Αρχείο Ετικετών | μοσχαράκι

Όταν ήμουν μούτσος…

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool
Τα παιδικά μου καλοκαίρια τα πέρασα καλύτερα απ’ τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας και της κοινωνικής μου τάξης. Δεν θυμάμαι κανέναν απ’ τους συμμαθητές μου να πηγαίνει διακοπές κάπου αλλού εκτός απ’ το χωριό του. Εγώ κάθε χρόνο πήγαινα και σε διαφορετικό νησί. Ε, ναι! Όσο να ΄ναι το  χρήμα δεν κρύβεται! 
Καλά. Σοβαρεύομαι! Ο πατερούλης μου ήταν μηχανικός στο «Σαμψών». Το  Σαμψών ήταν μπίγα. Δηλαδή  ένας πλωτός γερανός που κάνει διάφορες δουλειές στη θάλασσα. Τα περισσότερα λιμάνια στα νησιά τα έφτιαξε, τα μεγάλωσε ή τα επισκεύασε  ο πατέρας μου. Τον έφαγε η θάλασσα, όπως έλεγε η μάνα μου αλλά και όπως ήταν τελικά. Τον περισσότερο καιρό έλειπε απ’ το σπίτι και η απουσία του ήταν πόνος αβάσταχτος για όλους μας και περισσότερο για τη μάνα μου που έπαιζε και το ρόλο του πατέρα στην οικογένεια. Θυμάμαι Χριστούγεννα και Πάσχα που έκλαιγα τα βράδυα πριν κοιμηθώ, ή όταν άκουγα εκείνο το τραγούδι… «θάλασσα, θάλασσα τους θαλασσινούς, μην τους θαλασσοδέρνεις…» κι έβλεπα να δακρύζουν τα ματάκια της μανούλας μου!  Ζήλευα όταν έβλεπα παιδιά στο δρόμο με τους πατεράδες τους ή όταν οι φίλες μου λέγανε «τις έκανα τις ασκήσεις με τον πατέρα μου». Έτσι ήταν οι χειμώνες μας! Όταν όμως έφτανε το καλοκαίρι, με το που κλείνανε τα σχολεία φεύγαμε για το νησί που βρισκόταν ο πατέρας μου.
Βέβαια υπήρχε και το ταξίδι που έπρεπε να γίνει, κι αυτό ήταν το μελανό σημείο του καλοκαιριού για μένα. Στο καράβι σχεδόν πάντα ζαλιζόμουνα αλλά δεν ήταν αυτό το δύσκολο κομμάτι. Η μεγάλη μου ανησυχία ήταν αν πλευρίζει το καράβι. Ήταν το πρώτο που ρωτούσα όταν φτάναμε στο λιμάνι, διότι αν το καράβι δεν πλεύριζε, κατεβαίναμε σε βάρκες. Στις βάρκες κατεβαίναμε από μια σκάλα που μόνο σκάλα δεν την έλεγες. Ήταν ένα πλέγμα από  ξύλα και σκοινιά, άλλοτε κάθετη κι άλλοτε τρισδιάστατη. Αυτή η δεύτερη περίπτωση ήταν και η χειρότερη. Ανάμεσα απ τα σκαλιά έβλεπες τη θάλασσα κι έλεγες τώρα θα πέσω και θα με καταπιεί. Για να μην συμβεί αυτό κρατιόσουν γερά από ένα, τύπου κάγκελο, παράλληλο με τη σκάλα, σκοινί. Όπου πήγαινες εσύ πήγαινε κι αυτό. Τη μόνη προστασία, υποθέτω, που θα πρόσφερε, θα ήταν σε περίπτωση που έπεφτες απ’ τη σκάλα να κρατηθείς απ’ αυτό για να μην πέσεις στο νερό. Καλά κρασιά δηλαδή.  Ούτε τώρα δε μπορώ να το σκέφτομαι εκείνο το σκηνικό. Το καράβι να κουνιέται, η βάρκα να κουνιέται, η σκάλα να κουνιέται κι από κάτω η βαθιά θάλασσα. Δεν υπήρξε ούτε μία φορά που να κατέβηκα αξιοπρεπώς. Πάντα ρεζίλι γινόμουν καθυστερώντας όλους τους επιβάτες γιατί δεν αποφάσιζα να πάρω το πόδι μου απ’ το ένα σκαλί και να το βάλω στο άλλο . Ευτυχώς στον πάτο της σκάλας ήταν πάντα ο θεός! Και να μην ήταν θεός, εγώ θεό τον έβλεπα μεταμφιεσμένο σε βαρκάρη.  Είχε το ένα πόδι στη σκάλα, το άλλο στην βάρκα και μας βοηθούσε να κατέβουμε. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η σκάλα είχε αλλάξει. Τα πιο καινούργια καράβια είχαν σιδερένιες σταθερές σκάλες και με τη βοήθεια του «θεού» το πέρασμα στη βάρκα εμπεριείχε λιγότερη τρομάρα και λιγότερη  ξεφτίλα.
Απ την στιγμή που έβαζα το πόδι μου στην βάρκα άρχιζαν οι διακοπές για μένα! Θυμάμαι το χτυποκάρδι, όταν όσο πλησιάζαμε προς την προβλήτα τόσο και γινόταν πιο καθαρή η φιγούρα του πατέρα μου που μας περίμενε. Μετά ερχόταν η χαρά κι η αγωνία για να δούμε το σπίτι όπου θα μέναμε, που εννιά στις δέκα φορές ήταν λίγα μέτρα μακριά απ’ τη θάλασσα. Και μετά απ’ αυτό ερχόταν η επίσκεψη στο Σαμψών. Το Σαμψών για μένα, συναισθηματικά, ήταν σαν δεύτερο σπίτι μου. Λάτρευα τη μυρωδιά της λαμαρίνας που μπερδευόταν με τη μυρωδιά της αλμύρας! Λάτρευα την τρεχάλα πάνω στο κατάστρωμα, που το έλεγαν «κουβέρτα». Λάτρευα  τη στενή κάθετη σκαλίτσα που οδηγούσε στις καμπίνες του πληρώματος. Μου έκανε τόση εντύπωση που μπορούσες να την κατέβεις μόνο ανάποδα, με το πρόσωπο προς τα σκαλιά και προσπαθούσα μόνιμα να την κατέβω κανονικά.
Πάνω στο κινητό μέρος του γερανού ήταν το μηχανοστάσιο και δύο μικρές καμπίνες  για τον καπετάνιο και τον Α ΄μηχανικό. Αυτές τις καμπινούλες κι αν λάτρευα!! Φανταστείτε τώρα ένα παιδί να βρίσκεται σ’ ένα δωμάτιο που στριφογυρίζει. Και από μόνο του αυτό ήταν ένα παιχνίδι. Μ’ άρεσε ν’ ανεβαίνω πάνω στο ψηλό και στενό κρεβάτι του πατέρα μου και να κοιτάζω απ’ το φινιστρίνι το τοπίο να αλλάζει ανάλογα με το πώς έστριβε ο γερανός. Μπορούσα να μείνω εκεί όλη τη βάρδια.
Όμως μ’ άρεσε πολύ και η καμπίνα  του καπετάνιου γιατί θύμιζε σπιτάκι του χωριού. Είχε ένα μπαλκονάκι με ξύλινα κάγκελα και πολλές γλάστρες. Τι ζεστή εικόνα! Εκεί μέσα στις λαμαρίνες να βλέπεις λουλούδια αγκαλιασμένα με το ξύλο!
Ένα άλλο αγαπημένο μέρος πάνω στο πλοίο (εμείς πλοίο το λέγαμε) ήταν η κουζίνα. Μ άρεσε να βλέπω το μάγειρα εν ώρα εργασίας και πάντα ήθελα να φάω απ το δικό του φαγητό κι ας είχε μαγειρέψει η μάνα μου χίλιες φορές καλύτερο. Και μύριζε τόσο ωραία αυτή η κουζίνα!!! Και μ’ άρεσε και η τραπεζαρία. Στα μάτια μου έμοιαζε σαν γιορτή όταν μαζεύονταν όλοι  , γύρω απ’ τα μακριά τραπέζια με τους πάγκους για να φάνε. Φωνές, γέλια, τσακωμοί! Αλλά αυτό πρέπει να γινόταν τις Κυριακές. Τις καθημερινές έτρωγε ο καθένας όποτε μπορούσε. Θυμάμαι τον πατέρα μου που έτρωγε πάντα όρθιος γιατί συγχρόνως δούλευε. Όσους δούλευαν στο πλοίο τους θεωρούσα κάτι σαν θείους. Τους αγαπούσα όλους ανεξαιρέτως και χαιρόμουνα απίστευτα κάθε καλοκαίρι που τους ξανάβλεπα και αυτούς και τις οικογένειές τους. Ήταν απίθανα εκείνα τα καλοκαίρια όπως μαζευόμασταν όλοι μαζί!
Άλλη μεγάλη απόλαυση ήταν η θάλασσα. Αυτό που για άλλους ήταν πολυτέλεια για μας ήταν τρόπος ζωής. Πεντακάθαρες θάλασσες και να είσαι μέσα όσες ώρες ήθελες και πρωί και απόγευμα! Και μετά, το βράδυ, τρώγαμε πάντα έξω και πάντα με παρέα γιατί όλοι στο νησί μας γνώριζαν. Σαν τον παπά και τον δάσκαλο ήταν γι αυτούς όσοι δούλευαν στη μπίγα. Το θεωρούσαν μεγάλο γεγονός για το νησί το ότι  βρίσκονταν εκεί. Τους  άλλαζαν τη ζωή! Όταν θα έφευγαν, το νησί θα είχε πια λιμάνι και πολλά πράγματα θα γίνονταν ευκολότερα γι αυτούς!
Απ’ τη ζωή μου σαν μούτσος θυμάμαι δύο ακόμη ονόματα. Τίγρης και Λέων. Ο Τίγρης ήταν το μικρό ρυμουλκό που έκανε το Σαμψών να κινείται και ο Λέων το μεγάλο. Στο Τίγρης είχα μπει μερικές φορές. Στο Λέων είχα μπει μόνο μια αλλά δεν μου άρεσε (αν και θυμάμαι ότι ο καπετάνιος του ήταν ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος). Μου φάνηκε ψυχρό και τεράστιο. Και μάλλον ήταν, μιας και το στρατολογούσαν στα δύσκολα. Σε μεγάλες φουρτούνες που το Τίγρης έμοιαζε με καρυδότσουφλο πάνω στα κύματα, αναλάμβανε το Λέων. Πάντως εγώ, το Τίγρης αγάπαγα γιατί ήταν το κολλητάρι του Σαμψών μου κι αυτή την εικόνα έχω ακόμη στη μνήμη μου. Το Τίγρης να πηγαίνει μπροστά και το Σαμψών να ακολουθεί!
Τώρα δεν έχω ιδέα που βρίσκονται και αν βρίσκονται κάπου. Όμως… και τι δεν θα ‘δινα να περπάταγα για λίγο ξανά πάνω στην κουβέρτα του Σαμψών ή να κατέβαινα απ’ τη μικρή σκαλίτσα ή… να καθόμουν σ’ έναν απ’ τους πάγκους της τραπεζαρίας να φάω ένα πιάτο κρέας με κριθαράκι απ’ τα χέρια του μάγειρα!  
 ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ 
1 κιλό μοσχαράκι τρυφερό σε κύβους
1 κρεμμύδι μεγάλο ψιλοκομμένο 
1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένο 
λίγο ελαιόλαδο 
αλάτι 
πιπέρι 
1 κουτί ντοματάκια ψιλοκομμένα 
1/2 κιλό κριθαράκι μέτριο 
ΟΔΗΓΙΕΣ 
1.Βάζω τους κύβους του κρέατος σε κατσαρόλα με λίγο νερό να πάρει μια βράση και ξεπλένω το κρέας. 
2.Βάζω το λάδι να κάψει και σωτάρω το κρεμμύδι με το σκόρδο για λίγο 
3.Προσθέτω το κρέας, το αλάτι, το πιπέρι και τα ντοματάκια. 
4.Προσθέτω νερό ίσα να σκεπάζει το κρέας μου και το αφήνω να ψηθεί έως ότου μαλακώσει. 
5.10 λεπτά πριν να είναι έτοιμο συμπληρώνω 7 περίπου ποτήρια νερό, ακόμα λίγο αλάτι και πιπέρι(ανάλογα τα γούστα) και αφήνω να πάρει βράση. 
6.Μόλις πάρει βράση ρίχνω το κριθαράκι και ανακατεύω καλά έως ότου ψηθεί και πιει όλο το νερό της κατσαρόλας. 
7.Σερβίρω ζεστό και αν θέλω πασπαλίζω με τριμμένη φέτα ή άλλο τυρί της αρεσκείας μας. 
Καλή όρεξη! 
http://www.sintagespareas.gr