Αρχείο Ετικετών | κακαβιά

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 1ος. Κάλυμνος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για την Κάλυμνο. Χειμώνας ήταν, Χριστούγεννα! Άγρια θάλασσα και πρώτο άκουσμα της φράσης «το καράβι δεν πλευρίζει». Θυμάμαι να με παίρνουν απ’ την αγκαλιά της μάνας μου, να βρίσκομαι σε μια άλλη αγκαλιά πιο σκληρή αλλά ασφαλή, να υπερίπταμαι της άγριας θάλασσας και να προσγειώνομαι σ’ ένα ξύλινο υγρό δάπεδο. Σαν σε όνειρο θυμάμαι να με υποδέχεται μέσα στο καΐκι η ζεστή αγκαλιά του πατέρα μου. Σαν σε όνειρο τα θυμάμαι όλα όσα θυμάμαι απ’ αυτό το ταξίδι. Σκόρπιες εικόνες. Ένα φίλο του πατέρα μου να μου μαθαίνει το « έχω δυο πουλάκια μεσ’ το καλαθάκι… έφυγε το ένα … έφυγε και τ’  άλλο… ήρθε το ένα … ήρθε και τ’  άλλο…»,  το πιάτο με την κακαβιά που φυσικά δεν μου άρεσε,  μια περίεργη… κούκλα που είχα και τους ανάπηρους σφουγγαράδες.

Στην Κάλυμνο ξαναγύρισα κάποιο καλοκαίρι. Ήμουν μεγαλύτερη και αυτά που θυμάμαι, δεν τα θυμάμαι έτσι απλά. Είναι χαραγμένα μέσα μου, αφήνοντας μου την αίσθηση του τραγικού όταν φέρνω στο μυαλό μου αυτό το νησί. Μπορεί στην ιστορία του η σπογγαλιεία να είναι μια χρυσή σελίδα, για τους κατοίκους όμως ήταν μαύρη.  

Θυμάμαι ότι είχαμε πάει σ’ έναν αρραβώνα. Το ένα τρίτο των αντρών που βρίσκονταν εκεί ήταν, λίγο ή πολύ, ανάπηροι και θυμάμαι μια γιαγιά να διηγείται στη μάνα μου την ιστορία της. Ήταν έγκυος όταν έφυγε ο άντρας της τελευταία φορά για τα σφουγγάρια. Εκείνος δεν γύρισε κι  ο αδερφός του γύρισε ανάπηρος.  Και δεν ήταν οι μόνοι. Κι άλλοι πολλοί δεν γύρισαν, κι άλλοι πολλοί γύρισαν ανάπηροι. Σχεδόν κάθε σπίτι είχε και μια τέτοια ιστορία να σου πει.

Θυμάμαι τα συναισθήματα που είχα, όταν μια μέρα είδα να ντύνουν έναν δύτη.  Νόμιζα πως θα σκάσω εγώ, όταν έβλεπα να βιδώνουν πάνω στη στολή το σιδερένιο σκάφανδρο με τα στρογγυλά παραθυράκια. Από ένα μηχάνημα που ήταν πάνω στο καΐκι ξεκίναγε ένας μακρύς κουλουριασμένος σωλήνας που κατέληγε στο σκάφανδρο κι από κει θα έπαιρνε αέρα ο δύτης. Υπήρχε κι ένα σκοινί μακρύ και κουλουριασμένο κι αυτό που κατέληγε στη μέση του δύτη. Μ αυτό έστελνε σήματα στο καΐκι. Ένα τράβηγμα σήμαινε αυτό, δύο τραβήγματα εκείνο, τρία τραβήγματα κάτι άλλο. Μας τα είχαν πει τότε αλλά δεν τα θυμάμαι. Εμένα άλλο μου είχε καρφωθεί στο μυαλό. Αν ο αεροσωλήνας τσάκιζε κάπου, όπως το λάστιχο που ποτίζουμε και δεν έπαιρνε αέρα ο δύτης ? Αν ο δύτης έδινε σήμα να τον ανεβάσουν κι εκείνος που θα έπρεπε να πάρει το σήμα είχε το μυαλό του αλλού τι θα γινόταν? Το είχα πει του πατέρα μου κι είχε γελάσει. Δεν γίνονταν αυτά. Αυτή ήταν η δουλειά αυτών που ήταν πάνω στο καΐκι, μου είχε είπε, να προσέχουν ότι όλα πάνε καλά. Μα τότε γιατί τόσοι θάνατοι και τόσοι χτυπημένοι απ’ την αρρώστια των δυτών? Ήταν άλλοι οι λόγοι είπε, αλλά η γιαγιά το είχε πει καθαρά στη μάνα μου. Τα χρόνια που  βούταγαν χωρίς στολή είχαν λιγότερα ατυχήματα.

Όταν μεγάλωσα το έψαξα περισσότερο και έμαθα τους πραγματικούς λόγους και ήταν αυτοί που σκεφτόταν το παιδικό μυαλό μου αλλά και άλλοι πολύ σοβαρότεροι. Έφταιγε η άγνοια σε σχέση με το πώς πρέπει να χρησιμοποιούν το σκάφανδρο ειδικά όταν ο δύτης ξανάβγαινε στην επιφάνεια και σε άλλες περιπτώσεις έφταιγαν οι καπεταναίοι που απαιτούσαν πολλά απ τους δύτες.

Τίποτα απ’ αυτά όμως δεν έκανε τους Καλύμνιους σφουγγαράδες να μισήσουν τη θάλασσα και τα σφουγγάρια. Αν άκουγες τις γυναίκες να μιλάνε ένιωθες τον πόνο της θάλασσας κι αν άκουγες τους άντρες ένοιωθες τη χαρά! Κι έβλεπες ανθρώπους που τους είχε χτυπήσει η αρρώστια κι έκαναν ακόμα την ίδια δουλειά και μάλιστα με την ίδια αγάπη. Λέγανε πως αν ένας σφουγγαράς βούταγε, και στο βυθό έβλεπε ένα κομμάτι χρυσό κι ένα σφουγγάρι, το σφουγγάρι θα έπαιρνε!

Έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από τότε και σίγουρα έχουν αλλάξει πολλά. Μέχρι και τα σφουγγάρια άλλαξαν. Έγιναν πλαστικά! Όσο για τα  φυσικά… πέρασαν  αρρώστια λέει και πάνε μόλις λίγα χρόνια που έχουν αρχίσει να συνέρχονται. Τώρα εξ’ άλλου, έχουν αρχίσει και να τα καλλιεργούν. Πάντως δύτες υπάρχουν ακόμα, και παρ’ όλη την πρόοδο της τεχνολογίας η νόσος χτυπάει και σήμερα!

Θα ήθελα πολύ να ξαναπάω στην Κάλυμνο και κάποια στιγμή θα το κάνω. Θέλω τώρα που κι εγώ έχω αλλάξει να φάω επιτέλους εκείνη την υπέροχη, όπως έλεγε η μάνα κι ο πατέρας μου, κακαβιά και… ίσως τώρα, αντέξω να δω τον χορό του μηχανικού που μου είχε δημιουργήσει εκείνο το παιδικό τραύμα, όταν είχα πρωτοδεί  ένα γέρο σφουγγαρά να σέρνει πρώτος το χορό τρικλίζοντας με περηφάνια!!!

[kad_youtube url=»https://www.youtube.com/watch?v=SFYKjCMLT4Y&index=1&list=RDSFYKjCMLT4Y» width=400 height=200 ]

 

ΚΑΚΑΒΙΑ

Υλικά  

 Υλικά για 4 άτομα
1 κιλό διάφορα ψάρια (σκορπίνα, χάνο, πέρκα, λύχνο)
1 κρεμμύδι

1/2 φλιτζάνι τσαγιού ξύδι
½ φλιτζάνι τσαγιού λάδι
½ λίτρο νερό
Αλάτι,πιπέρι

Εκτέλεση

  1. Ψιλοκόβετε το κρεμμύδι. Βάζετε λίγο λάδι σε μια κατσαρόλα, ρίχνετε το κρεμμύδι που ψιλοκόψατε και το σοτάρετε ελαφρά.
  2. Προσθέτετε λίγο φρέσκο πιπέρι, ανακατεύετε και όταν μαραθεί λίγο το κρεμμύδι, ρίχνετε το ξύδι. Αφήνετε να πάρουν μια βράση και ανακατεύετε. Στο στάδιο αυτό αρχίζει να δένει το λάδι με το ξύδι και γίνετε ο ζωμός γαλακτώδης. Προσθέτετε μισό λίτρο νερό και δυναμώνετε λίγο τη φωτιά.
  3.  Μόλις βράσει το περιεχόμενο της κατσαρόλας, χαμηλώνετε τη φωτιά και αρχίζετε να ρίχνετε μέσα τα ψάρια, από τα πιο σκληρά στα πιο μαλακά (σκορπίνες, λύχνους, πέρκα, χάνους). Συμπληρώνετε με λίγο νερό αν χρειάζεται, ίσα ίσα να σκεπαστούν, ρίχνετε λίγο αλάτι και μισοσκεπάζετε τη κατσαρόλα με το καπάκι της για περίπου 10 λεπτά. 
  4. Όταν ο ζωμός αρχίσει να πήζει , σβήνετε τη φωτιά, βγάζετε ένα ένα τα ψάρια και τα ακουμπάτε σε μια πιατέλα. Σερβίρετε το ζωμό σε βαθιά πιάτα ρίχνοντας μέσα στο καθένα ένα παξιμαδάκι .

 

*Η πιο κοντινή, σ’ αυτό που θυμάμαι, συνταγή ήταν αυτή απο το «μπουκιά και συγχώριο» του Ηλία Μαμαλάκη