Αρχείο Ετικετών | γαμοπίλαφο

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 8ος Κρήτη)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Να ξαναγυρίσω λοιπόν στην Κρήτη και… τι να πρωτοθυμηθώ!

Ιεράπετρα

 

Την πρώτη φορά την θυμάμαι αμυδρά μιας και ήμουν πολύ μικρή. Για την ακρίβεια μια αυλή με πολλά λουλούδια θυμάμαι μόνο. Από κει και μετά οι φορές που πήγα μπερδεύονται στο μυαλό μου και μόνο όταν συνδυάσω ένα γεγονός με τα πρόσωπα που εμπλέκονται αρχίζω να βγάζω κάποια άκρη αλλά και πάλι όχι με ακρίβεια.

Το πλαίσιο που υπάρχει γύρω απ’ όλα αυτά τα ταξίδια είναι η Κρητική φιλοξενία. Δεν υπήρξε μέρος που να πήγα και να μη με δέχτηκαν σαν συγγενή. Θυμάμαι ακόμα εκείνη την κυρία που είχε το καφενείο σ’ ένα χωριό έξω απ’ τα Χανιά. Παραγγείλαμε 5 καφεδάκια όλα κι όλα. Μας έφερε τα καφεδάκια κι μια πιατελίτσα με κουλουράκια που ακόμα αχνίζανε. Μετά μας έφερε ένα βαθύ μπολ με πορτοκάλια και αφού τα τελειώσαμε κι αυτά μας έφερε ηλιόσπορους. Ήρθε η ώρα να φύγουμε και ζητήσαμε το λογαριασμό. Η τιμή αντιστοιχούσε σε 5 καφεδάκια! «Μα… εμείς φάγαμε τόσα πράγματα…» της είπαμε. Έσκυψε το κεφάλι, έδειξε με το χέρι της το τραπέζι και η ντροπιασμένη φωνή της ίσα που ακούστηκε «Εγώ… απ’ την καλή μου την καρδιά…».  Αυτοί είναι οι κρητικοί. Απ την καλή τους την καρδιά σου δίνουν ότι έχουν και δεν έχουν!!!

Σήμερα θα μιλήσω για ένα καλοκαίρι αρχές της δεκαετίας του 80. Μόλις είχε τελειώσει μια σχέση που είχα και δεν ήμουν στα καλλίτερά μου. Ήθελα επειγόντως να φύγω απ’ την Αθήνα για να ξεχάσω. Αποφάσισα να πάρω το αυτοκίνητο και με προορισμό την Πελοπόννησο να σταματάω όπου μ’ αρέσει. Η ιδέα άρεσε και στις κολλητές μου εκτός από μια. Η μία που ας πούμε ότι την έλεγαν Βάσω είχε φαγωθεί να πάμε Κρήτη. Οι άλλες τρεις δεν θέλαμε γιατί λόγω αυτοκινήτου το κόστος θα ανέβαινε πολύ. Τότε όμως εμφανίστηκε ο από μηχανής θεός και απ’ την καλή του την καρδιά, βρεθήκαμε να έχουμε στην κατοχή μας για όσο θέλαμε ένα κουκλόσπιτο (σε μέγεθος και ομορφιά) δίπλα στη θάλασσα σε κάποιο χωριό κοντά στην Ιεράπετρα. Εκεί γνωρίσαμε την κυρία Καλλιόπη η οποία φρόντιζε το σπίτι και θα φρόντιζε και για το φαγητό μας και όπως αποδείχτηκε και για πολλά άλλα.

Ως συμβαίνει συνήθως αλλιώς τα σχεδιάζεις κι αλλιώς σου προκύπτουν. Βιώνοντας την πρώτη ανατροπή, έχοντας κάνει την Πελοπόννησο Κρήτη, τρεις μόλις μέρες αργότερα μας προέκυψε και η δεύτερη. Χάσαμε την Βάσω!

Ας το πιάσω τώρα απ’ την αρχή. Απ’ την πρώτη μέρα. Φτάσαμε στο σπίτι, τρελαθήκαμε απ’ την χαρά μας και παρ’ όλο που δεν θέλαμε να το αποχωριστούμε είπαμε να βγούμε για φαγητό και πήγαμε στην Ιεράπετρα. Βρήκαμε ένα ταβερνάκι, βρήκαμε κι ένα τραπέζι στο ταβερνάκι και καθίσαμε. Και τότε ακούγεται η φωνή της Βάσως, που τίποτα δεν προμήνυε ακόμη: «Αμάν!!! Τι άντρας είναι αυτός;»

Κοιτάζω εκεί που κοιτούσε και βλέπω σε ένα τραπέζι έναν κύριο γύρω στα 40 με πλούσιο ανακατωμένο γκρίζο μαλλί, να πίνει ελληνικό καφέ και να γράφει. Ωραίος άντρας…για μπαμπάς. Η Βάσω όμως μάλλον δεν είχε προσέξει τη λεπτομέρεια της ηλικίας. Την δεύτερη μέρα τον ξανασυναντήσαμε και φαινόταν σα να μην είχε κουνηθεί απ΄ την θέση του. Έπινε καφέ και έγραφε. Την Τρίτη μέρα αφού πρώτα, για οικονομία, φάγαμε ότι μας έφτιαξε η κυρία Καλλιόπη ξαναπήγαμε Ιεράπετρα γιατί η Βάσω δεν κρατιόταν. Ήταν αποφασισμένη να του μιλήσει. Και του μίλησε. Κι έτσι μείναμε τρεις!!!

Την επόμενη μέρα αραγμένες στην παραλία θάβαμε την Βάσω για την επιπολαιότητα της και τον «σιγά πια τον ωραίο», όταν η Στέλλα τρώει μια μπάλα στο κεφάλι. Ήρθε ο νεαρός κάτοχός της να ζητήσει συγνώμη και πίσω απ’ αυτόν κι ένας φίλος του και μια κοπελιά και βρεθήκαμε το μεσημέρι να τρώμε όλοι μαζί. Σε δυο μέρες χάσαμε την Καίτη. Κι έτσι μείναμε δύο!!!

Πάνω στη βδομάδα λέμε να πάμε στο Ηράκλειο για αλλαγή. Έχουμε καθίσει να πιούμε καφέ στην μεγάλη πλατεία και αφηρημένα χαζεύουμε έναν τύπο που κάνει κόλπα μ’ ένα μικρό ποδηλατάκι και παίζει μ’ ένα πιτσιρίκι. Το αφηρημένα, εκ του αποτελέσματος, πήγαινε μόνο σε μένα. Η Στέλλα σκούπιζε τα σάλια που της έτρεχαν κι εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι. Το κακό στην περίπτωση είναι ότι την Στέλλα δεν την έχασα αλλά παρ’ όλα αυτά… έμεινα μια!!!

Σε δύο μέρες ο τυπάκος είχε μετακομίσει στο σπίτι μας κι εγώ μην αντέχοντας την ηχορύπανση (!), μετά από πρόσκληση της Καλλιόπης πήρα τα μπογαλάκια μου και πήγα να μείνω μαζί της. Τι να έκανα αφού είχαν ανοίξει οι ουρανοί κι έβρεχε γκόμενους;

Η κυρία Καλλιόπη λοιπόν, που της στέλνω την αγάπη μου, ήταν συν πλην 50 χρονών, παντρεμένη και είχε δύο μεγάλους γιους που ζούσαν στην Αθήνα. Ο άντρας της ήταν ναυτικός και στην ουσία ήταν ο συνδετικός κρίκος που μας ένωσε με το σπίτι (που τώρα πια δεν έμενα), μιας και η φίλη και συνάδελφος που μας το δάνεισε ήταν γυναίκα του αδερφού του, επίσης ναυτικού. Η Καλλιόπη λοιπόν έχοντας πάρει τις πληροφορίες της με χαρά μου άνοιξε το σπίτι της και μάλιστα επέμενε να κοιμηθώ στο κρεβάτι της. Με το ζόρι κατάφερα να την πείσω να μείνω στο δωμάτιο των παιδιών της.

Το πρώτο μεσημέρι, γυρνώντας απ’ την θάλασσα βρέθηκα μπροστά σ’ ένα τραπέζι που νόμιζες πως είχε ετοιμαστεί για είκοσι άτομα. Στην κυριολεξία είχε και του πουλιού το γάλα. Και ήταν τότε η πρώτη φορά που δοκίμασα αγκινάρα! Όταν κάθισα στο τραπέζι, εξετάζοντας όλα αυτά που είχε φτιάξει, αμέσως απέρριψα τις αγκινάρες αφού τις σιχαινόμουνα. Φυσικά και δεν θα έτρωγα! Έλα όμως που με το που ήρθε η Καλλιόπη να καθίσει μου λέει, δείχνοντας τις αγκινάρες: «Κοίτα τι σου έχω! Πήγα το πρωί και τις μάζεψα για σένα. Είναι άγριες!». Ξεροκατάπια κι αποδέχτηκα τη μοίρα μου. Θα έτρωγα μια (είπα μέσα μου) και τις άλλες θα τις άφηνα. Έλα όμως που ξετρελάθηκα με τις αγκινάρες και κόντεψα ν’ αφήσω όλα τα άλλα και να φάω μόνον αυτές! Και να σκεφτείς ότι  ήταν ωμές και τους είχε ρίξει  απλώς λάδι και λεμόνι. Τις θυμάμαι ακόμα! Θυμάμαι επίσης από εκείνη τη μέρα ότι, με εναλλαγές φαγητού- καφέ- φαγητού, σηκωθήκαμε απ’ το τραπέζι …νωρίς την άλλη μέρα. Η Καλλιόπη με την υπέροχη κρητική προφορά της μου είπε την ιστορία της ζωής της κι εγώ κρεμόμουν απ τα χείλια της. Μετά της είπα εγώ την δική μου κι έτσι φτάσαμε να πάμε για ύπνο λίγο πριν ξημερώσει.

Από κείνη τη μέρα η Καλλιόπη έγινε η κολλητή μου γι αυτές τις διακοπές. Η σοβαρή κυρία που γνωρίσαμε όταν φτάσαμε είχε μεταλλαχτεί σε τρελιάρικο κοριτσόπουλο. Άσε το χιούμορ της σε συνδυασμό με την προφορά της… αξιολάτρευτη!!! Της άλλαξα και το όνομα και την φώναζα  Ποπίτσα… άλλος άνθρωπος η Καλλιόπη!!! Να πω και για συμπεριφορά; Ό,τι ιδέα και να κατέβασα, μέσα ήταν η Ποπίτσα! Παρατήσαμε το σπίτι και ξαμολυθήκαμε. Όπου είχε συγγενή η Καλλιόπη (που υπ’ όψιν, πολύ της άρεσε που την φώναζα Ποπίτσα), σε βουνά και θάλασσες, τον επισκεφτήκαμε. Μαζί της γνώρισα την πραγματική Κρήτη. Πήγα σε μέρη απάτητα από τουρίστες και γνώρισα αξιολάτρευτους ανθρώπους! Έφαγα φαγητά που δεν θα τα ξεχάσω στη ζωή μου, φτιαγμένα από χέρια που είχαν περισσότερη σιγουριά και δεξιοσύνη κι απ’ αυτά των καλύτερων σεφ. Πήγα σε στάνες και σε ψαροκάικα. Περπάτησα στο βουνό και φύλαξα πρόβατα! Βούτηξα στα βαθιά κι έριξα δίχτυα! Ζύμωσα ψωμί και άνοιξα φύλλο! Και τι δεν έζησα!

Μέσα σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής, σκεφτόμουν συνέχεια  την Ειρήνη κι ένιωθα σα να είχα γυρίσει στον τόπο της μάνας μου! «Να πας στα Χανιά!!!» μου είπε στο τηλέφωνο, «να πας να βρεις την Παρασκευή!!!. Μου έδωσε και οδηγίες για να βρω το σπίτι της Παρασκευής, της παιδικής της φίλης. Η οδηγίες όμως ήταν για τα Χανιά που θυμόταν η Ειρήνη κι όχι για τα Χανιά που ήταν τώρα. Πήγαμε με την Καλλιόπη κι αρχίσαμε να κάνουμε τους δημοσιογράφους. Συνέντευξη τη συνέντευξη  φτάσαμε μπροστά απ’ ένα σπίτι που όμως σε τίποτα δε θύμιζε το χαμόσπιτο που μου είχε περιγράψει η Ειρήνη. Στο  κουδούνι όμως υπήρχε το όνομα  που είχε επικρατήσει απ’ όσα ανακαλύψαμε   μέσω των συνεντεύξεων. Χτυπήσαμε και μας άνοιξε μια γυναίκα στην ηλικία της Καλλιόπης. Ναι Παρασκευή λέγανε τη μάνα της και ήταν στην αυλή!! Μας πήγε στη γιαγιούλα που καθόταν σε μια πολυθρόνα ανάμεσα στα αμέτρητα λουλούδια. Πήγα κοντά της κι άρχισα να της λέω για την Ειρήνη. Νόμισα ότι δεν θυμόταν ή ότι δεν καταλάβαινε γιατί με άκουγε χωρίς να αλλάξει τίποτα στην έκφρασή της, μέχρι τη στιγμή που είδα τα δάκρυα να κυλάνε. «Η Ειρήνη!» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει και μετά άρχισε να κλαίει σα μωρό. Άρχισα να κλαίω κι εγώ, τα ‘μπηξε κι η Καλλιόπη, ακολούθησε κι η κόρη της… χάλια γίναμε! Και μετά σα να έπεσε σύνθημα αρχίσαμε ν’ αγκαλιαζόμαστε και να γελάμε κι όταν πήραμε τηλέφωνο την Ειρήνη και της δώσαμε την φιλενάδα της να μιλήσουν, το ξαναπιάσαμε απ’ την αρχή το κλάμα. Και μετά η Ελένη (η κόρη της Παρασκευής… τι σύμπτωση ε; Οι δυο φιλενάδες είχαν από μια Ελένη!!) μας έφερε καφέδες και η γιαγιά μας είπε του κόσμου της ιστορίες απ’ τα παιδικά της χρόνια με την Ειρήνη και μετά ήρθε ο άντρας της Ελένης και καθίσαμε στο τραπέζι και ακολούθησαν συγγενείς και φίλοι και μέχρι το βράδυ τρεις έφευγαν, πέντε έρχονταν. Ρακή, γέλιο, συγκίνηση, μεζέδες και ξανά ρακή και ξανά γέλιο και ξανά συγκίνηση! Και μετά ούτε λόγος να μας αφήσουν  να πάμε σε ξενοδοχείο. Την άλλη μέρα δε, στήθηκε γλέντι τρικούβερτο με αρνιά, ρακές και λυράρηδες!  Όσοι είχαν έρθει την προηγούμενη μέρα κατά κύματα, ήρθαν όλοι μαζί! Πώς να μην τους λατρέψεις τους Κρητικούς; Πώς;

Χανιά

 

Έφυγα απ τα Χανιά με την ψυχή μου γεμάτη! Γεμάτη απ’ ότι κάνει μια ψυχή ευτυχισμένη. Γεμάτη απ’ την Κρητική ζεστασιά!!

Μετά από τρεις εβδομάδες ξαναμαζευτήκαμε όλες στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι. Τέσσερις φτάσαμε στην Κρήτη, οχτώ ήμασταν στο τραπέζι, πέντε θα παίρναμε το καράβι!

Η Βάσω θα αποχαιρετούσε τον «παππού» για πάντα!

Η Καίτη θα έφευγε αλλά θα ξαναγύριζε να βρει τον Κρητίκαρό της!

Η Στέλλα θα έφευγε μαζί με τον αγαπημένο της και τον γιο του (αφού κι αυτοί Αθήνα έμεναν)

Δεν θα περιγράψω τη στιγμή του αποχωρισμού με την Καλλιόπη…. (ευτυχώς από τότε έχουμε συναντηθεί πάρα πολλές φορές).

Κοιτώντας απ’ το σήμερα το τότε, το αποτέλεσμα αυτών των διακοπών ήταν εντελώς ανατρεπτικό.

Εγώ πήγα για να ξεχάσω και μόλις γύρισα, συνάντησα τον πρώην μου και… αφού τον είχα ξεχάσει, τα ξανάφτιαξα μαζί του γιατί προφανώς τον πέρασα για άλλον!

Η Βάσω που αποχαιρέτησε τον «παππού»για πάντα, είναι ακόμη μαζί του. Παντρεύτηκαν, έκαναν δύο παιδιά και σήμερα ο «παππούς» είναι καλύτερος κι από τότε κι ας πλησιάζει τα 70.

Η Καίτη, πράγματι γύρισε στην Κρήτη (και μάλιστα με μετάθεση), έμεινε εφτά ολόκληρα χρόνια με τον Κρητίκαρό της και ξαναγύρισε στην  Αθήνα όπου μετά από πολλά χρόνια βρήκε τον απόλυτο έρωτα και ζει μαζί του μέχρι σήμερα. Το αστείο; Κι ο απόλυτος Κρητικός είναι!

Η Στέλλα έζησε τον τρελό της έρωτα για τον χωρισμένο πατέρα αλλά της πέρασε πάνω στο τρίμηνο. Όταν η Καίτη μετακόμισε στην Κρήτη η Στέλλα την ακολούθησε με κύριο σκοπό να την βοηθήσει. Εκεί τα έμπλεξε με τον αδερφό του Κρητίκαρου που ήταν εκείνος που της είχε φέρει τη μπάλα στο κεφάλι τότε, κι έγινε, η αιτία να χάσουμε απ την παρέα και την Καίτη. Ήταν γραφτό τελικά η Στέλλα να βοηθήσει την Καίτη και στη δεύτερη μετακόμιση, όταν έφευγε απ’ την Κρήτη μιας και η ίδια ήταν πια μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας. Πέντε παιδιά έχει η Στέλλα σήμερα και ζει ακόμη στην Κρήτη και είναι κι ευτυχισμένη… μην την ματιάσω!

Όσο για μένα… μάλλον θυμήθηκα ότι ο νυν ήταν ο πρώην και… τον ξανάκανα πρώην!!!

Υστερόγραφο: Που να θυμηθώ όλα όσα έχω φάει στην Κρήτη…!!!! Ενδεικτικά αναφέρω:

Σαλάτα με πατάτες και αυγά

1 κιλό πατάτες, 5-6 αυγά, 2 ντομάτες, 1 κρεμμύδι, 2 κουταλιές ψιλοκομμένο μαϊντανό, 1 αγγουράκι, μια χούφτα ελιές, ελαιόλαδο, 2 κουταλιές ξύδι, αλάτι, πιπέρι.

Πλένουμε τις πατάτες και τις βράζουμε (όπως είναι με το φλοιό τους). Βράζουμε και τα αυγά κι αφού κρυώσουν τα καθαρίζουμε, καθαρίζουμε και τις πατάτες και τα κόβουμε όλα φέτες μέσα σε μια λεκάνη. Προσθέτουμε τις ντομάτες κομμένες, το κρεμμύδι ψιλοκομμένο, το μαϊντανό, το αγγούρι επίσης κομμένο και τις ελιές. Ρίχνουμε αλάτι, πιπέρι και το λαδόξυδο χτυπημένο και ανακατεύουμε.

 

Σουπιές με σπανάκι

1 κιλό σουπιές, 1 κιλό σπανάκι, 1 ποτήρι λάδι, 2 κρεμμύδια, 1 κρασοπότηρο λευκό κρασί, λίγο άνηθο, δυόσμο, αλάτι, πιπέρι.

Kαθαρίζουμε τις σουπιές, τσιγαρίζουμε τα κρεμμύδια με το λάδι και προσθέτουμε τον άνηθο και το δυόσμο και στη συνέχεια τις σουπιές σε μικρά κομμάτια. Οταν πάρουν μια βράση σβήνουμε με το κρασί, βάζομε λίγο αλάτι και πιπέρι και 2 ποτήρια νερό και αφήνουμε το φαγητό να μισοψηθεί. Ρίχνουμε και το σπανάκι ψιλοκομμένο και σε 10 λεπτά τα φαγητό είναι έτοιμο.

 

Κουνουπίδι τηγανητό

Κόβουμε το κουνουπίδι και το βράζουμε σε αλατισμένο νερό, αλλά χωρίς να πολυψηθεί. Το στραγγίζουμε και το χωρίζουμε σε μικρά μπουκέτα. Ετοιμάζουμε ένα παχύρρευστο χυλό με 3 αυγά, 1 φλιτζάνι τριμμένο τυρί, λίγο αλάτι, 1 κουταλιά λάδι και λίγο αλεύρι. Καίμε λάδι στο τηγάνι, βουτάμε κάθε κομμάτι κουνουπίδι στο χυλό και το τηγανίζουμε να ροδίσει.

 

Κολοκύθια με τ’ αυγά

Μισό κιλό κολοκύθια, Μισό κιλό ντομάτες, 1 φλιτζάνι λάδι, 1 κρεμμύδι, αλάτι, πιπέρι, 5 αυγά.

Τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι ψιλοκομμένο με το λάδι και τα κολοκύθια κομμένα σε στρογγυλές φέτες. Προσθέτουμε τις ντομάτες, το αλάτι και το πιπέρι και αφήνουμε να ψηθούν καλά. Χτυπάμε τα αυγά και περιχύνουμε μ’ αυτά το μείγμα. Ανακατεύουμε και αφήνουμε λίγο να ψηθούν.

 

Σαρικόπιτες

Ετοιμάζουμε το ζυμάρι με αλεύρι, νερό, αλάτι, λίγο λάδι και λίγη τσικουδιά (ρακί). Ανοίγουμε λεπτό φύλλο και το κόβουμε σε στενόμακρες λουρίδες πλάτους 8-10 εκ. και μήκους 25-30 εκ. Απλώνουμε σ’ όλο το μήκος την ξινή μυζήθρα και κλείνουμε το φύλλο. Αρχίζοντας από τη μια άκρη περιστρέφουμε το κορδόνι, τυλίγοντας το ελικοειδώς. Το σχήμα θυμίζει σαρίκι (παλιό κρητικό κεφαλομάντηλο) και απ’ αυτό πήραν το όνομα τους και οι πίτες. Τις τηγανίζουμε σε αρκετό καυτό ελαιόλαδο και τις σερβίρουμε με μέλι, πετιμέζι ή ζάχαρη.

 

Πίτες σφακιανές

Υλικά για 10 πίτες: 10 κουταλιές της σούπας γεμάτες αλεύρι, 10 κουταλιές της σούπας μυζήθρα, λίγο λάδι, αλάτι, νερό όσο πάρει.

Ζυμώνουμε το αλεύρι με το λάδι, το αλάτι και όσο νερό πάρει για να γίνει μαλακή ζύμη. Τη χωρίζουμε σε 10 κομμάτια και τα ανοίγουμε φύλλα, όσο και ένα πιατάκι του καφέ. Πλάθουμε τη μυζήθρα σε 10 μπαλάκια στο μέγεθος μεγάλου αυγού. Τοποθετούμε τη μυζήθρα στο κέντρο του φύλλου. Τραβάμε το φύλλο γύρω-γύρω για να σκεπαστεί η μυζήθρα. Έτσι θα σχηματιστούν 10 μικρές μπάλες. Τις πιέζουμε ανοίγοντας τις με τον πλάστη για να πάρουν και πάλι το στρογγυλό σχήμα τους, μεγέθους ενός μικρού πιάτου. Τις ψήνουμε σε τηγάνι χωρίς λάδι, γυρίζοντάς τις πολύ συχνά για να μην καούν. Σερβίρονται περιχυμένες με μέλι.

 

Οι παραπάνω συνταγές είναι από το βιβλίο Κρητική Παραδοσιακή Κουζίνα των Μαρία & Νίκος Ψιλάκης.

Εκδόσεις Καρμάνωρ, ISBN 960-7448-06-05

Γαμοπίλαφο

2 κιλά γίδα
1 μικρό κοκκοράκι ελευθέρας βοσκής κομμένο στα δυο
1 κρεμμύδι
2 καρότο
1 φύλλο δάφνης
λίγο θυμάρι
Ρύζι Καρολίνα
χυμό 1 ½ λεμονιού
200-300gr στακοβούτυρο
Αλάτι
Πιπέρι

Βάζουμε τα κρεάτα ολόκληρα, το κρεμμύδι, τα καρότα και το φύλλο δάφνης να σιγοβράζουν και 3-4 ώρες Όταν είναι έτοιμα τα κρέατα (ελέγχουμε κατά διαστήματα και αν χρειάζεται προσθέτουμε νερό) τα τοποθετούμε σε μια πιατέλα, πετάμε τα καρότα και το κρεμμύδι και κρατάμε το ζωμό για το γαμοπίλαφο.
Στη συνέχεια σουρώνουμε το ζωμό (αν είναι πολύ λιπαρός τον αραιώνουμε με λίγο νεράκι) και το βάζουμε να βράσει μαζί με το ρύζι σε δυνατή φωτιά, προσθέτοντας αλάτι και το χυμό λεμονιού 5-8 λεπτά περίπου. Για μια κούπα ρύζι, χρειαζόμαστε τρεις κούπες ζωμό κρέατος. Τέλος, όταν είναι έτοιμο παίρνουμε το στακοβούτυρο και ανακατεύουμε (αν θέλετε έχετε κάψει σε ένα κατσαρολάκι πρώτα το στακοβούτυρο) με αυτό το πιλάφι που έχουμε στην κατσαρόλα και ρίχνουμε το θυμάρι. Το αφήνουμε να σταθεί για 5 λεπτά. Σερβίρουμε το ρύζι και λίγο από τα κρέατα σε ρηχό πιάτο ή αν θέλετε ξεψαχνίζετε τα κρέατα και τα ανακατεύετε μέσα στο πιλάφι.

Χοχλιοί μπουμπουριστοί

• ½ κιλό χοντρούς χοχλιούς
• ½ ποτήρι ελαιόλαδο για τηγάνισμα
• αλάτι
• αλεύρι
• 4-5 κουταλιές ξύδι
• 1 κουταλιά αρισμαρί (δεντρολίβανο)

Τρόπος Παρασκευής

Πλένουμε και καθαρίζουμε τους χοχλιούς με σκέτο νερό χωρίς να τους βράσουμε και βάζουμε τη μούρη (μπροστινό μέρος) τους στο μείγμα από το αλεύρι και το αλάτι. Βάζουμε στο τηγάνι λάδι, τοποθετούμε μέσα τους χοχλιούς αμπούμπουρα (με τη μούρη προς τα κάτω) και στην αρχή τηγανίζουμε σε χαμηλή φωτιά ώστε να βγουν λίγο από το κέλυφος. Μόλις βγουν δυναμώνουμε τη φωτιά και αφού ψηθούν για 5 λεπτά προσθέτουμε το αρισμαρί και σβήνουμε με 4-5 κουταλιές ξύδι.

 

Ντάκος (κρίθινο παξιμάδι) με ντομάτα (κουκουβάγια)

• 1 ντάκο
• 1 ντομάτα ψιλοκομμένη
• 2 κουταλιές ελαιόλαδο
• Αλάτι, πιπέρι
• 2 κουταλιές ξινομυζήθρα ή φέτα τριμμένη

Τρόπος Παρασκευής

Βρέχουμε πολύ ελαφρά τον ντάκο να μαλακώσει λίγο.
Πασπαλίζουμε με ντομάτα, ελαιόλαδο, αλάτι, ρίγανη και, προαιρετικά, με την ξινομυζήθρα ή τη φέτα.

 

 

Ξεροτήγανα Γεραπετρίτικα

Για τη ζύμη:

• 1 κιλό αλεύρι
• 4 κουταλιές λάδι
• 4 κουταλιές πορτοκαλόζουμο
• 2 ποτήρια νερό

Για το σιρόπι:

• 1 ποτήρι ζάχαρη
• 1 ποτήρι μέλι
• 1 ποτήρι νερό σησάμι, κανέλα, αμύγδαλα ή καρύδια για το πασπάλισμα

Τρόπος Παρασκευής

Με τα παραπάνω υλικά ζυμώνουμε σφιχτή ζύμη. Ανοίγουμε πολύ λεπτό φύλλο σε λωρίδες 25 εκ. μήκους και 3 εκ. πλάτους. Βάζουμε σε ένα τσικάλι(κατσαρόλα) λάδι να ζεσταθεί. Όταν κάψει το λάδι τυλίγουμε τη λωρίδα μια-μια χωριστά στα δάχτυλά μας ξεκινώντας από τα 2 δάχτυλα, μετά στα 3 και κατόπιν στα 4 μέχρι να τελειώσει η λωρίδα. Κολλάμε την άκρη της και τη ρίχνουμε στο καυτό λάδι. Με δύο πιρούνια γυρίζουμε τους κολλημένους αυτούς κρίκους, προσπαθώντας να μην χάσουν το στρογγυλό τους σχήμα. Όταν ροδίσει το ξεροτήγανο το βγάζουμε και το βάζουμε πάνω σε απορροφητικό χαρτί να στραγγίσει. Ψήνουμε και τα υπόλοιπα ξεροτήγανα και μετά ετοιμάζουμε το σιρόπι: βράζουμε 5 λεπτά τη ζάχαρη με το νερό και τη κανέλλα και στο τέλος προσθέτουμε το μέλι. Βουτάμε ένα-ένα τα ξεροτήγανα στο καυτό σιρόπι και αμέσως τα ανασύρουμε, τα τοποθετούμε σε πιατέλα και τα πασπαλίζουμε με κανέλα, κοπανισμένα καρύδια ή αμύγδαλα και σησάμι.

Καλλιτσούνια Γεραπετρίτικα

Για τη ζύμη:

• ½ ποτήρι λάδι
• 1 ποτήρι νερό
• 4 κουταλιές τσικουδιά
• 1 κουταλάκι του γλυκού μπέικιν πάουντερ
• 2 κουταλιές ζάχαρη αλεύρι όσο σηκώσει

Γέμιση:

• 1 ½ κιλό μυζήθρα
• ½ ποτήρι ζάχαρη
• 2 αυγά, 1 κουταλιά βούτυρο

Τρόπος Παρασκευής

Ετοιμάζουμε μαλακή ζύμη με τα παραπάνω υλικά και την αφήνουμε να ξεκουραστεί. Ετοιμάζουμε τη γέμιση ανακατεύοντας καλά τη μυζήθρα με τη ζάχαρη, τα αυγά και το βούτυρο. Ανοίγουμε φύλλο πάχους 1,5 εκ. και κόβουμε κομμάτια με το άνοιγμα ενός μεγάλου ποτηριού, ή ενός μικρού πιάτου (εξαρτάται από το πόσο μικρά ή μεγάλα θέλουμε τα καλλιτσούνια). Απλώνουμε πάνω 1 κουταλιά μυζήθρα και τσιμπάμε γύρω-γύρω τη ζύμη με τα δάχτυλά μας. (τον δείκτη και τον αντίχειρα, ώστε να μοιάζουν με λυχναράκια. Τα αλείφουμε με αυγό και τα ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 20-25 λεπτά.

πηγές:

http://www.ierapetra.gr

Οι πρώτες συνταγές είναι από το βιβλίο Κρητική Παραδοσιακή Κουζίνα των Μαρία & Νίκος Ψιλάκης.

Εκδόσεις Καρμάνωρ, ISBN 960-7448-06-05

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 3ος Ικαρία)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Το ταξίδι για την Ικαρία ήταν επεισοδιακό! Κατά πρώτον κούναγε πολύ και φτάσαμε σαν κοτόπουλα. Κατά δεύτερον κουβαλάγαμε βαφτιστικά, καθότι θα γινόμασταν και νονοί. Κατά τρίτον είχαμε και μια κουβερτούλα μαζί μας, διότι εγώ σε καμπίνα δεν έμπαινα και κάπου θα έπρεπε να γείρω  το κορμάκι μου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Αυτήν την κουβερτούλα την ξεχάσαμε στο πλοίο και η μανούλα την κλαίει ακόμη. Κατά τέταρτον το καράβι δεν πλεύριζε και σ’ έπιανε η ψυχή σου να βλέπεις την κούτα με τα βαφτιστικά ή τη λαμπάδα στον εναέριο χώρο μεταξύ καραβιού και βάρκας, τη στιγμή που κι εσύ περίμενες τη σειρά σου για… αποσκάλωση!

Τελικά πατήσαμε στεριά και ήρθε το κατά πέμπτον. Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο (ταξί ήταν ή αυτοκίνητο φίλου? Δεν θυμάμαι. Υπήρχαν ταξί τότε στην Ικαρία?) για να μας πάει στο σπίτι. Αυτό καθόλου δεν μου άρεσε. Το αυτοκίνητο σήμαινε απόσταση και η απόσταση σήμαινε ότι το σπίτι θα ήταν μακριά απ το κέντρο άρα μακριά από τα μαγαζιά και την κίνηση. Πέσανε τ’ αυτιά μου απ’ την απογοήτευση. Ευτυχώς το αυτοκίνητο πήγαινε συνεχώς παραλιακά. Τουλάχιστον, έλεγα μέσα μου, δεν θα είναι μακριά απ’ την θάλασσα. Και δεν ήταν. Κάθε άλλο μάλιστα!!!

Εκεί, στον παραλιακό αυτό δρόμο, μπροστά σ’ ένα πανέμορφο πέτρινο σπίτι τέλειωσε το επεισοδιακό ταξίδι και άρχισαν οι διακοπές. Μα τι σπίτι ήταν αυτό? Όσο προχωρούσα προς τα μέσα τόσο πιο πολύ το ερωτευόμουνα. Περίτεχνη καγκελόπορτα στην είσοδο και μέσα απ την καγκελόπορτα παγκάκι. Δεξιά κι αριστερά λουλούδια και προχωρώντας, σκαλάκια που σε έφταναν σε μια πανέμορφη και μεγαλοπρεπή πόρτα. Μπαίνοντας μέσα ήταν ένας διάδρομος και δεξιά αριστερά δωμάτια που για τις ανάγκες μας είχαν γίνει όλα κρεβατοκάμαρες. Στο τέλος του διαδρόμου ήταν η κουζίνα με την τραπεζαρία. Ένα απίστευτα μεγάλο και φωτεινό δωμάτιο. Περισσότερο φωτεινό κι απ’ την εσωτερική αυλή που υπήρχε μετά απ’ αυτό. Τώρα, η λέξη αυλή δεν είναι και απολύτως σωστή. Σπηλιά θα ήταν πιο σωστή μάλλον μιας και μιλάω για ένα χώρο που σχηματιζόταν από τον τοίχο της τεράστιας κουζινοτραπεζαρίας κι από έναν κοίλο βράχο που την αγκάλιαζε. Το πάνω μέρος του βράχου έγερνε και σχεδόν ακουμπούσε στον δεύτερο όροφο του σπιτιού. Όση ζέστη κι αν έκανε, εκεί είχε πάντα δροσιά. Από φρούτα και λαχανικά δεν βάζαμε τίποτα στο ψυγείο. Όλα μπαίνανε σε πανέρια που βρίσκονταν πάνω σε μια μακρόστενη  χαμηλή ντουλάπα στο βάθος της αυλή. Για μένα η σπηλιά ήταν σαν παρμένη απ’ τη χώρα των θαυμάτων. Η ντουλάπα είχε μέσα… και τι δεν είχε!! Βιβλία, παιχνίδια , παλιά διακοσμητικά… ό,τι χρειαζόταν για να περάσω τρεις μήνες χωρίς να βαρεθώ ούτε στιγμή. Μέχρι ρούχα , παπούτσια και τσάντες που είχαν βαρεθεί οι κόρες της σπιτονοικοκυράς υπήρχαν εκεί μέσα και δεν μιλάμε για κουρέλια γιατί η σπιτονοικοκυρά το φύσαγε το χρήμα. Να δεις γόβες που θα τις ζήλευε κι η Ωνάση, που  λένε! Όσες ώρες δεν ήμουν στην παραλία ήμουν εκεί ντυμένη κυρία της καλή κοινωνίας! Από κάπου, που δεν θυμάμαι, είχα αποχτήσει και μια φιλενάδα. Ήταν λίγο πιο μεγάλη από μένα αλλά τρελαινόταν κι αυτή να φοράει τα μακριά φουστάνια με τις ψηλές γόβες και να παίζουμε τις κουμπάρες. Το μοναδικό μας πρόβλημα ήταν ποια απ’ τις δύο θα ήταν μάνα. Ναι ναι μάνα! Δεν έχω αναφέρει ακόμη ότι αυτό το σπίτι θα το μοιραζόμασταν με το ζευγάρι που είχε το παιδάκι που θα βαφτίζαμε. Αυτό το παιδάκι λοιπόν ήταν μέρος του καθημερινού παιχνιδιού. Το τραβολογάγαμε όλη μέρα το καημένο αλλά κι αυτό άλλο που δεν ήθελε!!

Και ας πάμε τώρα στην παραλία που κι αυτή η λέξη δεν είναι εντελώς σωστή σ’ αυτήν την περίπτωση. Βγαίνοντας λοιπόν απ’ την καγκελόπορτα ήταν ο κεντρικός δρόμος. Περνώντας απέναντι έβρισκες κάτι σκαλάκια που σε κατέβαζαν στην θάλασσα. Εκεί υπήρχαν βράχια που σχημάτιζαν  έναν μικρούλι όρμο. Απ τους τρεις μήνες που μείναμε στην Ικαρία, τους δύο τους πέρασα εκεί μέσα.  Απ το σπίτι και το λιμανάκι μου έβγαινα μόνον όταν με φώναζε η μάνα μου για να φάμε ή όταν  έπρεπε να πάω φαγητό στον πατέρα μου. Αυτό ήταν κάτι που το είχαμε αναλάβει εγώ κι ο αδερφός μου γιατί δεν ήταν και τόσο απλό όσο ίσως ακούγεται. Το σπίτι απείχε απ το κέντρο μία ολόκληρη ώρα αν πήγαινες με τα πόδια. Κι εμείς φυσικά πηγαίναμε με τα πόδια. Όταν ήταν η σειρά μου έβαζα το μωράκι στο καρότσι και πήγαινα. Ούτε που την καταλάβαινα τη διαδρομή κι έπαιρνε κι εκείνο τον αέρα του. Πήγαινα  στο λιμάνι και περίμενα με λαχτάρα τη βάρκα που έστελνε ο πατέρας μου για  να πάρει το φαγητό. Διότι εγώ έδινα το φαγητό και ο βαρκάρης μου έδινε τα λεφτά που μου έστελνε ο πατερούλης μου για παγωτάκι!!

Εκείνο το καλοκαίρι στην Ικαρία ήταν καταπληκτικό. Πάμπολλα  γεγονότα ξεπετάγονται απ τις αναμνήσεις μου… τα βράδια που πηγαίναμε όλοι μαζί στο εστιατόριο και άκουγα τις ιστορίες που έλεγαν οι μεγάλοι, το ταξίδι που έκανα με τη μαμά μου στην Πάτμο και χάσαμε το δρόμο για το δωμάτιο που είχαμε νοικιάσει, τις στρατιωτικές επιδείξεις που γίνανε κάπου έξω απ’ την πόλη και μου έφυγε η ψυχή απ την τρομάρα, την συνάντηση με τις κόρες της σπιτονοικοκυράς που ήρθαν από Αθήνα και τις κοίταγα με ορθάνοιχτα μάτια από θαυμασμό και άλλα πάρα πολλά μικρά και μεγάλα. Σε σχέση με το φαγητό οι αναμνήσεις μου δεν είναι πολλές. Θυμάμαι πολύ καλά τη μαμά μου να φτιάχνει μπριάμ στο τηγάνι, όπως το έλεγε αλλά αυτές ήταν οι μέρες που για μένα και τον αδερφό μου έφτιαχνε μπιφτέκια. Εκείνο το μπριάμι ήταν το σουφικό όπως έμαθα χρόνια μετά απ’ τον  Μαμαλάκη. Δυστυχώς δεν έφαγα ποτέ το αυθεντικό. Αυτό όμως που έφαγα και πολύ μου άρεσε ήταν το γαμοπίλαφο. Παρ’ όλο που δεν ήταν γάμος, το μαγαζί που είχαμε κλείσει για τη βάφτιση, αυτό το φαγητό μας ετοίμασε. Αυτό φάγαμε και απ την σπιτονοικοκυρά όταν μας έκανε το τραπέζι και συνεχίσαμε να το τρώμε και στην Αθήνα γιατί η μανούλα αντέγραψε την συνταγή και μάλιστα την έκανε το ίδιο καλά!

Αυτό που περισσότερο θυμάμαι όμως ήταν ένα γλυκό που έφτιαχνε η μάνα της φιλενάδας μου. «Το φτιάχναμε στην πατρίδα μου» έλεγε «την Πάτμο!» κάνοντας με να πιστεύω πως η Πάτμος ήταν κάπου πολύ μακριά. Τι κι αν πήγα στη Πάτμο; Έμεινε για πάντα στο μυαλό μου, στην ίδια, μακρινή απ’ την Ικαρία, απόσταση. Αυτό το γλυκό εγώ τότε το έλεγα λουκουμάδες. Δεν ήταν λουκουμάδες όμως. Σβίγγοι ήταν. Δεν τους είχα ξαναφάει αλλά τώρα που τους θυμήθηκα γράφοντας για την Ικαρία μου έτρεξαν τα σάλια. Χθες λοιπόν που ήταν Κυριακή αποφάσισα να τους φτιάξω και μάλλον τους πέτυχα γιατί όταν του δοκίμασε η μανούλα μου θυμήθηκε το γλυκό που μας έστελνε η μαμά της Στελλίτσας στην Ικαρία. Η μανούλα θυμήθηκε το γλυκό κι εγώ θυμήθηκα το όνομα της φιλενάδας μου!!! Πολλά φιλιά Στελλίτσα όπου κι αν είσαι. Πολλά φιλιά σε σένα και στην πανέμορφη Ικαρία!!!

ΣΟΥΦΙΚΟ

ΤΟ ΣΟΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΑΡΓΥΡΩΣ

Παραδοσιακη συνταγή από την Ικαρία

λέγεται ότι
‘Χρόνια πριν, μια γυναίκα από τα μέρη τα δικά μας δεν είχε προλάβει να ετοιμάσει φαγητό για τον άνδρα της, ο οποίος είχε γυρίσει κουρασμένος και πεινασμένος από τη δουλειά στα χωράφια. Σκέφτηκε να του κάνει κάτι εύκολο και γρήγορο και κατέβηκε στο κήπο. Έκοψε ό,τι λαχανικό βρήκε μπροστά της και ό,τι μάζεψε, αφού τα καθάρισε και τα έκοψε, τα έβαλε όλα μέσα στο τηγάνι. Αφού ψήθηκε το φαγητό, σκέφτηκε να δοκιμάσει. Καθώς έτρωγε άρχιζε να μονολογεί&: Σου ‘φήκω, δε σου ‘φήκω (να σου αφήσω ή να μην σου αφήσω) και έτσι προέκυψε το σουφικό ‘
Υλικά :
Μελιτζάνες (ή κολοκυθάκια)
Κρεμμύδια
Ντομάτες
Πατάτες
Πιπεριές

Ετοιμασία :
Παίρνουμε ένα βαθύ τηγάνι (ή κατσαρόλα) και βάζουμε μπόλικο λάδι. Το αφήνουμε να ζεσταίνεται σε μέτρια φωτιά. Αφού πλύνουμε καλά όλα τα υλικά τα κόβουμε σε μικρά κομμάτια και τα συγκεντρώνουμε σε μια μεγάλη λεκάνη. Προσθέτουμε αλάτι και όποιο άλλο μυρωδικό (ρίγανη, πιπεράκι κ.α.) θελήσουμε. Τα ρίχνουμε όλα μέσα στο τηγάνι, σε καυτό λάδι και σκεπάζουμε το τηγάνι για 20 30 λεπτά, χαμηλώνοντας προοδευτικά τη φωτιά, μέχρι να ψηθεί το φαγητό.

Σερβίρουμε το φαγητό με δροσερή χωριάτικη σαλάτα, φρέσκο ψωμάκι, φέτα και καλό παραδοσιακό κρασάκι.

http://tastytour.pblogs.gr/2007/05/soyfiko.html

 ΓΑΜΟΠΙΛΑΦΟ ΙΚΑΡΙΑΣ

ΥΛΙΚΑ

1 φλιτζ. τσαγιού ελαιόλαδο
3 μέτρια κρεμμύδια χονδροκομμένα
1 ματσάκι μαιντανό
1/2 κιλό ντομάτες περασμένες από τον μύλο.
2 κ. σ. πελτέ
11/2 κιλό κατσικάκι κομμένο σε μερίδες
2 πράσινες πιπεριές
2 κόκκινες πιπεριές
1 ποτήρι κόκκινο κρασί
Αλάτι
ρίγανη

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

  1. Ρίχνετε λάδι στη κατσαρόλα, μαζί με χοντροκομμένο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο μαϊντανό και ανακατεύετε.
  2. Μόλις τσιγαριστούν το κρεμμύδι με τον μαιντανό, ρίχνετε το κρέας στη κατσαρόλα, ανακατεύετε και σβήνετε με κόκκινο κρασί.
  3. Εν τω μεταξύ τρίβετε τις ντομάτες σε ένα μπολ, Καθαρίζετε και χονδροκόβετε τις κόκκινες και πράσινες πιπεριές.
  4. Στο κρέας που βράζει, προσθέτετε τις πιπεριές και τις ντομάτες που κόψατε προηγουμένως, μαζί με λίγη ρίγανη και αλάτι. Αφού βράσει λίγο, προσθέτετε στη κατσαρόλα τον πελτέ ντομάτας που τον έχετε διαλύσει σ ένα φλιτζάνι ζεστό νερό και ανακατεύετε. Σκεπάζετε τη κατσαρόλα και μισή ώρα προτού ψηθεί, προσθέτετε το αλάτι.
  5. Μόλις το κρέας είναι έτοιμο, το βγάζετε από τη κατσαρόλα με τρυπητή κουτάλα και το τοποθετείτε σε μια πιατέλα.
  6. Σουρώνετε το ζουμί.
  7. Καθαρίζετε τη κατσαρόλα, ρίχνετε μέσα το ζωμό από το κρέας που σουρώσατε και μόλις πάρει μια βράση, προσθέτετε το ρύζι. Αφήνετε να βράσει για περίπου 20 λεπτά και σερβίρετε.

 

 ΣΒΙΓΓΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΜΟ

 ΥΛΙΚΑ

  • ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΥΜΗ
  • 2 ποτήρια αλεύρι
  • 2 ποτήρια νερό
  • 2 κουταλιές βούτυρο
  • 8 αυγά
  • 5 βανίλιες
  • λάδι για τηγάνισμα
  • κανέλα σκόνη
  • ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΡΟΠΙ
  • 2 ποτήρια ζάχαρη
  • 1 ποτήρι νερό
  • 1 ποτήρι μέλι

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

ΣΙΡΟΠΙ
Σε μια κατσαρόλα, ρίχνετε το νερό και την ζάχαρη. Αφήνετε να βράσουν και μόλις είναι έτοιμα προσθέτετε το μέλι και ανακατεύετε μέχρι να λιώσει.

ΣΒΙΓΓΟΙ

Σε κατσαρολίτσα, ρίχνετε το νερό και το βούτυρο. Μόλις βράσει το νερό και λιώσει το βούτυρο, προσθέτετε κατ’ ευθείαν όλο το αλεύρι και ανακατεύετε.

Κατεβάζετε την κατσαρολίτσα από τη φωτιά, αφήνετε το περιεχόμενό του να κρυώσει λίγο και ρίχνετε μέσα τις βανίλιες, ενώ ανακατεύετε συνεχώς.

Στη συνέχεια, ανακατεύοντας διαρκώς, σπάτε μέσα ένα ένα τα αυγά, περιμένοντας πρώτα να απορροφηθεί το καθένα και μετά να ρίξετε το επόμενο.

Επαναλαμβάνετε τη διαδικασία με όλα τα αυγά. Το χτύπημα των αβγών μέσα στη ζύμη γίνεται καλύτερα με μίξερ με τον γάντζο του ζυμώματος. Όταν η ζύμη είναι έτοιμη (Πρέπει να είναι λεία), την αφήνετε για λίγο να ξεκουραστεί.

Σε ένα βαθύ τηγάνι η φριτέζα, ρίχνετε μπόλικο λάδι κατά προτίμηση σπορέλαιο (για να γίνουν οι σβίγκοι πιο ελαφροί). Όταν ζεσταθεί, λαδώνετε τα χέρια σας, παίρνετε μια κουταλιά ζύμη, την πλάθετε σε μπαλάκι, την ισιώνετε ανάμεσα στις παλάμες σας, κάνετε μια τρύπα στη μέση και ρίχνετε τη ζύμη στο ζεστό λάδι (προσέχετε το λάδι να μη σας κάψει πολύ γιατί έτσι θα ανοίξουν στο τηγάνισμα).

Οταν οι σβίγγοι φουσκώσουν ανέβουν στην επιφάνεια και ροδίσουν τους βγάζετε με τρυπητή κουτάλα.

Τοποθετείτε τους σβίγγους σε σουρωτήρι να φύγει το πολύ λάδι και στη συνέχεια βουτάτε έναν έναν στο σιρόπι να μελώσουν.

Σερβίρονται ζεστοί πασπαλισμένοι με κανέλλα.

http://www.gastronomies.gr/recipe.php?recipeid=914