Αρχείο Ετικετών | κατσικάκι

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 12ος Αίγινα)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Αίγινα! Για κάποιους ήταν φυλακή αλλά για μένα υπήρξε πάντα τόπος ελευθερίας…κοπάνας! Η ιστορία της γνωριμίας μας ξεκινάει απ’ την κουζίνα του σπιτιού μου. Η μανούλα μου φτιάχνει λουκουμάδες κι εγώ στέκομαι από πίσω της παρακολουθώντας τη διαδικασία. Μια σταγόνα λάδι πηδάει απ’ το κατσαρολάκι που τηγανίζονταν οι λουκουμάδες, περνάει πάνω απ’ τη μανούλα και κάνει προσγείωση μέσα στο μάτι μου!

Τρεις μέρες έμεινα στο νοσοκομείο. Το τηγανισμένο μου μάτι έκανε καιρό να συνέλθει αλλά ευτυχώς δεν του έμεινε καμία βλάβη. Αν ήταν από νερό αυτή η βραστή σταγόνα, είχε πει τότε ο γιατρός, το μάτι θα παρέμενε τηγανισμένο για πάντα. Στην όλη προσπάθεια της αποθεραπείας του ματιού μου έπαιρνε ενεργό μέρος κι η Ειρήνη, με προσευχές και τάματα στον Αγ Νεκτάριο.

«Άγιε μου Νεκτάριε κάνε το καλά το ματάκι του παιδιού μου κι εγώ θα σου φέρω ένα χρυσό μάτι!».

Το μάτι έγινε καλά και με το που έφτιαξε ο καιρός, πήγε η καημένη η Ειρήνη, τα ακούμπησε κανονικά κι αγόρασε μια χρυσή πλακέτα με ένα ανάγλυφο μάτι. Τι να της λέει η μάνα μου «Βρε Ειρήνη είναι πολλά τα λεφτά. Πάρε ένα ασημένιο», ανένδοτη η Ειρήνη: «Χρυσό του έταξα, χρυσό θα του πάρω!» κι ας ήταν όλες οι οικονομίες της.

Έτσι ένα πρωί, με τα κεφτεδάκια μας, τις ντοματούλες και τα αγγουράκια μας, ξεκινήσαμε οι δύο μας για την Αίγινα.

Για μένα ήταν η πρώτη κοπάνα απ τη μανούλα αλλά νομίζω πως και για την Ειρήνη ήταν μια κοπάνα … απ’ την πραγματικότητα.

«Κόρη σας το κοριτσάκι;»

«Ναι ναι κόρη μου!»

Άσχετο αν μας άκουγαν να τη φωνάζω Γιγίνη μου κι όχι μαμά. Εκείνη έλεγε το «κόρη μου» και φούσκωνε από περηφάνια!

Με την Ειρήνη και τη μανούλα μαζί πήγαμε πολλές φορές στην Αίγινα και στον Αγ. Νεκτάριο. Άλλωστε ήταν ο αγαπημένος της Ειρήνης γιατί δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι. Και μετά το μοναστήρι η επόμενη προτεραιότητα, πριν πάμε ν’ αγοράσουμε τις σακούλες με τα φιστίκια, ήταν η βόλτα με το μόνιππο!!

 

Μεγαλώνοντας, με το που σκεφτόμουνα κοπάνα, αμέσως ερχόταν στο μυαλό μου η Αίγινα. Έτσι έγινε ένας σταθερός προορισμός. Στην Αίγινα πήγαμε με την κολλητή μου την Άννα όταν κάναμε κοπάνα από σπίτι και σχολείο. Είχε γίνει ένα ατύχημα τότε σε μια σχολική εκδρομή και κάποιες μαθήτριες είχαν πνιγεί. Έτσι το σχολείο αποφάσισε να σταματήσει τις εκδρομές. Έλα όμως που εμείς είχαμε κάνει όνειρα! Έτσι είπαμε ψέματα στους γονείς, το σκάσαμε και την Παρασκευή απ το σχολείο και πήγαμε τριήμερο στην Αίγινα.

Στην Αίγινα πήγαμε με την άλλη κολλητή μου, την Καίτη όταν πήρα την πρώτη άδεια απ’ τη δουλειά. Η αλήθεια είναι πως τότε, και λόγω του ότι σαν εργαζόμενα κορίτσια είχαμε λεφτά,  είχαμε ξεκινήσει για Σύρο. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες αλλά κάποια κομπίνα είχε γίνει με τα εισιτήρια και φτάνοντας Πειραιά δεν υπήρχε πλοίο για Σύρο. Το καλό της υπόθεσης, κι αυτό το θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια, ήταν πως ξύπνησε, λόγω καταγωγής, ο Αθανάσιος Διάκος μέσα μου και πήγα επί τόπου στα γραφεία της εταιρίας και κόντεψα να τα κάνω λαμπόγυαλο. Αποτέλεσμα ήταν να πάρουμε αμέσως τα λεφτά μας πίσω, αλλά μ’ αυτά και μ’ αυτά πήγε απόγευμα και εισιτήρια για άλλο προορισμό δεν υπήρχαν. Εκτός… εκτός φυσικά απ την Αίγινα που εισιτήρια υπάρχουν πάντα. Έτσι περάσαμε μια αξέχαστη εβδομάδα τρώγοντας τόνους από φιστίκια!

 

Αν θα ήθελα να συνεχίσω την ιστορία που άρχισε στα Κύθηρα, θα την περνούσα απ’ την Αθήνα, θα την πήγαινα λίγο Κεφαλονιά, λίγο Θεσσαλονίκη και δύο χρόνια αργότερα θα την έφτανα στην Αίγινα. Μετά από κλεφτές συναντήσεις που αρμόζανε στην ηλικία μου και ταξίδια αστραπή του τύπου «φεύγω το πρωί και γυρίζω το βράδυ, πριν με πάρουν χαμπάρι απ το σπίτι», αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι της προκοπής. Αν αυτή η σχέση ήταν μυθιστόρημα, σίγουρα ο τίτλος θα ήταν «Μου λείπεις»! Εκείνος σπούδαζε Θεσσαλονίκη, εγώ ήμουν στην Αθήνα και αυτό που μείωνε την απόσταση ήταν τα γράμματα. Οι συναντήσεις γινόντουσαν πάντα με την ψυχή στο στόμα, που λένε, και μόνο το καλοκαίρι μπορούσαμε να βρεθούμε λίγο παραπάνω. Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν χέρι-χέρι μπήκαμε στο καραβάκι, έχοντας μπροστά μας δεκαπέντε μέρες ελευθερίας, να ζήσουμε όπως δύο χρόνια τώρα ονειρευόμασταν. Η πρώτη εβδομάδα πέρασε καλά, εμπεριέχοντας και τις δύο πρώτες ονειρικές μέρες. Η δεύτερη εβδομάδα  ήταν λίγο κάτω του χλιαρού κι εκεί προς το τέλος είχε αρχίσει να περνάει απ το μυαλό μου κι η εικόνα του Σταύρου που είχα γνωρίσει από κάτι φίλους πριν λίγες μέρες. Όπως φαινόταν, το Χειμώνα που ερχότανε, απ’ τον Στέργιο θα είχα μόνο… τα δύο πρώτα γράμματα! Τελικά αυτή η σχέση τέλειωσε ακριβώς όπως είχε αρχίσει. Σε κάποιο κατάστρωμα, να κάθεται ο ένας στο ένα παγκάκι και ο άλλος στο άλλο!

 

Η τελευταία φορά που βρέθηκα στην Αίγινα ήταν δύο χρόνια μετά. Στη ζωή μου δεν υπήρχε πια κανένα «Στ», και αυτή τη φορά είδα την Αίγινα μέσα απ’ τα ματιά ενός πραγματικά ανέμελου, ευτυχισμένου ανθρώπου. Δεν ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια παραμονή μου αλλά ήταν η μεγαλύτερη σε ποιότητα. Την γύρισα ολόκληρη και την έζησα τόσο όσο καμιά άλλη φορά. Ίσως αυτή τη φορά να έφαγα και τα περισσότερα φιστίκια και όχι μόνο στην αυτούσια μορφή τους. Φίλοι έρχονταν και έφευγαν για να έρθουν άλλοι. Μεταξύ αυτών που ήρθαν ήταν και η Αρετή που η σκούφια της κράταγε από Αίγινα. Η ευχή μου σε κάθε μέρος που πάω είναι σταθερή: «Αχ και να ΄χαμε μια γιαγιά εδώ!». Η Αρετή μας έφερε τη «γιαγιά» της Αίγινας, που βέβαια δεν ήταν γιαγιά ούτε σε ηλικία αλλά ούτε και σε συγγένεια. Και τι δεν φάγαμε απ’ τα χεράκια της, κι όλα τυλιγμένα σε φιστίκι! Μάλιστα περάσαμε και σε ανώτερα επίπεδα, δίνοντάς της και παραγγελίες. Πες το κι έγινε ήταν η «γιαγιά». Φεύγοντας πήραμε και βαζάκια με γλυκό φιστίκι μαζί μας.

 

Ακόμα και σήμερα όταν η ανάγκη για ταξίδι γίνεται έντονη η Αίγινα είναι το πρώτο μέρος που σκέφτομαι: «Να πάμε κάπου βρε παιδί μου. Έστω μέχρι την Αίγινα!».

Ίσως η πρόταση όπως διατυπώνεται να παρουσιάζει την Αίγινα σαν το μίνιμουμ του καλού. Όμως δεν είναι έτσι. Το μάξιμουμ του «δικού» θα ήταν η πιο σωστή ερμηνεία.

Την αγαπώ την Αίγινα για πολλούς λόγους. Ο ένας είναι για όλα αυτά που έχω ζήσει εκεί. Ο άλλος είναι για τα φιστίκια της που τα λατρεύω, όπως όλοι μας άλλωστε. Άλλος ένας είναι το λιμάνι της που μ’ άρεσε να περπατάω ώρες ατέλειωτες. Πάνω κάτω, πάνω κάτω…

Οι κυριότεροι λόγοι όμως είναι τρεις.

Ο πρώτος είναι για κείνο το ταξίδι που έκανα με την Γιγίνη μου, και που για μια ολόκληρη μέρα της έδωσα τη χαρά να είμαι κόρη της…

Ο δεύτερος είναι ότι εκεί στον παραλιακό δρόμο της Αίγινας έχω αφήσει τον τρελιάρικο εικοσάχρονο εαυτό μου και έχω την ελπίδα πως αν γυρίσω, θα τον ξαναβρώ…

Και ο τρίτος είναι ο Άγιος Νεκτάριος. Δεν ξέρω πως γίνεται, αλλά  εγώ, που δεν θα μ’ έλεγες και βαθιά θρησκευόμενο άτομο, μέσα μου νιώθω πως αν σήμερα βλέπω κι απ τα δύο μάτια, το χρωστάω σ’ Αυτόν!!!

************************************************************************************************************

 

Συνταγές από την Αίγινα

 

ΨΗΤΟ ΑΡΝΙ Ή ΚΑΤΣΙΚΙ ΜΕ ΚΡΟΥΣΤΑ ΦΙΣΤΙΚΙΟΥ

 

ΥΛΙΚΑ

  • Αρνί ή κατσίκι,
  • 3 κουταλιές της σούπας βούτυρο μαλακωμένο,
  • 6 κουταλιές της σούπας χονδροκομμένο φιστίκι Αιγίνης,
  • 1 φλιτζάνι ζωμό από το ψητό,
  • 3 κουταλιές σούπας τριμμένη φρυγανιά,
  • 3 κουταλιές γλυκού μέλι ή μαρμελάδα φράουλα χωρίς ζάχαρη

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Ψήνουμε το αρνί ή το κατσίκι στο φούρνο για 2 με 2,5 ώρες, αφού έχουμε πολτοποιήσει ό,τι μυρωδικά μας αρέσουν μαζί με λάδι και λίγο νερό και έχουμε αλείψει το κρέας. Μπορούμε να βάλουμε και λίγο σκόρδο ανάμεσα στο κρέας. Σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο για να μην ξεροψηθεί πολύ.
Φτιάχνουμε τον πολτό της κρούστας αναμειγνύοντας όλα τα υλικά πολύ καλά. Τεμαχίζουμε σε μερίδες ανά δύο παϊδάκια και τις πιέζουμε μέσα στην κρούστα ώστε να καλυφθεί όλη η επιφάνεια.
Ψήνουμε στο γκριλ για ακόμη 10 λεπτά.

 

ΠΑΤΕ ΦΙΣΤΙΚΙΟΥ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 3 φλιτζάνια φιστίκι Αιγίνης ψημμένο και τριμμένο καλά,
  • 1 φλιτζάνι νιφάδες πατάτας,
  • 2 φλιτζάνια νερό,
  • 1 ½ φλιτζάνι λάδι,
  • 1 σκελίδα σκόρδο λιωμένο,
  • 4 κουταλιές της σούπας χυμό λεμονιού (1/2 λεμόνι),
  • ½ κουταλάκι ρίγανη
  • ½ κουταλάκι αλάτι, λίγο πιπέρι.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Ανακατεύετε καλά τις νιφάδες με το νερό, το αλάτι το πιπέρι, τη ρίγανη, το λεμόνι και το σκόρδο. Προσθέτετε λίγο λίγο το λάδι και μία μία κουταλιά το τριμμένο φιστίκι μέχρι να γίνουν ένα μείγμα ομοιογενές. Έτοιμο το ορεκτικό σας.

 

ΠΙΤΑ ΜΕΛΙΤΖΑΝΑΣ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 κιλό μελιτζάνες,
  • 200γρ ελαιόλαδο,
  • 250γρ γραβιέρα,
  • 3 αυγά, αλάτι-πιπέρι,
  • 2 κρεμμύδια ξερά,
  • ένα μικρό ματσάκι μαιντανό.

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Βγάζουμε το φλοιό από τις μελιτζάνες και τις τρίβουμε στον τρίφτη. Συμπληρώνουμε το κρεμμύδι που έχουμε τρίψει, το τριμένο τυρί, τα αυγά, τον ψιλοκομμένο μαïντανό και το λάδι. Όλα αυτά τα ανακατέυουμε μαζί, τα ρίχνουμε στο φύλλο κρούστας ή στο φύλλο που έχουμε φτιάξει εμείς και το διπλώνουμε. Λαδώνουμε το φύλλο απο πάνω με ενα πινέλο και ψήνουμε για μία ώρα.

 

ΧΤΑΠΟΔΙ ΓΙΟΥΒΕΤΣΙ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 χταπόδι περίπου ενάμισυ κιλό,
  • 500 γρ κριθαράκι,
  • 100 γρ λάδι, 1 κρεμμύδι μεγάλο,
  • 2 φύλλα δάφνης,
  • λίγο μπαχάρι,
  • αλάτι και πιπέρι,
  • 2 λίτρα νερό,
  • 2 ντομάτες.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Κόβουμε το χταπόδι σε μεγάλα κομμάτια και το βάζουμε στην κατσαρόλα σε χαμηλή φωτιά να πιεί το ζουμί του. Μετά ρίχνουμε τη δάφνη, το μπαχάρι, το τριμμένο κρεμμύδι, το λάδι και τα σοτάρουμε. Έπειτα ρίχνουμε τις ντομάτες, το αλάτι και το πιπέρι, τα αφήνουμε να βράσουν για 15′ και μετά προσθέτουμε το νερό. Εφόσον βράσει το χταπόδι, το βγάζουμε και προσθέτουμε το κριθαράκι. Προς το τέλος, ξαναρίχνουμε το χταπόδι στην βρασμένη πάστα και το βάζουμε για 15′ λεπτά στο φούρνο στους 200 βαθμούς.

 

ΨΑΡΙ ΦΙΛΕΤΟ ΜΕ ΠΕΣΤΟ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 900 γρ. φιλέτο λευκού ψαριού (π.χ. σφυρίδα, πεσκανδρίτσα, μπακαλιάρος) σε κομμάτια από περίπου 150 γρ. το καθένα.

Για το κόκκινο πέστο:

  • 3-4 μεγάλα φύλλα βασιλικού ,
  • 100 γρ. ψημμένη ψίχα φυστίκι Αιγίνης,
  • 100 γρ. μαλακές λιαστές ντομάτες (από βαζάκι με λάδι),
  • 2 σκελίδες σκόρδο λιωμένο,
  • 75 γρ. τριμμένη παρμεζάνα,
  • ½  φλιτζάνι παρθένο ελαιόλαδο,
  • μία κουταλιά χυμό λεμονιού,
  • αλάτι και πιπέρι.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Για το πέστο, κόψτε τα φύλλα του βασιλικού και βάλτε τα στο μίξερ. Προσθέστε τα υπόλοιπα υλικά και αναμείξτε τα μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιογενής χυλός. Το πέστο διατηρείται καλά στο ψυγείο για περίπου μία εβδομάδα.
Προθερμάνετε το φούρνο στους 100°C ή στη χαμηλότερη θέση. Τοποθετήστε το ψάρι σε ένα πυρίμαχο σκεύος. Ψήστε για 40 λεπτά.
Προς το τέλος του ψησίματος, πασπαλίστε από πάνω με την παρμεζάνα.
Βάλτε μία με δύο κουταλιές πέστο πάνω από το ψάρι.
Σερβίρετε με πράσινη σαλάτα

 

ΣΟΥΠΙΕΣ ΚΡΑΣΑΤΕΣ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 κιλό σουπιές,
  • 1 μεγάλο κρεμμύδι,
  • 1 ματσάκι άνιθο,
  • 1 ποτήρι κρασί, 1μικρό ποτήρι λάδι (100 ml),
  • 2 τομάτες φρέσκιες τριμμένες,
  • 1 ποτήρι νερό.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Βάζουμε σε μία κατσαρόλα τις σουπιές με το κρασί, προσθέτουμε το κρεμμύδι, το λάδι, τον άνιθο και τα σοτάρουμε. Μόλις είναι έτοιμα, ρίχνουμε και τη ντομάτα. Τέλος, συμπληρώνουμε το νερό, αλάτι και πιπέρι και αφήνουμε να βράσουν για 40 λεπτά.

ΣΑΡΙΚΙΑ ΑΙΓΙΝΗΣ

Πολύ γρήγορο γλυκάκι, βουτυράτο και σιροπιαστό. Δεν απαιτεί πάνω από 15 λεπτά προετοιμασίας. Ο υπόλοιπος χρόνος αφορά στο ψήσιμο και μόνο.

Υλικά

  • 1 κουτί (500 γρ) φύλλο κρούστας
  • ½ φλιτζάνι φιστίκια Αιγίνης ψιλοκομμένα
  • ½ φλιτζάνι τριμμένα καρύδια (έβαλα αμύγδαλα)
  • ½ φλιτζάνι αράπικο φιστίκι
  • ½ φλιτζάνι ζάχαρη
  • 1 κουταλιά της σούπας μοσχοκάρυδο
  • 1 κουταλιά της σούπας κανέλλα
  • ½ φλιτζάνι λάδι
  • 250 γρ βούτυρο γάλακτος λιωμένο για το άλειμμα των φύλλων

Για το σιρόπι

  • 2 φλιτζάνια νερό
  • 2 ½ φλιτζάνια ζάχαρη

Εκτέλεση
Ανακατεύουμε σε ένα μπωλ ζάχαρη, ξηροκάρπια, μπαχαρικά και λάδι. Βουτυρώνουμε το ταψί μας. Παίρνουμε ένα φύλλο το βουτυρώνουμε και απλώνουμε κατά μήκος λίγη γέμιση (όχι πολύ-«πασπαλιστά» ώστε να καλύπτει τα περισσότερα μέρη του φύλλου μας). Βουτυρώνουμε ένα άλλο φύλλο, το στρώνουμε πάνω στο πρώτο και τυλίγουμε σε ρολό. Βάζουμε το ρολό στο ταψί και με κοφτερό μαχαίρι κόβουμε σε μικρά κομμάτια. Επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία με όλα τα φύλλα μας τα τοποθετούμε στο ταψί και περιχύνουμε με το λειωμένο βούτυρο.
Σε καλά προθερμασμένο φούρνο ψήνουμε για 30 λεπτά στους 180 βαθμούς μέχρι να ροδοκοκκινήσουν. (Ο δικός μου φούρνος είναι πολύ δυνατός οπότε στα 20 λεπτά το γλυκό είναι έτοιμο-προσαρμόστε το χρόνο αναλόγως του φούρνου σας).
Βγάζουμε από το φούρνο και ετοιμάζουμε το σιρόπι μας βράζοντας τα υλικά 5-7 λεπτά και σιροπιάζουμε (ζεστό σιρόπι-κρύο γλυκό)

hungry for life

 

ΦΙΣΤΙΚΙ ΓΛΥΚΟ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ

ΥΛΙΚΑ

  • 700 γρ. φυστίκι Αιγίνης
  • 2 κιλά ζάχαρη
  • 4 φλιτζάνια τσαγιού νερό
  • 1/2  λεμόνι
  • Αρωμα βανίλιας

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Βράζουμε το φιστίκι σε κατσαρόλα με νερό μπόλικο ώσπου να τρυπιέται
με οδοντογλυφίδα.Το βάζουμε σε τρυπητό να στραγγίσει και αμέσως
μετά σε πετσέτα ν΄απορροφήσει τα υγρά.
Σε ανάλογη κατσαρόλα,βράζουμε τη ζάχαρη με το νερό 6-7 λεπτά.
Αφήνουμε το σιρόπι να χλιάνει,αφαιρούμε την εξωτερική πέτσα
από το φυστίκι,ρίχουμε την ψίχα μέσα στο σιρόπι και
το αφήνουμε να σταθεί για μια μέρα.
Την άλλη μέρα βράζουμε το γλυκό ώσπου να δέσει το σιρόπι.
Στο τέλος προσθέτουμε το λεμόνι και το άρωμα βανίλιας.
Αφήνουμε το γλυκό να κρυώσει καλά και το σερβίρουμε σε βάζα.

Πηγή

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 7ος Σαντορίνη-Νάξος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

 

«Όσοι αγάπησαν τη Σαντορίνη, την αγάπησαν για πάντα. Οι ντόπιοι λένε ότι έχει μια καρδιά που χτυπά δυνατά και δονεί τα βουνά, το έδαφος, τη θάλασσα. Κι η καρδιά των ανθρώπων ή συντονίζεται με τη δική της – και μένουν – ή δεν τη συναντά ποτέ – και φεύγουν τρέχοντας!»

Σε μένα συνέβη το δεύτερο. Η σχέση μας δεν πήγε καλά απ’ το πρώτο βλέμμα που ανταλλάξαμε. Αυτό το νησί δεν ταίριαξε με την ψυχοσύνθεσή μου.. Την πρώτη φορά που πήγα έμεινα (αναγκαστικά) δεκαπέντε μέρες, έκανα ένα μπάνιο μόνο, και διάβασα πολύ Λούκυ Λουκ ,πολύ Περλ Μπακ και πολύ Σαντορίνη. Η πιο έντονη δραστηριότητα που είχα ήταν να πηγαίνω κάθε μέρα να αγοράσω ψωμί και να φάω ένα παγωτό. Σ’ αυτή τη διαδρομή γνώρισα το Λευτεράκη. Ο Λευτεράκης εξωτερικά φαινόταν πάνω από 25 χρονών αλλά το μυαλό του, που ακολουθούσε αργά το μεγάλωμά του, δεν πρέπει να έφτανε τα 10. Όταν με πρωτοείδε, με πλησίασε και πολύ απλά μου είπε: «Γεια σου! Θες να γίνουμε φίλοι;» και γίναμε! Κάθε μέρα με περίμενε να φάμε το παγωτό μας παρέα. Εξ αιτίας του Λευτεράκη διάβασα τα πάντα για την Σαντορίνη για να μπορώ να απαντάω στις ερωτήσεις του και να βλέπω το γαλάζιο βλέμμα του να κολυμπάει στη θάλασσα όση ώρα του μιλούσα. Καθισμένοι σε ένα πεζουλάκι και πού δεν πήγαμε!!! Στην Οία, στο Ημεροβίγλι, στην Περίσσα, στο Καμάρι… περάσαμε ώρες πάνω στο ηφαίστειο και στους αρχαιολογικούς χώρους φτάνοντας μέχρι τα βάθη του παρελθόντος. Μέχρι να φύγει ο Λευτεράκης την είχα αγαπήσει τη Σαντορίνη. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που χαρακτήρισε τη σχέση μας θα μπορούσε να είναι η φράση «Σ’ αγαπώ αλλά… δεν ταιριάζουμε!!»

Στο όνομα αυτής της αγάπης, όταν μετά από χρόνια η παρέα είπε για διακοπές στην Σαντορίνη δεν έφερα καμία αντίρρηση. Ήθελα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στη σχέση μας. Αυτήν τη φορά την έζησα τη Σαντορίνη πραγματικά. Πήγα παντού και είδα τα πάντα! Μέχρι και φάβα έφαγα. Δεν άλλαξε τίποτα όμως! «Η καρδιά μου δεν συντονίστηκε με τη δική της» ! Άσχετα όμως απ’ αυτό η αγάπη και ο θαυμασμός μένουν κι ας μην μπορούμε να ζήσουμε μαζί! Θα είχα χάσει κάτι πολύ σπουδαίο αν δεν την είχα δει, γιατί δεν είναι απλά ένας τόπος. Είναι εμπειρία!

Γυρνώντας πίσω στην πρώτη φορά θυμάμαι ότι μετά από δεκαπέντε μέρες έπρεπε να φύγουμε για Νάξο. Και μόνο η ιδέα της μετακίνησης μου είχε δώσει μεγάλη χαρά. Όταν δε, έφτασα στη Νάξο έβλεπα τις καλαμιές σαν έλατα. Μέχρι που θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω σαν καταπράσινο νησί!! Στη Νάξο έμελλε να περάσω καταπληκτικά και αυτό να το οφείλω σε μια βιονική γιαγιά  με το όνομα Ευρυδίκη. Πρέπει να υπήρξε ωραία στα νιάτα της αφού και τότε, που σίγουρα ήταν πολύ πάνω από τα εβδομήντα, μπορούσες να την πεις όμορφη. Όμορφη και εντυπωσιακή. Ψηλή, λεπτή με άσπρα μαλλιά κομμένα καρέ.   Όλη  μέρα τραγούδαγε, γέλαγε, μαγείρευε, ζωγράφιζε, έγραφε και απομονωνόταν. Μπάνια δεν έκανε το καλοκαίρι γιατί οι παραλίες είχαν πολύ κόσμο. Τα έκανε το χειμώνα! Η γιαγιά αυτή ήταν δασκάλα και είχε διδάξει μόνο σε σχολεία του εξωτερικού, έχοντας γυρίσει κι εγώ δεν ξέρω πόσα κράτη. Δεν είχε παντρευτεί γιατί θεωρούσε τον γάμο «τροχοπέδη»,αλλά είχε μετανιώσει που δεν είχε κάνει παιδί. Κι αφού το έλεγε αυτό, μετά το ξανασκεφτόταν και σου έλεγε «μπααα, ούτε για μάνα έκανα. Σαν σακίδιο θα το έσερνα το καημένο από δω κι από κει». Έτυχε μ’ αυτή τη γυναίκα να νοικιάσουμε δωμάτια στο ίδιο σπίτι. Αν με άφηναν να κάνω ό,τι θέλω, νομίζω πως δεν θα έφευγα λεπτό από κοντά της. Μ’ άρεσε να την βλέπω να γράφει με τα μικροσκοπικά γυαλάκια της στην άκρη της μύτης ή να την βλέπω να ζωγραφίζει ή να μαγειρεύει. Νόμιζες πως τα χέρια της μπορούσαν να κάνουν τα πάντα και να τα κάνουν τέλεια. Ακόμα κι όταν ντυνόταν να βγει έξω δεν χόρταινα να την κοιτάζω να μετατρέπει ένα απλό φορεματάκι, σε κομμάτι υψηλής ραπτικής, απλά και μόνο με ένα αξεσουάρ που ίσως το φορούσε με τρόπο που καμιά μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί. Μου άρεσε ακόμη και το πώς μας απέφευγε όταν ήθελε να μείνει μόνη. Κι όταν πάλι ήθελε παρέα είχε έναν τόσο χαριτωμένο  τρόπο να σε ξαναπλησιάζει. Και πλησίαζε τους πάντες. Την έβλεπες να κάνει τόσο καλή παρέα με ανθρώπους διαφορετικής μόρφωσης και νοοτροπίας. Ταίριαζε με τη δικηγορίνα ας πούμε, την συγκάτοικό μας και τον άντρα της τον γιατρό όσο ταίριαζε με τη μάνα μου που ήταν του δημοτικού και με μένα που οι ηλικίες μας απείχαν πολλές δεκαετίες. Πολλές φορές με έπαιρνε μαζί της όταν έβγαινε απ’ το σπίτι για να ζωγραφίσει ή όταν έπαιρνε τον καφέ της και πήγαινε να τον πιει στην παραλία ή όταν πήγαινε σε χωριά και συζητούσε στα καφενεία με τους παππούδες. Και τότε ήταν που δεν την χόρταινα με τίποτα. Την έβλεπα να σημειώνει στο μπλοκάκι της τις απαντήσεις τους και ήθελα κι εγώ να έχω ένα μπλοκάκι  και να γράφω κάτι… τόσο σοβαρό! Δε νομίζω να έχω νιώσει τόσο θαυμασμό για άλλον άνθρωπο στη ζωή μου μέχρι σήμερα. Η ηλικία της και το παρελθόν της έδειχναν ότι ήταν ένα πολύ ξεχωριστό άτομο. Το ‘νιωθες πως είχε πολεμήσει σε πολλές μάχες στη ζωή της και είχε βγει απ’ όλες νικήτρια.

Αυτή η κυρία λοιπόν δεν έτρωγε ποτέ έξω με εξαίρεση κάποιες φορές που την καλούσαμε εμείς πολύ πιεστικά. Κάθε μέρα στις 11  έμπαινε στην κοινή κουζίνα που χρησιμοποιούσαμε όλοι και το μεσημέρι στο τραπέζι υπήρχε κι ένα πιάτο, απ’ ό,τι είχε φτιάξει, για  το παιδί. Το παιδί ήμουν εγώ και πάντα έτρωγα το δικό της φαγητό γιατί το ξένο είναι πιο νόστιμο και γιατί αυτά που μαγείρευε δεν έμοιαζαν με τα φαγητά της μαμάς μου, ειδικά στο τρόπο σερβιρίσματος. Όταν αργότερα γύριζαν η δικηγορίνα με το γιατρό έτρωγαν κι αυτοί ένα πιατάκι για να το δοκιμάσουν και άρχιζαν τις ερωτήσεις. Τότε μαγευόμουν απ’ τον τρόπο που περιέγραφε τη συνταγή. Το που την πρωτόφαγε, με ποιον ήταν, τι της έχει αλλάξει, γιατί δεν έβρισκε το ίδιο υλικό στην Ελλάδα, τι κάνει το κάθε υλικό στον οργανισμό κι ένα σωρό άλλα. Πολλές φορές, προτιμούσα να χάσω χρόνο απ’ το μπάνιο για να γυρίσω και να είμαι δίπλα της όση ώρα θα μαγείρευε. Είχε κάτι καλλιτεχνικό και σ’  αυτό. Όπως πρόσθετε πινελιές όταν ζωγράφιζε, έτσι πρόσθετε τα υλικά όταν μαγείρευε και με τον ίδιο τρόπο έβαζε το φαγητό στο πιάτο. Από τα χέρια της έφαγα όλα τα παραδοσιακά φαγητά της Νάξου, γιατί οι συνταγές ήταν κομμάτι των εθίμων που συνέλεγε, αλλά και φαγητά που προέρχονταν από άλλες χώρες. Όπως άκουσα και τραγούδια απ’ άλλες χώρες, που τα σιγοτραγουδούσε όλη μέρα κάνοντας παύσεις για να εξηγήσει σ’ αυτόν που ήταν δίπλα της, τα λόγια.

Ήταν τελευταίες μέρες του Αυγούστου όταν μας ανακοίνωσε ότι θα φύγει. Το σπίτι είχε ήδη αδειάσει απ’ τους υπόλοιπους και είχαμε μείνει μόνον εμείς κι εκείνη. Χάρισε ό,τι είχε ζωγραφίσει  στην σπιτονοικοκυρά, ένα πλεχτό σάλι που μοσχοβόλαγε στη μαμά μου και σε μένα έδωσε ένα μικρό ασημένιο κουτάκι να βάζω, είπε, το κλειδί απ’ το ημερολόγιό μου. Δεν φάνηκε να θέλει να ξανασυναντηθούμε αν και είπε ότι ίσως συμβεί αυτό κάποια μέρα, «Που ξέρεις! Το μέλλον είναι σκοτεινό κι αβέβαιο!». Εγώ όμως της έδωσα, σχεδόν με το ζόρι, το τηλέφωνό μας και είπε ότι θα μας πάρει. Όταν έφυγε νόμισα πως έπεσε σκιά στη Νάξο και το σπίτι έμοιαζε έρημο. Ευτυχώς που σε λίγες μέρες άνοιγαν τα σχολεία κι έπρεπε να φύγουμε κι εμείς.

Γυρίζοντας στην Αθήνα αγόρασα ημερολόγιο μιας και ήταν βασική προϋπόθεση για να έχω κλειδί και επειδή πίστευα ότι αυτό ήθελε να μου πει δίνοντας μου το κουτάκι. Το αστείο ήταν πως έβαζα το κλειδί στο κουτάκι και κουβαλούσα το ημερολόγιο μαζί μου. Στα μέσα του χειμώνα κι ενώ ακόμα ήμουν υπό την επήρεια της γνωριμίας μου με την Ευρυδίκη, με πήρε τηλέφωνο. Θα ερχόταν στην Αθήνα και ήθελε να με δει. Να μην πω για την χαρά μου!  Ήρθε και με βρήκε στην Πλάκα που ήταν το σχολείο μου. Πήγαμε για φαγητό, βόλτα και  καφέ. Πέντε ώρες ασταμάτητης συζήτησης. Έφυγα, λες πάνω σε συννεφάκι, έχοντας πάρει πάλι τη δόση μου από κουλτούρα, φεμινισμό στην πράξη και περηφάνια. Στα επόμενα τρία χρόνια δεν είχα κανένα νέο της. Την σκεφτόμουν συχνά και μπορώ να πω πως ανησυχούσα κιόλας. Όμως μια μέρα, ξαφνικά, ξαναεμφανίστηκε. Θα έμενε στην Αθήνα για έναν ολόκληρο χρόνο. Χάρηκα πάρα πολύ φυσικά και όποτε με έπαιρνε τηλέφωνο πήγαινα στο ξενοδοχείο που έμενε και περνούσα μαζί της πολλές ώρες. Όταν το ξενοδοχείο έγινε νοσοκομείο έμαθα και το λόγο που είχε έρθει στην Αθήνα. Τελικά δεν έμεινε ένα χρόνο όπως είχε υποσχεθεί. Έφυγε για την Αμερική γιατί εκεί «θα μπορούσε να βοηθηθεί περισσότερο στο θέμα της υγείας της». Στην πραγματικότητα δεν ξέρω καν αν έφυγε για την Αμερική ή απλά για την πατρίδα της που ποτέ δεν έμαθα ποια ήταν. Ήταν πολλά τα πράγματα που δεν έμαθα γι αυτήν. Με ένα δικό της, πανέμορφο τρόπο, γλιστρούσε και ξέφευγε όταν δεν ήθελε να απαντήσει.  Ώρες ώρες πιστεύω ότι ίσως τελικά δεν ήξερα ούτε το πραγματικό της όνομα. Πολλές φορές ψάχνω σε βιβλία που έχουν σχέση με μαγειρική και παράδοση να ανακαλύψω κάτι απ’ το ύφος ή τις λέξεις που χρησιμοποιούσε αλλά, ίσως, εκείνο το βιβλίο να μην θέλησε ή να μην πρόλαβε τελικά να το εκδώσει. Δεν έμαθα ποτέ τίποτ’ άλλο για κείνη αλλά όπως και να ‘χει, είμαι σίγουρη πως όπου κι αν είναι θα έχει βρει τρόπο να τραγουδάει, να γράφει, να μαγειρεύει και να ζωγραφίζει… τουλάχιστον!

 

Επειδή δεν θυμόμουν τα υλικά και τα ονόματα των φαγητών που είχα φάει από εκείνη πήρα ένα μπλοκάκι και σημείωσα ό,τι θυμόταν η μαμά μου και   ό,τι μου είπαν κάποιοι Ναξιώτες συνάδελφοι. Εξ άλλου ήταν μοναδική ευκαιρία να γράψω κι εγώ κάτι τόσο σοβαρό σ’ ένα μπλοκάκι… αφιερωμένο στην Ευρυδίκη!

 

Μοσχάρι καλόγερος

Το μοσχάρι καλόγερος  είναι παραδοσιακή συνταγή από τη Νάξο που οφείλει, μάλλον, το όνομα της στην εμφάνιση του φαγητού.
Υλικά

  • 4 φέτες μοσχάρι κιλότο ή στρογγυλό

    φωτο απο syntagespareas.gr

  • 2 μεγάλες μελιτζάνες (φλάσκες)
  • 1 μεγάλη ντομάτα
  • 4 φέτες 1/2 εκ. πάχους φέτα ή ξυνομυζύθρα
  • 4 φέτες 1/2 εκ. πάχους γραβιέρα Νάξου (ή άλλη γραβιέρα ή ένταμ)
  • 2 κρεμμύδια
  • 1 κουτί κονκασέ η ψιλοκομμένες φρέσκες ντομάτες
  • ελαιόλαδο
  • 3 κουταλιές πελτέ ντομάτας
  • 1 ποτήρι κόκκινο κρασί
  • 1 πρέζα ζάχαρη
  • 2 φύλλα δάφνης
  • ελάχιστη κανέλα τριμμένη
  • αλάτι, πιπέρι

Εκτέλεση

  • Κόβουμε κατά μήκος στα 2 τις μελιτζάνες, όπως και για τα παπουτσάκια και αφαιρούμε και ένα κομμάτι φλούδας από το πίσω μέρος για να στέκεται καλά στο ταψί.
  • Χαράσσουμε μπρος και πίσω την ψίχα στις μελιτζάνες ,τις τηγανίζουμε και τις αφήνουμε σε απορροφητικό χαρτί.
  • Ψιλοκόβουμε τα δύο κρεμμύδια και τα τσιγαρίζουμε μέχρι να ροδοκοκκινίσουν.
  • Προσθέτουμε στο κρεμμύδι τις φέτες απ’ το κρέας να τσιγαριστούν κι αυτές λίγο
  • Σβήνουμε με το κρασί και αφήνουμε να πάρει μια βράση
  • Προσθέτουμε την ψιλοκομμένη ντομάτα και τις 3 κουταλιές πελτέ
  • Ρίχνουμε τη ζάχαρη, αλάτι, πιπέρι, φύλλα δάφνης
  • Όταν γίνει το κρέας αρχίζουμε να στήνουμε το φαγητό
  • Βάζουμε στο ταψί τις μελιτζάνες και τοποθετούμε πάνω στην κάθε μια: φέτα κρέατος, φέτα ξινομυζήθρας, φέτα ντομάτας, φέτα γραβιέρας
  • Πάνω στην γραβιέρα ρίχνουμε λίγη τριμμένη κανελίτσα
  • Βάζουμε στο φούρνο για 10 λεπτά ή μέχρι να λιώσει η γραβιέρα και να σκεπάσει τα υπόλοιπα υλικά

Κατσικάκι νησιώτικο

Υλικά

  • 2 1/2 κιλά κατσίκι κομμένο σε μερίδες
  • 1 φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • 2 κρεμμύδια ψιλοκομμένα
  • 1 κρεμμύδι ολόκληρο
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • 3 φρέσκιες ντομάτες ψιλοκομμένες
  • 1 κουταλιά σούπας πελτέ ντομάτας
  • 1 ποτήρι κόκκινο κρασί
  • 4 φύλλα δάφνη
  • 2 ξύλα κανέλας
  • Αλάτι Πιπέρι
  • 1 κιλό μακαρόνια

Εκτέλεση

  • Πλένουμε το κατσικάκι και το βάζουμε σε μια κατσαρόλα με νερό  να πάρει μερικές βράσεις.
  • Το ξαφρίζουμε και ρίχνουμε το ολόκληρο κρεμμύδι και μία πρέζα αλάτι και συνεχίζουμε το βράσιμο.
  • Μετά από τρία τέταρτα περίπου, το βγάζουμε και σουρώνουμε το ζουμί, και το κρατάμε.
  • Σε άλλη κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι με το σκόρδο.
  • Μόλις ξανθύνει ελαφρά προσθέτουμε και το κρέας να τσιγαριστεί.
  • Σβήνουμε με το κρασί και προσθέτουμε την ψιλοκομμένη ντομάτα, τον πελτέ διαλυμένο σε ζεστό νερό, τη δάφνη, την κανέλα, αλάτι και πιπέρι.
  • Μαγειρεύουμε το φαγητο μέχρι να μαλακώσει.
  • Όταν είναι έτοιμο αφήνουμε τη σάλτσα να δέσει. Στην κατσαρόλα που είχαμε βράσει το κρέας ξαναβάζουμε το ζουμί και βράζουμε μέσα τα μακαρόνια.

πηγή: greekmasa.gr

Ντοματοκεφτέδες Σαντορίνης

Συστατικά

  • 3 μεγάλες ντομάτες γινωμένες (ή ντοματάκια Σαντορίνης)
  • 1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 1 φλ. αλεύρι
  • 1 κ.γ. μπέικιν πάουντερ
  • 1 κ.γ. ρίγανη ή δυόσμο
  • λίγο λάδι για το τηγάνι
  • αλάτι, πιπέρι

 

Οδηγίες

  1. Κόβουμε τις ντομάτες στη μέση. Αφαιρούμε τους σπόρους και τις κόβουμε πολύ μικρά κομματάκια στον τρίφτη. Αδειάζουμε το μίγμα από τις ντομάτες σε ένα ψιλό τρυπητό και το αφήνουμε να στραγγίξει τα υγρά για μια ώρα.
  2. Αδειάζουμε τις ντομάτες σε ένα μπολ μαζί με τα υπόλοιπα υλικά και ανακατεύουμε. Το μίγμα πρέπει να είναι πηχτό. Αν όχι, προσθέτουμε λίγο αλεύρι ακόμα. Δεν βάζουμε λάδι.
  3. Ρίχνουμε το λάδι σε βαθύ αντικολλητικό τηγάνι έως ότου να ζεσταθεί πολύ καλά. Παίρνουμε κουταλιά κουταλιά το μίγμα και το ρίχνουμε στο καυτό λάδι. Τηγανίζουμε ώσπου να ροδοκοκκινήσουν και σερβίρουμε αμέσως.

http://www.sintagespareas.gr/sintages/ntomatokeftedes.html#ixzz1LYtfP300

 

Καρυδόπιτα Νάξου (Μελαχρινή) – Συνταγή

Από Kοnstantino Zeus,

 

Θα χρειαστείτε:

  • 10 αβγά
  • 2 φλιτζάνια ζάχαρη
  • 2 φλιτζάνια καρύδια χονδροκοπανισμένα
  • 2 φλιτζάνι γαλέτα τριμμένη
  • 1 κ. γλυκού κανέλα
  • 1 κ. γλυκού γαρίφαλο κοπανισμένο
  • 1 ποτηράκι κρασιού λικέρ κίτρο
  • Κομματάκια γλυκού κίτρου για στόλισμα.

Για το σιρόπι:

  • 4 φλιτζάνια ζάχαρη
  • 2 φλιτζάνια νερό 2 φλούδες απο λεμόνι

Εκτέλεση:

  • Χωρίζετε τις κρόκους από τα ασπράδια.
  • Χτυπάτε τους κρόκους με τη ζάχαρη μέχρι να διαλυθεί η ζάχαρη.
  • Χτυπάτε τα ασπράδια σε μαρέγκα
  • Ρίχνετε τη μαρέγκα μέσα στους κρόκους χτυπώντας συνέχεια.
  • Ρίχνετε στο μείγμα εναλλάξ τη γαλέτα και τα καρύδια ,τη κανέλα, τα γαρύφαλλα και το λικέρ μέχρι να τελειώσουν τα υλικά.
  • Λαδώνετε ένα ταψί και ρίχνετε από πάνω το μείγμα. Ψήνετε στους 180 ο μέχρι να ροδίσει η επιφάνεια. Ελέγχετε αν έχει ψηθεί βυθίζοντας ένα μαχαίρι στη ζύμη. Πρέπει να βγει καθαρό ,χωρίς υπολείμματα από τη ζύμη.
  • Εν τω μεταξύ φτιάχνετε το σιρόπι. Σε μία κατσαρόλα βάζετε το νερό και τη ζάχαρη. Ρίχνετε και τις φλούδες μέσα και το αφήνετε να βράσει μέχρι να αρχίσει να “δένει”. Αποσύρετε από τη φωτιά.
  • Όταν ψηθεί η μελαχρινή την βγάζετε από το φούρνο και την αφήνετε μισή ώρα να χλιαρέψει. Τη χαράζετε σε κομμάτια και από πάνω ρίχνετε σιγά σιγά το σιρόπι. Την αφήνετε τουλάχιστον μία ώρα να ησυχάσει πριν τη σερβίρετε.

 

 

 

 

Όταν ήμουν μούτσος…. (ναύλος 5ος Σκόπελος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

 

Υπήρξαν δύο καλοκαίρια λίγο περίεργα για τα συνήθη δεδομένα. Στο πρώτο επικρατούσε μια ανησυχία στην οικογένεια, η μπίγα έμεινε στην Σαλαμίνα, ο πατέρας μου για πρώτη φορά πήρε την άδειά του καλοκαίρι και εγώ από μούτσος έγινα τσοπάνης, αλλά γι αυτό θα μιλήσω άλλη φορά. Το δεύτερο καλοκαίρι, τα προβλήματα της εταιρίας μάλλον είχαν λυθεί (εκείνα τα χρόνια οι γονείς δεν ενημέρωναν τα παιδιά για τις δύσκολες καταστάσεις) και ο πατέρας μου βρισκόταν για μια ακόμη φορά στην Αλόννησο. Παρ’ όλα αυτά εμείς αργήσαμε  να πάμε κοντά του γιατί υποτίθεται ότι από στιγμή σε στιγμή θα έφευγαν για άλλο νησί. Αφού είχε περάσει πάνω από μήνας από τη μέρα που έκλεισαν τα σχολεία ο πατέρας μου είπε «ελάτε και βλέπουμε», κι έτσι πήγαμε στην Αλόννησο. Δεν μείναμε όμως σε σπίτι γιατί συνέχιζε να υπάρχει αυτό το «και βλέπουμε». Μείναμε στο Σαμψών. Φέρνοντας στο μυαλό μου αυτό το εικοσαήμερο που έζησα στη μπίγα καταλαβαίνω ότι διάλεξα λάθος επάγγελμα στη ζωή μου. Πράγματι μούτσος έπρεπε να είχα γίνει. Μ’ άρεσε τόσο πολύ να βρίσκομαι εκεί την ώρα που δούλευαν που όταν άκουγα τις μηχανές να σταματάνε το απόγευμα, μ’ έπιανε μελαγχολία. Αντίθετα τα πρωινά που με ξύπναγε ο θόρυβός τους την ώρα που έπαιρναν μπρος, φούσκωνε η καρδιά μου από χαρά. Πεταγόμουνα όρθια και η μάνα μου με κράταγε με το ζόρι να μην βγω απ’ την καμπίνα και «μπερδεύομαι στα πόδια των ανθρώπων!». Ξανασκαρφάλωνα στο κρεβάτι και κόλλαγα τη μούρη μου στο φινιστρίνι μέχρι να δω κανέναν απ’ το πλήρωμα να του κάνω νόημα να με φωνάξει. Συνήθως αυτός που μ’ έπαιρνε είδηση ήταν ένας μούτσος ονόματι Παναγιώτης. Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν ο νεότερος του πληρώματος και μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Λέγανε πως παρ’ όλο που ήταν ανύπαντρος κάπου είχε μία κόρη που δεν τον άφηναν να τη βλέπει και ότι ήταν συνονόματη και συνομήλική μου και γι αυτό έκανε σαν τρελός απ’ τη χαρά του όταν μ’ έβλεπε. Ο πατέρας μου βέβαια, πολύ λίγο συγκινιόταν απ’ αυτά. Ανύπαντρος, γι αυτόν, σήμαινε  επικίνδυνος (άσε που τα έτσουζε κιόλας. Μεθύστακα τον φώναζαν!) και προσπαθούσε να με απομακρύνει απ’ τον κυρ-Παναγιώτη, βάζοντας μου λόγια ότι δεν είναι καλός άνθρωπος. Εγώ φυσικά, χρειάστηκε να μεγαλώσω πολύ για να καταλάβω τι κρυβόταν πίσω απ’ τη συμπεριφορά του πατέρα μου. Τι κι αν κατάλαβα όμως; Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν και παρέμεινε ο αγαπημένος μου γιατί αυτό που εισέπραττε η ψυχή μου απ’ αυτόν ήταν μια απέραντη πατρική αγάπη!! Ο πατέρας μου πείστηκε χρόνια μετά όταν τον είδε, στον γάμο μου, να με φιλάει δακρυσμένος και να μου δίνει μια επιταγή ύψους δωδεκάμηνης σύνταξης και βάλε!

Ξαναγυρνάω πάλι στο τότε. Αφού λοιπόν πέρασαν καμιά εικοσαριά μέρες, σαλπάραμε για Σκόπελο. Άρχισε τότε ο πατέρας μου να ψάχνει για σπίτι αλλά δεν έβρισκε πουθενά. Κάθε βράδυ προσευχόμουνα να μην βρει για να συνεχίσουμε να μένουμε στη μπίγα αλλά οι προσευχές μου δεν εισακούστηκαν. Μερικές μέρες μετά βρέθηκε ένα δωμάτιο. Όταν πήγαμε κόντεψα να πλαντάξω απ’ τη στενοχώρια. Ήταν σε ένα περίεργο οικοδόμημα που το αποτελούσαν δύο σπίτια ενωμένα με μεσοτοιχία. Το ένα σπίτι θα ήταν και διακοσίων ετών και το άλλο μόλις είχε τελειώσει. Η οικογένεια έμενε στο παλιό και το καινούργιο το είχε… για αποθήκη!! Μπαίνοντας στο σπίτι νόμιζες ότι έμπαινες σε σπίτι της Αθήνας. Ρολά στα παράθυρα, πόρτες με ανάγλυφα τζάμια μέσα, και μωσαϊκά που έβλεπες να χτενιστείς. Το δωμάτιο που θα μέναμε χωριζόταν απ’ το χολ με δύο τζαμένιες συρόμενες πόρτες και μέσα ήταν γεμάτο από τσουβάλια με αλεύρι! Που να κοιμηθώ εγώ εκεί μέσα! Όλη νύχτα έμενα με τα μάτια ανοιχτά κοιτάζοντας τα τσουβάλια μην τυχόν και πεταχτούν από μέσα ποντίκια και όταν ξημέρωνε, που άρχιζα να νυστάζω, έμπαινε τόσο φως απ’ τις συρόμενες που ήταν αδύνατον να με πάρει ο ύπνος. Μια μέρα μάλιστα κι ενώ οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν το έσκασα και πήγα στη θάλασσα να πιάσω χταπόδια. Δεν ήταν δα και τίποτα δύσκολο. Τόσες και τόσες φορές είχα δει άλλους να το κάνουν. Υπήρχε εκεί στην παραλία μια τσιμεντένια μπάρα που κατέληγε στη θάλασσα και φαντάστηκα ότι ήταν το ιδανικό μέρος να βρω χταπόδια. Με το που πατάω το πόδι μου πάνω στη μπάρα τρώω την πρώτη τούμπα. Δεν πτοούμαι όμως. Σηκώνομαι και με το που πάω να κάνω το πρώτο βήμα τρώω τη δεύτερη. Απτόητη ξανασηκώνομαι και πριν καν σκεφτώ να κάνω βήμα τρώω την τρίτη. Αποφασισμένη να μην φάω άλλη τούμπα, σέρνομαι στην άκρη της μπάρας, ξαπλώνω μπρούμυτα  και χώνω το ένα χέρι μέσα στη θάλασσα ενώ με το άλλο κρατιέμαι, υποτίθεται ,με ανοιχτή παλάμη, από τη μπάρα. Έτσι γλυκά γλιστράω μέσα στο νερό και το πόδι μου συναντιέται με μια τσούχτρα. Τινάζομαι απ’ το τσίμπημα και πέφτω ολόκληρη στο νερό. Εκεί γίνεται η δεύτερη συνάντηση με την τσούχτρα που με τσιμπάει στο μπράτσο αυτήν τη φορά. Αρχίζω να κολυμπάω σα μουρλή να της ξεφύγω (λες και με είχε πάρει στο κυνήγι δηλαδή), αλλά να βρω και σημείο που να μπορώ να βγω στη στεριά. Με τα πολλά, βγήκα και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Δεν ήταν μεγάλη η απόσταση αλλά ήταν αρκετή για να ξεφτιλιστώ. Το φόρεμα κόλλαγε πάνω μου και άφηνα λιμνούλες στο πέρασμά μου. Μπαίνοντας στο σπίτι τρώω την τέταρτη τούμπα γλιστρώντας στο ολοκαίνουργιο μωσαϊκό και χτυπάω το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού στον απέναντι τοίχο. Μ’ ακούει η μάνα μου που νόμιζε ότι κοιμόμουνα, έρχεται τρέχοντας κι όταν βλέπει τα χάλια μου με βουτάει απ’ το μαλλί. Άντρα, γουρούνι, γάιδαρο και ποιον να πρωτοκλάψω! Το τσίμπημα της τσούχτρας, το χτύπημα στο δάχτυλο ή το κεφάλι που κόντεψε να έχει μια τούφα μαλλί λιγότερη; Βέβαια θα μπορούσε να έχει συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο. Να είχα, όντως, βρει χταπόδι!!!

Μετά απ’ αυτό το σκηνικό, άδειασαν ένα δωμάτιο στον πάνω όροφο και μας μετέφεραν εκεί και η μάνα μου κλείδωνε πάντα την πόρτα γιατί εγώ «το μυαλό το είχα πάνω απ’ την σκούφια», κι ας μην είπα ποτέ τον πραγματικό λόγο που με οδήγησε σ’ αυτήν την κατάσταση.

Παρ’ όλο το άσχημο ξεκίνημα η διαμονή στην Σκόπελο εξελίχτηκε πολύ ωραία. Η σπιτονοικοκυρά είχε δύο παιδιά. Μια κόρη στην ηλικία μου κι έναν γιο λίγο μεγαλύτερο. Μ’ αυτούς του δύο και με την κόρη ενός συναδέλφου του πατέρα μου, ο αδερφός μου κι εγώ γνωρίσαμε μια Σκόπελο που μόνοι μας δεν υπήρχε περίπτωση να την ανακαλύψουμε ποτέ. Σαν σε όνειρο θυμάμαι να σκαρφαλώνουμε λόφους και μετά να κατρακυλάμε σε παραλίες που μόνο με βάρκα πήγαινες. Ήρθαμε και γίναμε σαν αράπηδες απ’ το μαύρισμα. Τρόμαξαν να μας γνωρίσουν όταν γυρίσαμε στην Αθήνα. Και τώρα που λέω Αθήνα θυμήθηκα και κάτι άλλο. Ήταν η μοναδική φορά που γυρνώντας στην Αθήνα είχα την αίσθηση ότι έλειπα χρόνια. Τι λέω χρόνια. Σα να ερχόμουνα πρώτη φορά. Αφού είδα τα  λεωφορεία  στον Πειραιά και τα κοίταζα σαν πρώτη φορά ν’ αντίκριζα τέτοιο πράμα!

Και τώρα η ώρα για το αγαπημένο μου θέμα. Το φαγητό!  Μ’ αυτό συνδέεται το δεύτερο χουνέρι μου στη Σκόπελο. Σε γενικές γραμμές δεν έφαγα πολύ, με εξαίρεση τις πεταλίδες απ’ τα βράχια., μέχρι τη στιγμή που η κόρη της σπιτονοικοκυράς άνοιξε το βάζο με το αυγάτο. Το αυγάτο ήταν γλυκό του κουταλιού, δαμάσκηνο! Το έφαγα όλο το βάζο; Έφαγα κι απ’ το δεύτερο; Έφαγα όλο το δεύτερο; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι για πάνω από ένα εικοσιτετράωρο δε μπορούσα να απομακρυνθώ απ’ το σπίτι και ειδικά από ένα συγκεκριμένο δωμάτιο!

Κατά τ’ άλλα η αστακομακαρονάδα ήταν μόνιμα στο τραπέζι, οι τεράστιες γαρίδες, τα ψάρια και φυσικά η τυρόπιτα που εγώ την ήξερα σαν Αλοννησιώτικη αλλά εδώ την έλεγαν Σκοπελίτικη. Μάλλον της δίνεις το όνομα του νησιού που θα γνωρίσεις πρώτο αν και λένε ότι την έφεραν στην Σκόπελο νύφες απ την Αλόννησο. Δεν ξέρω. Εμένα πάντως μου άρεσαν και οι δύο! Τα περίεργα που μου έμειναν σαν γεύση ήταν κάτι φακές που είχε φτιάξει η σπιτονοικοκυρά μας και είχαν μέσα δαμάσκηνα και ένα ψάρι, που φάγαμε σε εστιατόριο που είχε μέσα πατάτες και… δαμάσκηνα!!!

Από τότε δεν έχω ξαναφάει τίποτα απ’ όλα αυτά και τώρα που το σκέφτομαι μάλλον θα τολμήσω κάποια στιγμή να φτιάξω ένα αυγάτο. Εξ άλλου τώρα είμαι μια μεγάλη, σοβαρή και λογική γυναίκα και δεν πρόκειται να φάω και δεύτερο βάζο. Μάλλον δηλαδή…!!!

 

 

Γλυκό Αυγάτο – Ένα παραδοσιακό γλυκό του κουταλιού, από τον συνεταιρισμό «Γλωσσιώτισσα»

ΥΛΙΚΑ

50 Δαμάσκηνα (ποικιλίας Αυγάτο)
2 – 3 κουταλιές Ξινό
Σκόνη Ασβέστη
1 κιλό Ζάχαρη
1 ποτήρι Νερό

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

  • Ξεφλουδίζουμε τα δαμάσκηνα και βγάζουμε το κουκούτσι τους. Τοποθετούμε το νερό σε ένα μεγάλο μπολ. Προσθέτουμε στο νερό λίγο ξινό ή χυμό λεμονιού, για να μην μαυρίσουν τα δαμάσκηνα όσο καθαρίζουμε τα υπόλοιπα.
  • Στη συνέχεια ρίχνουμε όλα τα καθαρισμένα φρούτα σε ασβεστόνερο και τα αφήνουμε εκεί 3 ώρες. Με τον ασβέστη τα φρούτα θα σφίξουν. Στη συνέχεια τα πλένουμε πολύ καλά, αλλάζουμε δέκα φορές το νερό και τα ξαναπλένουμε.
  • Ρίχνουμε σε μια μεγάλη κατσαρόλα 1 μόνο ποτήρι νερό και 1 κιλό ζάχαρη και περιμένουμε μέχρι να λιώσει η ζάχαρη. Προσθέτουμε τα φρούτα και βράζουμε για ½ ώρα μέχρι να δέσει το γλυκό. Δεν χρησιμοποιούμε παραπάνω νερό, γιατί το δαμάσκηνο θα βγάλει και τα δικά του υγρά.

 

Μπακαλιάρος με δαμάσκηνα

6 φιλέτα μπακαλιάρου
5 γλυκά και 3 ξινά δαμάσκηνα
1 μεσαίο κρεμμύδι χοντροκομμένο
3 ψιλοκομμένες σκελίδες σκόρδο
1 κιλό πατάτες κομμένες κυδωνάτες
1 νεροπότηρο χυμό ντομάτας
3 φύλλα δάφνης
πιπέρι
ρίγανη
1 ποτήρι λάδι
Σε μία κατσαρόλα βάζετε λάδι και ρίχνετε τα κρεμμύδια, το σκόρδο και αφήνετε να τσιγαριστούν. Προσθέτετε τις πατάτες και ανακατεύετε απαλά για να ροδίσουν από παντού.
Μόλις ροδίσουν οι πατάτες προσθέτετε το χυμό ντομάτας, τη δάφνη, το πιπέρι, τη ρίγανη, ανακατεύετε και προσθέτετε ένα νεροπότηρο νερό. Χαμηλώνετε τη φωτιά, προσθέτετε τα δαμάσκηνα και αφήνετε να βράσουν για 15 λεπτά. Αν χρειαστεί προσθέτετε λίγο ακόμα νερό.
Στο τέλος τοποθετείτε τα φιλέτα μπακαλιάρου πάνω από τις πατάτες περιχύνοντας τα με ζωμό μέσα στον οποίο βράζει το φαγητό.
Αφήνετε να μαγειρευτεί για άλλα 15 λεπτά.Σερβίρεται ζεστό.
Η συνταγή παρουσιάστηκε στο επεισόδιο «ΜΠΟΥΚΙΑ ΚΑΙ ΣΥΧΩΡΙΟ» στη Σκόπελο.Τα δαμάσκηνα που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τα ξανθά δίνουν μια υπόξινη γεύση που νοστιμίζει το φαγητό.Στα παλιά τα χρόνια,στη Σκόπελο, χρησιμοποιούσαν τα ξανθά δαμάσκηνα στο φαγητό αντί του ξυδιού.

Κατσικάκι με δαμάσκηνα

Υλικά:

  • 1 μπούτι κατσίκι σε μερίδες
  • 1 κιλό πατάτες μικρές ολόκληρες ή μεγάλες κομμένες στα τέσσερα
  • 15 δαμάσκηνα
  • 15 φέτες μπέικον
  • 1 κ.σ θυμάρι
  • 2 κουταλιές μέλι
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • 1 σφηνάκι κονιάκ
  • λίγο δεντρολίβανο
  • 1/2 φλιτζάνι λάδι
  • αλάτι
  • πιπέρι

Εκτέλεση

Τοποθετούμε σε μια λεκάνη το σκόρδο κομμένο, το μέλι, το κονιάκ, το λάδι, το δεντρολίβανο και το κρέας, αφού το έχουμε αλατοπιπερώσει. Αφήνουμε να μαριναριστεί τουλάχιστον 2-3 ώρες και στη συνέχεια το βάζουμε σε ένα ταψί με τη μαρινάδα και το ψήνουμε στους 180 βαθμούς, για μία ώρα. Μετά τη μία ώρα, το βγάζουμε από το φούρνο και βάζουμε τις πατάτες αλατοπιπερωμένες και τα δαμάσκηνα, τυλιγμένα με το μπέικον. Προσθέτουμε, αν χρειάζεται, λίγο νερό και ψήνουμε, για ακόμα μία ώρα.

Πηγή: Χρυσός Οδηγός