Αρχείο Ετικετών | μελιτζάνες

Πως η Ευτυχία συνάντησε την ευτυχία

Protected by Copyscape Plagiarism Check
Θυμάμαι λοιπόν πως στην εποχή που ήμουν δεκαπέντε χρονών οι γάμοι των συνομηλίκων μου δεν ήταν και πολύ σπάνιοι. Το αντίθετο μάλλον. Για παράδειγμα  η κολλητή μου, τότε, η Μαρία είχε δεσμό με τον Τάκη που την περίμενε να τελειώσει το γυμνάσιο για να παντρευτούν. Άλλες δύο συμμαθήτριές μας ήταν στην ίδια κατάσταση και άλλη μία στο λύκειο ήταν παντρεμένη και μάλιστα είχε και παιδί.

Απ’ όλα αυτά τα «κορίτσια» όπως θα έλεγε ο Σαββόπουλος, διάλεξα την Ευτυχία που ήταν σε ακόμη χειρότερη μοίρα απ’ τις προαναφερθείσες.

Ο μέλλων σύζυγος της Μαρίας, ο Τάκης είχε  αδερφό τον Γιάννη. Ο Τάκης ήταν αρκετά μεγαλύτερος απ’ τη Μαρία και ο Γιάννης πολύ μεγαλύτερος απ’ τον Τάκη. Άρα, όπως το σκέφτομαι τώρα, ο Γιάννης πρέπει να ήταν  32-33 χρονών.

Ένα πρωινό Κυριακής πήγαμε με τη Μαρία και τον Τάκη επίσκεψη στο σπίτι του αδερφού του  κι έτσι γνώρισα την Ευτυχία, την γυναίκα του Γιάννη.

Την Ευτυχία δεν θα την έλεγες ωραία με την στενή έννοια του όρου. Απ’ το λαιμό και κάτω ήταν μια συνηθισμένη χοντρούλα. Απ το λαιμό και πάνω όμως ήταν κούκλα. Φυσικά ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια και χείλια τύπου Αντζελίνας.

Σε πρώτη φάση είδα μπροστά μου μια κυρία που μας καλοδέχτηκε στο σπίτι της και που έτρεχε σαν τον Βέγγο να φτιάξει καφέδες, να φέρει γλυκά, να μετακινήσει τραπεζάκια για να βολευτούμε να μας βάζει μαξιλαράκια πίσω απ΄ την πλάτη για να είμαστε άνετα στον καναπέ και να προλαβαίνει τις επιθυμίες του Γιάννη πριν καλά-καλά τις ξεστομίσει.

Ούτε για μια στιγμή δεν φαντάστηκα ότι είχαμε μόλις 3 χρόνια διαφορά. Κι όταν έμαθα ότι ήταν 17 χρονών, αντί να την λυπηθώ, όπως όφειλα, την θαύμασα! Τώρα που το σκέφτομαι… ήταν άξια και για τα δύο.

Ο Τάκης κι ο Γιάννης κατάγονταν απ’ τον Έβρο. Εκεί σε κάποιο ξεχασμένο χωριό ο Γιάννης ανακάλυψε την Ευτυχία. Πρέπει να παραδεχτώ πως άνετα την έκανες δέκα χρόνια πάνω απ’ την ηλικία της. Κάτι το ντύσιμο κάτι τα κιλά… φαινόταν να πλησιάζει τα τριάντα. Ο Γιάννης ήθελε ένα κορίτσι από σπίτι και για σπίτι, κι η Ευτυχία ταίριαζε γάντι. Εκείνη πάλι νόμισε πως τον ερωτεύτηκε αλλά στην πραγματικότητα αυτό που είχε ερωτευτεί ήταν η Αθήνα. Έτσι παντρεύτηκαν.

Για μια διετία την Ευτυχία την επισκεπτόμασταν συχνά. Συνέχιζα να την θαυμάζω γιατί μου έκανε φοβερή εντύπωση να βλέπω τη μαμά μου σε συσκευασία δεκαεφτάχρονης. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις που είχε και που τις έβγαζε πέρα με τον καλύτερο τρόπο την θεοποιούσαν στα μάτια μιας καλομαθημένης πρωτευουσιάνας όπως ήμουν εγώ. Από τότε μπήκαν τα θεμέλια της θεωρίας  μου πως τα παιδιά της επαρχίας είναι πολύ πιο άξια απ’ αυτά της Αθήνας. Εμένα μου τα είχε η μανούλα μου όλα έτοιμα και το μόνο που είχα να κάνω ήταν να διαβάζω και να πηγαίνω βόλτες, τη στιγμή που η Ευτυχία είχε να φροντίσει εκτός απ’ το σπίτι και τον άντρα και πεθερικά και γονείς που έρχονταν εναλλάξ.

Καλοκαίρι παντρεύτηκε η Μαρία, Σεπτέμβρη άρχιζε το σχολείο. Μέχρι τα Χριστούγεννα  οι συναντήσεις μας είχαν μειωθεί στο ελάχιστο. Απ’ τον καινούργιο χρόνο και μετά δεν την ξαναείδα και μαζί μ’ αυτήν δεν ξαναείδα και την Ευτυχία.

Ήταν δώδεκα χρόνια αργότερα όταν ένα απόγευμα πέρασα να δω την παιδική μου φίλη την Κατερίνα και την πέτυχα στην πόρτα. Πάω σε μια γειτόνισσα, μου είπε και με κάλεσε να πάω μαζί. Σε πρώτη φάση αρνήθηκα γιατί δεν την ήξερα αλλά με έπεισε ότι κι εκείνη θα χαιρόταν να με γνωρίσει κι εγώ θα πέρναγα πολύ ωραία γιατί ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος.

Όταν άνοιξε η πόρτα έμεινα άφωνη βλέποντας μπροστά μου την Ευτυχία. Ίδια κι απαράλλαχτη, μόνο που εμένα τώρα μου φαινόταν πιο μικρή. Δε με γνώρισε κι έπεσε πολύ γέλιο μέχρι να καταλάβει ποια είμαι και να με πλακώσει στα φιλιά.

Επιφανειακά δεν είχε αλλάξει τίποτα. Μάλιστα κάποια στιγμή εμφανίστηκε κι ο Γιάννης κι όλα φαίνονταν να είναι όπως τότε. Όταν όμως είπα στην Ευτυχία ότι παντρεύτηκα συννέφιασε:

«Παντρεύτηκες; Γιατί βιάστηκες τόσο;»

«Τι βιάστηκα ρε Ευτυχία; Εικοσιπέντε χρονών είμαι!»

Κάτι συνωμοτικές ματιές που αντάλλαξε με τη φιλενάδα μου μ’ έκαναν να σκεφτώ πως τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά αλλά δεν είπα και τίποτα.

«Δεν ήξερες… δε ρώταγες;» μου είπε μετά από λίγο δίνοντάς μου το δικαίωμα να ρωτήσω τι έχει αλλάξει.

Τελικά ο χρόνος είχε αλλάξει πολλά και πρώτον- πρώτον τον Γιάννη. Πάει ο έρωτας πάει κι η ζεστή συμπεριφορά. Το γλυκό του κοριτσάκι, όπως την έλεγε παλιά, είχε μεταμορφωθεί σε μια «στέρφα» γυναίκα. Το ότι δεν είχαν παιδί ήταν δικό της φταίξιμο κι η στενοχώρια δική του και μόνο δική του.

Όσο πιο πολύ κάναμε παρέα με την Ευτυχία τόσα πιο πολλά βγαίναν στην φόρα.

Ποτέ δεν έβγαινε απ΄ το σπίτι για έναν καφέ. Απαγορευόταν! Το μπαλκόνι ήταν η έξοδός της. Η Ευτυχία στο ένα μπαλκόνι κι ένα σκυλί σ’ ένα άλλο. Τους λυπόσουν και τους δύο το ίδιο, έτσι όπως κοιτούσαν τον δρόμο.

Τις περισσότερες φορές πηγαίναμε να την δούμε όταν ο Γιάννης έλειπε απ’ το σπίτι γιατί τις πολλές παρέες με φιλενάδες δεν τις γούσταρε επειδή την ξεμυαλίζανε.

Όσες φορές τον συναντήσαμε, με εξαίρεση τις δυο τρεις πρώτες, πρόσβαλε την Ευτυχία μπροστά μας σα να ΄θελε να μας αποδείξει πόσο άχρηστη είναι, σε περίπτωση που είχαμε άλλη γνώμη για κείνη.

Χοντρή την ανέβαζε, μπάζο την κατέβαζε αδιαφορώντας που εκείνος θα είχε πάρει και τριάντα κιλά μέσα σ’ αυτά τα χρόνια.

Οι επισκέψεις μας στην Ευτυχία κράτησαν κάνα τριάρι χρόνια. Δε νιώθαμε καλά όταν πηγαίναμε αλλά συνεχίζαμε να το κάνουμε  επειδή την αγαπούσαμε αλλά κι επειδή την  λυπόμασταν.

Η αιτία για να σταματήσουμε ήταν και πάλι ο Γιάννης.

Ήμουν έγκυος κι η κοιλιά μου είχε αρχίσει να φαίνεται όταν μια μέρα ο Γιάννης επέστρεψε νωρίτερα απ’ ότι τον περιμέναμε και μας τσάκωσε πάνω στον καφέ.

Μας χαιρέτησε σκυθρωπός, όπως έκανε πάντα και πήγε να φύγει αλλά πρόσεξε την κοιλιά μου.

Δε μπορώ να πω… και συγχαρητήρια μου είπε, και μου έδωσε και τις ευχές του για μια καλή εγκυμοσύνη!

Την άλλη μέρα όμως μας πήρε τηλέφωνο η Ευτυχία και μας είπε να μην ξαναπάμε στο σπίτι της γιατί ο Γιάννης δεν θέλει. Έκλαιγε κι αυτό μας έκανε να πάμε τρέχοντας να την δούμε, έστω και για λίγο αφού εκείνος έλειπε.

Αυτό που αντικρίσαμε μας άφησε με ανοιχτό το στόμα. Τα χείλια της ήταν σκισμένα και  το ένα της μάγουλο ήταν κατάμαυρο.

Απ’ αυτό το περιστατικό και μετά δεν τόλμησε καμιά μας να ξανάρθει σε επαφή μαζί της. Περιμέναμε από εκείνη να μας πάρει τηλέφωνο και να μας πει τα νέα της. Κάποιες σκέψεις για αστυνομία, πάνω στην αγανάκτησή μας τις είπαμε δυνατά και ο τρόμος στα μάτια της και τη φωνή της μας έκανε να τις ξεχάσουμε.

Για καιρό, η μοναδική μας σκέψη ήταν το να βρούμε τρόπο να την βοηθήσουμε.

Πιθανόν η μοίρα ή ο θεός των συμπτώσεων, αν θες, ανέλαβε να δώσει τη λύση.

Ήταν Σάββατο πρωί και γύριζα απ’ την λαϊκή. Έξω απ’ το σπίτι της Ευτυχίας σταματάω και αφήνω τις σακούλες κάτω για να πάρω μιαν ανάσα. Ένα πορτοκάλι φεύγει απ’ τη σακούλα κι αρχίζει να τρέχει. Ένα πόδι το σταματάει κι ένας νεαρός γύρω στα 30 έρχεται και μου το δίνει. Του λέω ευχαριστώ και κουβέντα την κουβέντα μαθαίνω πως είναι νέος στην γειτονιά,  ότι μένει στην ίδια πολυκατοικία με την Ευτυχία και μάλιστα στον ίδιο όροφο.

Το ίδιο κιόλας απόγευμα κάλεσα την φιλενάδα μου για συμβούλιο. Δεν ξέρω πως μου έκατσε στο μυαλό αλλά αυτό το παιδί, μου είχε φανεί τόσο συμπαθητικό που ήμουν σίγουρη πως δεν θα αρνηθεί να βοηθήσει.

Χωρίς να το σκεφτούμε και ιδιαίτερα, βρεθήκαμε μπροστά απ’ την πόρτα του να χτυπάμε το κουδούνι του και να κοιτάμε και την διπλανή πόρτα μην ανοίξει και μας τσουρομαδήσει κανένας Γιάννης.

Ο άνθρωπος ξαφνιάστηκε όταν μας είδε αλλά αμέσως μας κάλεσε να περάσουμε μέσα. Κέρασε καφέ κι εμείς του είπαμε όσα είχαμε να του πούμε για την γειτόνισσα. Δυστυχώς γίναμε αμέσως πιστευτές και ως προς τα γεγονότα και ως προς το μέγεθος του προβλήματος, γιατί ήδη είχε προσωπική αντίληψη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που ήταν στο διαμέρισμα είχε ακούσει διάφορα από δίπλα.

Αυτό που του ζητήσαμε ήταν αν ακούσει τίποτα να καλέσει την αστυνομία και, ευτυχώς, το δέχτηκε αμέσως.

Μετά από λίγο καιρό και έχοντας την πληροφόρηση ότι έχει κρατήσει το λόγο του, έπαψα να ασχολούμαι ιδιαίτερα γιατί το μυαλό μου απορρόφησαν τα καινούργια γεγονότα της ζωής μου μιας κι έγινα μαμά. Τον έλεγχο τον είχε πάρει στα χέρια της η Κατερίνα που τηλεφωνιόταν με τον Βασίλη (έτσι έλεγαν τον γείτονα) και κατέστρωναν σχέδια. Μετά από καιρό και λόγω των επισκέψεων της αστυνομίας, τα πράγματα ηρέμησαν. Απ το διπλανό διαμέρισμα έπαψαν να ακούγονται ύποπτοι θόρυβοι και σιγά- σιγά πάψαμε να έχουμε επαφές και με τον γείτονα. Την Ευτυχία την βλέπαμε καμιά φορά στο μπαλκόνι ή στη λαϊκή αλλά αφού μας απέφευγε την αποφεύγαμε κι εμείς.

Γουρλώσανε τα μάτια μου όταν την είδα στο δρόμο με την κοιλιά τούμπανο. Χάρηκα τόσο πολύ που ούτε καν το σκέφτηκα. Έτρεξα κοντά της να της πω τις ευχές μου, να την αγκαλιάσω και να την φιλήσω. Μου ζήτησε για μια ακόμη φορά συγνώμη για την συμπεριφορά της απέναντί μας και στο τέλος πρόσθεσε το εξής περίεργο:

«Δεν ξέρεις πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα και να είμαστε ελεύθερες να κάνουμε και πάλι παρέα»

Δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου και απάντησα: «Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος μαλακώνει» και εννοούσα τον Γιάννη φυσικά.

Καημένε Γιάννη! Δεν βρέθηκε κανένας να σου πει ότι όλα εδώ πληρώνονται;

Πριν ακόμη γεννήσει η Ευτυχία μετακόμισαν σε μονοκατοικία και πάλι στη γειτονιά μας. Ωραίο σπίτι! Το κοιτούσαμε με την Κατερίνα και χαιρόμασταν για την φιλενάδα μας. Φανταζόμασταν και τον Γιάννη τρισευτυχισμένο και ήρεμο τώρα που είχε αποκτήσει το σπίτι των ονείρων του και θα γινόταν και μπαμπάς.

Κεραυνός εν αιθρία!

Βόμβα!

Όλη η γειτονιά άφωνη!

Η Ευτυχία το ‘σκασε!

Στέρφα, μπάζο και χοντρή δεν την έλεγε ο Γιάννης;

Βρήκε κι η Ευτυχία τον Βασίλη που και μάνα την έκανε και κούκλα την έβλεπε. Και δεν ήταν μόνον αυτά…

Την πήρε απ’ το χέρι, πήραν και το μωρό τους και εξαφανίστηκαν. Ούτε που ξανακούσαμε γι αυτούς.

Μετά από λίγο καιρό έφυγε κι ο Γιάννης και αργότερα πουλήθηκε και το σπίτι.

Λεπτομέρειες δε μάθαμε ποτέ δυστυχώς, γιατί πολύ θα το ήθελα να μάθω για τις αντιδράσεις του άντρακλα όταν έμαθε ποιος ήταν ο στέρφος της ιστορίας.

Αμ δε σου χρώσταγε η ζωή για να σου δώσει κύριε Γιάννη. Και παραδέξου το… την προκάλεσες κι εσύ όσο μπορούσες!

Τι αποκομίζουμε απ’ αυτήν την ιστορία;

Ότι όταν διαλέγω φύλακες, είμαι απολύτως αποτελεσματική.

Απολύτως όμως!!!

 

 

 

Ιστορία χωρίς φαγάκι δεν γίνεται για αυτό παραθέτω συνταγές απ’ την πατρίδα της Ευτυχίας τον Έβρο. Τις συνταγές τις βρήκα στο http://www.evrostour.gr

 

ΧΟΙΡΟΚΕΦΑΛΗ ΜΕΖΕΣ

ΥΛΙΚΑ

  • 1 χοιροκεφαλή
  • Μερικές φέτες ψωμιού
  • Λεμόνι
  • Λάδι
  • Πιπέρι

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Τρυπάτε τη χοιροκεφαλή σε διαφορά σημεία, την αλατοπιπερώνετε και βάζετε γύρω γύρω φέτες ψωμιού. Τα τυλίγετε όλα μαζί σε λαδόχαρτο, το βάζετε σε βαθύ ταψί και το ψήνετε στο φούρνο για 3 ώρες τουλάχιστον. Μετά ανοίγετε το λαδόχαρτο, πετάτε τα ψωμιά που έχουν απορροφήσει όλα τα λίπη και καθαρίζετε τα ψαχνά τη γλώσσα κτλ. Τα βάζετε σε πιάτο με λεμόνι (ή ξίδι), λάδι και πιπέρι. Συνοδεύετε με ούζο ή δυνατό κρασί.
Μπορείτε να διαλέξετε μερικά κομμάτια για μεζεδάκι και το υπόλοιπο να το κάνετε μαγειρευτό με μανέστρα ή χυλοπίτες.

 

ΜΕΛΙΤΖΑΝΟΣΑΛΑΤΑ

ΥΛΙΚΑ

  • 1 ΚΙΛΟ ΜΕΛΙΤΖΑΝΕΣ ΦΛΑΣΚΕΣ
  • 3-4 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΞΙΔΙ
  • 100 ml ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ
  • ΑΛΑΤΑΚΙ
  • 3-10 ΣΚΕΛΙΔΕΣ ΣΚΟΡΔΟ ΛΙΩΜΕΝΟ
  • 2 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΜΑΪΝΤΑΝΟ
  • ΨΙΛΟΚΟΜΜΕΝΟ
  • 1 ΜΙΚΡΟ ΞΕΡΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ Ή 2 ΦΡΕΣΚΑ
  • ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙΑ
  • 50 ΓΡΑΜΜ. ΚΑΡΥΔΙΑ ΚΟΜΜΕΝ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Έχω δοκιμάσει άπειρες παραλλαγές αυτού του εξαιρετικού, τη γνώμη μου, εδέσματος – τις περισσότερες από τη Μακεδονία και τη Θράκη. Κάθε νοικοκυρά ή νοικοκύρης την προσαρμόζει στο προσωπικό του γούστο. Έτσι έχω δοκιμάσει μελιτζανοσαλάτες με ντομάτα ψιλοκομμένη, με πράσινη πιπεριά, με καυτερό πιπέρι, με αμύγδαλά, με φέτα, με φρέσκα κρεμμυδάκια, με γιαούρτι, ακόμα και με μαγιονέζα. Αυτή που μου αρέσει πάντα περισσότερο είναι η παλιά απλή συνταγή, που αφήνει τη μελιτζάνα να κυριαρχεί. Αν η μελιτζάνα είναι ψημένη σε κάρβουνα, έχει μια γεύση καπνιστή που κάνει τη σαλάτα λιχουδιά επιπέδου. Δοκιμάστε να ψήσετε στη μικρή φορητή ψησταριά του κήπου σας ή στο τζάκι.
Πλένετε και σκουπίζετε τις μελιτζάνες και τις βάζετε να ψηθούν. Τις γυρίζετε μέχρι να μαλακώσουν και όταν τις πιέζετε να είναι μέχρι το κέντρο μαλακές. Τις βγάζετε από τη φωτιά, χαρακώνετε σταυρωτά στο κάτω μέρος και τις βάζετε για λίγο στο σουρωτήρι να αφήσουν τα υγρά τους.
Μετά τις κόβετε με το μαχαίρι ψιλά κομμάτια και τις πατάτε λίγο με το πιρούνι. Βάζετε αλάτι, ξίδι, λιωμένο σκόρδο και ρίχνετε αργά το ελαιόλαδο ανακατεύοντας τη σαλάτα ζωηρά με το σύρμα ή με ξύλινο κουτάλι.
Τέλος, αφού πιει το λάδι, προσθέτετε ψιλοκομμένο μαϊντανό και κρεμμύδι ψιλοκομμένο φρέσκο ή ξερό, αν σας αρέσει, καθώς και τα καρύδια.

 

ΜΙΣΙΣΚΟΛΟ ΜΕ ΛΑΧΑΝΟ

ΥΛΙΚΑ

  • 1 μεγάλο λάχανο ψιλοκομμένο
  • 1 μέτριο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 1 φλιτζανάκι του καφέ λάδι
  • μαύρο πιπέρι και ελάχιστο αλάτι (αν χρειαστεί)
  • 2 γεμάτες κουταλιές κόκκινο γλυκό πιπέρι
  • 1 κουταλάκι καυτερό
  • 1 κομμάτι μισίσκολο γύρω στο μισό κιλό.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Τσιγαρίστε λίγο το κρεμμύδι στο λαδάκι, προσθέστε το λάχανο και τα πιπέρια και ένα μικρό φλιτζάνι νερό, σκεπάστε την κατσαρόλα. Όταν «πέσει» το λάχανο, προσθέστε το κρέας κομμένο σε κομμάτια. Αν χρειαστεί λίγο νεράκι, βάλτε βραστό. Σιγομαγειρέψτε το φαγητό μέχρι να μαλακώσει και να μην έχει παραπανίσια υγρά.

Ιστορικά στοιχεία

Ο χοίρος που έσφαζαν στα σπίτια τα Χριστούγεννα, εκτός από ένα μέρος του που το κατανάλωναν φρέσκο, συντηρούνταν με διάφορους τρόπους για να διαρκέσει. Φυσικά τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Τσιγαρίδες, οματιές, λουκάνικα, καβουρμάς είναι μόνο μερικοί απ’ αυτούς. Με μεγάλα κομμάτια από το ψαχνό έφτιαχναν το μισίσκολο. Αλάτιζαν απλώς το κρέας μέσα σε πήλινα κιούπια, κι αυτό σε λίγες ώρες άφηνε τα υγρά του που μαζί με το αλάτι γινόταν άρμη και διατηρούσε το κρέας για λίγο καιρό. Κάθε φορά που ήθελαν, έπαιρναν ένα κομμάτι και το πρόσθεταν στο φαγητό της μέρας, τη φασολάδα, τα μαγειρευτά πράσα, το λάχανο. Μόνο που χρειάζεται προσοχή στο αλάτι, γιατί το κρέας είναι αλμυρούτσικο. Ξεχασμένο, νόστιμο και απλό, με πολύ διαφορετική γεύση από το νωπό κρέας, μπορεί να χαρίσει την πολυπόθητη ποικιλία στο καθημερινό μονότονο διαιτολόγιό μας.

ΚΟΥΛΑΚ

ΥΛΙΚΑ

ΖΥΜΗ

  • 500 ΓΡΑΜΜ. ΑΛΕΥΡΙ
  • 2 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΛΑΔΙ
  • 1 ΠΡΕΖΑ ΑΛΑΤΙ
  • ΧΛΙΑΡΟ ΝΕΡΟ (ΟΣΟ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ)

ΓΕΜΙΣΗ

  • 5 ΑΥΓΑ
  • 350 ΓΡΑΜΜ. ΤΥΡΙ (ΦΕΤΑ)
  • ΛΙΓΟ ΑΛΑΤΙ
  • ΠΙΠΕΡΙ ΜΑΥΡΟ

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑ

  • 2 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΒΟΥΤΥΡΟ
  • ΑΛΑΤΟΠΙΠΕΡΟ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Μια φρέσκια παστά γεμιστή είναι το κουλάκ, φερμένο από την Ιωνία με τους πρόσφυγες. Εύκολο φαγητό που γίνεται γρήγορα, και μαζί θρεπτικό και θερμαντικό.
Φτιάχνετε ζυμαράκι με το αλεύρι, το λάδι, το αλάτι και λίγο νερό. Σε πιάτο χτυπάτε τα αυγά με το πιρούνι, τρίβετε το τυρί και ανακατεύετε με πιπέρι και λίγο αλατάκι.
Κόβετε κομματάκια από το ζυμάρι, τα κάνετε στρογγυλά και τα ανοίγετε στο χέρι. Βάζετε μέσα λίγη από τη γέμιση, το κλείνετε σαν φιογκάκι. Τα ετοιμάζετε όλα.
Βάζετε κατσαρόλα με νερό να βράσει. Προσθέτετε το βούτυρο και το αλατοπίπερο και, όταν κοχλάσει, ρίχνετε τα γεμιστά φιογκάκια. Τα ανακατεύετε να μην κολλήσουν μέχρι ν’ ανέβουν στον αφρό. Τα βράζετε για λίγο.
Μπορείτε να τα κάνετε όσο ζουμερά θέλετε.

 

ΜΠΑΜΠΩ

 

ΥΛΙΚΑ

  • Γεμιστό έντερο
  • Πνευμόνι χοίρου (άσπρο συκώτι)
  • Πλιγούρι ή ρύζι
  • Αλάτι, πιπέρι, ντομάτα

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Όποιο όνομα κι αν έχει, ματιά, οματιά, μπάμπω κτλ., το φαγητό αυτό το συναντάμε σε όλες τις περιοχές που γίνονται χοιροσφάγια, από τη Θράκη ως την Κρήτη. Είναι γεμιστό έντερο που δεν καπνίζεται, ούτε παστώνεται και καταναλώνεται σχεδόν αμέσως. Βασικό του υλικό είναι το πνευμόνι του χοίρου το οποίο σε πολλές περιοχές το λένε άσπρο συκώτι. Αλλού χρησιμοποιούν πλιγούρι, αλλού ρύζι και ό,τι άλλο μπορεί να μεταβάλει ένα ταπεινό, κατώτερης ποιότητας φαγητό σε σπουδαία νοστιμιά.Στη Θράκη την ετοιμάζουν την παραμονή των Χριστουγέννων και τη βάζουν στο τραπέζι ανήμερα της μεγάλης γιορτής, το πρωί, αφού γυρίσουν από την εκκλησία. Μέχρι να ετοιμαστεί το μεσημεριανό φαγητό τσιμπολογούν την μπάμπω και πίνουν μπόλικο κρασί. Αυτό είναι το πρώτο αρτυμένο φαγώσιμο μετά τη νηστεία των 40 ημερών.Ψιλοκόβετε το πνευμόνι και λίγο συκώτι. Αν δεν είναι αρκετό, προσθέτετε και λίγο κρέας, ψιλοκομμένο κι αυτό με το μαχαίρι. Τα βάζετε να τσιγαριστούν με λίγο από το χοιρινό λίπος. Βάζετε αλάτι, πιπέρι και ντομάτα, το αφήνετε να βράσει λίγο. Μετά προσθέτετε το πλιγούρι και το αφήνετε να πιει τα υγρά και να φουσκώσει καλά. Έχετε τα έντερα πλυμένα, έτοιμα, τα γεμίζετε και μαγειρεύετε την μπάμπω στην κατσαρόλα. Προσθέτετε απλά λίγο λαδάκι και λίγο νεράκι για να μην κολλήσει. Το αφήνετε να μαγειρευτεί σε σιγανή φωτιά.
Παραλλαγή: Ανακατεύετε τα εντόσθια με ίση ποσότητα ψιλοκομμένα πράσα, προσθέτετε πιπέρι κόκκινο γλυκό και καυτερό, λίγο μπαχάρι, λίγο λάδι και το πλιγούρι (ή ρύζι) και γεμίζετε τα έντερα. Μαγειρεύεται με τον ίδιο τρόπο.

 

ΤΖΙΓΕΡΟΣΑΡΜΑΔΕΣ 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 ΑΡΝΙΣΙΑ ΣΥΚΩΤΑΡΙΑ 800-1.000 ΓΡΑΜΜ. ΠΕΡΙΠΟΥ
  • 5-6 ΦΡΕΣΚΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙΑ ΨΙΛΟΚΟΜΜΕΝΑ 
  • 1 ΜΙΚΡΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ ΤΡΙΜΜΕΝΟ 
  • 1 ΜΑΤΣΑΚΙ ΑΝΗΘΟ (ΑΝ ΘΕΛEΤΕ)
  • 3 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΑΣΠΡΟ ΡΥΖΙ
  • ½ ΚΟΦΤΟ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙ ΚΑΝΕΛΑ
  • 1 ΚΟΦΤΟ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙ ΜΠΑΧΑΡΙ ΤΡΙΜΜΕΝΟ
  • ΜΑΥΡΟ ΠΙΠΕΡΙ
  • ΑΛΑΤΑΚΙ 
  • 2 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΛΑΔΙ
  • 1 ΑΡΝΙΣΙΑ ΜΠΟΛΙΑ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Τυλιχτά με εντόσθια είναι η ελληνική έκφραση, ενώ τζιγεροσαρμάδες είναι λέξη τουρκική. Εντόσθια αρωματισμένα με κρεμμυδάκια, άνηθο και ίχνη κανέλας, τυλιγμένα σε μπόλια, που τους εξασφαλίζει την απαιτούμενη υγρασία καθώς ψήνονται. Είναι πασχαλινό φαγητό μια και τότε υπάρχουν αρνίσιες συκωταριές σε αφθονία, αλλά μπορείτε να το φτιάξετε όποτε σας αρέσει.
Μερικοί φτιάχνουν έναν μεγάλο τζιγεροσαρμά και τον κόβουν σε μερίδες αφού ψηθεί άλλοι πάλι τους φτιάχνουν μικρούς σαν κεφτέδες. Αυτά εξαρτώνται από την ποσότητα της μπόλιας που είναι διαθέσιμη. Υπάρχουν πάντως και τα μεσαία μεγέθη που είναι πιο βολικά και στο σερβίρισμα. Συνοδέψτε το φαγάκι αυτό με μαρουλοσαλάτα με άφθονα ραπανάκια.
Με το ψαλίδι ψιλοκόβετε τη συκωταριά, την πλένετε και την αφήνετε στο τρυπητό να στραγγίσει. Στο μεταξύ βάζετε το λαδάκι στην κατσαρόλα και το ξερό κρεμμύδι και το τσιγαρίζετε λίγο. Στην συνέχει προσθέτετε τα ψιλοκομμένα εντόσθια και τα φρέσκα κρεμμυδάκια και τα αφήνετε λίγο να αχνιστούν. Προσθέτετε το ρυζάκι και τα αρώματα, ανακατεύετε και αποσύρετε από τη φωτιά.
Βάζετε την μπόλια σ’ ένα λεκανάκι με χλιαρό νερό για λίγη ώρα να μαλακώσει ώστε να μπορείτε να την ανοίξετε εύκολα. Την απλώνετε μετά, την κόβετε κομμάτια, βάζετε μέσα σε κάθε κομμάτι λίγη από τη γέμιση, τυλίγετε και τοποθετείτε τους τζιγεροσαρμάδες σε ταψάκι. Ανάμεσά τους βάζετε πατάτες κομμένες σε λεπτά κομμάτια και αλατισμένες. Ραντίζετε το φαγητό με λαδάκι και το ψήνετε σε 200ο C. Χρειάζεται περίπου 1 ώρα.

 

ΓΙΑΟΥΡΤΟΠΙΤΑ

ΥΛΙΚΑ

  • 1 κούπα βούτυρο
  • 1 1/2 κούπα ζάχαρη (ή 2)
  • 4 αυγά
  • 3 1/2 κούπες αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
  • 1/2 κουταλάκι σόδα
  • 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1 κούπα γιαούρτι
  • βανίλια
  • 1 κουταλάκι κανέλα
  • 1 κούπα καρύδια μικροκομμένα
  • ζάχαρη άχνη

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Ανακατεύουμε τα 8 πρώτα υλικά, μέχρι να αφρατέψουν. Ανακατεύουμε σ’ ένα μπολ τα καρύδια, τη ζάχαρη (1/2 κούπα) και την κανέλα. Απλώνουμε το μισό μίγμα σε ταψί αλειμμένο με βούτυρο και ρίχνουμε στην επιφάνεια το μίγμα καρυδιών. Απλώνουμε επάνω το υπόλοιπο μίγμα. Ψήνουμε τη γιαουρτόπιτα στους 175ο C για μία ώρα περίπου. Όταν κρυώσει λίγο την αναποδογυρίζουμε και την πασπαλίζουμε με άχνη.

 

ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ ΜΕ ΚΑΡΥΔΙ

ΥΛΙΚΑ

  • 2 φλυτζάνες τσαγιού γιαούρτι
  • 1 φλιτζάνα ζάχαρη
  • 1 αυγό
  • 1 μπέϊκιν
  • 1 βανίλια
  • 1 κουταλάκι κανέλα
  • 100 γρ. βιτάμ
  • αλεύρι όσο χρειαστεί
  • καρύδια τριμμένα

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Χτυπάμε το βιτάμ με τη ζάχαρη, στη συνέχεια προσθέτουμε το αυγό, μετά το γιαούρτι, την βανίλια, το μπέϊκιν, την κανέλα και αλεύρι όσο χρειαστεί. Στο τέλος προσθέτουμε το καρύδι, ανακατεύοντας απαλά προσέχοντας να μην ξεφουσκώσει η ζύμη. Πλάθουμε τη ζύμη σε μεγάλα μπαλάκια, ψήνουμε μισή ώρα και πασπαλίζουμε με τριμμένο καρύδι.

 

 

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 7ος Σαντορίνη-Νάξος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

 

«Όσοι αγάπησαν τη Σαντορίνη, την αγάπησαν για πάντα. Οι ντόπιοι λένε ότι έχει μια καρδιά που χτυπά δυνατά και δονεί τα βουνά, το έδαφος, τη θάλασσα. Κι η καρδιά των ανθρώπων ή συντονίζεται με τη δική της – και μένουν – ή δεν τη συναντά ποτέ – και φεύγουν τρέχοντας!»

Σε μένα συνέβη το δεύτερο. Η σχέση μας δεν πήγε καλά απ’ το πρώτο βλέμμα που ανταλλάξαμε. Αυτό το νησί δεν ταίριαξε με την ψυχοσύνθεσή μου.. Την πρώτη φορά που πήγα έμεινα (αναγκαστικά) δεκαπέντε μέρες, έκανα ένα μπάνιο μόνο, και διάβασα πολύ Λούκυ Λουκ ,πολύ Περλ Μπακ και πολύ Σαντορίνη. Η πιο έντονη δραστηριότητα που είχα ήταν να πηγαίνω κάθε μέρα να αγοράσω ψωμί και να φάω ένα παγωτό. Σ’ αυτή τη διαδρομή γνώρισα το Λευτεράκη. Ο Λευτεράκης εξωτερικά φαινόταν πάνω από 25 χρονών αλλά το μυαλό του, που ακολουθούσε αργά το μεγάλωμά του, δεν πρέπει να έφτανε τα 10. Όταν με πρωτοείδε, με πλησίασε και πολύ απλά μου είπε: «Γεια σου! Θες να γίνουμε φίλοι;» και γίναμε! Κάθε μέρα με περίμενε να φάμε το παγωτό μας παρέα. Εξ αιτίας του Λευτεράκη διάβασα τα πάντα για την Σαντορίνη για να μπορώ να απαντάω στις ερωτήσεις του και να βλέπω το γαλάζιο βλέμμα του να κολυμπάει στη θάλασσα όση ώρα του μιλούσα. Καθισμένοι σε ένα πεζουλάκι και πού δεν πήγαμε!!! Στην Οία, στο Ημεροβίγλι, στην Περίσσα, στο Καμάρι… περάσαμε ώρες πάνω στο ηφαίστειο και στους αρχαιολογικούς χώρους φτάνοντας μέχρι τα βάθη του παρελθόντος. Μέχρι να φύγει ο Λευτεράκης την είχα αγαπήσει τη Σαντορίνη. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που χαρακτήρισε τη σχέση μας θα μπορούσε να είναι η φράση «Σ’ αγαπώ αλλά… δεν ταιριάζουμε!!»

Στο όνομα αυτής της αγάπης, όταν μετά από χρόνια η παρέα είπε για διακοπές στην Σαντορίνη δεν έφερα καμία αντίρρηση. Ήθελα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στη σχέση μας. Αυτήν τη φορά την έζησα τη Σαντορίνη πραγματικά. Πήγα παντού και είδα τα πάντα! Μέχρι και φάβα έφαγα. Δεν άλλαξε τίποτα όμως! «Η καρδιά μου δεν συντονίστηκε με τη δική της» ! Άσχετα όμως απ’ αυτό η αγάπη και ο θαυμασμός μένουν κι ας μην μπορούμε να ζήσουμε μαζί! Θα είχα χάσει κάτι πολύ σπουδαίο αν δεν την είχα δει, γιατί δεν είναι απλά ένας τόπος. Είναι εμπειρία!

Γυρνώντας πίσω στην πρώτη φορά θυμάμαι ότι μετά από δεκαπέντε μέρες έπρεπε να φύγουμε για Νάξο. Και μόνο η ιδέα της μετακίνησης μου είχε δώσει μεγάλη χαρά. Όταν δε, έφτασα στη Νάξο έβλεπα τις καλαμιές σαν έλατα. Μέχρι που θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω σαν καταπράσινο νησί!! Στη Νάξο έμελλε να περάσω καταπληκτικά και αυτό να το οφείλω σε μια βιονική γιαγιά  με το όνομα Ευρυδίκη. Πρέπει να υπήρξε ωραία στα νιάτα της αφού και τότε, που σίγουρα ήταν πολύ πάνω από τα εβδομήντα, μπορούσες να την πεις όμορφη. Όμορφη και εντυπωσιακή. Ψηλή, λεπτή με άσπρα μαλλιά κομμένα καρέ.   Όλη  μέρα τραγούδαγε, γέλαγε, μαγείρευε, ζωγράφιζε, έγραφε και απομονωνόταν. Μπάνια δεν έκανε το καλοκαίρι γιατί οι παραλίες είχαν πολύ κόσμο. Τα έκανε το χειμώνα! Η γιαγιά αυτή ήταν δασκάλα και είχε διδάξει μόνο σε σχολεία του εξωτερικού, έχοντας γυρίσει κι εγώ δεν ξέρω πόσα κράτη. Δεν είχε παντρευτεί γιατί θεωρούσε τον γάμο «τροχοπέδη»,αλλά είχε μετανιώσει που δεν είχε κάνει παιδί. Κι αφού το έλεγε αυτό, μετά το ξανασκεφτόταν και σου έλεγε «μπααα, ούτε για μάνα έκανα. Σαν σακίδιο θα το έσερνα το καημένο από δω κι από κει». Έτυχε μ’ αυτή τη γυναίκα να νοικιάσουμε δωμάτια στο ίδιο σπίτι. Αν με άφηναν να κάνω ό,τι θέλω, νομίζω πως δεν θα έφευγα λεπτό από κοντά της. Μ’ άρεσε να την βλέπω να γράφει με τα μικροσκοπικά γυαλάκια της στην άκρη της μύτης ή να την βλέπω να ζωγραφίζει ή να μαγειρεύει. Νόμιζες πως τα χέρια της μπορούσαν να κάνουν τα πάντα και να τα κάνουν τέλεια. Ακόμα κι όταν ντυνόταν να βγει έξω δεν χόρταινα να την κοιτάζω να μετατρέπει ένα απλό φορεματάκι, σε κομμάτι υψηλής ραπτικής, απλά και μόνο με ένα αξεσουάρ που ίσως το φορούσε με τρόπο που καμιά μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί. Μου άρεσε ακόμη και το πώς μας απέφευγε όταν ήθελε να μείνει μόνη. Κι όταν πάλι ήθελε παρέα είχε έναν τόσο χαριτωμένο  τρόπο να σε ξαναπλησιάζει. Και πλησίαζε τους πάντες. Την έβλεπες να κάνει τόσο καλή παρέα με ανθρώπους διαφορετικής μόρφωσης και νοοτροπίας. Ταίριαζε με τη δικηγορίνα ας πούμε, την συγκάτοικό μας και τον άντρα της τον γιατρό όσο ταίριαζε με τη μάνα μου που ήταν του δημοτικού και με μένα που οι ηλικίες μας απείχαν πολλές δεκαετίες. Πολλές φορές με έπαιρνε μαζί της όταν έβγαινε απ’ το σπίτι για να ζωγραφίσει ή όταν έπαιρνε τον καφέ της και πήγαινε να τον πιει στην παραλία ή όταν πήγαινε σε χωριά και συζητούσε στα καφενεία με τους παππούδες. Και τότε ήταν που δεν την χόρταινα με τίποτα. Την έβλεπα να σημειώνει στο μπλοκάκι της τις απαντήσεις τους και ήθελα κι εγώ να έχω ένα μπλοκάκι  και να γράφω κάτι… τόσο σοβαρό! Δε νομίζω να έχω νιώσει τόσο θαυμασμό για άλλον άνθρωπο στη ζωή μου μέχρι σήμερα. Η ηλικία της και το παρελθόν της έδειχναν ότι ήταν ένα πολύ ξεχωριστό άτομο. Το ‘νιωθες πως είχε πολεμήσει σε πολλές μάχες στη ζωή της και είχε βγει απ’ όλες νικήτρια.

Αυτή η κυρία λοιπόν δεν έτρωγε ποτέ έξω με εξαίρεση κάποιες φορές που την καλούσαμε εμείς πολύ πιεστικά. Κάθε μέρα στις 11  έμπαινε στην κοινή κουζίνα που χρησιμοποιούσαμε όλοι και το μεσημέρι στο τραπέζι υπήρχε κι ένα πιάτο, απ’ ό,τι είχε φτιάξει, για  το παιδί. Το παιδί ήμουν εγώ και πάντα έτρωγα το δικό της φαγητό γιατί το ξένο είναι πιο νόστιμο και γιατί αυτά που μαγείρευε δεν έμοιαζαν με τα φαγητά της μαμάς μου, ειδικά στο τρόπο σερβιρίσματος. Όταν αργότερα γύριζαν η δικηγορίνα με το γιατρό έτρωγαν κι αυτοί ένα πιατάκι για να το δοκιμάσουν και άρχιζαν τις ερωτήσεις. Τότε μαγευόμουν απ’ τον τρόπο που περιέγραφε τη συνταγή. Το που την πρωτόφαγε, με ποιον ήταν, τι της έχει αλλάξει, γιατί δεν έβρισκε το ίδιο υλικό στην Ελλάδα, τι κάνει το κάθε υλικό στον οργανισμό κι ένα σωρό άλλα. Πολλές φορές, προτιμούσα να χάσω χρόνο απ’ το μπάνιο για να γυρίσω και να είμαι δίπλα της όση ώρα θα μαγείρευε. Είχε κάτι καλλιτεχνικό και σ’  αυτό. Όπως πρόσθετε πινελιές όταν ζωγράφιζε, έτσι πρόσθετε τα υλικά όταν μαγείρευε και με τον ίδιο τρόπο έβαζε το φαγητό στο πιάτο. Από τα χέρια της έφαγα όλα τα παραδοσιακά φαγητά της Νάξου, γιατί οι συνταγές ήταν κομμάτι των εθίμων που συνέλεγε, αλλά και φαγητά που προέρχονταν από άλλες χώρες. Όπως άκουσα και τραγούδια απ’ άλλες χώρες, που τα σιγοτραγουδούσε όλη μέρα κάνοντας παύσεις για να εξηγήσει σ’ αυτόν που ήταν δίπλα της, τα λόγια.

Ήταν τελευταίες μέρες του Αυγούστου όταν μας ανακοίνωσε ότι θα φύγει. Το σπίτι είχε ήδη αδειάσει απ’ τους υπόλοιπους και είχαμε μείνει μόνον εμείς κι εκείνη. Χάρισε ό,τι είχε ζωγραφίσει  στην σπιτονοικοκυρά, ένα πλεχτό σάλι που μοσχοβόλαγε στη μαμά μου και σε μένα έδωσε ένα μικρό ασημένιο κουτάκι να βάζω, είπε, το κλειδί απ’ το ημερολόγιό μου. Δεν φάνηκε να θέλει να ξανασυναντηθούμε αν και είπε ότι ίσως συμβεί αυτό κάποια μέρα, «Που ξέρεις! Το μέλλον είναι σκοτεινό κι αβέβαιο!». Εγώ όμως της έδωσα, σχεδόν με το ζόρι, το τηλέφωνό μας και είπε ότι θα μας πάρει. Όταν έφυγε νόμισα πως έπεσε σκιά στη Νάξο και το σπίτι έμοιαζε έρημο. Ευτυχώς που σε λίγες μέρες άνοιγαν τα σχολεία κι έπρεπε να φύγουμε κι εμείς.

Γυρίζοντας στην Αθήνα αγόρασα ημερολόγιο μιας και ήταν βασική προϋπόθεση για να έχω κλειδί και επειδή πίστευα ότι αυτό ήθελε να μου πει δίνοντας μου το κουτάκι. Το αστείο ήταν πως έβαζα το κλειδί στο κουτάκι και κουβαλούσα το ημερολόγιο μαζί μου. Στα μέσα του χειμώνα κι ενώ ακόμα ήμουν υπό την επήρεια της γνωριμίας μου με την Ευρυδίκη, με πήρε τηλέφωνο. Θα ερχόταν στην Αθήνα και ήθελε να με δει. Να μην πω για την χαρά μου!  Ήρθε και με βρήκε στην Πλάκα που ήταν το σχολείο μου. Πήγαμε για φαγητό, βόλτα και  καφέ. Πέντε ώρες ασταμάτητης συζήτησης. Έφυγα, λες πάνω σε συννεφάκι, έχοντας πάρει πάλι τη δόση μου από κουλτούρα, φεμινισμό στην πράξη και περηφάνια. Στα επόμενα τρία χρόνια δεν είχα κανένα νέο της. Την σκεφτόμουν συχνά και μπορώ να πω πως ανησυχούσα κιόλας. Όμως μια μέρα, ξαφνικά, ξαναεμφανίστηκε. Θα έμενε στην Αθήνα για έναν ολόκληρο χρόνο. Χάρηκα πάρα πολύ φυσικά και όποτε με έπαιρνε τηλέφωνο πήγαινα στο ξενοδοχείο που έμενε και περνούσα μαζί της πολλές ώρες. Όταν το ξενοδοχείο έγινε νοσοκομείο έμαθα και το λόγο που είχε έρθει στην Αθήνα. Τελικά δεν έμεινε ένα χρόνο όπως είχε υποσχεθεί. Έφυγε για την Αμερική γιατί εκεί «θα μπορούσε να βοηθηθεί περισσότερο στο θέμα της υγείας της». Στην πραγματικότητα δεν ξέρω καν αν έφυγε για την Αμερική ή απλά για την πατρίδα της που ποτέ δεν έμαθα ποια ήταν. Ήταν πολλά τα πράγματα που δεν έμαθα γι αυτήν. Με ένα δικό της, πανέμορφο τρόπο, γλιστρούσε και ξέφευγε όταν δεν ήθελε να απαντήσει.  Ώρες ώρες πιστεύω ότι ίσως τελικά δεν ήξερα ούτε το πραγματικό της όνομα. Πολλές φορές ψάχνω σε βιβλία που έχουν σχέση με μαγειρική και παράδοση να ανακαλύψω κάτι απ’ το ύφος ή τις λέξεις που χρησιμοποιούσε αλλά, ίσως, εκείνο το βιβλίο να μην θέλησε ή να μην πρόλαβε τελικά να το εκδώσει. Δεν έμαθα ποτέ τίποτ’ άλλο για κείνη αλλά όπως και να ‘χει, είμαι σίγουρη πως όπου κι αν είναι θα έχει βρει τρόπο να τραγουδάει, να γράφει, να μαγειρεύει και να ζωγραφίζει… τουλάχιστον!

 

Επειδή δεν θυμόμουν τα υλικά και τα ονόματα των φαγητών που είχα φάει από εκείνη πήρα ένα μπλοκάκι και σημείωσα ό,τι θυμόταν η μαμά μου και   ό,τι μου είπαν κάποιοι Ναξιώτες συνάδελφοι. Εξ άλλου ήταν μοναδική ευκαιρία να γράψω κι εγώ κάτι τόσο σοβαρό σ’ ένα μπλοκάκι… αφιερωμένο στην Ευρυδίκη!

 

Μοσχάρι καλόγερος

Το μοσχάρι καλόγερος  είναι παραδοσιακή συνταγή από τη Νάξο που οφείλει, μάλλον, το όνομα της στην εμφάνιση του φαγητού.
Υλικά

  • 4 φέτες μοσχάρι κιλότο ή στρογγυλό

    φωτο απο syntagespareas.gr

  • 2 μεγάλες μελιτζάνες (φλάσκες)
  • 1 μεγάλη ντομάτα
  • 4 φέτες 1/2 εκ. πάχους φέτα ή ξυνομυζύθρα
  • 4 φέτες 1/2 εκ. πάχους γραβιέρα Νάξου (ή άλλη γραβιέρα ή ένταμ)
  • 2 κρεμμύδια
  • 1 κουτί κονκασέ η ψιλοκομμένες φρέσκες ντομάτες
  • ελαιόλαδο
  • 3 κουταλιές πελτέ ντομάτας
  • 1 ποτήρι κόκκινο κρασί
  • 1 πρέζα ζάχαρη
  • 2 φύλλα δάφνης
  • ελάχιστη κανέλα τριμμένη
  • αλάτι, πιπέρι

Εκτέλεση

  • Κόβουμε κατά μήκος στα 2 τις μελιτζάνες, όπως και για τα παπουτσάκια και αφαιρούμε και ένα κομμάτι φλούδας από το πίσω μέρος για να στέκεται καλά στο ταψί.
  • Χαράσσουμε μπρος και πίσω την ψίχα στις μελιτζάνες ,τις τηγανίζουμε και τις αφήνουμε σε απορροφητικό χαρτί.
  • Ψιλοκόβουμε τα δύο κρεμμύδια και τα τσιγαρίζουμε μέχρι να ροδοκοκκινίσουν.
  • Προσθέτουμε στο κρεμμύδι τις φέτες απ’ το κρέας να τσιγαριστούν κι αυτές λίγο
  • Σβήνουμε με το κρασί και αφήνουμε να πάρει μια βράση
  • Προσθέτουμε την ψιλοκομμένη ντομάτα και τις 3 κουταλιές πελτέ
  • Ρίχνουμε τη ζάχαρη, αλάτι, πιπέρι, φύλλα δάφνης
  • Όταν γίνει το κρέας αρχίζουμε να στήνουμε το φαγητό
  • Βάζουμε στο ταψί τις μελιτζάνες και τοποθετούμε πάνω στην κάθε μια: φέτα κρέατος, φέτα ξινομυζήθρας, φέτα ντομάτας, φέτα γραβιέρας
  • Πάνω στην γραβιέρα ρίχνουμε λίγη τριμμένη κανελίτσα
  • Βάζουμε στο φούρνο για 10 λεπτά ή μέχρι να λιώσει η γραβιέρα και να σκεπάσει τα υπόλοιπα υλικά

Κατσικάκι νησιώτικο

Υλικά

  • 2 1/2 κιλά κατσίκι κομμένο σε μερίδες
  • 1 φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • 2 κρεμμύδια ψιλοκομμένα
  • 1 κρεμμύδι ολόκληρο
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • 3 φρέσκιες ντομάτες ψιλοκομμένες
  • 1 κουταλιά σούπας πελτέ ντομάτας
  • 1 ποτήρι κόκκινο κρασί
  • 4 φύλλα δάφνη
  • 2 ξύλα κανέλας
  • Αλάτι Πιπέρι
  • 1 κιλό μακαρόνια

Εκτέλεση

  • Πλένουμε το κατσικάκι και το βάζουμε σε μια κατσαρόλα με νερό  να πάρει μερικές βράσεις.
  • Το ξαφρίζουμε και ρίχνουμε το ολόκληρο κρεμμύδι και μία πρέζα αλάτι και συνεχίζουμε το βράσιμο.
  • Μετά από τρία τέταρτα περίπου, το βγάζουμε και σουρώνουμε το ζουμί, και το κρατάμε.
  • Σε άλλη κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι με το σκόρδο.
  • Μόλις ξανθύνει ελαφρά προσθέτουμε και το κρέας να τσιγαριστεί.
  • Σβήνουμε με το κρασί και προσθέτουμε την ψιλοκομμένη ντομάτα, τον πελτέ διαλυμένο σε ζεστό νερό, τη δάφνη, την κανέλα, αλάτι και πιπέρι.
  • Μαγειρεύουμε το φαγητο μέχρι να μαλακώσει.
  • Όταν είναι έτοιμο αφήνουμε τη σάλτσα να δέσει. Στην κατσαρόλα που είχαμε βράσει το κρέας ξαναβάζουμε το ζουμί και βράζουμε μέσα τα μακαρόνια.

πηγή: greekmasa.gr

Ντοματοκεφτέδες Σαντορίνης

Συστατικά

  • 3 μεγάλες ντομάτες γινωμένες (ή ντοματάκια Σαντορίνης)
  • 1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 1 φλ. αλεύρι
  • 1 κ.γ. μπέικιν πάουντερ
  • 1 κ.γ. ρίγανη ή δυόσμο
  • λίγο λάδι για το τηγάνι
  • αλάτι, πιπέρι

 

Οδηγίες

  1. Κόβουμε τις ντομάτες στη μέση. Αφαιρούμε τους σπόρους και τις κόβουμε πολύ μικρά κομματάκια στον τρίφτη. Αδειάζουμε το μίγμα από τις ντομάτες σε ένα ψιλό τρυπητό και το αφήνουμε να στραγγίξει τα υγρά για μια ώρα.
  2. Αδειάζουμε τις ντομάτες σε ένα μπολ μαζί με τα υπόλοιπα υλικά και ανακατεύουμε. Το μίγμα πρέπει να είναι πηχτό. Αν όχι, προσθέτουμε λίγο αλεύρι ακόμα. Δεν βάζουμε λάδι.
  3. Ρίχνουμε το λάδι σε βαθύ αντικολλητικό τηγάνι έως ότου να ζεσταθεί πολύ καλά. Παίρνουμε κουταλιά κουταλιά το μίγμα και το ρίχνουμε στο καυτό λάδι. Τηγανίζουμε ώσπου να ροδοκοκκινήσουν και σερβίρουμε αμέσως.

http://www.sintagespareas.gr/sintages/ntomatokeftedes.html#ixzz1LYtfP300

 

Καρυδόπιτα Νάξου (Μελαχρινή) – Συνταγή

Από Kοnstantino Zeus,

 

Θα χρειαστείτε:

  • 10 αβγά
  • 2 φλιτζάνια ζάχαρη
  • 2 φλιτζάνια καρύδια χονδροκοπανισμένα
  • 2 φλιτζάνι γαλέτα τριμμένη
  • 1 κ. γλυκού κανέλα
  • 1 κ. γλυκού γαρίφαλο κοπανισμένο
  • 1 ποτηράκι κρασιού λικέρ κίτρο
  • Κομματάκια γλυκού κίτρου για στόλισμα.

Για το σιρόπι:

  • 4 φλιτζάνια ζάχαρη
  • 2 φλιτζάνια νερό 2 φλούδες απο λεμόνι

Εκτέλεση:

  • Χωρίζετε τις κρόκους από τα ασπράδια.
  • Χτυπάτε τους κρόκους με τη ζάχαρη μέχρι να διαλυθεί η ζάχαρη.
  • Χτυπάτε τα ασπράδια σε μαρέγκα
  • Ρίχνετε τη μαρέγκα μέσα στους κρόκους χτυπώντας συνέχεια.
  • Ρίχνετε στο μείγμα εναλλάξ τη γαλέτα και τα καρύδια ,τη κανέλα, τα γαρύφαλλα και το λικέρ μέχρι να τελειώσουν τα υλικά.
  • Λαδώνετε ένα ταψί και ρίχνετε από πάνω το μείγμα. Ψήνετε στους 180 ο μέχρι να ροδίσει η επιφάνεια. Ελέγχετε αν έχει ψηθεί βυθίζοντας ένα μαχαίρι στη ζύμη. Πρέπει να βγει καθαρό ,χωρίς υπολείμματα από τη ζύμη.
  • Εν τω μεταξύ φτιάχνετε το σιρόπι. Σε μία κατσαρόλα βάζετε το νερό και τη ζάχαρη. Ρίχνετε και τις φλούδες μέσα και το αφήνετε να βράσει μέχρι να αρχίσει να “δένει”. Αποσύρετε από τη φωτιά.
  • Όταν ψηθεί η μελαχρινή την βγάζετε από το φούρνο και την αφήνετε μισή ώρα να χλιαρέψει. Τη χαράζετε σε κομμάτια και από πάνω ρίχνετε σιγά σιγά το σιρόπι. Την αφήνετε τουλάχιστον μία ώρα να ησυχάσει πριν τη σερβίρετε.