Αρχείο Ετικετών | κριθαράκι

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 12ος Αίγινα)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Αίγινα! Για κάποιους ήταν φυλακή αλλά για μένα υπήρξε πάντα τόπος ελευθερίας…κοπάνας! Η ιστορία της γνωριμίας μας ξεκινάει απ’ την κουζίνα του σπιτιού μου. Η μανούλα μου φτιάχνει λουκουμάδες κι εγώ στέκομαι από πίσω της παρακολουθώντας τη διαδικασία. Μια σταγόνα λάδι πηδάει απ’ το κατσαρολάκι που τηγανίζονταν οι λουκουμάδες, περνάει πάνω απ’ τη μανούλα και κάνει προσγείωση μέσα στο μάτι μου!

Τρεις μέρες έμεινα στο νοσοκομείο. Το τηγανισμένο μου μάτι έκανε καιρό να συνέλθει αλλά ευτυχώς δεν του έμεινε καμία βλάβη. Αν ήταν από νερό αυτή η βραστή σταγόνα, είχε πει τότε ο γιατρός, το μάτι θα παρέμενε τηγανισμένο για πάντα. Στην όλη προσπάθεια της αποθεραπείας του ματιού μου έπαιρνε ενεργό μέρος κι η Ειρήνη, με προσευχές και τάματα στον Αγ Νεκτάριο.

«Άγιε μου Νεκτάριε κάνε το καλά το ματάκι του παιδιού μου κι εγώ θα σου φέρω ένα χρυσό μάτι!».

Το μάτι έγινε καλά και με το που έφτιαξε ο καιρός, πήγε η καημένη η Ειρήνη, τα ακούμπησε κανονικά κι αγόρασε μια χρυσή πλακέτα με ένα ανάγλυφο μάτι. Τι να της λέει η μάνα μου «Βρε Ειρήνη είναι πολλά τα λεφτά. Πάρε ένα ασημένιο», ανένδοτη η Ειρήνη: «Χρυσό του έταξα, χρυσό θα του πάρω!» κι ας ήταν όλες οι οικονομίες της.

Έτσι ένα πρωί, με τα κεφτεδάκια μας, τις ντοματούλες και τα αγγουράκια μας, ξεκινήσαμε οι δύο μας για την Αίγινα.

Για μένα ήταν η πρώτη κοπάνα απ τη μανούλα αλλά νομίζω πως και για την Ειρήνη ήταν μια κοπάνα … απ’ την πραγματικότητα.

«Κόρη σας το κοριτσάκι;»

«Ναι ναι κόρη μου!»

Άσχετο αν μας άκουγαν να τη φωνάζω Γιγίνη μου κι όχι μαμά. Εκείνη έλεγε το «κόρη μου» και φούσκωνε από περηφάνια!

Με την Ειρήνη και τη μανούλα μαζί πήγαμε πολλές φορές στην Αίγινα και στον Αγ. Νεκτάριο. Άλλωστε ήταν ο αγαπημένος της Ειρήνης γιατί δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι. Και μετά το μοναστήρι η επόμενη προτεραιότητα, πριν πάμε ν’ αγοράσουμε τις σακούλες με τα φιστίκια, ήταν η βόλτα με το μόνιππο!!

 

Μεγαλώνοντας, με το που σκεφτόμουνα κοπάνα, αμέσως ερχόταν στο μυαλό μου η Αίγινα. Έτσι έγινε ένας σταθερός προορισμός. Στην Αίγινα πήγαμε με την κολλητή μου την Άννα όταν κάναμε κοπάνα από σπίτι και σχολείο. Είχε γίνει ένα ατύχημα τότε σε μια σχολική εκδρομή και κάποιες μαθήτριες είχαν πνιγεί. Έτσι το σχολείο αποφάσισε να σταματήσει τις εκδρομές. Έλα όμως που εμείς είχαμε κάνει όνειρα! Έτσι είπαμε ψέματα στους γονείς, το σκάσαμε και την Παρασκευή απ το σχολείο και πήγαμε τριήμερο στην Αίγινα.

Στην Αίγινα πήγαμε με την άλλη κολλητή μου, την Καίτη όταν πήρα την πρώτη άδεια απ’ τη δουλειά. Η αλήθεια είναι πως τότε, και λόγω του ότι σαν εργαζόμενα κορίτσια είχαμε λεφτά,  είχαμε ξεκινήσει για Σύρο. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες αλλά κάποια κομπίνα είχε γίνει με τα εισιτήρια και φτάνοντας Πειραιά δεν υπήρχε πλοίο για Σύρο. Το καλό της υπόθεσης, κι αυτό το θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια, ήταν πως ξύπνησε, λόγω καταγωγής, ο Αθανάσιος Διάκος μέσα μου και πήγα επί τόπου στα γραφεία της εταιρίας και κόντεψα να τα κάνω λαμπόγυαλο. Αποτέλεσμα ήταν να πάρουμε αμέσως τα λεφτά μας πίσω, αλλά μ’ αυτά και μ’ αυτά πήγε απόγευμα και εισιτήρια για άλλο προορισμό δεν υπήρχαν. Εκτός… εκτός φυσικά απ την Αίγινα που εισιτήρια υπάρχουν πάντα. Έτσι περάσαμε μια αξέχαστη εβδομάδα τρώγοντας τόνους από φιστίκια!

 

Αν θα ήθελα να συνεχίσω την ιστορία που άρχισε στα Κύθηρα, θα την περνούσα απ’ την Αθήνα, θα την πήγαινα λίγο Κεφαλονιά, λίγο Θεσσαλονίκη και δύο χρόνια αργότερα θα την έφτανα στην Αίγινα. Μετά από κλεφτές συναντήσεις που αρμόζανε στην ηλικία μου και ταξίδια αστραπή του τύπου «φεύγω το πρωί και γυρίζω το βράδυ, πριν με πάρουν χαμπάρι απ το σπίτι», αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι της προκοπής. Αν αυτή η σχέση ήταν μυθιστόρημα, σίγουρα ο τίτλος θα ήταν «Μου λείπεις»! Εκείνος σπούδαζε Θεσσαλονίκη, εγώ ήμουν στην Αθήνα και αυτό που μείωνε την απόσταση ήταν τα γράμματα. Οι συναντήσεις γινόντουσαν πάντα με την ψυχή στο στόμα, που λένε, και μόνο το καλοκαίρι μπορούσαμε να βρεθούμε λίγο παραπάνω. Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν χέρι-χέρι μπήκαμε στο καραβάκι, έχοντας μπροστά μας δεκαπέντε μέρες ελευθερίας, να ζήσουμε όπως δύο χρόνια τώρα ονειρευόμασταν. Η πρώτη εβδομάδα πέρασε καλά, εμπεριέχοντας και τις δύο πρώτες ονειρικές μέρες. Η δεύτερη εβδομάδα  ήταν λίγο κάτω του χλιαρού κι εκεί προς το τέλος είχε αρχίσει να περνάει απ το μυαλό μου κι η εικόνα του Σταύρου που είχα γνωρίσει από κάτι φίλους πριν λίγες μέρες. Όπως φαινόταν, το Χειμώνα που ερχότανε, απ’ τον Στέργιο θα είχα μόνο… τα δύο πρώτα γράμματα! Τελικά αυτή η σχέση τέλειωσε ακριβώς όπως είχε αρχίσει. Σε κάποιο κατάστρωμα, να κάθεται ο ένας στο ένα παγκάκι και ο άλλος στο άλλο!

 

Η τελευταία φορά που βρέθηκα στην Αίγινα ήταν δύο χρόνια μετά. Στη ζωή μου δεν υπήρχε πια κανένα «Στ», και αυτή τη φορά είδα την Αίγινα μέσα απ’ τα ματιά ενός πραγματικά ανέμελου, ευτυχισμένου ανθρώπου. Δεν ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια παραμονή μου αλλά ήταν η μεγαλύτερη σε ποιότητα. Την γύρισα ολόκληρη και την έζησα τόσο όσο καμιά άλλη φορά. Ίσως αυτή τη φορά να έφαγα και τα περισσότερα φιστίκια και όχι μόνο στην αυτούσια μορφή τους. Φίλοι έρχονταν και έφευγαν για να έρθουν άλλοι. Μεταξύ αυτών που ήρθαν ήταν και η Αρετή που η σκούφια της κράταγε από Αίγινα. Η ευχή μου σε κάθε μέρος που πάω είναι σταθερή: «Αχ και να ΄χαμε μια γιαγιά εδώ!». Η Αρετή μας έφερε τη «γιαγιά» της Αίγινας, που βέβαια δεν ήταν γιαγιά ούτε σε ηλικία αλλά ούτε και σε συγγένεια. Και τι δεν φάγαμε απ’ τα χεράκια της, κι όλα τυλιγμένα σε φιστίκι! Μάλιστα περάσαμε και σε ανώτερα επίπεδα, δίνοντάς της και παραγγελίες. Πες το κι έγινε ήταν η «γιαγιά». Φεύγοντας πήραμε και βαζάκια με γλυκό φιστίκι μαζί μας.

 

Ακόμα και σήμερα όταν η ανάγκη για ταξίδι γίνεται έντονη η Αίγινα είναι το πρώτο μέρος που σκέφτομαι: «Να πάμε κάπου βρε παιδί μου. Έστω μέχρι την Αίγινα!».

Ίσως η πρόταση όπως διατυπώνεται να παρουσιάζει την Αίγινα σαν το μίνιμουμ του καλού. Όμως δεν είναι έτσι. Το μάξιμουμ του «δικού» θα ήταν η πιο σωστή ερμηνεία.

Την αγαπώ την Αίγινα για πολλούς λόγους. Ο ένας είναι για όλα αυτά που έχω ζήσει εκεί. Ο άλλος είναι για τα φιστίκια της που τα λατρεύω, όπως όλοι μας άλλωστε. Άλλος ένας είναι το λιμάνι της που μ’ άρεσε να περπατάω ώρες ατέλειωτες. Πάνω κάτω, πάνω κάτω…

Οι κυριότεροι λόγοι όμως είναι τρεις.

Ο πρώτος είναι για κείνο το ταξίδι που έκανα με την Γιγίνη μου, και που για μια ολόκληρη μέρα της έδωσα τη χαρά να είμαι κόρη της…

Ο δεύτερος είναι ότι εκεί στον παραλιακό δρόμο της Αίγινας έχω αφήσει τον τρελιάρικο εικοσάχρονο εαυτό μου και έχω την ελπίδα πως αν γυρίσω, θα τον ξαναβρώ…

Και ο τρίτος είναι ο Άγιος Νεκτάριος. Δεν ξέρω πως γίνεται, αλλά  εγώ, που δεν θα μ’ έλεγες και βαθιά θρησκευόμενο άτομο, μέσα μου νιώθω πως αν σήμερα βλέπω κι απ τα δύο μάτια, το χρωστάω σ’ Αυτόν!!!

************************************************************************************************************

 

Συνταγές από την Αίγινα

 

ΨΗΤΟ ΑΡΝΙ Ή ΚΑΤΣΙΚΙ ΜΕ ΚΡΟΥΣΤΑ ΦΙΣΤΙΚΙΟΥ

 

ΥΛΙΚΑ

  • Αρνί ή κατσίκι,
  • 3 κουταλιές της σούπας βούτυρο μαλακωμένο,
  • 6 κουταλιές της σούπας χονδροκομμένο φιστίκι Αιγίνης,
  • 1 φλιτζάνι ζωμό από το ψητό,
  • 3 κουταλιές σούπας τριμμένη φρυγανιά,
  • 3 κουταλιές γλυκού μέλι ή μαρμελάδα φράουλα χωρίς ζάχαρη

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Ψήνουμε το αρνί ή το κατσίκι στο φούρνο για 2 με 2,5 ώρες, αφού έχουμε πολτοποιήσει ό,τι μυρωδικά μας αρέσουν μαζί με λάδι και λίγο νερό και έχουμε αλείψει το κρέας. Μπορούμε να βάλουμε και λίγο σκόρδο ανάμεσα στο κρέας. Σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο για να μην ξεροψηθεί πολύ.
Φτιάχνουμε τον πολτό της κρούστας αναμειγνύοντας όλα τα υλικά πολύ καλά. Τεμαχίζουμε σε μερίδες ανά δύο παϊδάκια και τις πιέζουμε μέσα στην κρούστα ώστε να καλυφθεί όλη η επιφάνεια.
Ψήνουμε στο γκριλ για ακόμη 10 λεπτά.

 

ΠΑΤΕ ΦΙΣΤΙΚΙΟΥ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 3 φλιτζάνια φιστίκι Αιγίνης ψημμένο και τριμμένο καλά,
  • 1 φλιτζάνι νιφάδες πατάτας,
  • 2 φλιτζάνια νερό,
  • 1 ½ φλιτζάνι λάδι,
  • 1 σκελίδα σκόρδο λιωμένο,
  • 4 κουταλιές της σούπας χυμό λεμονιού (1/2 λεμόνι),
  • ½ κουταλάκι ρίγανη
  • ½ κουταλάκι αλάτι, λίγο πιπέρι.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Ανακατεύετε καλά τις νιφάδες με το νερό, το αλάτι το πιπέρι, τη ρίγανη, το λεμόνι και το σκόρδο. Προσθέτετε λίγο λίγο το λάδι και μία μία κουταλιά το τριμμένο φιστίκι μέχρι να γίνουν ένα μείγμα ομοιογενές. Έτοιμο το ορεκτικό σας.

 

ΠΙΤΑ ΜΕΛΙΤΖΑΝΑΣ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 κιλό μελιτζάνες,
  • 200γρ ελαιόλαδο,
  • 250γρ γραβιέρα,
  • 3 αυγά, αλάτι-πιπέρι,
  • 2 κρεμμύδια ξερά,
  • ένα μικρό ματσάκι μαιντανό.

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Βγάζουμε το φλοιό από τις μελιτζάνες και τις τρίβουμε στον τρίφτη. Συμπληρώνουμε το κρεμμύδι που έχουμε τρίψει, το τριμένο τυρί, τα αυγά, τον ψιλοκομμένο μαïντανό και το λάδι. Όλα αυτά τα ανακατέυουμε μαζί, τα ρίχνουμε στο φύλλο κρούστας ή στο φύλλο που έχουμε φτιάξει εμείς και το διπλώνουμε. Λαδώνουμε το φύλλο απο πάνω με ενα πινέλο και ψήνουμε για μία ώρα.

 

ΧΤΑΠΟΔΙ ΓΙΟΥΒΕΤΣΙ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 χταπόδι περίπου ενάμισυ κιλό,
  • 500 γρ κριθαράκι,
  • 100 γρ λάδι, 1 κρεμμύδι μεγάλο,
  • 2 φύλλα δάφνης,
  • λίγο μπαχάρι,
  • αλάτι και πιπέρι,
  • 2 λίτρα νερό,
  • 2 ντομάτες.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Κόβουμε το χταπόδι σε μεγάλα κομμάτια και το βάζουμε στην κατσαρόλα σε χαμηλή φωτιά να πιεί το ζουμί του. Μετά ρίχνουμε τη δάφνη, το μπαχάρι, το τριμμένο κρεμμύδι, το λάδι και τα σοτάρουμε. Έπειτα ρίχνουμε τις ντομάτες, το αλάτι και το πιπέρι, τα αφήνουμε να βράσουν για 15′ και μετά προσθέτουμε το νερό. Εφόσον βράσει το χταπόδι, το βγάζουμε και προσθέτουμε το κριθαράκι. Προς το τέλος, ξαναρίχνουμε το χταπόδι στην βρασμένη πάστα και το βάζουμε για 15′ λεπτά στο φούρνο στους 200 βαθμούς.

 

ΨΑΡΙ ΦΙΛΕΤΟ ΜΕ ΠΕΣΤΟ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 900 γρ. φιλέτο λευκού ψαριού (π.χ. σφυρίδα, πεσκανδρίτσα, μπακαλιάρος) σε κομμάτια από περίπου 150 γρ. το καθένα.

Για το κόκκινο πέστο:

  • 3-4 μεγάλα φύλλα βασιλικού ,
  • 100 γρ. ψημμένη ψίχα φυστίκι Αιγίνης,
  • 100 γρ. μαλακές λιαστές ντομάτες (από βαζάκι με λάδι),
  • 2 σκελίδες σκόρδο λιωμένο,
  • 75 γρ. τριμμένη παρμεζάνα,
  • ½  φλιτζάνι παρθένο ελαιόλαδο,
  • μία κουταλιά χυμό λεμονιού,
  • αλάτι και πιπέρι.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Για το πέστο, κόψτε τα φύλλα του βασιλικού και βάλτε τα στο μίξερ. Προσθέστε τα υπόλοιπα υλικά και αναμείξτε τα μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιογενής χυλός. Το πέστο διατηρείται καλά στο ψυγείο για περίπου μία εβδομάδα.
Προθερμάνετε το φούρνο στους 100°C ή στη χαμηλότερη θέση. Τοποθετήστε το ψάρι σε ένα πυρίμαχο σκεύος. Ψήστε για 40 λεπτά.
Προς το τέλος του ψησίματος, πασπαλίστε από πάνω με την παρμεζάνα.
Βάλτε μία με δύο κουταλιές πέστο πάνω από το ψάρι.
Σερβίρετε με πράσινη σαλάτα

 

ΣΟΥΠΙΕΣ ΚΡΑΣΑΤΕΣ

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 κιλό σουπιές,
  • 1 μεγάλο κρεμμύδι,
  • 1 ματσάκι άνιθο,
  • 1 ποτήρι κρασί, 1μικρό ποτήρι λάδι (100 ml),
  • 2 τομάτες φρέσκιες τριμμένες,
  • 1 ποτήρι νερό.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Βάζουμε σε μία κατσαρόλα τις σουπιές με το κρασί, προσθέτουμε το κρεμμύδι, το λάδι, τον άνιθο και τα σοτάρουμε. Μόλις είναι έτοιμα, ρίχνουμε και τη ντομάτα. Τέλος, συμπληρώνουμε το νερό, αλάτι και πιπέρι και αφήνουμε να βράσουν για 40 λεπτά.

ΣΑΡΙΚΙΑ ΑΙΓΙΝΗΣ

Πολύ γρήγορο γλυκάκι, βουτυράτο και σιροπιαστό. Δεν απαιτεί πάνω από 15 λεπτά προετοιμασίας. Ο υπόλοιπος χρόνος αφορά στο ψήσιμο και μόνο.

Υλικά

  • 1 κουτί (500 γρ) φύλλο κρούστας
  • ½ φλιτζάνι φιστίκια Αιγίνης ψιλοκομμένα
  • ½ φλιτζάνι τριμμένα καρύδια (έβαλα αμύγδαλα)
  • ½ φλιτζάνι αράπικο φιστίκι
  • ½ φλιτζάνι ζάχαρη
  • 1 κουταλιά της σούπας μοσχοκάρυδο
  • 1 κουταλιά της σούπας κανέλλα
  • ½ φλιτζάνι λάδι
  • 250 γρ βούτυρο γάλακτος λιωμένο για το άλειμμα των φύλλων

Για το σιρόπι

  • 2 φλιτζάνια νερό
  • 2 ½ φλιτζάνια ζάχαρη

Εκτέλεση
Ανακατεύουμε σε ένα μπωλ ζάχαρη, ξηροκάρπια, μπαχαρικά και λάδι. Βουτυρώνουμε το ταψί μας. Παίρνουμε ένα φύλλο το βουτυρώνουμε και απλώνουμε κατά μήκος λίγη γέμιση (όχι πολύ-«πασπαλιστά» ώστε να καλύπτει τα περισσότερα μέρη του φύλλου μας). Βουτυρώνουμε ένα άλλο φύλλο, το στρώνουμε πάνω στο πρώτο και τυλίγουμε σε ρολό. Βάζουμε το ρολό στο ταψί και με κοφτερό μαχαίρι κόβουμε σε μικρά κομμάτια. Επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία με όλα τα φύλλα μας τα τοποθετούμε στο ταψί και περιχύνουμε με το λειωμένο βούτυρο.
Σε καλά προθερμασμένο φούρνο ψήνουμε για 30 λεπτά στους 180 βαθμούς μέχρι να ροδοκοκκινήσουν. (Ο δικός μου φούρνος είναι πολύ δυνατός οπότε στα 20 λεπτά το γλυκό είναι έτοιμο-προσαρμόστε το χρόνο αναλόγως του φούρνου σας).
Βγάζουμε από το φούρνο και ετοιμάζουμε το σιρόπι μας βράζοντας τα υλικά 5-7 λεπτά και σιροπιάζουμε (ζεστό σιρόπι-κρύο γλυκό)

hungry for life

 

ΦΙΣΤΙΚΙ ΓΛΥΚΟ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ

ΥΛΙΚΑ

  • 700 γρ. φυστίκι Αιγίνης
  • 2 κιλά ζάχαρη
  • 4 φλιτζάνια τσαγιού νερό
  • 1/2  λεμόνι
  • Αρωμα βανίλιας

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Βράζουμε το φιστίκι σε κατσαρόλα με νερό μπόλικο ώσπου να τρυπιέται
με οδοντογλυφίδα.Το βάζουμε σε τρυπητό να στραγγίσει και αμέσως
μετά σε πετσέτα ν΄απορροφήσει τα υγρά.
Σε ανάλογη κατσαρόλα,βράζουμε τη ζάχαρη με το νερό 6-7 λεπτά.
Αφήνουμε το σιρόπι να χλιάνει,αφαιρούμε την εξωτερική πέτσα
από το φυστίκι,ρίχουμε την ψίχα μέσα στο σιρόπι και
το αφήνουμε να σταθεί για μια μέρα.
Την άλλη μέρα βράζουμε το γλυκό ώσπου να δέσει το σιρόπι.
Στο τέλος προσθέτουμε το λεμόνι και το άρωμα βανίλιας.
Αφήνουμε το γλυκό να κρυώσει καλά και το σερβίρουμε σε βάζα.

Πηγή

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν ήμουν μούτσος…

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool
Τα παιδικά μου καλοκαίρια τα πέρασα καλύτερα απ’ τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας και της κοινωνικής μου τάξης. Δεν θυμάμαι κανέναν απ’ τους συμμαθητές μου να πηγαίνει διακοπές κάπου αλλού εκτός απ’ το χωριό του. Εγώ κάθε χρόνο πήγαινα και σε διαφορετικό νησί. Ε, ναι! Όσο να ΄ναι το  χρήμα δεν κρύβεται! 
Καλά. Σοβαρεύομαι! Ο πατερούλης μου ήταν μηχανικός στο «Σαμψών». Το  Σαμψών ήταν μπίγα. Δηλαδή  ένας πλωτός γερανός που κάνει διάφορες δουλειές στη θάλασσα. Τα περισσότερα λιμάνια στα νησιά τα έφτιαξε, τα μεγάλωσε ή τα επισκεύασε  ο πατέρας μου. Τον έφαγε η θάλασσα, όπως έλεγε η μάνα μου αλλά και όπως ήταν τελικά. Τον περισσότερο καιρό έλειπε απ’ το σπίτι και η απουσία του ήταν πόνος αβάσταχτος για όλους μας και περισσότερο για τη μάνα μου που έπαιζε και το ρόλο του πατέρα στην οικογένεια. Θυμάμαι Χριστούγεννα και Πάσχα που έκλαιγα τα βράδυα πριν κοιμηθώ, ή όταν άκουγα εκείνο το τραγούδι… «θάλασσα, θάλασσα τους θαλασσινούς, μην τους θαλασσοδέρνεις…» κι έβλεπα να δακρύζουν τα ματάκια της μανούλας μου!  Ζήλευα όταν έβλεπα παιδιά στο δρόμο με τους πατεράδες τους ή όταν οι φίλες μου λέγανε «τις έκανα τις ασκήσεις με τον πατέρα μου». Έτσι ήταν οι χειμώνες μας! Όταν όμως έφτανε το καλοκαίρι, με το που κλείνανε τα σχολεία φεύγαμε για το νησί που βρισκόταν ο πατέρας μου.
Βέβαια υπήρχε και το ταξίδι που έπρεπε να γίνει, κι αυτό ήταν το μελανό σημείο του καλοκαιριού για μένα. Στο καράβι σχεδόν πάντα ζαλιζόμουνα αλλά δεν ήταν αυτό το δύσκολο κομμάτι. Η μεγάλη μου ανησυχία ήταν αν πλευρίζει το καράβι. Ήταν το πρώτο που ρωτούσα όταν φτάναμε στο λιμάνι, διότι αν το καράβι δεν πλεύριζε, κατεβαίναμε σε βάρκες. Στις βάρκες κατεβαίναμε από μια σκάλα που μόνο σκάλα δεν την έλεγες. Ήταν ένα πλέγμα από  ξύλα και σκοινιά, άλλοτε κάθετη κι άλλοτε τρισδιάστατη. Αυτή η δεύτερη περίπτωση ήταν και η χειρότερη. Ανάμεσα απ τα σκαλιά έβλεπες τη θάλασσα κι έλεγες τώρα θα πέσω και θα με καταπιεί. Για να μην συμβεί αυτό κρατιόσουν γερά από ένα, τύπου κάγκελο, παράλληλο με τη σκάλα, σκοινί. Όπου πήγαινες εσύ πήγαινε κι αυτό. Τη μόνη προστασία, υποθέτω, που θα πρόσφερε, θα ήταν σε περίπτωση που έπεφτες απ’ τη σκάλα να κρατηθείς απ’ αυτό για να μην πέσεις στο νερό. Καλά κρασιά δηλαδή.  Ούτε τώρα δε μπορώ να το σκέφτομαι εκείνο το σκηνικό. Το καράβι να κουνιέται, η βάρκα να κουνιέται, η σκάλα να κουνιέται κι από κάτω η βαθιά θάλασσα. Δεν υπήρξε ούτε μία φορά που να κατέβηκα αξιοπρεπώς. Πάντα ρεζίλι γινόμουν καθυστερώντας όλους τους επιβάτες γιατί δεν αποφάσιζα να πάρω το πόδι μου απ’ το ένα σκαλί και να το βάλω στο άλλο . Ευτυχώς στον πάτο της σκάλας ήταν πάντα ο θεός! Και να μην ήταν θεός, εγώ θεό τον έβλεπα μεταμφιεσμένο σε βαρκάρη.  Είχε το ένα πόδι στη σκάλα, το άλλο στην βάρκα και μας βοηθούσε να κατέβουμε. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η σκάλα είχε αλλάξει. Τα πιο καινούργια καράβια είχαν σιδερένιες σταθερές σκάλες και με τη βοήθεια του «θεού» το πέρασμα στη βάρκα εμπεριείχε λιγότερη τρομάρα και λιγότερη  ξεφτίλα.
Απ την στιγμή που έβαζα το πόδι μου στην βάρκα άρχιζαν οι διακοπές για μένα! Θυμάμαι το χτυποκάρδι, όταν όσο πλησιάζαμε προς την προβλήτα τόσο και γινόταν πιο καθαρή η φιγούρα του πατέρα μου που μας περίμενε. Μετά ερχόταν η χαρά κι η αγωνία για να δούμε το σπίτι όπου θα μέναμε, που εννιά στις δέκα φορές ήταν λίγα μέτρα μακριά απ’ τη θάλασσα. Και μετά απ’ αυτό ερχόταν η επίσκεψη στο Σαμψών. Το Σαμψών για μένα, συναισθηματικά, ήταν σαν δεύτερο σπίτι μου. Λάτρευα τη μυρωδιά της λαμαρίνας που μπερδευόταν με τη μυρωδιά της αλμύρας! Λάτρευα την τρεχάλα πάνω στο κατάστρωμα, που το έλεγαν «κουβέρτα». Λάτρευα  τη στενή κάθετη σκαλίτσα που οδηγούσε στις καμπίνες του πληρώματος. Μου έκανε τόση εντύπωση που μπορούσες να την κατέβεις μόνο ανάποδα, με το πρόσωπο προς τα σκαλιά και προσπαθούσα μόνιμα να την κατέβω κανονικά.
Πάνω στο κινητό μέρος του γερανού ήταν το μηχανοστάσιο και δύο μικρές καμπίνες  για τον καπετάνιο και τον Α ΄μηχανικό. Αυτές τις καμπινούλες κι αν λάτρευα!! Φανταστείτε τώρα ένα παιδί να βρίσκεται σ’ ένα δωμάτιο που στριφογυρίζει. Και από μόνο του αυτό ήταν ένα παιχνίδι. Μ’ άρεσε ν’ ανεβαίνω πάνω στο ψηλό και στενό κρεβάτι του πατέρα μου και να κοιτάζω απ’ το φινιστρίνι το τοπίο να αλλάζει ανάλογα με το πώς έστριβε ο γερανός. Μπορούσα να μείνω εκεί όλη τη βάρδια.
Όμως μ’ άρεσε πολύ και η καμπίνα  του καπετάνιου γιατί θύμιζε σπιτάκι του χωριού. Είχε ένα μπαλκονάκι με ξύλινα κάγκελα και πολλές γλάστρες. Τι ζεστή εικόνα! Εκεί μέσα στις λαμαρίνες να βλέπεις λουλούδια αγκαλιασμένα με το ξύλο!
Ένα άλλο αγαπημένο μέρος πάνω στο πλοίο (εμείς πλοίο το λέγαμε) ήταν η κουζίνα. Μ άρεσε να βλέπω το μάγειρα εν ώρα εργασίας και πάντα ήθελα να φάω απ το δικό του φαγητό κι ας είχε μαγειρέψει η μάνα μου χίλιες φορές καλύτερο. Και μύριζε τόσο ωραία αυτή η κουζίνα!!! Και μ’ άρεσε και η τραπεζαρία. Στα μάτια μου έμοιαζε σαν γιορτή όταν μαζεύονταν όλοι  , γύρω απ’ τα μακριά τραπέζια με τους πάγκους για να φάνε. Φωνές, γέλια, τσακωμοί! Αλλά αυτό πρέπει να γινόταν τις Κυριακές. Τις καθημερινές έτρωγε ο καθένας όποτε μπορούσε. Θυμάμαι τον πατέρα μου που έτρωγε πάντα όρθιος γιατί συγχρόνως δούλευε. Όσους δούλευαν στο πλοίο τους θεωρούσα κάτι σαν θείους. Τους αγαπούσα όλους ανεξαιρέτως και χαιρόμουνα απίστευτα κάθε καλοκαίρι που τους ξανάβλεπα και αυτούς και τις οικογένειές τους. Ήταν απίθανα εκείνα τα καλοκαίρια όπως μαζευόμασταν όλοι μαζί!
Άλλη μεγάλη απόλαυση ήταν η θάλασσα. Αυτό που για άλλους ήταν πολυτέλεια για μας ήταν τρόπος ζωής. Πεντακάθαρες θάλασσες και να είσαι μέσα όσες ώρες ήθελες και πρωί και απόγευμα! Και μετά, το βράδυ, τρώγαμε πάντα έξω και πάντα με παρέα γιατί όλοι στο νησί μας γνώριζαν. Σαν τον παπά και τον δάσκαλο ήταν γι αυτούς όσοι δούλευαν στη μπίγα. Το θεωρούσαν μεγάλο γεγονός για το νησί το ότι  βρίσκονταν εκεί. Τους  άλλαζαν τη ζωή! Όταν θα έφευγαν, το νησί θα είχε πια λιμάνι και πολλά πράγματα θα γίνονταν ευκολότερα γι αυτούς!
Απ’ τη ζωή μου σαν μούτσος θυμάμαι δύο ακόμη ονόματα. Τίγρης και Λέων. Ο Τίγρης ήταν το μικρό ρυμουλκό που έκανε το Σαμψών να κινείται και ο Λέων το μεγάλο. Στο Τίγρης είχα μπει μερικές φορές. Στο Λέων είχα μπει μόνο μια αλλά δεν μου άρεσε (αν και θυμάμαι ότι ο καπετάνιος του ήταν ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος). Μου φάνηκε ψυχρό και τεράστιο. Και μάλλον ήταν, μιας και το στρατολογούσαν στα δύσκολα. Σε μεγάλες φουρτούνες που το Τίγρης έμοιαζε με καρυδότσουφλο πάνω στα κύματα, αναλάμβανε το Λέων. Πάντως εγώ, το Τίγρης αγάπαγα γιατί ήταν το κολλητάρι του Σαμψών μου κι αυτή την εικόνα έχω ακόμη στη μνήμη μου. Το Τίγρης να πηγαίνει μπροστά και το Σαμψών να ακολουθεί!
Τώρα δεν έχω ιδέα που βρίσκονται και αν βρίσκονται κάπου. Όμως… και τι δεν θα ‘δινα να περπάταγα για λίγο ξανά πάνω στην κουβέρτα του Σαμψών ή να κατέβαινα απ’ τη μικρή σκαλίτσα ή… να καθόμουν σ’ έναν απ’ τους πάγκους της τραπεζαρίας να φάω ένα πιάτο κρέας με κριθαράκι απ’ τα χέρια του μάγειρα!  
 ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ 
1 κιλό μοσχαράκι τρυφερό σε κύβους
1 κρεμμύδι μεγάλο ψιλοκομμένο 
1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένο 
λίγο ελαιόλαδο 
αλάτι 
πιπέρι 
1 κουτί ντοματάκια ψιλοκομμένα 
1/2 κιλό κριθαράκι μέτριο 
ΟΔΗΓΙΕΣ 
1.Βάζω τους κύβους του κρέατος σε κατσαρόλα με λίγο νερό να πάρει μια βράση και ξεπλένω το κρέας. 
2.Βάζω το λάδι να κάψει και σωτάρω το κρεμμύδι με το σκόρδο για λίγο 
3.Προσθέτω το κρέας, το αλάτι, το πιπέρι και τα ντοματάκια. 
4.Προσθέτω νερό ίσα να σκεπάζει το κρέας μου και το αφήνω να ψηθεί έως ότου μαλακώσει. 
5.10 λεπτά πριν να είναι έτοιμο συμπληρώνω 7 περίπου ποτήρια νερό, ακόμα λίγο αλάτι και πιπέρι(ανάλογα τα γούστα) και αφήνω να πάρει βράση. 
6.Μόλις πάρει βράση ρίχνω το κριθαράκι και ανακατεύω καλά έως ότου ψηθεί και πιει όλο το νερό της κατσαρόλας. 
7.Σερβίρω ζεστό και αν θέλω πασπαλίζω με τριμμένη φέτα ή άλλο τυρί της αρεσκείας μας. 
Καλή όρεξη! 
http://www.sintagespareas.gr