω μου, λες κι η παγωνιά που ένιωθα ήταν κάτι που μπορούσα έτσι ν’ αντιμετωπίσω. Δεν είχε νόημα πια να κάθομαι εκεί. Όλα θύμιζαν τη μορφή σου και το παγωμένο περιφρονητικό σου βλέμμα. Όλα θύμιζαν πως τη ζωή που ζούσα, την χρωστούσα σε μια ατσαλένια αίσθηση καθήκοντος, στεριωμένη μέσα σου, ικανή να καταπνίξει κάθε άλλη.

Σηκώθηκα. Έκανα ένα βήμα και … σαν γρατζουνιές χαράχτηκαν πάνω στην καρδιά μου, τα χνάρια απ’ τις ρόδες του γκρίζου θηρίου… Η ανάσα μου σταμάτησε, πήρε δύναμη και βγήκε σαν δυνατός λυγμός απ’ τα χείλη μου. Γιατί το έκανα αυτό στον εαυτό μου; Γιατί έμενα σ’ αυτό το τόσο αφιλόξενο μέρος; Τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα απ’ τα μάτια μου και το κεφάλι μου βούιζε…

Δεν υπήρχε τίποτα για μένα εδώ και ίσως ποτέ να μην είχε υπάρξει! Όλα άρχιζαν και τέλειωναν μέσα στο μυαλό μου. Για μια στιγμή πίστεψα πως το μόνο που μ’ ενδιέφερε, ήταν να τα μεταφέρω σ’ ένα χαρτί. Αυτή η ανυπόφορη αίσθηση μοναξιάς όμως, διέλυε και την τελευταία ελπίδα σωτηρίας… αν υπήρχε.

Έκανα μερικά βήματα ακόμη μα και πάλι στράφηκα προς τα πίσω. Κοίταξα το σπίτι του βράχου σα να το ικέτευα να μεσολαβήσει… σα να το εκλιπαρούσα να σε φέρει πίσω και… σα να μπορούσε να το κάνει!

Και τότε… ο ίδιος εκείνος βρυχηθμός που κάποτε, κάποια μέρα με είχε τόσο τρομάξει, αντήχησε ξανά από παντού… παντού!

Το χέρι μου ήρθε στο στόμα μου, εμποδίζοντας τη χαρά ή τον φόβο μου να γίνει κραυγή προδοσίας, και τα μάτια μου, αγωνιωδώς, αναζήτησαν ένα δρόμο διαφυγής. Ένα δρόμο που ήξερα καλά ότι δεν υπήρχε!

Το σφηνοειδές, γυαλιστερό μουσούδι του άγριου θηρίου εμφανίστηκε στο έμπα της διαδρομής που οδηγούσε κατευθείαν πάνω μου, εκεί, που στεκόμουν σαν στοιχειό της θάλασσας, ακίνδυνο και μαρμαρωμένο από καιρό.

Πέρασε από δίπλα μου και πήρε τη θέση του στην άκρη του γκρεμού. Δεν κινήθηκα. Δε μπορούσα να κινηθώ…

Ίσως αυτή η στιγμή, κάπου, σε κάποια κιτρινισμένα κιτάπια της μοίρας, να ήταν γραμμένη από χρόνια. Το μόνο που εγώ μπορούσα να κάνω ήταν να καταγράφω ήχους, που η λογική αλληλουχία τους θα κατέληγε στη στιγμή της συγκλονιστικής μας συνάντησης.

Βήματα… τα δικά σου βήματα. Και μια φωνή… η φωνή σου!

«Είσαι καλά;»

Μια φράση γεμάτη στοργή και ζεστασιά, με μια χροιά που πουθενά δεν θα μπορούσαν να ανταμώσουν.

Έσκυψα το κεφάλι γεμάτη ντροπή…

«Ούτε ένα ευχαριστώ;»

Στράφηκα προς το μέρος σου και τα απόμακρα μάτια σου εμβόλισαν τα δικά μου… Τίποτα δεν είχε αλλάξει και το έβλεπα μέσα σ’ αυτόν τον απαθή καθρέφτη της ψυχής σου. Μια μόνο ματιά σου και το εύθραυστο κάτι, είχε γίνει και πάλι, τίποτα!

Η φωνή μου βραχνή και άχρωμη…

«Ευχαριστώ…»

Έκανα ένα αποφασιστικό αλλά μάταιο βήμα. Τα δάχτυλά σου καρφώθηκαν στο μπράτσο μου…

«Στάσου!»

Σε κοίταξα και όλη η διάσταση της λέξης φόβος, ξετυλίχτηκε μέσα στην καρδιά μου. Τα μάτια σου πετούσαν φωτιές που τις ένιωθα να καίνε το πρόσωπό μου.

«Είσαι τρελή, κάνεις την τρελή ή θες να τρελάνεις εμένα;»

Τα μάτια μου χαμήλωσαν μέχρι που έφτασαν στο αποτρόπαιο σημείο της ένωσής μας. Τα δάχτυλά σου χαλάρωσαν για απειροελάχιστο διάστημα και ξανασφίχτηκαν με τόση δύναμη που ξανάφερε τα βλέμματά μας αντιμέτωπα.

«Ωραία λοιπόν, μη μιλάς! Μην ξαναβρεθείς όμως στο δρόμο μου, αν δεν έχεις απαντήσεις, γιατί τότε…»

Το χέρι σου γλίστρησε άγρια κατά μήκος του δικού μου κι έπεσε βαρύ στο πλάι του κορμιού σου. Τα μάτια σου, αμετακίνητα, πέταγαν ακόμη τις φωτιές τους κι εγώ αν είχα απαντήσεις, τις είδα να καίγονται μέσα τους!

 

Βάδιζα στα στενά σοκάκια του χωριού, με το κεφάλι σκυφτό και σχεδόν κρυμμένο μέσα στο γιακά του παλτού μου. Δεν θα το παραδεχόμουν ποτέ, μα σίγουρα ο μοναδικός σκοπός των κινήσεων μου, ήταν ν’ αποδείξω πως κοιτούσα μόνο τη δουλειά μου. Σήκωσα τα μάτια, μόνο για να κοιτάξω τη μίζερη βιτρίνα του μικρού βιβλιοπωλείου. Τίποτα αξιόλογο. Ήταν όμως και η μοναδική μου ελπίδα. Ώρες- ώρες νόμιζα πως άγγιζα τα όριά μου. Κλεισμένη μέσα στο μικρό μου δωμάτιο έψαχνα για σχέδια ζωής που θα μπορούσαν να χωρέσουν εκεί μέσα. Δεν υπήρχαν, εκτός ίσως απ’ το γράψιμο. Αλλά δεν έγραφα. Δε μπορούσα να γράψω. Ας διάβαζα λοιπόν.

Άνοιξα την παλιά ξύλινη πόρτα και χαμογέλασα στο μικρό κουδουνάκι που κρεμόταν από πάνω της και με καλωσόριζε. Ένας γλυκός γεράκος, με τα στρογγυλά γυαλάκια του στην άκρη της μύτης, εμφανίστηκε απ’ το πουθενά, έχοντας μια και μόνη απάντηση σε κάθε μου ερώτηση…

«Δεν το έχω κούκλα μου».

Ξεφύσηξα  απελπισμένη.

«Δείξτε μου ό,τι έχετε…»

«Όλο το μαγαζί δικό σου κούκλα μου. Διάλεξε και πάρε!»

Τι να διαλέξω και τι να πάρω; Οδηγός μαγειρικής, Καζαμίας, η πεντάμορφη και το τέρας, τα ταξίδια  του Γκιούλιβερ, η κοκκινοσκουφίτσα…

«Νομίζω πως, τελικά, αυτός ο λύκος είναι πολύ παρεξηγημένο άτομο…».

Τινάχτηκα κι αλαφιασμένη γύρισα το κεφάλι. Ήσουν εσύ… κι όμως δεν ήσουν! Ποτέ πριν δεν είχα δει ένα τέτοιο χαμόγελο στα χείλη σου. Ένα τέτοιο χαμόγελο χαρισμένο σε μένα;

Έχασα πάλι τη μιλιά μου και ξανάσκυψα το κεφάλι. Περισσότερο το ένιωσα παρά το άκουσα το σιγανό γέλιο σου, πριν η φωνή σου ξανασταλάξει την ίδια γλύκα μέσα στην καρδιά μου:

«Μια καλημέρα ίσως;»

Σήκωσα το κεφάλι όταν είχες κιόλας φτάσει στην πόρτα.

«Καλημέρα…»

Η φωνή μου, ένας αργοπορημένος ψίθυρος, πνιγμένος στον χαριτωμένο ήχο του μικρού κουδουνιού που σε είχε πια αποχαιρετήσει.

 

Ένας ήλιος ολόλαμπρος χάιδεψε τα βλέφαρά μου, αναγκάζοντάς τα ν’ ανοίξουν. Ένας ήλιος που χώθηκε μέσα στην ψυχή μου παρακινώντας τη να ζήσει την καινούργια μέρα. Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι και ντύθηκα βιαστικά σα να ‘πρεπε να προλάβω, μήπως κι ο Χειμώνας αλλάξει γνώμη και πάρει πίσω το δώρο του. Κατέβηκα και πάλι τρέχοντας την σκάλα και πέταξα μια βιαστική καλημέρα στον ξενοδόχο που με κοιτούσε με το συνηθισμένο, παραξενεμένο βλέμμα του. Βγήκα και αφέθηκα στην γλυκιά αγκαλιά του ήλιου, κλείνοντας τα μάτια απέναντί του. Όταν όμως τα ξανάνοιξα, το σπίτι του βράχου σφηνώθηκε μέσα τους, θυμίζοντάς μου τον αποκλεισμό που μου είχε επιβάλλει. Για δευτερόλεπτα αναρωτήθηκα αν έπρεπε να γυρίσω πίσω στον προστατευμένο χώρο μου. Ένα αντιδραστικό «γιατί;» όμως, ογκώθηκε μέσα μου και μετατράπηκε σε βήματα, μικρά αλλά αποφασιστικά, που μ’ έβγαλαν στην δημοσιά. Εδώ αισθανόμουν καλύτερα. Το σπίτι του βράχου ήταν πίσω μου και αφού δεν το έβλεπα μπορούσα χωρίς φόβο να αποδράσω. Βαυκαλισμός; Ε, και; Αφού έτσι ένιωθα, έτσι ήταν!

Περπατούσα για ώρα μέσα στην υπέροχη, ελευθερωμένη διάθεσή μου, όταν ακούστηκε ο τόσο γνωστός πια βρυχηθμός, επιφέροντας πάνω μου τις ίδιες ανεξέλεγκτες αντιδράσεις: στην άκρη του δρόμου, τα χέρια τυλιγμένα γύρω μου και τα μάτια μισόκλειστα. Το γκρίζο θηρίο έκανε την εμφάνισή του στην στροφή του δρόμου, μπροστά απ’ το πυκνό σύννεφο σκόνης που πάντα το ακολουθούσε. Για μια στιγμή είδα τα λάστιχα του να γίνονται βεντούζες πάνω στον δρόμο και τα μάτια μου, μέσα από λάμψεις που ξεπετάγονταν απ’ το παρ-μπριζ, εισέπραξαν ένα στιγμιαίο χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που χάθηκε μέσα στο σύννεφο της σκόνης, πριν προλάβω να του δώσω ένα όνομα… ένα χαρακτηρισμό…

Όλη η ιδιαιτερότητα της μέρας είχε πια χαθεί. Η απόδραση είχε αποτύχει. Το σπίτι του βράχου ή… της θάλασσας, ήταν πάντα εδώ και ίσως μέσα μου. Τόσο που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ελέγχει τα πάντα. Το μόνο που μου έμενε ήταν να σκύψω πάλι  το κεφάλι και να πάρω τον δρόμο του γυρισμού για κει που κανείς δεν ζητούσε τίποτα από μένα. Ούτε αποφάσεις, ούτε απαντήσεις. Για κει που τίποτα δε μ’ ανάγκαζε να έρθω αντιμέτωπη μ’ αυτό που ήμουν ή μ’ αυτό που θα ήθελα να ήμουν. Μ’ αυτό που έκανα και προπάντων, μ’ αυτό που ήθελα να κάνω. Όχι ακόμη τουλάχιστον!

 

Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουν, με τα δάχτυλα πάνω στα πλήκτρα της γραφομηχανής, μπροστά σ’ ένα, πεισματικά, λευκό χαρτί. Ο δυνατός χτύπος στην πόρτα, ξανάβαλε το χρόνο να κινείται. Σηκώθηκα και παραξενεμένη άνοιξα. Ο ξενοδόχος, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο εσωτερικό του δωματίου, μου έτεινε το χέρι του. Κρατούσε κάτι…

«Για μένα; Τι είναι;»

«Το όνομά σου δεν γράφει;»

«Το όνομά μου; Ναι. Γράφει το όνομά μου! Μα… ποιος… ποιος το ‘φερε;»

«Α, λεπτομέρειες δεν ξέρω. Το βρήκα πάνω στον πάγκο μου, γράφει το όνομά σου, άρα είναι δικό σου. Σωστά;»

Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα αυτόν τον άνθρωπο να μου χαμογελά και δεν θα διακινδύνευα να του χαλάσω την καλή του διάθεση:

«Σωστά… πολύ σωστά! Ευχαριστώ πολύ».

«Τίποτα κοπελιά!» κι η πόρτα έκλεισε πίσω του.

Έμεινα ακίνητη, με το άγνωστης προέλευσης δεματάκι να μου γαργαλάει τα χέρια. Αν το άνοιγα θα μάθαινα, αλλά…

Το άφησα πάνω στο γραφειάκι και για ώρα, απέφευγα να το κοιτάξω μα και να το σκεφτώ. Όμως αυτή ακριβώς η προσπάθεια ήταν που το έκανε να βασανίζει την σκέψη μου, και να τραβάει συνεχώς τη ματιά μου πάνω του. Γιατί αλήθεια με τρόμαζε τόσο; Μήπως επειδή απ’ τη στιγμή που το αντίκρισα ήξερα καλά ποιος το είχε στείλει;

Το πήρα ξανά στα χέρια μου. Με αργές κινήσεις ξεδίπλωσα το άσπρο περιτύλιγμα, που πάνω του, δυνατά, ολόισια γράμματα σχημάτιζαν το όνομά μου.

Σιμόν ντε Μποβουάρ: Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί!

Και κάτω απ’ αυτόν τον τρομακτικό τίτλο, τα ίδια δυνατά ολόισια γράμματα, γίνονταν βέλη που σημάδευαν την καρδιά μου: «Και κάθε μέρα που φεύγει… φεύγει για πάντα!»

 

Δεν άντεχα πια! Όλη αυτή η γιορταστική ατμόσφαιρα που πλημμύριζε το χωριό απ’ άκρη σ’ άκρη μου έφερνε δάκρυα στα μάτια. Οι μυρωδιές απ’ τα γλυκά, οι γυναίκες που έτρεχαν πέρα δώθε, τα παιδιά με τα τριγωνάκια στα χέρια… Όλα, όλα! Ήθελα να τρέξω, να φύγω μακριά, να χαθώ, να εξαφανιστώ απ’ την γη. Ήθελα… δεν ξέρω τι ήθελα! Να μην ακούω, να μην βλέπω, να μη μυρίζω, να μην σκέφτομαι…

Το μόνο που τελικά ήθελα, ήταν να βγάλω το σπίτι του βράχου απ’ το μυαλό μου. Να πάρω τις αισθήσεις μου, να τις κάνω ένα κουβάρι και να το πετάξω μακριά. Να πάρω το κορμί μου και να το χαρίσω σε κάποια άλλη…

Δεν τον ήθελα αυτόν τον καινούργιο εαυτό. Δεν ήθελα να τον γνωρίσω, δεν ήθελα να ζήσω μαζί του. Τον φοβόμουν γιατί μου έφερνε πόνο. Έναν πόνο άγνωστο, που δεν ήξερα πως ν’ αντιμετωπίσω.

Άφησα το χωριό στην ζωή του και κλείστηκα πάλι στο μικρό μοναχικό μου δωμάτιο. Αν κοιμόμουν ίσως δεν κατάφερναν να φτάσουν μέχρις εμένα οι ήχοι της χαράς που αντιβούιζαν από κάθε γωνιά. Αν κοιμόμουν, ίσως ο νέος χρόνος να μην έβλεπε τις αλλαγές που είχαν γίνει μέσα μου, να τις προσπερνούσε και τελικά, να μην τις αποδεχόταν ποτέ.

 

Ξύπνησα τρομαγμένη. Ο αέρας βούιζε και η βροχή νόμιζες πως θα σπάσει το τζάμι. Το μεγάλο ρολόι της εκκλησίας σήμανε δέκα φορές. Ανασηκώθηκα και το φωτισμένο παράθυρό σου εισέβαλε μέσα στην σκοτεινιά του δωματίου μου. Έκλεισα τα μάτια. Δεν ήθελα να το βλέπω. Μέρες τώρα, είχα με σθένος κρατηθεί μακριά απ’ αυτήν την, έστω οπτική, επαφή που μου θύμιζε ό,τι ήθελα να ξεχάσω. Μέρες τώρα δεν είχα κοιτάξει στην πλατεία και μέρες τώρα προσπαθούσα να σχηματίσω λίγες αράδες πάνω στα λευκά χαρτιά που περίμεναν στο πλάι της γραφομηχανής. Μέρες… που το μυαλό μου έμενε αμετάθετο πάνω σου!

Τίποτα! Όλα ένα τίποτα, που ποτέ κανένας εκδότης δεν θα δεχόταν να κάνει βιβλίο και που εσύ ποτέ, δεν θα δεχόσουν σαν απάντηση.

Και τώρα… το παράθυρό σου μετέωρο μέσα στο έρεβος, φωνάζει πως είσαι εκεί, πως δεν κοιμάσαι και πως… ίσως… με καλείς κοντά σου.

Όχι! Είναι η φαντασία μου, που πάλι μπερδεύεται με την πραγματικότητα και με παρασέρνει. Όχι!

Χώθηκα βαθιά μέσα στις ζεστές μου κουβέρτες και τις τύλιξα σφιχτά γύρω μου, σαν έναν κλοιό που θα μπορούσε να με κρατήσει φυλακισμένη μέχρι το ξημέρωμα. Το ξημέρωμα αυτής της νύχτας… της πανομοιότυπης με κείνη που έκανε το τίποτα…κάτι.

Κάτι!

Και πετάχτηκα όρθια. Ήταν ανώφελο πια να κρύβομαι απ’ τις επιθυμίες μου.

Την επιθυμία μου. Τη μία και μοναδική. Εσένα!

Για μια ακόμη φορά, σα να επαναλάμβανα κινήσεις μιας ιεροτελεστίας παλιάς, άρπαξα το παλτό μου και… σταμάτησα!

Τα μάτια μου στράφηκαν στην ξεσκέπαστη γραφομηχανή, στο σκονισμένο, πια, λευκό χαρτί που μέρες τώρα, περίμενε για μια μου φράση και στο βιβλίο που το χειρόγραφο κάτω απ’ τον τίτλο, μου σάλευε το μυαλό. Τα δάχτυλά μου άγγιξαν τα πλήκτρα και όλο μου το είναι, έγινε λίγες μικρές μαύρες κουκίδες πάνω σε λευκό φόντο: «Ναι! Σε θέλω!!!»

Όρμησα στην στενή ξύλινη σκάλα. Άνοιξα την πόρτα της εξόδου και βγήκα. Ο αέρας που χίμηξε κατά πάνω μου με πέταξε στον πέτρινο τοίχο του ξενοδοχείου, κι η βροχή, σε δευτερόλεπτα, διαπέρασε τον λεπτό προστάτη του κορμιού μου.

Τόσο αδύναμα όλα μπροστά χαλύβδινη απόφασή μου!

Τρέχοντας, χώθηκα μέσα στα στενά δρομάκια του χωριού, με το βλέμμα κρεμασμένο απ’ το φωτισμένο παράθυρό σου. Βρέθηκα στην αρχή της ανηφοριάς. Σταμάτησα! Όλα θύμιζαν εκείνη τη νύχτα, μα το ήξερα καλά πως τίποτα δεν ήταν ίδιο…

Ο αέρας σα να κόπασε, η θάλασσα μόλις που ζύγωνε τα παράθυρά σου κι ο κακοτράχαλος δρόμος πρόβαλλε λείος στα μάτια της καρδιάς μου, που έτσι τον ήθελαν. Το θηρίο, ακόμη κι αυτό, με τη μουσούδα του γυρισμένη προς το σπίτι, έμοιαζε να με προτρέπει να συνεχίσω.

Ανάσανα βαθιά κι έκανα το πρώτο βήμα. Ένα βήμα που μέσα του, αρχή και τέλος ενώνονταν αδιάρρηκτα. Ένα βήμα για μια ζωή άλλη. Μια ζωή ανεξερεύνητη και τόσο σκοτεινή που ρούφαγε την ψυχή μου σαν εκτυφλωτικό, γαλήνιο φως.

Στάθηκα μπροστά στην πόρτα με το φωτόλουστο τριγωνάκι, που ποτέ δεν είχα πλησιάσει τόσο πολύ. Οι παλμοί της καρδιάς μου κατέκλυσαν ό,τι αποτελούσε το σώμα, την ψυχή και το μυαλό μου και σήκωσα το χέρι. Ένας ελαφρύς χτύπος , σιγανός ήχος βημάτων και η πόρτα άνοιξε…

 

Η πόρτα άνοιξε, τα μάτια σου καρφώθηκαν στα δικά μου και όλα ανατράπηκαν!

Ποια ήμουν και γιατί ήμουν εδώ;

Ολόκληρες νύχτες αγρύπνιας ξαφνικά έγιναν μια σταχτιά σκόνη που την πήρε ο άνεμος. Ήταν τόσο όμορφα και τόσο απλά τα όνειρα μα… τόσο δύσκολη η πραγματικότητα. Τόσο δύσκολη που για μια ακόμη φορά το μόνο μου όπλο για να την αντιμετωπίσω, ήταν η φυγή.

Μια ξαφνική, απρόσμενη φυγή που θα σ’ έβρισκε απροετοίμαστο, τόσο όσο χρειαζόταν για να με καταπιεί και πάλι το σκοτάδι.

Τα πρώτα μου βήματα σβήστηκαν μέσα στα λασπόνερα, λες και το κορμί μου κρυβόταν απ’ την ίδια μου την ψυχή. Στα μάγουλά μου, οι σταγόνες της βροχής ήρθαν να συναντήσουν τα απελπισμένα μου δάκρυα.

Προχώρησα λίγο και σταμάτησα πάλι. Δεν γύρισα να σε κοιτάξω, σα να μην μ’ ενδιέφερε πια το πόσο σε ξάφνιασα. Προσπάθησα να σου επιβάλω τόσα πολλά που, δεν πειράζει, ας ξέφευγες από ένα. Ας ξέφευγες απ’ όλα. Έπρεπε να ξεφύγεις, έπρεπε να σε βοηθήσω να ξεφύγεις…

Όλα, ακόμα κι αυτή η αλλοπαρμένη φαντασία μου, είχαν προστεθεί στον φρικτό σωρό του «τίποτα».

Του «τίποτα» της σχέσης μας… του «τίποτα» της ζωής μου!

Σαν στο κατώφλι του Άδη, η μέχρι τώρα ζωή μου ξαναγύρισε σε σπασμένες , μισοσβησμένες εικόνες…

Η μέχρι τώρα ζωή μου, σταματούσε εκεί ακριβώς που τα μάτια μου αντίκριζαν για πρώτη φορά… τον βράχο!

Ο βράχος… η λύση… η λύτρωση!

Προσπάθησα να τρέξω κι ίσως το έκανα. Προσπέρασα το γκρίζο βουβό θηρίο κι αυτό που με χώριζε απ’ το κενό ήταν μια βαθιά ανάσα κι ένα μόνο βήμα…

Τα χέρια σου με άρπαξαν βίαια, εκσφενδονίζοντάς με πάνω στο υγρό κορμί του γκρίζου θηρίου. Ένα βογκητό ξέφυγε απ’ τα χείλη μου για να γίνει κραυγή τη στιγμή που το χέρι σου έπεσε αλύπητα πάνω στο πρόσωπό μου. Τα πόδια μου βούλιαξαν και γλίστρησαν μέσα στη λάσπή. Τα χέρια μου γαντζώθηκαν πάνω σου παρασέρνοντάς σε και το κορμί σου σκέπασε το δικό μου…

Έμεινα ακίνητη με τα μάτια χαμένα μέσα στα δικά σου, που με μίσος ξέσκιζαν τη ζοφερή νύχτα, για να σκορπίσουν τα κομμάτια της μέσα στην ψυχή μου…

Όμως… η ανάσα σου έκαιγε το πρόσωπό μου και τα χείλια σου ήταν τόσο κοντά στα δικά μου!

Τα δάχτυλά μου σπασμωδικά, κινήθηκαν πάνω στο βρεγμένο δέρμα του λαιμού σου…

«Τρελή!»

Η φωνή σου, μια γλυκιά μουσική που ρούφηξαν τα χείλια μου και τα δάχτυλά μου μπλέχτηκαν μέσα στα μαλλιά σου…

Τα χέρια σου σύρθηκαν μέσα στη λάσπη, κάτω απ΄ το κορμί μου και δυνατά με τράβηξαν πάνω σου. Για μιαν ατέλειωτη στιγμή έμεινες ακίνητος κοιτώντας με βαθιά μέσα στα μάτια… μια στιγμή που οι μικρές μαύρες κουκίδες ξαναγύρισαν στο μυαλό μου για να φτάσουν σαν παθιασμένη απάντηση στα χείλη μου:

«Ναι! Σε θέλω!»

Το χαμόγελό σου φώτισε τη νύχτα και αργά, γλυκά, τρυφερά, κρύφτηκες μέσα στα υγρά σκοτάδια του κορμιού μου!

 

Οι κραυγές της ηδονής καταλάγιασαν… Ξαναχάθηκα μέσα στα γαλήνια μάτια σου χωρίς ακόμη να μπορώ να πιστέψω στην παρουσία σου. Με τις παλάμες φυλάκισα  το πρόσωπό σου…

«Ονειρευόμουν να βρεθώ εδώ…»

Το χαμόγελό σου ξαναγύρισε ακόμα πιο ζεστό, ακόμα πιο γλυκό:

«Ήσουν πάντα εδώ!»

Τα χέρια σου έγιναν μια δυνατή αγκαλιά που μ’ έκλεισε μέσα της, με σήκωσε ψηλά και τα βήματά σου αργά- αργά με οδήγησαν στο εσωτερικό των τρελών μου φαντασιώσεων. Στο εσωτερικό του σπιτιού του βράχου ή… της θάλασσας!

Ο αέρας στροβιλιζόταν βουίζοντας και η θάλασσα, γι άλλη μια φορά, θέριευε για να συναντήσει τους καταρράχτες του ουρανού, όταν ο καινούργιος χρόνος έφτασε έξω απ’ το σπίτι του βράχου.

Κοντοστάθηκε κι άφησε το βλέμμα του να τρυπώσει μέσα απ’ τις δαντελένιες κουρτίνες…

Χαμογέλασε πονηρά κι όταν το μεγάλο ρολόι του χωριού σήμανε δώδεκα, έτσι χαμογελαστός, ανέβηκε στον χρυσό του θρόνο!

 

 

Ο ηλικιωμένος κύριος έβγαλε τα γυαλιά του και τα ακούμπησε πάνω στο γυαλιστερό, μαονένιο γραφείο του. Το σώμα του έγειρε στην ψηλή ράχη της πολυθρόνας του και τα μάτια του γύρισαν πάνω μου. Για μια στιγμή έμεινε ανέκφραστος και μετά, χτυπώντας το χέρι του στο γραφείο, ξέσπασε σ’ ένα ασυγκράτητο γέλιο.

«Θα κάνει πάταγο! Θα κάνει πάταγο!»

Χαμογέλασα, μ’ αυτό το χαμόγελο που εκφράζει την σιγουριά.

«Το ξέρεις και με κοιτάς αφ’ υψηλού ε;»

Σηκώθηκα και του άπλωσα το χέρι.

«Ναι, το ξέρω!»

Σηκώθηκε κι εκείνος. Το χέρι του έσκισε τον αέρα και το δάχτυλό του με σημάδεψε…

«Ποτέ στην ζωή σου δεν είχες γράψει κάτι τόσο καλό. Φρόντισε να  το ξανακάνεις!»

Βγήκα απ’ το γραφείο του και το αθηναϊκό αεράκι με χτύπησε στο πρόσωπο.

«Ποτέ στην ζωή σου…»

Ποτέ στην ζωή μου…

Ποτέ στην ζωή μου δεν είχα ξαναγράψει… την ζωή μου!

Άνοιξα το βήμα και σε λίγο έτρεχα μέσα στους πολύβουους δρόμους της πρωτεύουσας, που για χρόνια με είχαν πλανέψει. Σαν ξένη από τόπους μακρινούς, κοιτούσα γύρω μου, σταματούσα με περιέργεια εδώ κι εκεί και μπαινόβγαινα σε μαγαζιά αγοράζοντας αναμνηστικά και δώρα…

Τα λόγια του εκδότη αντηχούσαν ξανά και ξανά στ’ αυτιά μου:

«Φρόντισε να το ξανακάνεις!».

Μια σταγόνα βροχής άγγιξε το μέτωπό μου και τα μάτια μου στράφηκαν στον αγριεμένο ουρανό.

Χαμογέλασα…

«Είναι σίγουρο πως θα το ξανακάνω!».-

 

 

23  ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΕΣ

 

 

1. Συνταγή Βασιλόπιτας από την Αρκαδία

Τα Υλικά που θα χρειαστείτε είναι :

  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού φρέσκο βούτυρο γάλακτος
  • 2 φλιτζάνια του τσαγιού ζάχαρη (κοφτά)
  • 6 αυγά
  • 4 κουταλιές της σούπας κονιάκ
  • Ξύσμα από 2 πορτοκάλια
  • 1 πακέτο κόκκινη φαρίνα
  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού γάλα εβαπορέ (αδιάλυτο)
  • ‘Αχνη ζάχαρη

Δημιουργήστε :

Ξεκινήστε χτυπώντας πολύ καλά με το μίξερ το βούτυρο, αφού το έχετε βγάλει από το ψυγείο λίγη ώρα πριν ώστε να έχει μαλακώσει αρκετά. Προσθέτετε σιγά-σιγά τη ζάχαρη και στη συνέχεια ένα-ένα τα αυγά και μετά το κονιάκ, ενώ χτυπάτε συνεχώς το μίγμα με το μίξερ. Το μυστικό είναι το πολύ καλό χτύπημα για να είναι αφράτη η ζύμη.

Συνεχίζετε ρίχνοντας το ξύσμα του πορτοκαλιού σιγά-σιγά και όχι στο ίδιο σημείο, το γάλα και στο τέλος το αλεύρι σε μικρές δόσεις. Μόλις αναμειχθούν καλά όλα τα υλικά, αδειάζουμε το μίγμα σε βουτυρομένο ταψί Νο 32, το οποίο έχουμε πασπαλίσει και με λίγο αλεύρι. Ψήνουμε για 45 λεπτά περίπου σε προθερμασμένο φούρνο στους 200ο C, αλλά επειδή κάθε φούρνος έχει τις ιδιαιτερότητές του, καλό είναι να το παρακολουθείτε. Στη μέση σχεδόν του ψησίματος, μόλις αρχίσει να γίνεται στέρεη η ζύμη, βάλτε σε ένα σημείο το φλουρί τυλιγμένο σε λίγο αλουμινόχαρτο. Έτσι και δεν θα αφήσει ίχνη στο σημείο που το βάλετε και δεν θα φτάσει στον πάτο, όπως θα γινόταν αν η ζύμη ήταν εντελώς άψητη.

Αφού τη βγάλουμε από τον φούρνο, την αφήνουμε 5 λεπτά να κρυώσει και τη γυρίζουμε ανάποδα σε μια πιατέλα. Χρησιμοποιούμε και μια δεύτερη πιατέλα για να την ξαναγυρίσουμε, ώστε να έρθει η σωστή πλευρά επάνω. Με ένα σουρωτήρι πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη το πάνω μέρος αλλά και τα πλαϊνά και αν θέλουμε γράφουμε πάνω της χρησιμοποιώντας ένα καθαρό λεπτό αντικείμενο, όπως το πάνω μέρος ενός κουταλιού.

Αν θέλετε τη διακοσμείτε με πολλά έτοιμα σοκολατένια σχεδιάκια, η πλαστικά/ξύλινα μικρά δεντράκια, έναν ?γιο Βασίλη, ένα γκι και ότι άλλο φανταστείτε. Φυσικά αν έχετε ταψάκι σε άλλα σχήματα, όπως τετράγωνο ή φόρμα σε σχήμα καρδιάς για παράδειγμα, μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε και να ξεφύγετε από το παραδοσιακό σχήμα της κυκλικής βασιλόπιτας.

Σας ευχόμαστε Καλή Επιτυχία και Καλή Χρονιά!

Πηγή:  www.teleiosgamos.gr

 

2. Βασιλόπιτα Λέσβου

Τι χρειαζόμαστε:

Για τη ζύμη

  • 1 κιλό αλεύρι
  • 1 κ.γ.αλάτι
  • 2 καπάκια ούζο
  • μισό φλιτζάνι λάδι
  • νερό οσο πάρει

Για τη γέμιση

  • 1/2 κιλό μυζήθρα σκληρή
  • 1 κ.σ.κανέλα
  • 1/2 κ.σ.γαρίφαλο
  • 3/4 φλ.ζάχαρη
  • βούτυρο φρέσκο για το άλλειμα των φύλλων

Πως το κάνουμε:

  1. Βάζουμε ολα τα υλικά για τη ζύμη σε μια λεκάνη και ζυμώνουμε εως οτου η ζύμη να ξεκολάει απο τα τοιχόματα της λεκάνης και την αφηνουμε να ξεκουραστει.
  2. Βάζουμε σε μια αλλη λεκάνη τα υλικά της γέμισης και τα ανακατέβουμε.
  3. Βάζουμε το βούτιρο να λιώσει σε ενα κατσαρολάκι.
  4. Ανοίγουμε το ζυμαράκι μας σε φύλλα (περίπου 6-7 φύλλα).
  5. Αλλοίφουμε το ταψάκι μας με βούτυρο, στρώνουμε το φύλλο αλλοίφουμε με βούτυρο και μετά βάζουμε απο την γέμιση, μετα πάλι φύλλο – βούτυρο – γεμιση και στο τέλος θα βάλουμε το φύλλο και το βούτυρο.
  6. Ψήνουμε περίπου για 1 με 1 και 1/2 ώρα.
  7. Όταν ψηθεί την γυρνάμε ανάποδα σε μια πιατέλα με απορροφυτικό χαρτί για να στραγκίξει απο το βούτυρο.

Λίγα μυστικά ακόμα

Η γέμιση πρέπει να είναι ούτε πολύ γλυκιά ούτε πολύ αλμυρή. Καλό θα είναι την Βασιλόπιτα να την φτιάξετε 2 μέρες πρίν για να προλάβει να σταγκίξει. Στην Αγιάσο της Λέσβου την φτιάχνουν με 25 με 30 φύλλα πολυ λεπτα.
Διαβάστε περισότερο: Βασιλόπιτα Λέσβου http://www.sintagespareas.gr/sintages/basilopita-lesbou.html#ixzz1fvyBWxK8

 

 

 

3. Βασιλόπιτα αµυγδάλου µε µανταρίνι

 

Το μανταρίνι δίνει άρωμα και χρώμα σε αυτή την πρωτότυπη παραλλαγή της παραδοσιακής βασιλόπιτας.

 

μερίδες 12

Χρόνος Προετοιμασίας 10 λεπτά

Χρόνος ψησίματος 45 λεπτά

Υλικά

 

  • 1 φλ. αιγοπρόβειο βούτυρο (σε θερμοκρασία δωματίου)
  • 1½ φλ. ζάχαρη
  • 5 αυγά
  • 1 φλ. ελληνικού καφέ κονιάκ
  • 1 φλ. ελληνικού καφέ ξύσμα από μανταρίνι
  • 1 πρέζα κανέλα
  • 1 πρέζα μοσχοκάρυδο
  • 1 φλ. τσαγιού χυμός από φρέσκο μανταρίνι
  • 1/2 κ.γλ. μαγειρική σόδα
  • 1 κεσές γιαούρτι με χαμηλά λιπαρά
  • 5 φλ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του, κοσκινισμένο
  • 1 φλ. αμυγδαλόψιχα αλεσμένη

1. Χτυπάμε στον κάδο του μίξερ το βούτυρο με τη ζάχαρη για 6΄-7΄, μέχρι ν’ ασπρίσει και να κρεμώσει το μείγμα. Ρίχνουμε ένα ένα τα αυγά και συνεχίζουμε το χτύπημα. Προσθέτουμε το ξύσμα, το κονιάκ, την κανέλα, το μοσχοκάρυδο και αραιώνουμε τη σόδα στο χυμό του μανταρινιού. Αυτό το κάνουμε πάνω από τον κάδο γιατί ο χυμός φουσκώνει και χύνεται έξω. Στη συνέχεια τον προσθέτουμε στο μείγμα. Στο τέλος ρίχνουμε το γιαούρτι και το αλεύρι. Αφού ομογενοποιηθεί το μείγμα ρίχνουμε την αμυγδαλόψιχα.

2. Βουτυρώνουμε και αλευρώνουμε ένα ταψί 30 ή 32 εκ. και στρώνουμε λαδόκολλα (για να ξεφορμάρουμε εύκολα όλη τη βασιλόπιτα στο τέλος). Αδειάζουμε μέσα το μείγμα και ψήνουμε στους 170°C, για 45΄.

3. Αφού κρυώσει η βασιλόπιτα, ξεφορμάρουμε και πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.

 

 

4.Βασιλόπιτα Τσουρέκι

Υλικά:

1 και ¼ του κιλού αλεύρι

1 φλιτζάνι τσαγιού βούτυρο γάλακτος ή μαργαρίνη

2 κουταλιές σούπας μαγιά μπίρας

1 ½ φλιτζάνι τσαγιού ζάχαρη

8 αυγά

Ξύσμα λεμονιού

½ φλιτζάνι τσαγιού γάλα

Λίγο αλάτι

3 κουτ. σούπας ζάχαρη

Τρόπος Εκτέλεσης:

Ζεσταίνετε το γάλα να γίνει χλιαρό και λιώνετε μέσα σ’αυτό τη μαγιά της μπίρας. Προσθέτετε λίγες κουταλιές αλεύρι να γίνει ένας πυχτός χυλός. Τον σκεπάζετε και τον αφήνετε σε ζεστό μέρος να φουσκώσει. Βάζετε το αλεύρι ανακατεμένο με το αλάτι σε ένα μεγάλο μπόλ, λιώνετε το βούτυρο και το προσθέτετε στο αλεύρι. Προσθέτετε τα αυγά ολόκληρα, τη ζάχαρη, το ξύσμα πορτοκαλιού, τη μαγιά της μπίρας που έχει, στο μεταξύ φουσκώσει. Ζυμώνετε τα υλικά μέχρι να γίνει μια ζύμη μαλακή.

Σκεπάζετε τη ζύμη, τη βάζετε σε ζεστό μέρος και την αφήνετε να φουσκώσει. Υπολογίζετε ότι πρέπει να διπλασιαστεί ο όγκος της περίπου. Ξαναζυμώνετε τη ζύμη και την τοποθετείτε σε βουτυρωμένο ταψί και την αφήνετε σκεπασμένη σε ζεστό μέρος να φουσκώσει για δεύτερη φορά. Την αλείφετε με αυγό, πασπαλίζετε με ζάχαρη ή ασπρισμένα αμύγδαλα και την ψήνετε σε μέτριο φούρνο (170 C) για μια περίπου ώρα.

Πηγή: «Η Μικρή Ελληνική Κουζίνα», Σοφία Σκούρα, Εκδόσεις Φυτράκη

5.Βασιλόπιτα Πολίτικη 

Υλικά:

50 γρ. Μαγιά νωπή ή 2 κουταλιές ξερή

½ κιλό αλεύρι δυνατό

1 κούπα ζάχαρη

2 αυγά και 2 κροκάδια

½ κουταλάκι μπέικιν πάουντερ

½ κουταλάκι αλάτι

½ κουταλάκι μαστίχα χιώτικη ή βανίλια

1 κουταλιά μαχλέπι αλεσμένο

1/3 κούπας γάλα εβαπορέ ζεστό

½ κούπα βούτυρο λιωμένο ζεστό

1 κροκάδι για το άλειμμα ασπρισμένα μισά αμύγδαλα για το στόλισμα

Τρόπος Εκτέλεσης:

Διαλύστε τη μαγιά σε 1/3 κούπας νερό ζεστό, 40 C. Ρίξτε 1-2 κουταλιές αλεύρι, να γίνει αραιός χυλός, κι αφήστε τον να φουσκώσει, ώσπου να κάνει μεγάλες φούσκες. Ανακατέψτε το αλεύρι με το μπέικιν πάουντερ, το αλάτι και τα μυρωδικά. Ανοίξτε στο κέντρο ένα λάκκο και βάλτε μέσα τη ζάχαρη, το γάλα, τα αυγά ελαφρά χτυπημένα και τη φουσκωμένη μαγιά. Παίρνοντας το αλεύρι λίγο – λίγο από τριγύρω, ζυμώστε σε ζύμη μαλακιά. Βουτώντας τα χέρια σας στο λιωμένο ζεστό βούτυρο συνεχίστε ζυμώνοντας, ώσπου να τελειώσει όλο το βούτυρο και να ενσωματωθεί με τη ζύμη. Σκεπάστε τη ζύμη με υγρή πετσέτα ή καλύτερα με πλαστική μεμβράνη κι αφήστε τη σε ζεστό μέρος, να διπλασιασθεί σε όγκο (2 ½ ώρες περίπου). Πατήστε τη ζύμη, να ξεφουσκώσει.

Πλάστε μ’ αυτή ένα χοντρό μακρύ κορδόνι και τυλίξτε το σε σπιράλ επάνω σε βουτυρωμένο λαδόχαρτο στρωμένο σε λαμαρίνα. Μπήξτε σε κάποιο σημείο το νόμισμα. Αφήστε τη βασιλόπιτα σκεπασμένη σε ζεστό υγρό μέρος, να διπλασιασθεί σε όγκο, 30 λεπτά περίπου. Αλείψτε τη με το κροκάδι, αφού το χτυπήσετε με λίγο νερό και μπήξτε μισά αμύγδαλα ακολουθόντας το σχήμα του σπιράλ. Ψήστε τη στους 200 C 20 – 30 λεπτά να ροδίσει καλά. Βγάλτε τη και βάλτε τη να κρυώσει επάνω σε σχάρα.. Φυλάξτε τη σκεπασμένη με πλαστική μεμβράνη για να μη στεγνώσει. Η βασιλόπιτα αυτή δε γίνεται πολύ αφράτη αλλά πολύ νόστιμη.

 

Πηγή: Μαγειρική «Ελληνική Κουζίνα Ζαχαροπλαστική», Βέφα Αλεξιάδου

 

6.Βασιλόπιτα Σμύρνης 

Υλικά:

1 κούπα βούτυρο ή μαργαρίνη (250 γρ.)

1 ¼ κούπας ζάχαρη

2 κουταλιές ξύσμα πορτοκαλιού

2 κουταλάκια σόδα

2 κουταλιές κονιάκ

6 κούπες αλεύρι για όλες τις χρήσεις

2/3 κούπας χυμό πορτοκαλιού

1 κροκάδι αυγού για το άλειμμα

35 γρ. κουκουνάρια ή ολόκληρα γαρίφαλα

Λίγο μαύρο ή άσπρο σουσάμι

Τρόπος Εκτέλεσης:

Χτυπήστε το βούτυρο με τη ζάχαρη ν’αφρατέψει. Ρίξτε μέσα το ξύσμα πορτοκαλιού και τη σόδα, αφού τη διαλύσετε προηγουμένως στο κονιάκ. Κατόπιν ρίξτε εναλλάξ αλεύρι και χυμό ποσρτοκαλιού και ζυμώστε προσθέτοντας όσο αλεύρι χρειασθεί για να γίνει μια ζύμη μαλακιά που να πλάθεται χωρίς να κολλάει στα δάκτυλα. Πλάστε μ’αυτή χοντρό κορδόνι και τυλίξτε το σε μεγάλο σπιράλ επάνω σε βουτυρωμένο λαδόχαρτο στρωμένο σε λαμαρίνα ή ταψάκι με διάμετρο 30 εκ. Μπήξτε και κρύψτε σε κάποιο σημείο το νόμισμα. Αλείψτε την επιφάνεια με το κροκάδι αφού το χτυπήσετε με λίγο νερό και μπήξτε στη σειρά τα κουκουνάρια ακολουθόντας το σχήμα του σπιράλ.

Πασπαλίστε αν θέλετε με λίγο μαύρο ή άσπρο σουσάμι. Κατ’ άλλον τρόπο στρώστε τη ζύμη μέσα σε ταψάκι επάνω σε βουτυρωμένο λαδόχαρτο και πατήστε τη με τις παλάμες σας να ισιώσει. Τσιμπώντας την επιφάνεια με δυο πιρούνια, κάντε διάφορα σχέδια και καρφώστε μερικά γαρίφαλα σε διάφορα σημεία. Αλείψτε την επιφάνεια με το κροκάδι. Στη Σμύρνη οι νοικοκυρές σφράγιζαν τη βασιλόπιτα με τη σφραγίδα του δικέφαλου αετού. Ψήστε την πίτα στους 180 C 30 – 35 λεπτά να ροδίσει η επιφάνεια καλά. Όταν τη βγάλετε από το φούρνο βάλτε τη να κρυώσει επάνω σε σχάρα. Φυλάξτε τη σκεπασμένη με πλαστική μεμβράνη.

 

Πηγή: Μαγειρική «Ελληνική Κουζίνα Ζαχαροπλαστική», Βέφα Αλεξιάδου

 

 

7. Βασιλόπιτα τριφτή Βαγγέλης Δρίσκας

 

Υλικά για 1 ταψί περίπου 24 εκ.

  • 1 κιλό μαλακό αλεύρι
  • 1 ½ φλ. βούτυρο
  • 1 ½ φλ.  ζάχαρη άχνη
  • 3 αυγά, ½ φλ. γάλα
  • 1 φακελάκι μπέικιν
  • 1 βανίλια
  • χυμός και ξύσμα από 1 πορτοκάλι
  • προαιρετικά ½ κουτ. γλυκού μαχλέπι κοπανισμένο και 1 κουτ. γλυκού μαστίχα τριμμένη
    Για την επιφάνεια:
  • ½ φλιτζάνι ψημένη και ψιλοκομμένη αμυγδαλόψιχα
  • 1 φλιτζάνι άχνη ζάχαρη

Εκτέλεση:

  • Χτυπάμε στο μίξερ το βούτυρο με τη ζάχαρη και προσθέτουμε τους κρόκους, το γάλα, το μπέικιν, τη βανίλια, τον χυμό και το ξύσμα πορτοκαλιού (και το μαχλέπι και τη μαστίχα).
  • Χτυπάμε τα ασπράδια σε μαρέγκα και τα ενώνουμε με το μείγμα.
  • Προσθέτουμε το αλεύρι σιγά σιγά και ανακατεύουμε. Βάζουμε σε βουτυρωμένο και αλευρωμένο ταψί και ψήνουμε στους 170οC για 45 λεπτά περίπου.
  • Αφήνουμε να κρυώσει και ετοιμάζουμε το γλάσο: Ανακατεύουμε την άχνη ζάχαρη με 2-3 κουταλιές νερό μέχρι να γίνει παχύρρευστη (συμπληρώνουμε ζάχαρη ή νερό ανάλογα) και το απλώνουμε στην επιφάνεια της βασιλόπιτας.
  • Πασπαλίζουμε με την αμυγδαλόψιχα και όταν σταθεροποιηθεί πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη.

 

8. Βασιλόπιτα κέηκ Βασίλη Καλλίδης

ΥΛΙΚΑ: 1 φλυτζάνι ζάχαρη

1 κούπα βρώμη Quaker

500 γρ. φαρίνα

1/2 φλυτζάνι κονιάκ

1/2 κγ. μπεικιν παουντερ

3 αυγά

χυμό και ξύσμα απο 1 πορτοκάλι

2 βανίλιες

1/2 κούπα καρύδια

1/2 κούπα σταφίδες ξανθές

λιγο μαχλέπι λίγο μαστίχα

125 γρ βούτυρο Κερκύρας

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

Χτυπάμε το βούτυρο μαζί με την ζάχαρη μέχρι να ασπρίσει και προσθέτουμε τα αυγά ένα ένα, το κονιάκ, τον χυμό και το ξύσμα και τέλος την βανίλια, το μπεικιν και την φαρίνα. Βρέχουμε τα καρύδια και τις σταφίδες με λίγο νερό και τα αλευρώνουμε ελαφρώς. Προσθέτουμε τους ξηρούς καρπούς στη ζύμη και μεταφέρουμε το μίγμα σε ένα βουτυρωμένο και αλευρωμένο ταψάκι. Ψήνουμε στους 180 βαθμούς για 1 ώρα.

 

9. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΣΤΕΦΑΝΙ βεφα

Υλικά

για τη ζύμη

  • 30 γρ. μαγιά νωπή ή 1 κουταλιά ξερή
  • 1/4 κούπας νερό ζεστό (40 βαθμών Κελσίου)
  • 4 κούπες αλεύρι σκληρό
  • 1/2 κούπα γάλα ζεστό (40 βαθμών Κελσίου)
  • 1/3 κούπας ζάχαρη
  • 1 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1 κουταλιά ξύσμα λεμονιού
  • 1/4 κούπας βούτυρο ή μαργαρίνη λιωμένη
  • 2 αυγά ελαφρά χτυπημέναγια τη γέμιση
  • 1/3 κούπας βούτυρο μαλακό
  • 1/3 κούπας αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1/3 κούπας ζάχαρη
  • 1 κούπα χοντροαλεσμένα αμύγδαλα ασπρισμένα
  • 1/2 κουταλάκι εσάνς πικραμυγδάλου ή 1 κουταλάκι ξύσμα λεμονιού
  • 1/2 κούπα ψιλοκομμένα κερασάκια μαρασκίνο κόκκινα
  • 1/2 κούπα ψιλοκομμένα κερασάκια μαρασκίνο πράσιναγια το γλάσο
  • 1 κούπα ζάχαρη άχνη
  • 1/8 κουταλάκι βανίλια
  • 2-3 κουταλιές νερό ή γάλα

Εκτέλεση

Σ’ ένα κατσαρολάκι διαλύστε τη μαγιά στο ζεστό νερό, ρίξτε δύο κουταλιές αλεύρι, ανακατέψτε κι αφήστε τη να σταθεί σκεπασμένη, ώσπου να φουσκώσει. Βάλτε το αλεύρι σε μια λεκάνη ζυμώματος κι ανοίξτε στο κέντρο ένα λάκκο. Ρίξτε μέσα τη φουσκωμένη μαγιά και τα υπόλοιπα υλικά της ζύμης κι ανακατέψτε τα μ’ ένα κουτάλι, παίρνοντας και το αλεύρι λίγο, λίγο από τριγύρω. Αδειάστε τη ζύμη σε αλευρωμένη επιφάνεια και ζυμώστε τη 5′-10′, ώσπου να γίνει λεία και ελαστική, προσθέτοντας λίγο ακόμη αλεύρι, αν χρειάζεται, για να μην κολλάει στα χέρια. Βάλτε τη ζύμη σε βουτυρωμένο μπολ, βουτυρώστε ελαφρά την επιφάνεια, σκεπάστε την και αφήστε τη να φουσκώσει, ώσπου να διπλασιασθεί σε όγκο (2 ώρες περίπου). Στο μεταξύ, ετοιμάστε τη γέμιση. Χτυπήστε το βούτυρο με το αλεύρι και τη ζάχαρη, να ενωθούν σ’ ένα λείο μίγμα. Ρίξτε την εσάνς πικραμυγδάλου ή το ξύσμα λεμονιού και τ’ αμύγδαλα. Ανακατέψτε με τα δάχτυλα, αν σχηματιστούν χοντρά τρίμματα και βάλτε το μίγμα στο ψυγείο. Αδειάστε τη ζύμη σε αλευρωμένη επιφάνεια και πατώντας τη με τον πλάστη, ανοίξτε τη σε παραλληλόγραμμο 25×60 εκ. Τρίψτε το μίγμα με τα αμύγδαλα και σκορπίστε το στην επιφάνεια της ζύμης. Σκορπίστε επίσης επάνω σ’ αυτή, τα κόκκινα και τα πράσινα κερασάκια. Ξεκινώντας από μη μια μακριά πλευρά, τυλίξτε σε ρολό προς την άλλη. Βρέξτε με λίγο νερό την άκρη, για να κολλήσει και να κλείσει καλά το ρολό. Χρησιμοποιώντας ένα αλευρωμένο κοφτερό μαχαίρι, κόψτε το ρολό κατά μήκος στη μέση. Προσεχτικά, γυρίστε τις κομμένες άκρες προς τα επάνω και τυλίξτε τα δύο κομμάτια της ζύμης χαλαρά, σε κορδόνι, έτσι ώστε να φαίνονται τα αμύγδαλα και τα κερασάκια. Βουτυρώστε το ταψί του φούρνου και μεταφέροντας προσεχτικά μέσα σ’ αυτό το κορδόνι, σχηματίστε ένα στεφάνι. Βρέξτε λίγο τις άκρες και πατήστε τες να κολλήσουν. Μην ξεχάσετε να βάλετε το νόμισμα σε κάποιο σημείο της ζύμης. Σκεπάστε το με βαμβακερή πετσέτα κι αφήστε το σε ζεστό υγρό μέρος, να φουσκώσει. Ψήστε το στους 200 βαθμούς Κελσίου, για 20′ περίπου, ώσπου να ροδίσει ελαφρά. ΄Οταν το βγάλετε από το φούρνο, μεταφέρετέ το προσεχτικά σε σχάρα, χρησιμοποιώντας μια πλατιά σπάτουλα κι αφήστε το να κρυώσει. Χτυπήστε μ’ ένα κουτάλι τα υλικά για το γλάσο. Το νερό, μην το ρίξετε όλο μαζί από την αρχή. Προσθέστε το λίγο, λίγο, ώστε να επιτύχετε την επιθυμητή ρευστότητα. Μ’ ένα κουτάλι, ρίξτε το γλάσο σε κορδόνι σε διάφορα σημεία, ακολουθώντας το σχήμα του στεφανιού.

 

10.Βασιλόπιτα τσουρέκι Μαμαλάκης

Υλικά

  • 1 κιλό αλεύρι
  • 3/4 φλιτζανιού βούτυρο
  • 1 φλιτζάνι ζάχαρη
  • 4 αυγά
  • 1 ποτήρι γάλα χλιαρό
  • 85 γραμ μαγιά νωπή
  • 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1/2 κουταλάκι μαχλέπι κοπανισμένο
  • 1/2 κουταλάκι μαστίχα κοπανισμένη
    ξύσμα πορτοκαλιού

Εκτέλεση

  • Στο κάδο του μίξερ σας κοσκινίζετε το αλεύρι και το ανακατεύετε με το αλάτι το μαχλέπι ,τη μαστίχα και το ξύσμα.

 

  • Σ ‘ενα κατσαρολάκι λειώνετε το βούτυρο με τη ζάχαρη χωρίς να κάψουν και τα προσθέτετε στο αλεύρι.

 

  • Διαλύετε τη μαγιά στο γάλα και χτυπάτε τα αυγά με το σύρμα.Τα προσθέτετε στο μείγμα του αλευριού.Ζυμώνετε καλά στο μίξερ μέχρι να γίνει η ζύμη λεία και ελαστική.

 

  • Αφήνετε τη ζύμη σε ζεστό νερό για 30 λεπτά.

 

  • Την ξαναζυμώνετε με το χέρι αυτή τη φορά και την αφήνετε για άλλα 30 λεπτά.

 

  • Τοποθετείτε τη ζύμη σε βουτυρωμένο ταψί και το αφήνετε σε ζεστό μέρος να φουσκώσει για μια ώρα περίπου

 

  • Αλείφετε με αυγό και ψήνετε σε μέτριο προθερμασμένο φούρνο για μισή ώρα

 

11. Βασιλόπιτα επινόησης Στέλιου Παρλιάρου

Αυτή η βασιλόπιτα είναι δική μου επινόηση. Εχει ιδιαίτερη γεύση, καθώς περιέχει φρούτα ξερά, μουλιασμένα σε κονιάκ και μετά πολτοποιημένα.

Υλικά (για 16 μερίδες):

250 γρ. βούτυρο, σε θερμοκρασία δωματίου
250 γρ. ζάχαρη άχνη, κοσκινισμένη
250 γρ. αμύγδαλα λευκά, αλεσμένα στο μπλέντερ σε σκόνη (σε μεγάλα σούπερ μάρκετ θα βρείτε και έτοιμη αμυγδαλόσκονη)
6 μεγάλα αυγά, κατά προτίμηση βιολογικά
250 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις, κοσκινισμένο
1 κουτ. γλυκού μπέικιν πάουντερ
100 γρ. σταφίδες ξανθές
100 γρ. δαμάσκηνα ξερά, χωρίς κουκούτσια, ψιλοκομμένα
100 γρ. σύκα ξερά, ψιλοκομμένα
200 γρ. κονιάκ

Διαδικασία:

Βάζουμε τα ξερά φρούτα (σταφίδες, δαμάσκηνα και σύκα) σε ένα μπολ, τα περιχύνουμε με το κονιάκ και τα αφήνουμε να μουλιάσουν για 1 βράδυ. Την επομένη, τα πολτοποιούμε όλα μαζί.

Χτυπάμε στον κάδο του μίξερ με το σύρμα (ή με το μίξερ χειρός) το βούτυρο, την άχνη και την αμυγδαλόσκονη μέχρι να φουσκώσουν και να σχηματιστεί μια λευκή κρέμα. Χωρίς να σταματήσουμε το χτύπημα, ρίχνουμε τον πολτό των ξερών φρούτων και συνεχίζουμε το χτύπημα για λίγο ακόμη. Ρίχνουμε σταδιακά και τα αυγά. Σταματάμε το χτύπημα, ρίχνουμε το αλεύρι και το μπέικιν πάουντερ και ανακατεύουμε με μια κουτάλα.

Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 170° – 180° C. Βουτυρώνουμε και αλευρώνουμε ένα ταψί διαμέτρου 30 εκ. και αδειάζουμε μέσα το μείγμα. Ψήνουμε για 1 ώρα.

Αν θέλουμε, μπορούμε να γλασάρουμε τη βασιλόπιτα με ένα λευκό γλάσο που θα φτιάξουμε ως εξής:
Ανακατεύουμε 200 γρ. ζάχαρη άχνη με 2 κουτ. σούπας χυμό λεμονιού και απλώνουμε το παχύρρευστο γλάσο πάνω στη βασιλόπιτα. Διαφορετικά, μπορούμε να πασπαλίσουμε με ζάχαρη άχνη.

 

12.Βασιλόπιτα Παρλιάρος

ΥΛΙΚΑ: 480 γρ. ζάχαρη άχνη

320 γρ. αμύγδαλο σκόνη

200 γρ. αλεύρι

4 κουταλάκια του γλυκού μπέικιν πάουντερ

560 γρ. ασπράδι αυγού (περίπου από 16 αυγά)

520 γρ. βούτυρο λιωμένο Lurpak

2 κουταλάκια του γλυκού κανέλα

ξύσμα από δύο πορτοκάλια

 

Εκτέλεση

Ανακατεύουμε όλα τα υλικά μαζί, τα βάζουμε σ’ ένα βουτυρωμένο και αλευρωμένο τσέρκι 28 ή 30 εκ. και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 170οC για μισή ώρα και στους 160οC για 30΄ ακόμη. Αφήνουμε να κρυώσει και πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.

 

13. ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ

 

ΥΛΙΚΑ:
1 κιλό χοιρινό (ψαχνό) από σπάλα κομμένο σε μικρά

κομμάτια
1/2 κιλό κοτόπουλο
3 μεγάλα κρεμμύδια ψιλοκομμένα
1 μεγάλο κρεμμύδι ολόκληρο
2 φλιτζ. τσαγ. τραχανά γλυκό
1 1/2 φλιτζ. τσαγ. φέτα ψιλοτριμμένη
3-4 γαρύφαλλα
2 κομμάτια σέλινο
2 φύλλα δάφνης
6 κουτ. σουπ. βούτυρο
1 κουτ. γλυκ. αλάτι
1 κουτ. γλυκ. πιπέρι
1 κιλό φύλλο χωριάτικο

 

Εκτέλεση:

1.Βράζετε δύο λίτρα νερό σε μια ευρύχωρη κατσαρόλα . Ρίχνετε μέσα στο βραστό νερό αρχικά το κρεμμύδι πάνω στο οποίο έχετε καρφώσει τα γαρύφαλλα, τα φύλλα δάφνης, το σέλινο το κοτόπουλο και το χοιρινό. Αφαιρείτε τον αφρό ο οποίος σχηματίζετε στην επιφάνεια. Σκεπάζετε και σιγοβράζετε για 35-40 λεπτά. Τραβάτε το κρέας με τρυπητή κουτάλα και το αφήνετε να στραγγίσει τα υγρά του και να κρυώσει .
2.Ξεκοκαλίζετε το κοτόπουλο και το κόβετε σε μικρά κομμάτια. Τσιγαρίζετε τα ψιλοκομμένα κρεμμύδια με δύο κουταλιές βούτυρο μέχρι να «γυαλίσουν». Ρίχνετε το κοτόπουλο και τα κομμάτια του χοιρινού και συνεχίζετε το ψήσιμο για 4-5 λεπτά. Ρίχνετε τον τραχανά, αλατοπιπερώνετε, προσθέτετε μισό φλιτζάνι νερό και ψήνετε για 8-10 λεπτά.
3.Βουτυρώνετε την βάση και την διάμετρο του ταψιού και στρώνετε 3-4 φύλλα επίσης αλειμμένα με βούτυρο. Αδειάζετε την μισή γέμιση, την στρώνετε με μια σπάτουλα και σκεπάζετε με ένα μόνο φύλλο. Ρίχνετε από πάνω με την υπόλοιπη γέμιση, την στρώνετε και πασπαλίζετε με την φέτα. Σκεπάζετε με 3 φύλλα επίσης βουτυρωμένα μεταξύ τους. Χαράσσετε με ένα μυτερό μαχαιράκι σε κομμάτια. Ραντίζετε με το υπόλοιπο βούτυρο και με λίγο νεράκι. Ψήνετε στο μέσο του φούρνου στους 180 βαθμούς για 40-45 λεπτά. Αφήνετε την πίτα να κρυώσει ή να χλιαρίνει πολύ καλά πριν την κόψετε.

 

 

14.ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ ΜΕ ΚΡΕΜΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΟΥ

 

Υλικά: (για 10-15 άτομα)

320 γραμμ. αμύγδαλα αλεσμένα πολύ ψιλά (σαν σκόνη)
300 γραμμ. ζάχαρη άχνη
7 αυγά (χωριστά τα ασπράδια)
2 πορτοκάλια (βράζονται ολόκληρα και αλέθονται)
4 κουτ. σουπ. σιμιγδάλι
2 κουτ. γλυκ. μπέικιν πάουντερ
3 κουτ. σουπ. βούτυρο

 

Για το σιρόπι:
2 φλιτζ. τσαγ. νερό
2 φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη

 

Για την κρέμα:
6 φλιτζ. τσαγ. γάλα
6 κουτ. σουπ. κόρν φλάουρ
8 κουτ. σουπ. ζάχαρη
φλούδα λεμονιού
2 αυγά χτυπημένα
1 φλιτζ. τσαγ. καβουρντισμένα αμύγδαλα

 

Εκτέλεση:

1.Χτυπάτε τα ασπράδια από τα αυγά σε ένα μεταλλικό μπολ, μέχρι να γίνουν μια αφράτη μαρέγκα. Σε ένα δεύτερο μπολ χτυπάτε το βούτυρο με τη ζάχαρη, μέχρι να ενωθούν μεταξύ τους και να ασπρίσουν. Προσθέτετε στο ίδιο μπολ τα πολτοποιημένα πορτοκάλια, το σιμιγδάλι, το μπέικιν πάουντερ, τους κρόκους των αυγών χτυπημένους και το αμύγδαλο. Δουλεύετε το μείγμα, ώστε να γίνει ομοιογενές.
2.Με μια ξύλινη σπάτουλα και με απαλές κινήσεις ενσωματώνετε τη μαρέγκα στο δεύτερο μείγμα. Αδειάζετε το μείγμα σε ελαφρά βουτυρωμένο ταψί και ψήνετε στους 180 βαθμούς για 45-50 λεπτά. Στο διάστημα αυτό ετοιμάζετε το σιρόπι, το οποίο πρέπει να δέσει, μέχρι να έχει τη ρευστότητα του ελαιόλαδου. Μόλις βγει το ταψί από τον φούρνο, το περιχύνετε με το κρύο σιρόπι.
3.Ετοιμάζετε και την κρέμα ως εξής : Βράζετε τα πέντε φλιτζάνια γάλα, προσθέτετε τη ζάχαρη και την φλούδα του λεμονιού. Ανακατεύετε να λιώσει η ζάχαρη και ρίχνετε το κόρν φλάουρ, το οποίο έχετε διαλύσει στο ένα φλιτζάνι γάλα που έχετε κρατήσει. Δουλεύετε την κρέμα σιγά σιγά με μια σπάτουλα μέχρι να αρχίσει να πήζει. Την κατεβάζετε από τη φωτιά αφαιρείτε τη φλούδα του λεμονιού και την αφήνετε να κρυώσει για 7-9 λεπτά. Προσθέτετε τα αυγά χτυπημένα και τα ενσωματώνετε στο μείγμα. Αδειάζετε την κρέμα επάνω από τη βάση της πίτας, στρώνετε με μια σπάτουλα και πασπαλίζετε με καβουρντισμένα αμύγδαλα.

 

 

15. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ, ΑΓΙΑΣΟΥ

 

Υλικά: (για 12-15 μερίδες)
Για το φύλλο:
2 και 1/2 του φλιτζανιού νερό
2 κουτ. σουπ. μαραθόσπορους
8-10 φλιτζ. τσαγ .αλεύρι για όλες τις χρήσεις
2 κουτ. γλυκ. μπέικιν πάουντερ
½ κουτ. γλυκ. αλάτι
1 κουτ. γλυκ. ζάχαρη
2/3 του φλιτζ. τσαγ έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
1 και ½ του φλιτζ. τσαγ. βούτυρο, λιωμένο

 

Για τη γέμιση:
3 φλιτζ. τσαγ. τριμμένη μυζήθρα γλυκιά
1 φλιτζ. τσαγ .τριμμένο κεφαλοτύρι
½ κουτ. γλυκ. φρέσκια ή ξηρή, ξεφλουδισμένη και τριμμένη πιπερόριζα
½ κουτ. γλυκ. γαρίφαλα, τριμμένα
½ κουτ. γλυκ. κανέλα, τριμμένη
½ κουτ. γλυκ. μοσχοκάρυδο, τριμμένο
½ κουτ. γλυκ. μπαχάρι, τριμμένο
1 νόμισμα τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, για να μπει μέσα στην πίτα, για γούρι

 

Για το γαρνίρισμα:
1 μεγάλο αυγό, ελαφρά χτυπημένο
1 φλιτζάνι σουσάμι

 

Εκτέλεση:

1.Φτιάχνετε τη ζύμη: Σε μια μικρή κατσαρόλα βράζετε το νερό με τους σπόρους του μάραθου, ύστερα χαμηλώνετε τη φωτιά και αφήνετε να σιγοβράσουν, για 5 λεπτά. Παίρνετε το κατσαρολάκι από τη φωτιά, αφήνετε τους σπόρους να μουλιάσουν, για άλλα 5 λεπτά, και στραγγίζετε το νερό σε ένα μπολ και το αφήνετε να κρυώσει.
2.Βάζετε 8 φλιτζάνια από το αλεύρι σε μια λεκάνη και κάνετε μια λακκούβα στο κέντρο. Ανακατεύετε το μπέικιν πάουντερ, το αλάτι και τη ζάχαρη μέσα στο βρασμένο νερό και χύνετε το μείγμα στη λακκούβα. Προσθέτετε το ελαιόλαδο. Χρησιμοποιώντας μια ξύλινη κουτάλα ανακατεύετε το υγρό και το αλεύρι, προσθέτοντας επιπλέον αλεύρι, αν χρειάζεται, για να γίνει μια μαλακή, εύκαμπτη αλλά λεία ζύμη. Σκεπάζετε τη ζύμη και την αφήνετε να ξεκουραστεί, για 1 ώρα.
3.Στο μεταξύ ετοιμάζετε τη γέμιση: Ρίχνετε τα τυριά και τα μπαχαρικά σε ένα μέτριο μπολ και τα ανακατεύετε καλά.
4.Κόβετε 2 κομμάτια ζύμης ελαφρά μικρότερα από το μέγεθος της γροθιάς σας και τους δίνετε το σχήμα μπάλας. Χωρίζετε την υπόλοιπη ζύμη σε 12 ίσες μπάλες. Βουτυρώνετε τη βάση και τα πλευρά ενός βαθιού, στρογγυλού και μεγάλου ταψιού και προθερμαίνετε το φούρνο στους 180° Κ.
5.Σε μια ελαφρά αλευρωμένη επιφάνεια ανοίγετε την πρώτη από τις 2 μεγαλύτερες μπάλες σε κύκλο μεγαλύτερο από το ταψί και τον τοποθετείτε στο βουτυρωμένο ταψί, έτσι ώστε οι άκρες του να κρέμονται έξω από το ταψί, 5 εκ. περίπου. Αλείφετε το φύλλο με άφθονο λιωμένο βούτυρο και σκορπάτε επάνω ‘/3 του φλιτζανιού γέμιση. Ανοίγετε τις 12 μικρότερες μπάλες ζύμης, τη μια μετά την άλλη σε κύκλους ίσους με το ταψί. Στρώνετε τα φύλλα, ένα κάθε φορά, αλείφοντας τα με άφθονο λιωμένο βούτυρο και μοιράζετε ‘/3 του φλιτζανιού γέμιση σε κάθε φύλλο. Η τελευταία στρώση θα πρέπει να είναι χοντρό φύλλο.
6.Φέρνετε την άκρη του φύλλου της βάσης επάνω από την τελευταία στρώση για να κλείσετε τις πλευρές. Αλείφετε την περιφέρεια με άφθονο λιωμένο βούτυρο. Ανοίγετε τη δεύτερη από τις 2 μεγαλύτερες μπάλες σε έναν κύκλο λίγο μικρότερο, βάζετε αυτό το φύλλο προσεκτικά επάνω από το τελευταίο φύλλο και το πιέζετε προς το χείλος του ταψιού, ώστε το φύλλο που προεξέχει να σταθεί όρθιο στα τοιχώματα του ταψιού.
7.Πιέζετε απαλά όλη την πίτα προς τα κάτω με τις παλάμες σας. Αλείφετε αυτό το τελευταίο φύλλο με το αυγό και το πασπαλίζετε με το σουσάμι. Ψήνετε τη βασιλόπιτα, ώσπου να ροδίσει και να ψηθεί όλη καλά, για 2 ώρες περίπου. Η πίτα πρέπει να ψηθεί αργά στους 180 βαθμούς, έτσι μόνο θα εξασφαλιστεί ένα σωστό ψήσιμο. Βγάζετε την πίτα από το φούρνο, την αφήνετε να κρυώσει τελείως στο ταψί και σερβίρετε.

 

 

16. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ

 

ΥΛΙΚΑ: (για 8 – 10 άτομα)
400 γρ. αμύγδαλα ασπρισμένα και ψιλοκομμένα (όχι σκόνη)
3 μικρές φρυγανιές κοπανισμένες
320 γραμμ. ζάχαρη
8 αυγά
2 κουτ. γλυκ. μπέικιν πάουντερ
1 κουτ. γλυκ . ξύσμα λεμονιού
1 κουτ. σουπ. χυμό λεμόνι
3 κουτ. σουπ. κονιάκ
1 πρέζα αλάτι
1 κουτ. γλυκ . βούτυρο

 

Για το σιρόπι:
2 φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη
2 φλιτζ. τσαγ. νερό
2-3 σταγόνες λεμόνι

 

Εκτέλεση:

1.Σε ένα μπολ χτυπάτε τους κρόκους των αυγών με την ζάχαρη έως ότου γίνουν ομοιογενές μίγμα. Ανακατεύετε το μπέικιν πάουντερ με την φρυγανιά και τα προσθέτετε στο μίγμα των κρόκων. Ρίχνετε το κονιάκ, τον χυμό λεμονιού, το ξύσμα, και τέλος τα αμύγδαλα.
2.Χτυπάτε τα ασπράδια με το αλάτι σε σφιχτή μαρέγκα και αρχίζετε σιγά σιγά με μια ξύλινη σπάτουλα να την ενσωματώνετε, με πολύ απαλές κινήσεις, στο μίγμα με τα αμύγδαλα.
3.Βουτυρώνετε ένα μικρό στρογγυλό ταψί ή μια φόρμα μακρόστενη και ρίχνετε μέσα το μίγμα. Ψήνετε στους 180° C για 40 λεπτά.
4.Για το σιρόπι βράζετε τα υλικά μέχρι να αποκτήσουν την πυκνότητα του ελαιολάδου. Αφήνετε το σιρόπι να κρυώσει εντελώς. Μόλις βγάλετε την αμυγδαλόπιτα από τον φούρνο την περιχύνετε ζεστή όπως είναι με το κρύο σιρόπι. Σερβίρετε την αμυγδαλόπιτα κρύα.

 

 

17. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΜΕ ΞΕΡΑ ΣΥΚΑ ΚΑΡΥΔΙΑ ΚΑΙ ΜΕΛΙ

 

ΥΛΙΚΑ: (για 10 – 12 άτομα)
1 φλιτζ. τσαγ. εξαιρετικό παρθένο ελαιό­λαδο
10 ξερά σύκα ψιλοκομμένα
3 φλιτζ. τσαγ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
2-2 ½ φλιτζ. τσαγ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
¾ φλιτζ. τσαγ. ψιλοκοπανισμένα καρύδια
1 κουτ. σουπ. χοντροκομμένα καρύδια
1 κουτ. σου­π. τρίμμα από φλούδα πορτοκα­λιού
½ φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη
½ φλιτζ. τσαγ. μέλι
1 φλιτζ. τσαγ. φρέσκο χυμό πορτοκαλιού
2 αβγά
1 ½ κουτ. γλυκ. μπέϊκιν πάουντερ
½ κουτ. γλυκ. αλάτι
½ κουτ. γλυκ. κανέλα τριμμένη
1-2 γαρίφαλα κοπανισμένα

 

Εκτέλεση:

1.Πασπαλίζετε τα σύκα με 2 κουταλιές αλεύρι. Αδειάζετε στο μπολ το ελαιόλαδο, τη ζάχαρη και το μέλι. Χτυ­πάτε ελαφρά μέχρι να «ασπρίσουν». Προσθέτετε τα αβγά και συνεχίζετε το χτύπημα, με το μίξερ χειρός ή με το σύρμα των αβγών, μέχρι να ενωθούν με το υπόλοιπο μείγμα. Τέλος προσθέτετε το χυμό του πορτοκαλιού.
2.Σε ένα δεύτερο καθαρό μπολ αναμειγνύετε το αλεύρι που φουσκώνει μόνο του , με την κανέλα, το μπέϊκιν πάουντερ, τα γαρίφαλα, το αλά­τι και τα ψιλοκοπανισμένα καρύδια. Ρίχνετε το μείγμα στο μπολ με τα υγρά και δουλεύετε γρήγορα για 5-6 λεπτά μέχρι να πάρετε ένα πηχτό κρεμώδες μείγμα. Προσθέτετε τα πασπαλισμένα με αλεύρι σύκα και τη φλούδα πορτοκα­λιού και ανακατεύετε ξανά με μια σπάτουλα, αυτή τη φο­ρά, ώστε να απλωθούν παντού μέσα στο μείγμα.
3.Λαδώνετε ελαφρώς ένα ταψί, κατά προτίμηση Νο 36 και αδειάζετε μέσα το μείγμα. Πασπαλίζετε με τα χοντροκομμένα καρύδια και ψήνετε σε φούρνο που έχε­τε προθερμάνει για 50-60 λεπτά στους 180 βαθμούς.

 

 

18. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΚΕΙΚ ΜΕ ΓΕΥΣΗ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΩΝ

 

ΥΛΙΚΑ: (για 10 – 12 άτομα)

1 κιλό αλεύρι μαλακό
2 φλιτζ. τσαγ. φρέσκο βούτυρο
½ κιλό ζάχαρη
300 ml γάλα
2 κουτ. γλυκ. μπέϊκιν πάουντερ
8 αυγά
1 κουτ. σουπ. ξύσμα πορτοκαλιού
1 κουτ. γλυκ. ξύσμα λεμονιού
1 κουτ. γλυκ. ξύσμα μανταρινιού
2 κουτ. σουπ. ζάχαρη άχνη για το πασπάλισμα

 

Εκτέλεση:

1.Χτυπάτε στο μίξερ για 6-8 λεπτά τη ζάχαρη με το βούτυρο μέχρι το μείγμα να αφρατέψει και να διπλασιαστεί σε όγκο.
2.Μόλις το μείγμα φουσκώσει και χωρίς να κλείσετε το μίξερ, ρίχνετε το γάλα και ένα ένα τα επτά αυγά.
3.Όταν τα παραπάνω υλικά ενσωματωθούν στο μείγμα, προσθέτετε το ξύσμα από τα εσπεριδοειδή και το αλεύρι το οποίο έχετε ανακατέψει με το μπέικιν πάουντερ.
4.Βουτυρώνετε ένα ταψί στρογγυλό και αδειάζετε μέσα το μείγμα. Αλείφετε από πάνω με το τελευταίο αυγό και ψήνετε στο φούρνο για 50 λεπτά στους 170 βαθμούς. Αφήνετε την βασιλόπιτα να κρυώσει εντελώς και την πασπαλίζετε με ζάχαρη άχνη.

 

 

 

19. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ME ΔAΦNH KAI ANΘONEPO

 

ΥΛΙΚΑ: (για 10-12 άτομα)
2 φλιτζ. τσαγ. φρέσκο αγελαδινό βούτυρο (σε θερμοκρασία δωματίου)
5 αυγά
1 φλιτζ. τσαγ. γάλα
1 φλιτζ. τσαγ. χυμό από πορτοκάλι
2 κουτ. γλυκ. μπέϊκιν πάουντερ
2 φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη
½ κουτ. γλυκ. κανέλα σκόνη
½ κουτ. γλυκ. γαρίφαλα σκόνη
3 φύλλα δάφνης βρασμένα σε μισό φλιτζ. τσαγ. νερό
1 ½ φλιτζ. τσαγ. αμύγδαλα ασπρισμένα και χοντροτριμμένα
2 κουτ. σουπ. κονιάκ
2 βανίλιες
3 κουτ. σουπ. ανθόνερο
1 κουτ. σουπ. σουσάμι
1 κιλό αλεύρι λευκό ( ίσως πάρει 4-5 κουταλιές σούπας έξτρα )

 

Εκτέλεση:

 

 

1.Σε ένα μεγάλο μπολ ρίχνετε το βούτυρο μαζί με τη ζάχαρη και τα δουλεύετε με ένα μίξερ χειρός, μέχρι να ενωθούν και να γίνουν μια ομοιογενής κρέμα. Τότε αρχίζετε να ρίχνετε ένα ένα τα αυγά, ενώ δε σταματάτε καθόλου τη λειτουργία του μίξερ. 2.Ακολουθούν το γάλα, ο χυμός πορτοκάλι, η κανέλα, τα γαρίφαλα, το νερό από τη βρασμένη δάφνη, τα αμύγδαλα, το κονιάκ, οι βανίλιες, το ανθόνερο. Αρχίζετε να βάζετε και το αλεύρι, το οποίο έχετε αναμίξει με το μπέϊκιν πάουντερ, ενώ παράλληλα δουλεύετε, ώστε τελικά να πάρετε ένα παχύρρευστο χυλό. 3.Αδειάζετε το μείγμα σε βουτυρωμένο ταψί και πασπαλίζετε με σουσάμι. Ψήνετε στο φούρνο στους 180 βαθμούς για 45 – 50 λεπτά.

 

 

20. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΜΕ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΚΑΙ ΡΟΔΙΑ

 

ΥΛΙΚΑ: (για 12 άτομα)
320 γρ. αμύγδαλα αλεσμένα πολύ ψιλά (σαν σκόνη)
300 γρ. ζάχαρη άχνη
5 αυγά (χωριστά τα ασπράδια)
2 πορτοκάλια (βράζονται ολόκληρα και αλέθονται)
4 κουτ. σουπ. σιμιγδάλι
2 κουτ. γλυκ. μπέικιν πάουντερ
3 κουτ. σουπ. μαργαρίνη

 

Για το σιρόπι:
2 φλιτζ. τσαγ. νερό
2 φλιτζ. τσαγ. ζάχαρη

 

Για την κρέμα:
5 φλιτζ. τσαγ. γάλα
6 κουτ. σουπ. κόρν φλάουρ
8 κουτ. σουπ. ζάχαρη
φλούδα λεμονιού
2 αυγά χτυπημένα
1 φλιτζ. τσαγ. ρόδια καθαρισμένα

 

Εκτέλεση:

1.Χτυπάτε τα ασπράδια από τα αυγά σε ένα μεταλλικό μπολ, μέχρι να γίνουν μια αφράτη μαρέγκα. Σε ένα δεύτερο μπολ χτυπάτε το βούτυρο με τη ζάχαρη, μέχρι να ενωθούν μεταξύ τους και να ασπρίσουν. Προσθέτετε στο ίδιο μπολ τα πολτοποιημένα πορτοκάλια, το σιμιγδάλι, τους κρόκους των αυγών χτυπημένους, το μπέικιν πάουντερ και το αμύγδαλο.
2.Δουλεύετε το μείγμα, ώστε να γίνει ομοιογενές.
3.Με μια ξύλινη σπάτουλα και με απαλές κινήσεις ενσωματώνετε τη μαρέγκα στο δεύτερο μείγμα. Αδειάζετε το μείγμα σε ελαφρά βουτυρωμένο ταψί και ψήνετε στους 180 βαθμούς για 45 – 50 λεπτά. Στο διάστημα αυτό ετοιμάζετε το σιρόπι, το οποίο πρέπει να δέσει, μέχρι να έχει τη ρευστότητα του ελαιόλαδου.
4.Μόλις βγει το ταψί από το φούρνο, το περιχύνετε με το κρύο σιρόπι. Ετοιμάζετε και την κρέμα ως εξής: Βράζετε τα τέσσερα φλιτζάνια γάλα, προσθέτετε τη ζάχαρη και τη φλούδα του λεμονιού. Ανακατεύετε να λιώσει η ζάχαρη και ρίχνετε το κόρν φλάουρ, το οποίο έχετε διαλύσει στο ένα φλιτζάνι γάλα που έχετε κρατήσει. Δουλεύετε την κρέμα σιγά σιγά με μια σπάτουλα, μέχρι να αρχίσει να πήζει. Την κατεβάζετε από τη φωτιά, αφαιρείτε τη φλούδα του λεμονιού και την αφήνετε να κρυώσει για 7 – 9 λεπτά.
5.Προσθέτετε τα αυγά χτυπημένα και τα ενσωματώνετε στο μείγμα. 6.Αδειάζετε την κρέμα επάνω από τη βάση της πίτας, στρώνετε με μια σπάτουλα και πασπαλίζετε με τα ρόδια.

 

 

 

 

21. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ από το Κόρθι της Άνδρου
Υλικά
Για το προζύμι
2 φακελάκια μαγιά
1 φλιτζάνι χλιαρό γάλα
λίγο αλεύρι

Για την πίτα
1 πακέτο μαργαρίνη
1 φλιτζανάκι του καφέ λάδι
3 ποτήρια ζάχαρη
8 αυγά
1/2 φλιτζάνι γάλα
ξύσμα από πορτοκάλι, λεμόνι, μανταρίνι φρεσκοκομμένα
λίγο ρακί
1 κουταλιά μαχλέπι κοπανισμένο
1 κιλό αλεύρι για τσουρέκια (κίτρινο)
1 πιάτο βαθύ σταφίδες αλευρωμένες
1 αυγό
αμύγδαλα ασπρισμένα για να γράψουμε το έτος
σουσάμι για το πασπάλισμα
ένα νόμισμα

Εκτέλεση
Φτιάχνουμε το προζύμι, διαλύοντας τη μαγιά στο χλιαρό γάλα και προσθέτοντας λίγο αλεύρι όσο χρειάζεται για να γίνει ένας πηχτός χυλός. Το αφήνουμε να ανεβεί σκεπασμένο, σε ζεστό μέρος για 1 ώρα περίπου.
Εν τω μεταξύ χτυπάμε καλά τη μαργαρίνη, το λάδι και τη ζάχαρη στο μίξερ και ρίχνουμε διαδοχικά: τα αυγά, το ρακί, το ξύσμα των φρούτων, το μαχλέπι, το γάλα και στη συνέχεια το ανεβασμένο προζύμι και τέλος, το αλεύρι λίγο λίγο, μέχρι να γίνει μια ζύμη λίγο πιο σφιχτή από του κέικ.
Το μόνο που χρειάζεται τώρα, πριν ψήσουμε την πίτα, είναι να βάλουμε το μείγμα σε ένα λαδωμένο ταψί, να προσθέσουμε τις σταφίδες και το νόμισμα. Ανάβουμε το φούρνο στους 50 βαθμούς (όχι στο αερόθερμο) και αφήνουμε την πίτα να φουσκώσει για δυο ώρες τουλάχιστον. Όταν «ανεβεί» αρκετά, τραβάμε έξω το ταψί,  αλείφουμε την βασιλόπιτα γρήγορα με χτυπημένο αυγό, πασπαλίζουμε με σουσάμι και γράφουμε το έτος με αμύγδαλα. Μετά ψήνουμε την πίτα στους 180 βαθμούς, για μία ώρα περίπου.  Όταν ροδίσει, δοκιμάζουμε με μαχαίρι αν ψήθηκε και τη σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο στην περίπτωση που χρειάζεται κι άλλο ψήσιμο.

Πηγή: κ. Σκόρδου Αναστασία

 

22. ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΡΙΣΑ

Υλικά
20 φύλλα κρούστας
1 κιλό θρυμματισμένη φέτα σκληρή
1 πακέτο (250γρ.) σταφίδες ξανθές
1 πακέτο (250γρ.) σταφίδες μαύρες
1 πακέτο ξερά σύκα ψιλοκομμένα
300γρ. ζάχαρη λευκή
3 αυγά χτυπημένα
250γρ. βούτηρο γάλακτος ή ελαιόλαδο
κανέλα, σουσάμι

Εκτέλεση
Ανακατεύουμε τη φέτα με τα χτυπημένα αβγά. Ανακατεύουμε σε ένα άλλο μπολ τις σταφίδες, τα σύκα, τη ζάχαρη και την κανέλλα. Λιώνουμε το βούτυρο σε χαμηλή φωτιά. Στο μεγάλο ταψί του φούρνου που έχουμε βουτηρώσει, στρώνουμε 3-4 φύλλα, βουτηρώνουμε με πινέλο, και πασπαλίζουμε με 3-4 κουταλιές της σούπας από το μείγμα της φέτας και 2 κουταλιές από το μείγμα της σταφίδας. Συνεχίζουμε στρώνοντας τα φύλλα ανά δύο και πασπαλίζοντας με τις προαναφερόμενες δόσεις των υλικών.
Πασπαλίζουμε το τελευταίο (επάνω) φύλλο με σουσάμι και ψήνουμε στους 200 βαθμούς την πίτα για μία ώρα (1/2 ώρα πάνω-κάτω και 1/2 ώρα πάνω-κάτω αέρα).

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ! ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ. ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΒΟΥΤΥΡΟ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΙΤΑ ΠΙΟ ΒΑΡΙΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΤΕ ΑΓΝΟ ΠΑΡΘΕΝΟ ΕΛΑΙΟΛΑΛΟ.

 

23.ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ


Υλικά
250γρ. φρέσκο βούτυρο
2 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη
6 αυγά
1 φλιτζάνι τσαγιού γάλα
1/2 κιλό αλεύρι
1 ποτήρι κρασιού κονιάκ
Ξύσμα ενός πορτοκαλιού
λίγη κανέλλα
1 βανίλια
1 κουταλάκι γλυκού μπέικιν πάουντερ

Εκτέλεση
Χτυπάμε το βούτυρο με τη ζάχαρη μέχρι το μείγμα να γίνει λείο. Στη συνέχεια προσθέτουμε ένα ένα τα υπόλοιπα υλικά και ανακατεύουμε μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιόμορφο. Βουτυρώνουμε ένα ταψί, ρίχνουμε μέσα τη βασιλόπιτα, προσθέτουμε το νόμισμα και ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για μία ώρα περίπου.

πηγή: ‘Τηνιακή παραδοσιακή κουζίνα’ της κ. Ζωζεφίνας Δελατόλα