Αρχείο Ετικετών | καρυδόπιτα

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 7ος Σαντορίνη-Νάξος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

 

«Όσοι αγάπησαν τη Σαντορίνη, την αγάπησαν για πάντα. Οι ντόπιοι λένε ότι έχει μια καρδιά που χτυπά δυνατά και δονεί τα βουνά, το έδαφος, τη θάλασσα. Κι η καρδιά των ανθρώπων ή συντονίζεται με τη δική της – και μένουν – ή δεν τη συναντά ποτέ – και φεύγουν τρέχοντας!»

Σε μένα συνέβη το δεύτερο. Η σχέση μας δεν πήγε καλά απ’ το πρώτο βλέμμα που ανταλλάξαμε. Αυτό το νησί δεν ταίριαξε με την ψυχοσύνθεσή μου.. Την πρώτη φορά που πήγα έμεινα (αναγκαστικά) δεκαπέντε μέρες, έκανα ένα μπάνιο μόνο, και διάβασα πολύ Λούκυ Λουκ ,πολύ Περλ Μπακ και πολύ Σαντορίνη. Η πιο έντονη δραστηριότητα που είχα ήταν να πηγαίνω κάθε μέρα να αγοράσω ψωμί και να φάω ένα παγωτό. Σ’ αυτή τη διαδρομή γνώρισα το Λευτεράκη. Ο Λευτεράκης εξωτερικά φαινόταν πάνω από 25 χρονών αλλά το μυαλό του, που ακολουθούσε αργά το μεγάλωμά του, δεν πρέπει να έφτανε τα 10. Όταν με πρωτοείδε, με πλησίασε και πολύ απλά μου είπε: «Γεια σου! Θες να γίνουμε φίλοι;» και γίναμε! Κάθε μέρα με περίμενε να φάμε το παγωτό μας παρέα. Εξ αιτίας του Λευτεράκη διάβασα τα πάντα για την Σαντορίνη για να μπορώ να απαντάω στις ερωτήσεις του και να βλέπω το γαλάζιο βλέμμα του να κολυμπάει στη θάλασσα όση ώρα του μιλούσα. Καθισμένοι σε ένα πεζουλάκι και πού δεν πήγαμε!!! Στην Οία, στο Ημεροβίγλι, στην Περίσσα, στο Καμάρι… περάσαμε ώρες πάνω στο ηφαίστειο και στους αρχαιολογικούς χώρους φτάνοντας μέχρι τα βάθη του παρελθόντος. Μέχρι να φύγει ο Λευτεράκης την είχα αγαπήσει τη Σαντορίνη. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που χαρακτήρισε τη σχέση μας θα μπορούσε να είναι η φράση «Σ’ αγαπώ αλλά… δεν ταιριάζουμε!!»

Στο όνομα αυτής της αγάπης, όταν μετά από χρόνια η παρέα είπε για διακοπές στην Σαντορίνη δεν έφερα καμία αντίρρηση. Ήθελα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στη σχέση μας. Αυτήν τη φορά την έζησα τη Σαντορίνη πραγματικά. Πήγα παντού και είδα τα πάντα! Μέχρι και φάβα έφαγα. Δεν άλλαξε τίποτα όμως! «Η καρδιά μου δεν συντονίστηκε με τη δική της» ! Άσχετα όμως απ’ αυτό η αγάπη και ο θαυμασμός μένουν κι ας μην μπορούμε να ζήσουμε μαζί! Θα είχα χάσει κάτι πολύ σπουδαίο αν δεν την είχα δει, γιατί δεν είναι απλά ένας τόπος. Είναι εμπειρία!

Γυρνώντας πίσω στην πρώτη φορά θυμάμαι ότι μετά από δεκαπέντε μέρες έπρεπε να φύγουμε για Νάξο. Και μόνο η ιδέα της μετακίνησης μου είχε δώσει μεγάλη χαρά. Όταν δε, έφτασα στη Νάξο έβλεπα τις καλαμιές σαν έλατα. Μέχρι που θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω σαν καταπράσινο νησί!! Στη Νάξο έμελλε να περάσω καταπληκτικά και αυτό να το οφείλω σε μια βιονική γιαγιά  με το όνομα Ευρυδίκη. Πρέπει να υπήρξε ωραία στα νιάτα της αφού και τότε, που σίγουρα ήταν πολύ πάνω από τα εβδομήντα, μπορούσες να την πεις όμορφη. Όμορφη και εντυπωσιακή. Ψηλή, λεπτή με άσπρα μαλλιά κομμένα καρέ.   Όλη  μέρα τραγούδαγε, γέλαγε, μαγείρευε, ζωγράφιζε, έγραφε και απομονωνόταν. Μπάνια δεν έκανε το καλοκαίρι γιατί οι παραλίες είχαν πολύ κόσμο. Τα έκανε το χειμώνα! Η γιαγιά αυτή ήταν δασκάλα και είχε διδάξει μόνο σε σχολεία του εξωτερικού, έχοντας γυρίσει κι εγώ δεν ξέρω πόσα κράτη. Δεν είχε παντρευτεί γιατί θεωρούσε τον γάμο «τροχοπέδη»,αλλά είχε μετανιώσει που δεν είχε κάνει παιδί. Κι αφού το έλεγε αυτό, μετά το ξανασκεφτόταν και σου έλεγε «μπααα, ούτε για μάνα έκανα. Σαν σακίδιο θα το έσερνα το καημένο από δω κι από κει». Έτυχε μ’ αυτή τη γυναίκα να νοικιάσουμε δωμάτια στο ίδιο σπίτι. Αν με άφηναν να κάνω ό,τι θέλω, νομίζω πως δεν θα έφευγα λεπτό από κοντά της. Μ’ άρεσε να την βλέπω να γράφει με τα μικροσκοπικά γυαλάκια της στην άκρη της μύτης ή να την βλέπω να ζωγραφίζει ή να μαγειρεύει. Νόμιζες πως τα χέρια της μπορούσαν να κάνουν τα πάντα και να τα κάνουν τέλεια. Ακόμα κι όταν ντυνόταν να βγει έξω δεν χόρταινα να την κοιτάζω να μετατρέπει ένα απλό φορεματάκι, σε κομμάτι υψηλής ραπτικής, απλά και μόνο με ένα αξεσουάρ που ίσως το φορούσε με τρόπο που καμιά μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί. Μου άρεσε ακόμη και το πώς μας απέφευγε όταν ήθελε να μείνει μόνη. Κι όταν πάλι ήθελε παρέα είχε έναν τόσο χαριτωμένο  τρόπο να σε ξαναπλησιάζει. Και πλησίαζε τους πάντες. Την έβλεπες να κάνει τόσο καλή παρέα με ανθρώπους διαφορετικής μόρφωσης και νοοτροπίας. Ταίριαζε με τη δικηγορίνα ας πούμε, την συγκάτοικό μας και τον άντρα της τον γιατρό όσο ταίριαζε με τη μάνα μου που ήταν του δημοτικού και με μένα που οι ηλικίες μας απείχαν πολλές δεκαετίες. Πολλές φορές με έπαιρνε μαζί της όταν έβγαινε απ’ το σπίτι για να ζωγραφίσει ή όταν έπαιρνε τον καφέ της και πήγαινε να τον πιει στην παραλία ή όταν πήγαινε σε χωριά και συζητούσε στα καφενεία με τους παππούδες. Και τότε ήταν που δεν την χόρταινα με τίποτα. Την έβλεπα να σημειώνει στο μπλοκάκι της τις απαντήσεις τους και ήθελα κι εγώ να έχω ένα μπλοκάκι  και να γράφω κάτι… τόσο σοβαρό! Δε νομίζω να έχω νιώσει τόσο θαυμασμό για άλλον άνθρωπο στη ζωή μου μέχρι σήμερα. Η ηλικία της και το παρελθόν της έδειχναν ότι ήταν ένα πολύ ξεχωριστό άτομο. Το ‘νιωθες πως είχε πολεμήσει σε πολλές μάχες στη ζωή της και είχε βγει απ’ όλες νικήτρια.

Αυτή η κυρία λοιπόν δεν έτρωγε ποτέ έξω με εξαίρεση κάποιες φορές που την καλούσαμε εμείς πολύ πιεστικά. Κάθε μέρα στις 11  έμπαινε στην κοινή κουζίνα που χρησιμοποιούσαμε όλοι και το μεσημέρι στο τραπέζι υπήρχε κι ένα πιάτο, απ’ ό,τι είχε φτιάξει, για  το παιδί. Το παιδί ήμουν εγώ και πάντα έτρωγα το δικό της φαγητό γιατί το ξένο είναι πιο νόστιμο και γιατί αυτά που μαγείρευε δεν έμοιαζαν με τα φαγητά της μαμάς μου, ειδικά στο τρόπο σερβιρίσματος. Όταν αργότερα γύριζαν η δικηγορίνα με το γιατρό έτρωγαν κι αυτοί ένα πιατάκι για να το δοκιμάσουν και άρχιζαν τις ερωτήσεις. Τότε μαγευόμουν απ’ τον τρόπο που περιέγραφε τη συνταγή. Το που την πρωτόφαγε, με ποιον ήταν, τι της έχει αλλάξει, γιατί δεν έβρισκε το ίδιο υλικό στην Ελλάδα, τι κάνει το κάθε υλικό στον οργανισμό κι ένα σωρό άλλα. Πολλές φορές, προτιμούσα να χάσω χρόνο απ’ το μπάνιο για να γυρίσω και να είμαι δίπλα της όση ώρα θα μαγείρευε. Είχε κάτι καλλιτεχνικό και σ’  αυτό. Όπως πρόσθετε πινελιές όταν ζωγράφιζε, έτσι πρόσθετε τα υλικά όταν μαγείρευε και με τον ίδιο τρόπο έβαζε το φαγητό στο πιάτο. Από τα χέρια της έφαγα όλα τα παραδοσιακά φαγητά της Νάξου, γιατί οι συνταγές ήταν κομμάτι των εθίμων που συνέλεγε, αλλά και φαγητά που προέρχονταν από άλλες χώρες. Όπως άκουσα και τραγούδια απ’ άλλες χώρες, που τα σιγοτραγουδούσε όλη μέρα κάνοντας παύσεις για να εξηγήσει σ’ αυτόν που ήταν δίπλα της, τα λόγια.

Ήταν τελευταίες μέρες του Αυγούστου όταν μας ανακοίνωσε ότι θα φύγει. Το σπίτι είχε ήδη αδειάσει απ’ τους υπόλοιπους και είχαμε μείνει μόνον εμείς κι εκείνη. Χάρισε ό,τι είχε ζωγραφίσει  στην σπιτονοικοκυρά, ένα πλεχτό σάλι που μοσχοβόλαγε στη μαμά μου και σε μένα έδωσε ένα μικρό ασημένιο κουτάκι να βάζω, είπε, το κλειδί απ’ το ημερολόγιό μου. Δεν φάνηκε να θέλει να ξανασυναντηθούμε αν και είπε ότι ίσως συμβεί αυτό κάποια μέρα, «Που ξέρεις! Το μέλλον είναι σκοτεινό κι αβέβαιο!». Εγώ όμως της έδωσα, σχεδόν με το ζόρι, το τηλέφωνό μας και είπε ότι θα μας πάρει. Όταν έφυγε νόμισα πως έπεσε σκιά στη Νάξο και το σπίτι έμοιαζε έρημο. Ευτυχώς που σε λίγες μέρες άνοιγαν τα σχολεία κι έπρεπε να φύγουμε κι εμείς.

Γυρίζοντας στην Αθήνα αγόρασα ημερολόγιο μιας και ήταν βασική προϋπόθεση για να έχω κλειδί και επειδή πίστευα ότι αυτό ήθελε να μου πει δίνοντας μου το κουτάκι. Το αστείο ήταν πως έβαζα το κλειδί στο κουτάκι και κουβαλούσα το ημερολόγιο μαζί μου. Στα μέσα του χειμώνα κι ενώ ακόμα ήμουν υπό την επήρεια της γνωριμίας μου με την Ευρυδίκη, με πήρε τηλέφωνο. Θα ερχόταν στην Αθήνα και ήθελε να με δει. Να μην πω για την χαρά μου!  Ήρθε και με βρήκε στην Πλάκα που ήταν το σχολείο μου. Πήγαμε για φαγητό, βόλτα και  καφέ. Πέντε ώρες ασταμάτητης συζήτησης. Έφυγα, λες πάνω σε συννεφάκι, έχοντας πάρει πάλι τη δόση μου από κουλτούρα, φεμινισμό στην πράξη και περηφάνια. Στα επόμενα τρία χρόνια δεν είχα κανένα νέο της. Την σκεφτόμουν συχνά και μπορώ να πω πως ανησυχούσα κιόλας. Όμως μια μέρα, ξαφνικά, ξαναεμφανίστηκε. Θα έμενε στην Αθήνα για έναν ολόκληρο χρόνο. Χάρηκα πάρα πολύ φυσικά και όποτε με έπαιρνε τηλέφωνο πήγαινα στο ξενοδοχείο που έμενε και περνούσα μαζί της πολλές ώρες. Όταν το ξενοδοχείο έγινε νοσοκομείο έμαθα και το λόγο που είχε έρθει στην Αθήνα. Τελικά δεν έμεινε ένα χρόνο όπως είχε υποσχεθεί. Έφυγε για την Αμερική γιατί εκεί «θα μπορούσε να βοηθηθεί περισσότερο στο θέμα της υγείας της». Στην πραγματικότητα δεν ξέρω καν αν έφυγε για την Αμερική ή απλά για την πατρίδα της που ποτέ δεν έμαθα ποια ήταν. Ήταν πολλά τα πράγματα που δεν έμαθα γι αυτήν. Με ένα δικό της, πανέμορφο τρόπο, γλιστρούσε και ξέφευγε όταν δεν ήθελε να απαντήσει.  Ώρες ώρες πιστεύω ότι ίσως τελικά δεν ήξερα ούτε το πραγματικό της όνομα. Πολλές φορές ψάχνω σε βιβλία που έχουν σχέση με μαγειρική και παράδοση να ανακαλύψω κάτι απ’ το ύφος ή τις λέξεις που χρησιμοποιούσε αλλά, ίσως, εκείνο το βιβλίο να μην θέλησε ή να μην πρόλαβε τελικά να το εκδώσει. Δεν έμαθα ποτέ τίποτ’ άλλο για κείνη αλλά όπως και να ‘χει, είμαι σίγουρη πως όπου κι αν είναι θα έχει βρει τρόπο να τραγουδάει, να γράφει, να μαγειρεύει και να ζωγραφίζει… τουλάχιστον!

 

Επειδή δεν θυμόμουν τα υλικά και τα ονόματα των φαγητών που είχα φάει από εκείνη πήρα ένα μπλοκάκι και σημείωσα ό,τι θυμόταν η μαμά μου και   ό,τι μου είπαν κάποιοι Ναξιώτες συνάδελφοι. Εξ άλλου ήταν μοναδική ευκαιρία να γράψω κι εγώ κάτι τόσο σοβαρό σ’ ένα μπλοκάκι… αφιερωμένο στην Ευρυδίκη!

 

Μοσχάρι καλόγερος

Το μοσχάρι καλόγερος  είναι παραδοσιακή συνταγή από τη Νάξο που οφείλει, μάλλον, το όνομα της στην εμφάνιση του φαγητού.
Υλικά

  • 4 φέτες μοσχάρι κιλότο ή στρογγυλό

    φωτο απο syntagespareas.gr

  • 2 μεγάλες μελιτζάνες (φλάσκες)
  • 1 μεγάλη ντομάτα
  • 4 φέτες 1/2 εκ. πάχους φέτα ή ξυνομυζύθρα
  • 4 φέτες 1/2 εκ. πάχους γραβιέρα Νάξου (ή άλλη γραβιέρα ή ένταμ)
  • 2 κρεμμύδια
  • 1 κουτί κονκασέ η ψιλοκομμένες φρέσκες ντομάτες
  • ελαιόλαδο
  • 3 κουταλιές πελτέ ντομάτας
  • 1 ποτήρι κόκκινο κρασί
  • 1 πρέζα ζάχαρη
  • 2 φύλλα δάφνης
  • ελάχιστη κανέλα τριμμένη
  • αλάτι, πιπέρι

Εκτέλεση

  • Κόβουμε κατά μήκος στα 2 τις μελιτζάνες, όπως και για τα παπουτσάκια και αφαιρούμε και ένα κομμάτι φλούδας από το πίσω μέρος για να στέκεται καλά στο ταψί.
  • Χαράσσουμε μπρος και πίσω την ψίχα στις μελιτζάνες ,τις τηγανίζουμε και τις αφήνουμε σε απορροφητικό χαρτί.
  • Ψιλοκόβουμε τα δύο κρεμμύδια και τα τσιγαρίζουμε μέχρι να ροδοκοκκινίσουν.
  • Προσθέτουμε στο κρεμμύδι τις φέτες απ’ το κρέας να τσιγαριστούν κι αυτές λίγο
  • Σβήνουμε με το κρασί και αφήνουμε να πάρει μια βράση
  • Προσθέτουμε την ψιλοκομμένη ντομάτα και τις 3 κουταλιές πελτέ
  • Ρίχνουμε τη ζάχαρη, αλάτι, πιπέρι, φύλλα δάφνης
  • Όταν γίνει το κρέας αρχίζουμε να στήνουμε το φαγητό
  • Βάζουμε στο ταψί τις μελιτζάνες και τοποθετούμε πάνω στην κάθε μια: φέτα κρέατος, φέτα ξινομυζήθρας, φέτα ντομάτας, φέτα γραβιέρας
  • Πάνω στην γραβιέρα ρίχνουμε λίγη τριμμένη κανελίτσα
  • Βάζουμε στο φούρνο για 10 λεπτά ή μέχρι να λιώσει η γραβιέρα και να σκεπάσει τα υπόλοιπα υλικά

Κατσικάκι νησιώτικο

Υλικά

  • 2 1/2 κιλά κατσίκι κομμένο σε μερίδες
  • 1 φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • 2 κρεμμύδια ψιλοκομμένα
  • 1 κρεμμύδι ολόκληρο
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • 3 φρέσκιες ντομάτες ψιλοκομμένες
  • 1 κουταλιά σούπας πελτέ ντομάτας
  • 1 ποτήρι κόκκινο κρασί
  • 4 φύλλα δάφνη
  • 2 ξύλα κανέλας
  • Αλάτι Πιπέρι
  • 1 κιλό μακαρόνια

Εκτέλεση

  • Πλένουμε το κατσικάκι και το βάζουμε σε μια κατσαρόλα με νερό  να πάρει μερικές βράσεις.
  • Το ξαφρίζουμε και ρίχνουμε το ολόκληρο κρεμμύδι και μία πρέζα αλάτι και συνεχίζουμε το βράσιμο.
  • Μετά από τρία τέταρτα περίπου, το βγάζουμε και σουρώνουμε το ζουμί, και το κρατάμε.
  • Σε άλλη κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι με το σκόρδο.
  • Μόλις ξανθύνει ελαφρά προσθέτουμε και το κρέας να τσιγαριστεί.
  • Σβήνουμε με το κρασί και προσθέτουμε την ψιλοκομμένη ντομάτα, τον πελτέ διαλυμένο σε ζεστό νερό, τη δάφνη, την κανέλα, αλάτι και πιπέρι.
  • Μαγειρεύουμε το φαγητο μέχρι να μαλακώσει.
  • Όταν είναι έτοιμο αφήνουμε τη σάλτσα να δέσει. Στην κατσαρόλα που είχαμε βράσει το κρέας ξαναβάζουμε το ζουμί και βράζουμε μέσα τα μακαρόνια.

πηγή: greekmasa.gr

Ντοματοκεφτέδες Σαντορίνης

Συστατικά

  • 3 μεγάλες ντομάτες γινωμένες (ή ντοματάκια Σαντορίνης)
  • 1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 1 φλ. αλεύρι
  • 1 κ.γ. μπέικιν πάουντερ
  • 1 κ.γ. ρίγανη ή δυόσμο
  • λίγο λάδι για το τηγάνι
  • αλάτι, πιπέρι

 

Οδηγίες

  1. Κόβουμε τις ντομάτες στη μέση. Αφαιρούμε τους σπόρους και τις κόβουμε πολύ μικρά κομματάκια στον τρίφτη. Αδειάζουμε το μίγμα από τις ντομάτες σε ένα ψιλό τρυπητό και το αφήνουμε να στραγγίξει τα υγρά για μια ώρα.
  2. Αδειάζουμε τις ντομάτες σε ένα μπολ μαζί με τα υπόλοιπα υλικά και ανακατεύουμε. Το μίγμα πρέπει να είναι πηχτό. Αν όχι, προσθέτουμε λίγο αλεύρι ακόμα. Δεν βάζουμε λάδι.
  3. Ρίχνουμε το λάδι σε βαθύ αντικολλητικό τηγάνι έως ότου να ζεσταθεί πολύ καλά. Παίρνουμε κουταλιά κουταλιά το μίγμα και το ρίχνουμε στο καυτό λάδι. Τηγανίζουμε ώσπου να ροδοκοκκινήσουν και σερβίρουμε αμέσως.

http://www.sintagespareas.gr/sintages/ntomatokeftedes.html#ixzz1LYtfP300

 

Καρυδόπιτα Νάξου (Μελαχρινή) – Συνταγή

Από Kοnstantino Zeus,

 

Θα χρειαστείτε:

  • 10 αβγά
  • 2 φλιτζάνια ζάχαρη
  • 2 φλιτζάνια καρύδια χονδροκοπανισμένα
  • 2 φλιτζάνι γαλέτα τριμμένη
  • 1 κ. γλυκού κανέλα
  • 1 κ. γλυκού γαρίφαλο κοπανισμένο
  • 1 ποτηράκι κρασιού λικέρ κίτρο
  • Κομματάκια γλυκού κίτρου για στόλισμα.

Για το σιρόπι:

  • 4 φλιτζάνια ζάχαρη
  • 2 φλιτζάνια νερό 2 φλούδες απο λεμόνι

Εκτέλεση:

  • Χωρίζετε τις κρόκους από τα ασπράδια.
  • Χτυπάτε τους κρόκους με τη ζάχαρη μέχρι να διαλυθεί η ζάχαρη.
  • Χτυπάτε τα ασπράδια σε μαρέγκα
  • Ρίχνετε τη μαρέγκα μέσα στους κρόκους χτυπώντας συνέχεια.
  • Ρίχνετε στο μείγμα εναλλάξ τη γαλέτα και τα καρύδια ,τη κανέλα, τα γαρύφαλλα και το λικέρ μέχρι να τελειώσουν τα υλικά.
  • Λαδώνετε ένα ταψί και ρίχνετε από πάνω το μείγμα. Ψήνετε στους 180 ο μέχρι να ροδίσει η επιφάνεια. Ελέγχετε αν έχει ψηθεί βυθίζοντας ένα μαχαίρι στη ζύμη. Πρέπει να βγει καθαρό ,χωρίς υπολείμματα από τη ζύμη.
  • Εν τω μεταξύ φτιάχνετε το σιρόπι. Σε μία κατσαρόλα βάζετε το νερό και τη ζάχαρη. Ρίχνετε και τις φλούδες μέσα και το αφήνετε να βράσει μέχρι να αρχίσει να “δένει”. Αποσύρετε από τη φωτιά.
  • Όταν ψηθεί η μελαχρινή την βγάζετε από το φούρνο και την αφήνετε μισή ώρα να χλιαρέψει. Τη χαράζετε σε κομμάτια και από πάνω ρίχνετε σιγά σιγά το σιρόπι. Την αφήνετε τουλάχιστον μία ώρα να ησυχάσει πριν τη σερβίρετε.