Αρχείο Ετικετών | μπακαλιάρος

Όταν ήμουν μούτσος… (τελευταίος ναύλος, Κεφαλονιά)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Με απώτερο σκοπό να δω από κοντά όσα είχαν να κάνουν με τον Ανδρέα Λασκαράτο, έφτασα στην Κεφαλονιά. Από διάθεση στα καλύτερά μου. Ερωτευμένη και με το ταίρι μου χεράκι – χεράκι συνάντησα τον ερωτευμένο αδερφό μου με την Κεφαλονίτισσα νύφη μου. Δεν υπάρχει καλύτερο απ το να έχεις όπου πας, ένα ντόπιο στην παρέα. Θα δεις αυτά, που μόνος σου δεν θα τα έβλεπες ποτέ!

Την πρώτη στάση την κάναμε στα Κουρκουμελάτα και θέλω να σταθώ σ’ αυτό το χωριό ιδιαίτερα.  Χωριό της ελληνικής επαρχίας ήταν αυτό; Σαν ευρωπαϊκή πόλη έμοιαζε πάντως! Τόση ομορφιά μαζεμένη δε νομίζω πως έχω ξαναδεί αλλού. Και δε μ’ εντυπωσίασε τόσο η δημιουργία της ομορφιάς αλλά η συντήρηση της! Μπορεί το χωριό να είχε ένα άξιο τέκνο που έδωσε μεγάλα χρηματικά ποσά για να φτιαχτούν όλα αυτά, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που έβλεπα κάτι τέτοιο. Αυτό που έβλεπα για πρώτη φορά ήταν πως όλα αυτά έμοιαζαν σα να έχουν φτιαχτεί… χθες! Στους δρόμους δεν έβλεπες ούτε χαρτάκι πεσμένο, τα κτίρια φρεσκοβαμμένα, οι κήποι φρεσκοποτισμένοι και φρεσκοκλαδεμένοι. Οι κοινοτικοί χώροι χωρίς ούτε μια ζημιά έστω και σ’ ένα παγκάκι.

Στο kefalonitis.com βρήκα τα παρακάτω:«Η θεομηνία των σεισμών του 1953 κατέστρεψε ολοσχερώς το ειδυλλιακό χωριό Κουρκουμελάτα, όπως άλλωστε συνέβη και με κάθε άλλο χωριό σε ολόκληρη σχεδόν την Κεφαλονιά. Όταν το νησί ξεκαθαρίστηκε από τα ερείπια και άρχισε η ανοικοδόμηση, σήμανε η αρχή μιας νέας εποχής. Ενώ όμως για την υπόλοιπη Κεφαλονιά ο σεισμός ήταν μια ανατροπή, για το χωριό αυτό ήταν μια ανόρθωση… Η οικογένεια Βεργωτή, μια από τις πλέον εύπορες στο νησί, καταγόμενη από το χωριό, αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια δωρεά πρωτόγνωρη για την εποχή! Θα ανοικοδομούσε ολόκληρο το χωριό, με την προϋπόθεση να γίνει αυτό σύμφωνα με τους κανόνες της αισθητικής και της ρυμοτομίας.
Έτσι, το χωριό ανοικοδομήθηκε με οικονομική ενίσχυση του εφοπλιστή Γεωργίου Βεργωτή, μεγάλου ευεργέτη του νησιού, ο οποίος διένειμε τα νεότευκτα σπίτια στους κατόχους γης, αναδιοργάνωσε κι έχτισε το χωριό σύμφωνα με τη νεοκλασική αρχιτεκτονική της εποχής! Η ανοικοδόμηση έγινε πάνω στα πρότυπα των ελβετικών οικισμών της υπαίθρου και κατέστησε το χωριό πρότυπο! Σε εποχή που για κανένα χωριό της Κεφαλονιάς δεν υπήρχε πρόγραμμα για ύδρευση και ηλεκτροφωτισμό, τα Κουρκουμελάτα απέκτησαν φως και νερό! Διατέθηκαν λοιπόν μεγάλα ποσά, όχι απλώς για να ανοικοδομηθεί το χωριό, αλλά κατά τη γνώμη των ειδικών –όπως αναφέρεται στο τεύχος της «Επτανησιακής Πρωτοχρονιάς» του 1960- για να το μετατρέψουν στον «τελειότερο αγροτικό συνοικισμό της Ευρώπης»! Στο έργο αυτό είχε συμπαραστάτες τους αδελφούς του, Ανδρέα, Παναγή και Στέφανο, καθώς και τον ανιψιό του, Ρόκκο Γερ. Βεργωτή. Το νέο χωριό, μετά την ανοικοδόμηση, θύμιζε ελβετικό χωριό σε προβολή και οικιστική οργάνωση!»

Και, επιμένοντας, θα προσθέσω πως αν δεν ήταν οι κάτοικοι αυτοί που είναι, το χωριό θα έπαυε πολύ γρήγορα να θυμίζει Ελβετία!

Η Κεφαλονιά είναι γεμάτη αξιοθέατα και με ξεναγό τη νύφη μου πήγαμε στα περισσότερα!

Θυμάμαι πως την ίδια μέρα πήγαμε 60μ κάτω απ τη γη πού ήταν το σπήλαιο της Δρογκαράτης και 1050μ πάνω στον Αίνο με τα παράξενα έλατα.

 

 

Στο σπήλαιο της Μελισσάνης , θυμάμαι την σκοτεινή είσοδο που έμοιαζε με κορνίζα για το απίστευτο γαλάζιο της λίμνης. Δεν χόρταιναν τα μάτια μου να κοιτάζουν!

Στα Μαντζαβινάτα πήγαμε στην κουνόπετρα. Έναν μεγάλο βράχο που κουνιέται…παράλογα. Εγώ δεν είδα το κούνημα αλλά ο αδερφός μου είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυράς του. Είχε βάλει ένα ξυλαράκι που σιγά- σιγά άρχισε να φεύγει απ τη θέση του, μέχρι που έπεσε. Τώρα, λένε, πως δεν κουνιέται πια.

Στο σπήλαιο του Άγιου Γεράσιμου δεν πήγα και μου έχει μείνει η απορία αν όντως είναι έτσι αυτό που λένε για την είσοδο. Είναι μια τρύπα που χοντροί κι αδύνατοι μπαίνουν στριμωχτά. Η φίλη μου η Μαρία είδε το παιδάκι που ήταν πριν απ’ αυτήν να μπαίνει και έκανε πίσω. Αποκλείεται να χωρέσω εγώ, είπε. Κι όμως πέρασε μια χαρά!

Είχε περάσει ο Αύγουστος, κι έτσι δεν είδα ούτε τα φιδάκια της Παναγιάς. Αυτά που βγαίνουν στις 6 Αυγούστου και εξαφανίζονται στις 16. Έχουν έναν σταυρό στο κεφάλι κι έναν στη γλώσσα.

Αυτά που είδα και δεν θα ξεχάσω ποτέ και ούτε θα τα συγκρίνω με άλλα γιατί πιστεύω πως δεν γίνεται να τα συγκρίνω είναι η παραλία του Μύρτου και η παραλία Ξι. Όταν είδα την παραλία του Μύρτου από ψηλά σχεδόν μου κόπηκε η ανάσα απ’ το εκπληκτικό τοπίο. Αυτή η αντίθεση του άσπρου βότσαλου με το καταγάλανο, λες από πισίνα, νερό και τα καταπράσινα προστατευτικά βράχια αιχμαλωτίζει το βλέμμα και χαράσσεται στο μυαλό για πάντα!

Στο Ξι είπα ότι θα ερχόμουν μόλις γινόμουν μάνα. Η χαρά του παιδιού! Ρηχή θάλασσα και άμμος. Αλλά τι άμμος! Δεν θα ξαναδείς πουθενά αυτό το απίστευτα υπέροχο και παράξενο κοκκινοκεραμιδί  χρώμα!

Πήγαμε στην Άσσο και κάναμε μπάνιο στην παραλία της. Τι κι αν μας έλεγαν πως έχει κι άλλα ωραία μέρη εκεί γύρω, δεν το κούνησα ρούπι. Υπέροχο μέρος, αμφιθεατρικό και … με φοβερή ακουστική! Θυμάμαι πως πήγε ο αδερφός μου σ’ ένα καφενείο αρκετά πιο πέρα και ακούγαμε πεντακάθαρα το τι έλεγε, απ’ την παραλία!

Αυτό που έμεινε στην καρδιά μου ήταν το Φισκάρδο. Ανέπαφο απ’ τον σεισμό ήταν ό,τι πιο νησιώτικο είδα στην Κεφαλονιά. Μείναμε μια ολόκληρη μέρα και με το μυαλό του μυθοπλάστη έφτιαχνα ιστορίες αγάπης και πάθους. Όμως η ιστορία της Γερασιμούλας, που την γνώρισα κάποια χρόνια μετά ήταν πέρα για πέρα αληθινή και είχε λάβει χώρα στο Φισκάρδο.

Επανερχόμενη στο τότε, θέλω να μιλήσω για το Αργοστόλι και για το Ληξούρι.

Το Αργοστόλι το έζησα για 15 μέρες. Έφαγα, ήπια, περπάτησα και ψώνισα.  Αυτό που ακόμα νομίζω πως έχω τη γεύση του στο στόμα μου ήταν το χοιρινό του Αλέξη. Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτή η ταβέρνα ακόμη και δεν θυμάμαι και που ακριβώς ήταν, αλλά θυμάμαι τον Αλέξη. Μου έλεγαν ο αδερφός μου και η νύφη πως τέτοια χοιρινή μπριζόλα δεν έχω ξαναφάει ποτέ, κι εγώ αναρωτιόμουν τι παραπάνω μπορεί να έχει μια απλή χοιρινή μπριζόλα. Κι όμως είχε! Γιατί ο Αλέξης έλεγε πως τα χοιρινά του είναι νόστιμα επειδή τα «ανασταίνει» μόνος του. Γιατί τα ταΐζει στο στόμα. Αυτό να ήταν; Μπορεί! Πάντως τέτοια μπριζόλα δεν έφαγα ούτε πριν ούτε μετά απ’ την δική του.

Το αγαπημένο μου φαγητό στην Κεφαλονιά ήταν τα παπουτσάκια. Το τι παπουτσάκι έφαγα δεν λέγεται. Μια κοτόπουλο και μια παπουτσάκια, μια κρεατόπιτα και μια παπουτσάκια. Έτσι ήταν οι παραγγελίες που έδινα στα εστιατόρια. Μπορεί τα παπουτσάκια να μην είναι παραδοσιακή συνταγή της Κεφαλονιάς αλλά οι Κεφαλονίτες την φτιάχνουν καταπληκτικά.

Στην πανέμορφη αλλά παράξενη, μιας και ήταν εσωτερική, πλατεία έτρωγα κάθε βράδυ ένα εκπληκτικό παγωτό με καβουρντισμένα αμύγδαλα που τελειωμό δεν είχαν!

Και μετά είχε επιστροφή στο σπίτι, από την υπέροχη Λεωφόρο των Ριζοσπαστών ή τον «φοινικόδρομο του Αργοστολίου» όπως τον λένε. Περπατούσαμε αργά, κουβεντιάζοντας, γελώντας και τρώγοντας μάντολες!

Το Ληξούρι ήταν όπως ήδη έχω πει ο βασικός σκοπός αυτού του ταξιδιού. Εκεί άλλωστε  ήταν το άγαλμα του Λασκαράτου. Τελικά το Ληξούρι ήταν το μόνο μέρος της Κεφαλονιάς που δεν πήγα. Ευτυχώς που είχε εκείνος προνοήσει να ζήσει και στο Αργοστόλι.

Στο Αργοστόλι ήταν και οι καταβόθρες. Ένα μέρος που τα νερά της θάλασσας μπαίνουν στην στεριά, περνάνε απ’ τη λίμνη της Μελισσάνης και καταλήγουν στον Καραβόμυλο της Σάμης που είναι στην άλλη μεριά του νησιού, 14 χιλιόμετρα μακριά!

 Γερασιμούλα

Μερικά χρόνια μετά μια απροσδόκητη συναλλαγή με έφερε σε επαφή με την Γερασιμούλα. Φυσικά κανένας δεν την φωνάζει έτσι και το υποκοριστικό της δεν θυμίζει καθόλου το κανονικό της όνομα, γι αυτό και μπορώ άνετα να το χρησιμοποιήσω. Η Γερασιμούλα θα μπορούσαμε να πούμε ότι… έπεσε θύμα απαγωγής! Ήταν μόλις δεκατριών χρονών όταν ήρθε στο χωριό της ο Ελληνοαμερικάνος για να βρει νύφη. Σαραντάρης ο μπρούκλης και κανείς δεν θα φανταζόταν ότι θα του γυάλιζε το δεκατριάχρονο. Έλα όμως που με το που την είδε έπεσε τ’ ανάσκελα! Έβαλε λυτούς και δεμένους για να πλησιάσει την οικογένεια φοβούμενος, μιας και μια στοιχειώδη λογική την είχε, ότι θα τον έδιωχναν κακήν κακώς. Πόσο λάθος έκανε όμως!

Ενθουσιάστηκαν οι φτωχοί ψαράδες με την τύχη που είχε η μικρότερη κόρη τους. Ένα στόμα λιγότερο απ’ τα εφτά που είχαν μέχρι τότε.

Να την πάρεις! Ναι αλλά θα ζήσουμε στην Αμερική. Να ζήσετε όπου θέλετε αρκεί να έχει το παιδάκι μας μια καλύτερη ζωή. Τόσα καταλάβαιναν, τόσα έκαναν.

Στα δεκατέσσερα της, κυρία πια, η Γερασιμούλα μπήκε στο αεροπλάνο κι έκανε να ξαναδεί το νησί της εικοσιοχτώ χρόνια. Πως πέρασαν αυτά τα χρόνια; Μαύρα κι άραχνα.  Ο σύζυγος ήταν καλός άνθρωπος και της φερόταν με τον καλύτερο τρόπο. Βασίλισσα την είχε. Θα μπορούσε η Γερασιμούλα μέχρι και να τον αντέξει αυτόν τον γάμο αλλά και πάλι ήταν άτυχη. Βρέθηκε στα δεκάξι της χρόνια να είναι χήρα και άφραγκη. Ο καλός και εύπιστος ανθρωπάκος έπεσε θύμα του συνεταίρου του και αφού φαλίρισε του ήρθε και το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η Γερασιμούλα βρέθηκε μόνη, χωρίς σπίτι και χωρίς σέντσι στην τσέπη. Αφού πέρασε μια βδομάδα νηστική και έντρομη στους δρόμους, αποφάσισε να πάει στο μόνο άνθρωπο που γνώριζε. Τον συνέταιρο!

Από την πρώτη στιγμή κι απ το πρώτο βλέμμα κατάλαβε τι την περίμενε αλλά και τι να έκανε. Ο συνέταιρος ήταν παντρεμένος χρόνια, χωρίς παιδιά. Παρόλα αυτά δεν είχε σκοπό να χαλάσει το γάμο του. Μια γκομενίτσα ήθελε ο χριστιανός να χαλαρώνει μετά το εξαντλητικό του ωράριο στην εταιρία. Βρήκε λοιπόν ένα σπιτάκι σε μια φτωχική γειτονιά που κανένας γνωστός του δεν θα πάταγε το πόδι του και έκρυψε μέσα την Γερασιμούλα. Πολλά λεφτά δεν της άφηνε, ίσα για το φαγητό της και το νοίκι, αλλά μετά απ αυτά που είχαν δει τα μάτια της, στη βδομάδα που έζησε στους δρόμους και μόνο που μπορούσε να κλειδώσει μια πόρτα πίσω της και να φάει κι ένα πιάτο φαΐ για την Γερασιμούλα ήταν πολλά. Ο τρόμος τα βράδια βέβαια υπήρχε γιατί όλο και περισσότεροι παρατηρούσαν ότι έμενε μόνη, αλλά δεν είχε και το θάρρος να του ζητήσει κάτι παραπάνω. Αν ήξερε τι θα της συνέβαινε ίσως και να το είχε κάνει…

Έτσι απλά, ένα βράδυ, κάποιος μπήκε στο σπίτι κι αφού την έκανε μαύρη στο ξύλο την βίασε. Εκεί που την άφησε ο βιαστής την βρήκε ο συνέταιρος την άλλη μέρα το απόγευμα. Φώναξε γιατρό και μετά από λίγες μέρες την πήγε να μείνει σε άλλο σπίτι. Δεν ήταν κρίση ανθρωπισμού. Απλά φοβόταν μήπως η Γερασιμούλα μέσα στο φόβο της να μείνει εκεί, αρχίσει να ανοίγει το στόμα της. Εκείνη όμως ούτε που είχε σκεφτεί αλλά και ούτε που θα τολμούσε κάτι τέτοιο. Τον σιχαινόταν τόσο που δεν πήγαινε άλλο, αλλά ήξερε πως ήταν και το μόνο της στήριγμα. Τρόπος να φύγει για την Ελλάδα δεν υπήρχε αφού τα λεφτά ήταν πολλά κι εκείνος δεν την άφηνε να δουλέψει. Σκέφτηκε να το κάνει κρυφά αλλά την κατάλαβε την δεύτερη μέρα. Έμενε συνέχεια κλεισμένη στο σπίτι περιμένοντας τη ζωή της να περάσει γιατί δεν είχε το θάρρος να την διακόψει μόνη της.

Θα πέρασαν έτσι και δέκα χρόνια και πάνω εκεί η μοίρα αποφάσισε να αλλάξει το σκηνικό της ζωής της για άλλη μια φορά.

Όταν κατάλαβε ότι είναι έγκυος η πρώτη της σκέψη ήταν να του το κρύψει και να εξαφανιστεί. Αλλά να πάει που; Ο φόβος της έκτρωσης αλλά και της αντίδρασής του γενικότερα την έκανε να αναβάλει συνέχεια τη μέρα που θα του το έλεγε. Κι όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση το μόνο που δεν περίμενε να ακούσει ήταν μια πρόταση γάμου. Έλιωσε ο συνέταιρος στην σκέψη πως θα αποκτούσε παιδί. Πενηνταπεντάρης πια και μετά από τόσα χρόνια γάμου με μια γυναίκα σχεδόν συνομήλικη του δεν είχε ούτε μια τόση δα ελπίδα.  Τα τελευταία χρόνια, ούτε σαν σκέψη δεν αναστάτωνε τη ζωή του, το ότι δεν θα γινόταν ποτέ πατέρας.

Την επομένη κιόλας η Γερασιμούλα μετακόμισε στο τεράστιο σπίτι του με τους μαγείρους και τις καμαριέρες να την έχουν στα ώπα- ώπα. Για  κείνη την καημένη την γυναικούλα, που τόσα χρόνια τον ανεχόταν, ούτε που έμαθε τι απέγινε.  Ούτε που τόλμησε και να ρωτήσει δηλαδή.

Και γεννήθηκε ο γιος. Το τι χρυσαφικό και κακό την φόρτωσε ο συνέταιρος δε λέγετε. Ένα να πουλήσω, σκεφτόταν η Γερασιμούλα, βγάζω το εισιτήριο για την Ελλάδα και μου μένουν και να περάσω.  Όμως μέχρι να το σκεφτεί και να το καλοσκεφτεί ξανάμεινε έγκυος και μετά ξανάμεινε και μετά ξανάμεινε!

Που να φύγεις με τέσσερα παιδιά; Και που να πας;

Μπορεί η ψυχή της να ήταν μαύρη, να έβλεπε τον άντρα της και να της έρχεται να ξεράσει αλλά το περιτύλιγμα της ζωής της ήταν καλό. Με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια, ο συνέταιρος δεν την ενοχλούσε και πολύ και είχε βρει ξανά το δρόμο για τις εξωσυζυγικές σχέσεις. Εξ άλλου τα παιδιά της μεγάλωναν στα πούπουλα κι αυτό δεν θα μπορούσε να τους το στερήσει με τίποτα.

Όταν πέθανε ο πατέρας της ήταν έγκυος στο τέταρτο παιδί και φυσικά ήταν αδύνατο να ταξιδέψει. Όταν όμως ήρθε η είδηση πως η μάνα της χαροπαλεύει πήρε το πρώτο αεροπλάνο που βρήκε.

Η επιστροφή στο νησί ήταν ότι πιο επώδυνο είχε ζήσει. Δεν ήταν ο πόνος για την πεθαμένη μάνα γιατί μετά από τόσα χρόνια ούτε  η μορφή της δεν της θύμιζε κάτι. Η μάνα της, αυτή που είχε πάρει μαζί της φεύγοντας θα συνέχιζε να ζει και να είναι νέα και υγιής. Αυτό που την πονούσε ήταν ο πεθαμένος εαυτός της και τα νεκρά νεανικά της όνειρα που τα συναντούσε σε κάθε στενοσόκακο του χωριού της. Έκλαψε μπροστά στην εκκλησία του χωριού, μπροστά στο σχολείο, στη μέση της πλατείας, εκεί που έπαιζε…

Όταν τα έθιμα, τα σχετικά με την κατάσταση, πήραν τέλος κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τίποτα που να την κρατάει εκεί. Τα αδέλφια της τα είδε και δεν τα αναγνώρισε κι αν κάποια απ αυτά την αγκάλιασαν θερμά και δάκρυσαν, το μόνο που της θύμιζαν ήταν τη στιγμή που εκείνη έφευγε για Αμερική. Έκλαιγαν και κουνούσαν το χέρι τους κι εκείνη σπάραζε από ζήλια που τα έβλεπε να μένουν μπροστά απ το φτωχικό τους σπιτάκι και να μικραίνουν μαζί με κείνο, όλο και πιο πολύ, μέχρι που έγιναν κουκίδες στα μάτια της… στο μυαλό της… στην ζωή της!

Πήγε στο Αργοστόλι με ταξί κι από κει πήρε ένα λεωφορείο για το Φισκάρδο. Θυμόταν πως από παιδί είχε καημό να πάει. Όλοι γι αυτό μιλούσαν κι αν την ρωτούσες τότε, θα σου έλεγε πως είναι πιο μακριά κι απ’ την Αμερική.

Όταν κατέβηκε απ το λεωφορείο και κοίταξε γύρω της, κατάλαβε. Τόσο όμορφο μέρος δεν είχε ξαναδεί, και χαιρόταν τόσο πολύ που αυτό το μέρος θα συνδεόταν για πάντα στο μυαλό της με τις πρώτες ελεύθερες μέρες της ζωής της μετά από τόσα πολλά χρόνια.

Περπατούσε στην παραλία και χάζευε τα καΐκια όταν κάτι σαν λάμψη τράβηξε το βλέμμα της και το οδήγησε μέσα σ’ ένα απ’ τα μαγαζιά…

Αυτό που είδε ήταν ένας χείμαρρος από ξανθά μαλλιά που λαμπύριζαν στον ήλιο. Με αργά και φοβισμένα βήματα ακολούθησε τη λάμψη μέχρι που βρέθηκε εκατοστά μακριά της. Τότε εκείνα κινήθηκαν αποκαλύπτοντας ένα θεϊκό πρόσωπο. Έμεινε άφωνη η Γερασιμούλα. Ποτέ μα ποτέ δεν είχε κοιτάξει άντρα. Αυτό το είδος το φοβόταν και το απεχθανόταν συγχρόνως. Έβλεπε έργα στην τηλεόραση και δεν καταλάβαινε τι μπορεί να νιώθουν αυτοί που φιλιούνται. Τι άλλο εκτός από απέχθεια μπορούσαν να νιώθουν αυτοί που έκαναν έρωτα;

Τα κατάλαβε όλα μαζεμένα όταν είδε τα μακριά ξανθά μαλλιά, το ηλιοκαμένο δέρμα, τα γαλάζια  μάτια και τα κατακόκκινα χείλια του Τίμιαν.

Έτσι, σε μια στιγμή, το σκηνικό της ζωής της άλλαξε για ακόμη μια φορά. Ότι δεν είχε ζήσει στα σαρανταδύο χρόνια της ζωής της, τα έζησε στον ένα μήνα που έμεινε στο Φισκάρδο. Ήταν πολλές οι φορές που σκέφτηκε να μην ξαναγυρίσει στην Αμερική. Τόσες όσες και οι φορές που συνειδητοποίησε πως η ζωή της ήταν εκεί που βρίσκονταν τα παιδιά της.

Ο Τίμιαν ήταν ένας τριανταπεντάχρονος Νορβηγός που πέρναγε τα καλοκαίρια του στην Ελλάδα ζωγραφίζοντας. Μπορεί η ζωή του να μην είχε σχέση με αυτήν της Γερασιμούλας, τα συναισθήματα που ένιωσε όμως για κείνη ήταν ακριβώς τα ίδια με τα δικά της! Η μοίρα τελικά είχε προσέξει την Γερασιμούλα κι είχε αποφασίσει να ασχοληθεί μαζί της.

Ο μήνας, όταν ζεις μια τέτοια κατάσταση, περνάει σαν ώρα και βρέθηκαν κι οι δύο να ψάχνουν τρόπο να διατηρήσουν αυτήν την σχέση. Τα πρώτα τέσσερα χρόνια βρισκόντουσαν τα καλοκαίρια στο Φισκάρδο. Τα επόμενα δύο ο Τίμιαν πήγε αρκετές φορές στην Αμερική. Τον έβδομο χρόνο η μοίρα αποφάσισε να αποκαταστήσει πλήρως την Γερασιμούλα.

Ο συνέταιρος πέθανε ένα βράδυ στον ύπνο του, πλήρης ημερών και… έργων!

Φίλους στη ζωή της η Γερασιμούλα δεν απέκτησε. Μόνον γέννησε! Τα παιδιά της ήταν οι καλύτεροι φίλοι της και περισσότερο ο γιος της που λόγω φύλου είχε δεχτεί όλη την πίεση και την σκληρότητα του πατέρα του. Αυτός ήταν που απ’ την αρχή ήξερε τα πάντα για τον Τίμιαν και που στη συνέχεια την έσπρωξε να προχωρήσει στη ζωή της μαζί του.

Όταν γνώρισα εγώ την Γερασιμούλα, είδα μια πολύ ωραία γυναίκα, με έντονη προσωπικότητα και… γάργαρο γέλιο. Η ζωή της μοιραζόταν μεταξύ Αμερικής, Νορβηγίας και Φισκάρδου. Από εκείνο τον χρόνο είχε προσθέσει και μια στάση στην Αθήνα για να βλέπει τη μικρή της κόρη  που σπούδαζε αρχαιολόγος.

Μπορεί να έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και να μην ξέρω πια που βρίσκεται αλλά είμαι σίγουρη πως συνεχίζει να παίρνει όλα αυτά που η μοίρα της χρώσταγε, γιατί ήταν πάρα πολλά. Σχεδόν όλα!!

 

 

 

Κ Ε Φ Α Λ Ο Ν Ι Τ Ι Κ Ε Σ …  Ρ Ε Τ Σ Ε Τ Ε Σ  ! ! !

 

ΜΠΑΚΑΛΑΟΠΙΤΑ
Υλικά

  • 1/2 κιλό παστό μπακαλιάρο
  • 1/2 κούπα ελαιόλαδο
  • 1 κούπα κρεμμυδάκι φρέσκο ψιλοκομμένο
  • 1/2 κούπα άνηθο ψιλοκομμένο
  • 1/2 κούπα μαντζουράνα ψιλοκομμένη
  • 1/2 κούπα ρύζι γλασέ
  • 1 1/2 κούπα νερό
  • αλάτι και πιπέρι
  • Για το παραδοσιακό φύλλο:
  •  3-4 κούπες αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1/2 κούπα ελαιόλαδο
  • 1/2 κούπα κρασί
  • 2-3 κουταλιές της σούπας νερό

Εκτέλεση:
Βγάλτε την πέτσα του μπακαλιάρου, κόψτε τον σε κομμάτια, τα οποία θα βάλετε σε νερό για 12-14 ώρες , ώστε να ξαλμυριστούν, ενώ πρέπει να αλλάξετε 3-4 φορές το νερό. Όταν ξαλμυριστεί, στραγγίξτε τον, αφαιρέστε τα κόκαλα και αφου τον λιανίσετε ξεψαχνίστε τον.

Σιγοβράστε το ρύζι, ώσπου να φουσκώσει, και στη συνέχεια σε μια λεκάνη το ανακατεύετε με τον μπακαλιάρο και τα υπόλοιπα υλικά, προσθέτοντας και 1/2 κούπα νερό.
Για το φύλλο:                                                                                                                                          Βάλτε σε μια λεκάνη 3 κούπες αλεύρι κι ανοίξτε στο κέντρο ένα λάκκο. Αφού ρίξετε μέσα το αλάτι, το λάδι και το κρασί, ζυμώστε πολύ καλά , ώσπου να γίνει η ζύμη εύπλαστη και μαλακή. Αν χρειαστεί προσθέστε λίγο αλεύρι ακόμα. Στη συνέχεια αφήστε τη στην άκρη για 30′. Ανοίξτε τη ζύμη σε δύο χοντρά φύλλα.

Απλώστε σε λαδωμένο ταψί το ένα φύλλο προσέχοντας να καλύπτονται τόσο ο πάτος όσο και τα τοιχώματα και να περισσεύει. Απλώνετε μέσα τη γέμιση, σκεπάστε με το δεύτερο φύλλο και γυρίστε τις άκρες. Χαράξτε την πίτα σε κομμάτια και ψήστε την για περίπου 1 ώρα στους 180°C 1 ώρα περίπου ή ώσπου να ροδίσει η επιφάνεια.

 

ΑΓΚΙΝΑΡΟΠΙΤΑ

  • 8 αγκινάρες
  • Χυμός 2 λεμονιών
  • 2 σκελίδες σκόρδο λιωμένο
  • 2 κρεμμυδάκια φρέσκα ψιλοκομμένα
  • 1½ ματσάκι άνηθο
  • ½ κιλό φέτα χοντροτριμμένη
  • 200 γραμμ. γιαούρτι στραγγιστό
  • 4 αβγά ελαφρά χτυπημένα
  • ½ φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • αλάτι, πιπέρι
  • 12 φύλλα κρούστας
  • βούτυρο για το άλειμμα των φύλλων

Εκτέλεση:

Αφού καθαρίσετε τις αγκινάρες κόβετε τις καρδιές τους σε φετούλες. Τις τρίβετε με μια λεμονόκουπα και τις αφήνετε για λίγο σε μια λεκάνη με δροσερό νερό μέσα στο οποίο έχετε προηγουμένως διαλύσει μία κουταλιά της σούπας αλεύρι και το χυμό ενός λεμονιού για να μη μαυρίσουν.

Στη συνέχεια, αφού στραγγίζετε τις αγκινάρες, τις τσιγαρίζετε μαζί με το φρέσκο κρεμμυδάκι και το σκόρδο. Χαμηλώνετε τη φωτιά και συνεχίζετε το τσιγάρισμα μέχρι να μαραθούν οι αγκινάρες.

Αφού χτυπήσετε τα αβγά με το γιαούρτι προσθέστε τις αγκινάρες μαζί με τη φέτα και το άνηθο, αλατοπιπερώνετε κι ανακατεύετε καλά και προσεχτικά για να μη διαλυθούν οι αγκινάρες.

Βουτυρώνετε ένα ταψί και στρώνετε τα πρώτα 6 φύλλα κρούστας, βουτυρώνοντάς τα ένα προς ένα και αφήνοντάς τα να εξέχουν από το ταψί. Απλώνετε το μείγμα με τις αγκινάρες και γυρίζετε τα κάτω φύλλα προς τα μέσα. Σκεπάζετε με τα υπόλοιπα 6 φύλλα βουτυρώνοντάς τα επίσης ένα-ένα και, τέλος, κόβετε τα φύλλα που εξέχουν από το ταψί.

Αφού χαράξετε πίτα με κοφτερό μαχαίρι σε κομμάτια, τη ραντίζετε με λίγο νερό και την ψήνετε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180°C για 1 ώρα περίπου, μέχρι να ροδοκοκκινίσει το επάνω φύλλο.

 

ΑΛΙΑΔΑ

Υλικά

  • 1 φύλλο μπακαλιάρου παστού περίπου 1 κιλό

Για το κουρκούτι:

  • 2 φλιτζάνια αλεύρι
  • 1 φακελάκι μαγιά σε σκόνη
  • αλάτι, ζάχαρη και άσπρο πιπέρι
  • νερό όσο πάρει

Για την Αλιάδα

 

  • 4 πατάτες βρασμένες και ξεφλουδισμένες
  • 2-4 σκελίδες σκόρδο, ανάλογα με το πόσο δυνατή τη θέλετε
  • 3-4 κουταλιές ξίδι
  • 1/2 φλιτζάνι ελαιόλαδο
  • λίγο ζωμό από τον μπακαλιάρο
  • αλάτι πιπέρι

Εκτέλεση:
Κόβετε τον μπακαλιάρο σε φέτες και τον βάζετε να ξαλμυριστεί σε μια λεκάνη γεμάτη κρύο νερό για 12-14 ώρες, ενώ αλλάζετε το νερό 3-4 φορές. Στη συνέχεια αφαιρείτε την πέτσα, τα κόκαλα και την ουρά του μπακαλιάρου, τα οποία βράζετε για 15′ σε μία κατσαρόλα με λίγο νερό. Σουρώνετε τον ζωμό και τον κρατάτε στην άκρη για τη σκορδαλιά.

Ετοιμάζετε το κουρκούτη. Μέσα σ’ ένα μπολ, διαλύετε τη μαγιά και τη ζάχαρη με λίγο χλιαρό νερό, και προσθέτετε λίγο από το αλεύρι. Ανακατεύετε με σύρμα, και αφήνετε το μίγμα να αφρίσει και να φουσκώσει. Ρίχνετε σε μία λεκανίτσα το υπόλοιπο αλεύρι, κάνετε μία λακκούβα στη μέση και ρίχνετε το προηγούμενο μείγμα. Προσθέτετε λίγο αλάτι, πιπέρι, ζάχαρη, και αρχίζετε να ρίχνετε σταδιακά τόσο νερό, όσο χρειάζεται ώστε να πάρετε έναν λείο και παχύρρευστο χυλό. Αφήνετε τον χυλό να φουσκώσει.
Ετοιμάστε την αλιάδα

Χτυπάτε στο γουδί το σκόρδο, με λίγο αλάτι, μέχρι να λιώσει. Προσθέτετε τις βρασμένες πατάτες και συνεχίζετε το χτύπημα, μέχρι να λιώσουν και να γίνουν κρέμα. Προσθέτετε σταδιακά το ξίδι και το ελαιόλαδο, έως ότου γίνουν λεία. Στη συνέχεια προσθέτετε και τον ζωμό του ψαριού λίγο-λίγο ανακατεύοντας, μέχρι να γίνει αλοιφή η αλιάδα. Δοκιμάζετε και διορθώνετε τη γεύση, αν είναι απαραίτητο, με αλατοπίπερο, ελαιόλαδο και ξίδι.

Κόβετε τον μπακαλιάρο σε μικρότερα κομμάτια, και βάζετε μπόλικο λάδι σε βαθύ τηγάνι για να ζεσταθεί. Τηγανίζετε τον μπακαλιάρο, αφού πρώτα βουτήξετε τα κομμάτια του στο κουρκούτι που ετοιμάσατε. Αφού ροδίσει ο μπακαλιάρος και από τις δύο πλευρές, τον βγάζετε από το λάδι πάνω σε χαρτί κουζίνας να στραγγίσει.

 

ΚΡΕΑΤΟΠΙΤΑ
Υλικά:

  • 1 1/2 κιλό αρνάκι γάλακτος, χωρίς κόκαλο, κομμένο σε μικρά κομμάτια
    300 γρμ τυρί φέτα τριμμένο
  • 1/2 φλιτζάνι ρύζι
  • 2 πατάτες κομμένες σε μικρά κομμάτια
  • 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 2 κουταλιές ντομάτα πελτέ
  • 4 αυγά βρασμένα ψιλοκομμένα
  • 3 κουταλιές της σούπας βούτυρο
  • 3 κουταλιές της σούπας λάδι
  • ½ μάτσο μαϊντανό
  • 2-3 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένες
  • αλάτι, πιπέρι, δυόσμο, κανέλα
  • λίγη φλούδα από πορτοκάλι
  • λίγο ζωμό κρέατος
  • 18-20 φύλλα μπακλαβά

Εκτέλεση:

Τοποθετούμε σε μια λεκάνη το ψιλοκομμένο αρνί και προσθέτουμε τη φέτα, το κρεμμύδι, τις πατάτες, την ντομάτα, το βούτυρο, το λάδι, το μαϊντανό, το δυόσμο, το σκόρδο, την κανέλλα, τη φλούδα πορτοκαλιού, και πιπέρι.

Ανακατεύουμε πολύ καλά έως ότου το μίγμα γίνει ομοιόμορφο. Στη συνέχεια προσθέτουμε λίγο ζωμό κρέατος και τα τέσσερα ψιλοκομμένα αυγά.

Απλώνουμε στο ταψί 8-10 φύλλα μπακλαβά, τα οποία έχουμε προηγουμένως βουτυρώσει, και στη συνέχεια τοποθετούμε, απλώνοντας ομοιόμορφα, τη γέμιση. Σκεπάζουμε με τα υπόλοιπα φύλλα, τα οποία βουτυρώνουμε επίσης. Αφού αλείψουμε όλη την επιφάνεια με βούτυρο βάζουμε το ταψί στο φούρνο και αφήνουμε την πίτα να ψηθεί για 1 ½ ώρα στους 220 – 250 °C.
Όταν η πίτα είναι έτοιμη τη βγάζουμε από το φούρνο και αφού την αφήσουμε να κρυώσει την κόβουμε σε τριγωνάκια.

 

Τσιγαρίδια Κεφαλονιάς
Υλικά

  • 2 ½ κιλά αγριόχορτα: πράσα, παπαρούνα, καυκαλίδες, ζοχός, λάπατο, αλευρίδα, σπανάκι, σέσκουλα
  • 1 ματσάκι σέλινο
  • 1 ματσάκι μαϊντανό
  • ματζουράνα
  • μάραθο
  • 3-4 φρέσκα κρεμμυδάκια
  • 2 κρεμμύδια
  • ½ κεφάλι σκόρδο
  • 2 ντομάτα σε κύβους
  • 150 γρ. ρύζι γλασσέ
  • 1 κούπα λάδι
  • αλάτι και πιπέρι

Εκτέλεση:

Αφού πλύνετε καλά και κόψετε όλα τα χόρτα, τα ζεματάτε σε καυτό νερό για 5-6 λεπτά. Τα σουρώνετε και στη συνέχεια τσιγαρίζετε στο λάδι τα κρεμμύδια και το σκόρδο. Προσθέστε τα χόρτα , την ντομάτα και τα μυρωδικά. Τα βράζετε για 5 λεπτά και προσθέτετε το ρύζι και όσο νερό χρειαστεί, προκειμένου να βράσει.

 

ΣΟΦΙΓΑΔΟ

 

Υλικά

  • 1-1,5kg μοσχάρι ψαχνό για κοκκινιστό
  • 3 μεσαία κρεμμύδια
  • 2 σκόρδα
  • 1 πιπεριά (προαιρετικά)
  • ντομάτα τριμμένη στον τριφτη, η αν δεν εχουμε φρεσκια προσθέτουμε 1 κονσέρβα ντοματάκι ψιλοκομμένο
  • 1 κουταλιά της σούπας πελτέ ντομάτας
  • κρασί για το τσιγάρισμα
  • αλάτι
  • λάδι
  • πιπέρι
  • μερικούς κόκκους μπαχάρι
  • μερικές πρόκες του γαρύφαλλου

Εκτέλεση:

  1. Σε μία κατσαρόλα τσιγαρίζουμε το κρέας με το λάδι ώσπου να πάρει χρώμα.
  2. Μόλις ροδίσει το κρέας προσθέτουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι, το κομμένο σκόρδο και την πιπεριά. Όταν τσιγαριστούν, τα σβήνουμε με κρασί.
  3. Αφήνουμε να βράσει για κανενα 5λεπτο και ρίχνουμε το ντοματάκι. Ρίχνουμε τον πελτέ ντομάτας, το πιπέρι, το γαρύφαλλο και το μπαχάρι. Προσθέτουμε αρκετό νερό για να βράσει.
  4. Καθως βράζει αν δούμε οτι θελει κι άλλο νερο προσθέτουμε ζεστο νερο από τον βραστήρα.
  5. Στο τελος ριχνουμε και το αλατι

ΜΠΟΥΜΠΟΥΡΕΛΙΑ

 

Υλικά:

  • 100γρ. Φακές
  • 100γρ. Φασόλια μέτρια
  • 100γρ. Κουκιά
  • 100γρ. Ρεβύθια
  • 100γρ. Καλαμπόκι
  • 100γρ. Σιτάρι
  • Λάδι
  • Αλάτι
  • Λεμόνι

 

Εκτέλεση:

Μουσκεύουμε από βραδύς τα φασόλια τα ρεβύθια και τα κουκιά. Τα βράζουμε μαζί με τα υπόλοιπα υλικά εκτός από το λάδι και το λεμόνι. Όταν χυλώσουν είναι έτοιμα. Τα σερβίρουμε με λάδι και λεμόνι.

 

ΡΙΓΑΝΑΔΑ

 

ΥΛΙΚΑ: (για δύο άτομα)

  • 4 φέτες χωριάτικο ψωμί ( ξερό )
  • 2 ντομάτες
  • ρίγανη
  • αλάτι
  • ξύδι
  • λάδι

 

Εκτέλεση:

Βρέχουμε το ψωμί, του βάζουμε αλάτι, ξύδι, ρίγανη, λάδι και στύβουμε τις ντομάτες πάνω στο ψωμί.

 

ΛΑΒΡΑΚΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΜΕ ΡΟΜΠΟΛΑ

Υλικά

  • Ένα μεγάλο λαβράκι ή οποιοδήποτε άλλο ψάρι σας αρέσει κατάλληλο για ψητό
  • Δυο φινόκιο
  • Ένα λεμόνι
  • Ένα ματσάκι βασιλικό (ή μέντα)
  • Βούτυρο
  • Μερικές μικρές πατάτες ανάλογες με τους καλεσμένους μας
  • Θυμάρι φρέσκο
  • Μαϊντανός ψιλοκομμένος
  • Ελαιόλαδο
  • Ένα ποτήρι «ρομπόλα»

Εκτέλεση συνταγής

Ζητάμε από τον ιχθυοπώλη να καθαρίσει το ψάρι και να το χαράξει σε διάφορα σημεία.

Καθαρίζουμε τα φινόκια και ξεχωρίζουμε τα τρυφερά εσωτερικά φύλλα του και τα κρατάμε κατά μέρος.

Σε μια κατσαρόλα βράζουμε αλατισμένο νερό και αφού βράσει ρίχνουμε μέσα τις πατάτες και το υπόλοιπο φινόκιο κομμένο σε μεγάλα κομμάτια. Αφήνουμε να μισο- βράσουν για λίγα λεπτά.

Σε ένα μπολ ρίχνουμε: ψιλοκομμένα τα τρυφερά φύλλα του φινόκιο, το ξύσμα από ένα λεμόνι, ψιλοκομμένο μαϊντανό, μέντα ή βασιλικό, (όποια γεύση προτιμάτε), λίγο βούτυρο, αλάτι και πιπέρι. Ανακατεύουμε καλά το μείγμα και με αυτό γεμίζουμε τα ανοίγματα του ψαριού στη πλάτη και στη κοιλιά.

Μόλις μισο-βράσουν οι πατάτες και το φινόκιο τα σουρώνουμε και τα ρίχνουμε σε ένα μπολ. Κόβουμε τις πατάτες στη μέση, ρίχνουμε στα λαχανικά ψιλοκομμένο μαϊντανό, θυμάρι, λίγο βούτυρο. Ανακατεύουμε προσεκτικά.

Ανοίγουμε ένα μεγάλο φύλλο αλουμινόχαρτου, στη μέση βάζουμε το μείγμα με τις βραστές πατάτες και το φινόκιο και από πάνω τοποθετούμε το ψάρι, ραντίζουμε με λίγο ελαιόλαδο. Κλείνουμε πολύ καλά το αλουμινόχαρτο και πριν το σφραγίσουμε εντελώς ρίχνουμε μέσα το λευκό κρασί. Προσπαθούμε να κλείσουμε όσο πιο καλά μπορούμε το αλουμινόχαρτο, αφήνοντας αρκετό χώρο για τον ατμό που θα δημιουργηθεί ώστε να μην σχιστεί.

Προσοχή τώρα, θα σας αποκαλύψω ένα εύκολο τρικ που θα σας εξασφαλίσει το καλύτερο μαγείρεμα και την απελευθέρωση των αρωμάτων των βοτάνων:

Σε ένα αντικολλητικό τηγάνι βάζουμε μέσα το αλουμινόχαρτο έτσι όπως είναι με το ψάρι, ανάβουμε σε μέτρια φωτιά και μόλις το δούμε να φουσκώνει το αλουμινόχαρτο από τους ατμούς το βάζουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180ο για 15-20 λεπτά ανάλογα το μέγεθος του ψαριού.

Σερβίρισμα

Όταν το ψάρι μας ψηθεί, το σερβίρουμε έτσι όπως είναι με το αλουμινόχαρτο τοποθετημένο σε ένα βαθύ πυρεξάκι ή πιατέλα και το ανοίγουμε κάνοντας μια μαχαιριά στο αλουμινόχαρτο, μπροστά στους καλεσμένους μας. Τα αρωματικά βότανα θα κατακλείσουν τον χώρο, το χειροκρότημα είναι εξασφαλισμένο. Γιατί μαγειρεύω σημαίνει μαγεύω!

 

ΑΜΥΓΔΑΛΟΠΙΤΑ

 

ΥΛΙΚΑ:

  • 12κουταλιές ζάχαρη
  • 12 κουταλιές κοπανισμένο αμύγδαλο
  • 12 αυγά
  • 12 κουταλιές φρυγανιά
  • 1 κουταλάκι γαρίφαλο
  • 1 κουταλάκι κανέλλα
  • 2 βανίλιες

ΣΙΡΟΠΙ: ( το βράζουμε για 10 λεπτά)

  • 2 ποτήρια νερό
  • 3 ποτήρια ζάχαρη
  • 10 πρόκες γαρίφαλο
  • 1 κομμάτι κανέλλα

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:
Χτυπάμε τα ασπράδια μαρέγκα και τα βάζουμε στην άκρη. Μετά χτυπάμε την ζάχαρη, τους κρόκους και την βανίλια. Ρίχνουμε λίγο -λίγο το αμύγδαλο την φρυγανιά το γαρύφαλλο, την κανέλλα και το ασπράδι. Βουτυρώνουμε το ταψί (30×30) και το τινάζουμε. Ρίχνουμε το υλικό και το ψήνουμε σε φούρνο 200οC για 30 λεπτά .Όταν βγάλουμε το γλυκό ρίχνουμε το σιρόπι κρύο σε όλο το γλυκό.

 

ΜΠΟΜΠΟΤΑ

 

ΥΛΙΚΑ:

  • 3 ποτήρια καλαμποκάλευρο
  • 1 ποτήρι αλεύρι
  • 1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι
  • 1 ποτήρι λάδι
  • 1 ποτήρι ζάχαρη
  • 2 ποτήρια νερό
  • 1 σακουλάκι σταφίδες
  • κανέλλα
  • ξύσμα πορτοκαλιού
  • 2 φακελάκια μπαίκιν πάουντερ

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

Σε μια λεκάνη ανακατεύουμε τα αλεύρια, με όλα τα υλικά Ρίχνουμε το μείγμα σε ένα ταψί και ψήνουμε για 45 λεπτά
της ώρας ή όσο χρειάζεται να πάρει χρώμα.

 

Όταν ήμουν μούτσος…. (ναύλος 5ος Σκόπελος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

 

Υπήρξαν δύο καλοκαίρια λίγο περίεργα για τα συνήθη δεδομένα. Στο πρώτο επικρατούσε μια ανησυχία στην οικογένεια, η μπίγα έμεινε στην Σαλαμίνα, ο πατέρας μου για πρώτη φορά πήρε την άδειά του καλοκαίρι και εγώ από μούτσος έγινα τσοπάνης, αλλά γι αυτό θα μιλήσω άλλη φορά. Το δεύτερο καλοκαίρι, τα προβλήματα της εταιρίας μάλλον είχαν λυθεί (εκείνα τα χρόνια οι γονείς δεν ενημέρωναν τα παιδιά για τις δύσκολες καταστάσεις) και ο πατέρας μου βρισκόταν για μια ακόμη φορά στην Αλόννησο. Παρ’ όλα αυτά εμείς αργήσαμε  να πάμε κοντά του γιατί υποτίθεται ότι από στιγμή σε στιγμή θα έφευγαν για άλλο νησί. Αφού είχε περάσει πάνω από μήνας από τη μέρα που έκλεισαν τα σχολεία ο πατέρας μου είπε «ελάτε και βλέπουμε», κι έτσι πήγαμε στην Αλόννησο. Δεν μείναμε όμως σε σπίτι γιατί συνέχιζε να υπάρχει αυτό το «και βλέπουμε». Μείναμε στο Σαμψών. Φέρνοντας στο μυαλό μου αυτό το εικοσαήμερο που έζησα στη μπίγα καταλαβαίνω ότι διάλεξα λάθος επάγγελμα στη ζωή μου. Πράγματι μούτσος έπρεπε να είχα γίνει. Μ’ άρεσε τόσο πολύ να βρίσκομαι εκεί την ώρα που δούλευαν που όταν άκουγα τις μηχανές να σταματάνε το απόγευμα, μ’ έπιανε μελαγχολία. Αντίθετα τα πρωινά που με ξύπναγε ο θόρυβός τους την ώρα που έπαιρναν μπρος, φούσκωνε η καρδιά μου από χαρά. Πεταγόμουνα όρθια και η μάνα μου με κράταγε με το ζόρι να μην βγω απ’ την καμπίνα και «μπερδεύομαι στα πόδια των ανθρώπων!». Ξανασκαρφάλωνα στο κρεβάτι και κόλλαγα τη μούρη μου στο φινιστρίνι μέχρι να δω κανέναν απ’ το πλήρωμα να του κάνω νόημα να με φωνάξει. Συνήθως αυτός που μ’ έπαιρνε είδηση ήταν ένας μούτσος ονόματι Παναγιώτης. Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν ο νεότερος του πληρώματος και μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Λέγανε πως παρ’ όλο που ήταν ανύπαντρος κάπου είχε μία κόρη που δεν τον άφηναν να τη βλέπει και ότι ήταν συνονόματη και συνομήλική μου και γι αυτό έκανε σαν τρελός απ’ τη χαρά του όταν μ’ έβλεπε. Ο πατέρας μου βέβαια, πολύ λίγο συγκινιόταν απ’ αυτά. Ανύπαντρος, γι αυτόν, σήμαινε  επικίνδυνος (άσε που τα έτσουζε κιόλας. Μεθύστακα τον φώναζαν!) και προσπαθούσε να με απομακρύνει απ’ τον κυρ-Παναγιώτη, βάζοντας μου λόγια ότι δεν είναι καλός άνθρωπος. Εγώ φυσικά, χρειάστηκε να μεγαλώσω πολύ για να καταλάβω τι κρυβόταν πίσω απ’ τη συμπεριφορά του πατέρα μου. Τι κι αν κατάλαβα όμως; Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν και παρέμεινε ο αγαπημένος μου γιατί αυτό που εισέπραττε η ψυχή μου απ’ αυτόν ήταν μια απέραντη πατρική αγάπη!! Ο πατέρας μου πείστηκε χρόνια μετά όταν τον είδε, στον γάμο μου, να με φιλάει δακρυσμένος και να μου δίνει μια επιταγή ύψους δωδεκάμηνης σύνταξης και βάλε!

Ξαναγυρνάω πάλι στο τότε. Αφού λοιπόν πέρασαν καμιά εικοσαριά μέρες, σαλπάραμε για Σκόπελο. Άρχισε τότε ο πατέρας μου να ψάχνει για σπίτι αλλά δεν έβρισκε πουθενά. Κάθε βράδυ προσευχόμουνα να μην βρει για να συνεχίσουμε να μένουμε στη μπίγα αλλά οι προσευχές μου δεν εισακούστηκαν. Μερικές μέρες μετά βρέθηκε ένα δωμάτιο. Όταν πήγαμε κόντεψα να πλαντάξω απ’ τη στενοχώρια. Ήταν σε ένα περίεργο οικοδόμημα που το αποτελούσαν δύο σπίτια ενωμένα με μεσοτοιχία. Το ένα σπίτι θα ήταν και διακοσίων ετών και το άλλο μόλις είχε τελειώσει. Η οικογένεια έμενε στο παλιό και το καινούργιο το είχε… για αποθήκη!! Μπαίνοντας στο σπίτι νόμιζες ότι έμπαινες σε σπίτι της Αθήνας. Ρολά στα παράθυρα, πόρτες με ανάγλυφα τζάμια μέσα, και μωσαϊκά που έβλεπες να χτενιστείς. Το δωμάτιο που θα μέναμε χωριζόταν απ’ το χολ με δύο τζαμένιες συρόμενες πόρτες και μέσα ήταν γεμάτο από τσουβάλια με αλεύρι! Που να κοιμηθώ εγώ εκεί μέσα! Όλη νύχτα έμενα με τα μάτια ανοιχτά κοιτάζοντας τα τσουβάλια μην τυχόν και πεταχτούν από μέσα ποντίκια και όταν ξημέρωνε, που άρχιζα να νυστάζω, έμπαινε τόσο φως απ’ τις συρόμενες που ήταν αδύνατον να με πάρει ο ύπνος. Μια μέρα μάλιστα κι ενώ οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν το έσκασα και πήγα στη θάλασσα να πιάσω χταπόδια. Δεν ήταν δα και τίποτα δύσκολο. Τόσες και τόσες φορές είχα δει άλλους να το κάνουν. Υπήρχε εκεί στην παραλία μια τσιμεντένια μπάρα που κατέληγε στη θάλασσα και φαντάστηκα ότι ήταν το ιδανικό μέρος να βρω χταπόδια. Με το που πατάω το πόδι μου πάνω στη μπάρα τρώω την πρώτη τούμπα. Δεν πτοούμαι όμως. Σηκώνομαι και με το που πάω να κάνω το πρώτο βήμα τρώω τη δεύτερη. Απτόητη ξανασηκώνομαι και πριν καν σκεφτώ να κάνω βήμα τρώω την τρίτη. Αποφασισμένη να μην φάω άλλη τούμπα, σέρνομαι στην άκρη της μπάρας, ξαπλώνω μπρούμυτα  και χώνω το ένα χέρι μέσα στη θάλασσα ενώ με το άλλο κρατιέμαι, υποτίθεται ,με ανοιχτή παλάμη, από τη μπάρα. Έτσι γλυκά γλιστράω μέσα στο νερό και το πόδι μου συναντιέται με μια τσούχτρα. Τινάζομαι απ’ το τσίμπημα και πέφτω ολόκληρη στο νερό. Εκεί γίνεται η δεύτερη συνάντηση με την τσούχτρα που με τσιμπάει στο μπράτσο αυτήν τη φορά. Αρχίζω να κολυμπάω σα μουρλή να της ξεφύγω (λες και με είχε πάρει στο κυνήγι δηλαδή), αλλά να βρω και σημείο που να μπορώ να βγω στη στεριά. Με τα πολλά, βγήκα και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Δεν ήταν μεγάλη η απόσταση αλλά ήταν αρκετή για να ξεφτιλιστώ. Το φόρεμα κόλλαγε πάνω μου και άφηνα λιμνούλες στο πέρασμά μου. Μπαίνοντας στο σπίτι τρώω την τέταρτη τούμπα γλιστρώντας στο ολοκαίνουργιο μωσαϊκό και χτυπάω το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού στον απέναντι τοίχο. Μ’ ακούει η μάνα μου που νόμιζε ότι κοιμόμουνα, έρχεται τρέχοντας κι όταν βλέπει τα χάλια μου με βουτάει απ’ το μαλλί. Άντρα, γουρούνι, γάιδαρο και ποιον να πρωτοκλάψω! Το τσίμπημα της τσούχτρας, το χτύπημα στο δάχτυλο ή το κεφάλι που κόντεψε να έχει μια τούφα μαλλί λιγότερη; Βέβαια θα μπορούσε να έχει συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο. Να είχα, όντως, βρει χταπόδι!!!

Μετά απ’ αυτό το σκηνικό, άδειασαν ένα δωμάτιο στον πάνω όροφο και μας μετέφεραν εκεί και η μάνα μου κλείδωνε πάντα την πόρτα γιατί εγώ «το μυαλό το είχα πάνω απ’ την σκούφια», κι ας μην είπα ποτέ τον πραγματικό λόγο που με οδήγησε σ’ αυτήν την κατάσταση.

Παρ’ όλο το άσχημο ξεκίνημα η διαμονή στην Σκόπελο εξελίχτηκε πολύ ωραία. Η σπιτονοικοκυρά είχε δύο παιδιά. Μια κόρη στην ηλικία μου κι έναν γιο λίγο μεγαλύτερο. Μ’ αυτούς του δύο και με την κόρη ενός συναδέλφου του πατέρα μου, ο αδερφός μου κι εγώ γνωρίσαμε μια Σκόπελο που μόνοι μας δεν υπήρχε περίπτωση να την ανακαλύψουμε ποτέ. Σαν σε όνειρο θυμάμαι να σκαρφαλώνουμε λόφους και μετά να κατρακυλάμε σε παραλίες που μόνο με βάρκα πήγαινες. Ήρθαμε και γίναμε σαν αράπηδες απ’ το μαύρισμα. Τρόμαξαν να μας γνωρίσουν όταν γυρίσαμε στην Αθήνα. Και τώρα που λέω Αθήνα θυμήθηκα και κάτι άλλο. Ήταν η μοναδική φορά που γυρνώντας στην Αθήνα είχα την αίσθηση ότι έλειπα χρόνια. Τι λέω χρόνια. Σα να ερχόμουνα πρώτη φορά. Αφού είδα τα  λεωφορεία  στον Πειραιά και τα κοίταζα σαν πρώτη φορά ν’ αντίκριζα τέτοιο πράμα!

Και τώρα η ώρα για το αγαπημένο μου θέμα. Το φαγητό!  Μ’ αυτό συνδέεται το δεύτερο χουνέρι μου στη Σκόπελο. Σε γενικές γραμμές δεν έφαγα πολύ, με εξαίρεση τις πεταλίδες απ’ τα βράχια., μέχρι τη στιγμή που η κόρη της σπιτονοικοκυράς άνοιξε το βάζο με το αυγάτο. Το αυγάτο ήταν γλυκό του κουταλιού, δαμάσκηνο! Το έφαγα όλο το βάζο; Έφαγα κι απ’ το δεύτερο; Έφαγα όλο το δεύτερο; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι για πάνω από ένα εικοσιτετράωρο δε μπορούσα να απομακρυνθώ απ’ το σπίτι και ειδικά από ένα συγκεκριμένο δωμάτιο!

Κατά τ’ άλλα η αστακομακαρονάδα ήταν μόνιμα στο τραπέζι, οι τεράστιες γαρίδες, τα ψάρια και φυσικά η τυρόπιτα που εγώ την ήξερα σαν Αλοννησιώτικη αλλά εδώ την έλεγαν Σκοπελίτικη. Μάλλον της δίνεις το όνομα του νησιού που θα γνωρίσεις πρώτο αν και λένε ότι την έφεραν στην Σκόπελο νύφες απ την Αλόννησο. Δεν ξέρω. Εμένα πάντως μου άρεσαν και οι δύο! Τα περίεργα που μου έμειναν σαν γεύση ήταν κάτι φακές που είχε φτιάξει η σπιτονοικοκυρά μας και είχαν μέσα δαμάσκηνα και ένα ψάρι, που φάγαμε σε εστιατόριο που είχε μέσα πατάτες και… δαμάσκηνα!!!

Από τότε δεν έχω ξαναφάει τίποτα απ’ όλα αυτά και τώρα που το σκέφτομαι μάλλον θα τολμήσω κάποια στιγμή να φτιάξω ένα αυγάτο. Εξ άλλου τώρα είμαι μια μεγάλη, σοβαρή και λογική γυναίκα και δεν πρόκειται να φάω και δεύτερο βάζο. Μάλλον δηλαδή…!!!

 

 

Γλυκό Αυγάτο – Ένα παραδοσιακό γλυκό του κουταλιού, από τον συνεταιρισμό «Γλωσσιώτισσα»

ΥΛΙΚΑ

50 Δαμάσκηνα (ποικιλίας Αυγάτο)
2 – 3 κουταλιές Ξινό
Σκόνη Ασβέστη
1 κιλό Ζάχαρη
1 ποτήρι Νερό

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

  • Ξεφλουδίζουμε τα δαμάσκηνα και βγάζουμε το κουκούτσι τους. Τοποθετούμε το νερό σε ένα μεγάλο μπολ. Προσθέτουμε στο νερό λίγο ξινό ή χυμό λεμονιού, για να μην μαυρίσουν τα δαμάσκηνα όσο καθαρίζουμε τα υπόλοιπα.
  • Στη συνέχεια ρίχνουμε όλα τα καθαρισμένα φρούτα σε ασβεστόνερο και τα αφήνουμε εκεί 3 ώρες. Με τον ασβέστη τα φρούτα θα σφίξουν. Στη συνέχεια τα πλένουμε πολύ καλά, αλλάζουμε δέκα φορές το νερό και τα ξαναπλένουμε.
  • Ρίχνουμε σε μια μεγάλη κατσαρόλα 1 μόνο ποτήρι νερό και 1 κιλό ζάχαρη και περιμένουμε μέχρι να λιώσει η ζάχαρη. Προσθέτουμε τα φρούτα και βράζουμε για ½ ώρα μέχρι να δέσει το γλυκό. Δεν χρησιμοποιούμε παραπάνω νερό, γιατί το δαμάσκηνο θα βγάλει και τα δικά του υγρά.

 

Μπακαλιάρος με δαμάσκηνα

6 φιλέτα μπακαλιάρου
5 γλυκά και 3 ξινά δαμάσκηνα
1 μεσαίο κρεμμύδι χοντροκομμένο
3 ψιλοκομμένες σκελίδες σκόρδο
1 κιλό πατάτες κομμένες κυδωνάτες
1 νεροπότηρο χυμό ντομάτας
3 φύλλα δάφνης
πιπέρι
ρίγανη
1 ποτήρι λάδι
Σε μία κατσαρόλα βάζετε λάδι και ρίχνετε τα κρεμμύδια, το σκόρδο και αφήνετε να τσιγαριστούν. Προσθέτετε τις πατάτες και ανακατεύετε απαλά για να ροδίσουν από παντού.
Μόλις ροδίσουν οι πατάτες προσθέτετε το χυμό ντομάτας, τη δάφνη, το πιπέρι, τη ρίγανη, ανακατεύετε και προσθέτετε ένα νεροπότηρο νερό. Χαμηλώνετε τη φωτιά, προσθέτετε τα δαμάσκηνα και αφήνετε να βράσουν για 15 λεπτά. Αν χρειαστεί προσθέτετε λίγο ακόμα νερό.
Στο τέλος τοποθετείτε τα φιλέτα μπακαλιάρου πάνω από τις πατάτες περιχύνοντας τα με ζωμό μέσα στον οποίο βράζει το φαγητό.
Αφήνετε να μαγειρευτεί για άλλα 15 λεπτά.Σερβίρεται ζεστό.
Η συνταγή παρουσιάστηκε στο επεισόδιο «ΜΠΟΥΚΙΑ ΚΑΙ ΣΥΧΩΡΙΟ» στη Σκόπελο.Τα δαμάσκηνα που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τα ξανθά δίνουν μια υπόξινη γεύση που νοστιμίζει το φαγητό.Στα παλιά τα χρόνια,στη Σκόπελο, χρησιμοποιούσαν τα ξανθά δαμάσκηνα στο φαγητό αντί του ξυδιού.

Κατσικάκι με δαμάσκηνα

Υλικά:

  • 1 μπούτι κατσίκι σε μερίδες
  • 1 κιλό πατάτες μικρές ολόκληρες ή μεγάλες κομμένες στα τέσσερα
  • 15 δαμάσκηνα
  • 15 φέτες μπέικον
  • 1 κ.σ θυμάρι
  • 2 κουταλιές μέλι
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • 1 σφηνάκι κονιάκ
  • λίγο δεντρολίβανο
  • 1/2 φλιτζάνι λάδι
  • αλάτι
  • πιπέρι

Εκτέλεση

Τοποθετούμε σε μια λεκάνη το σκόρδο κομμένο, το μέλι, το κονιάκ, το λάδι, το δεντρολίβανο και το κρέας, αφού το έχουμε αλατοπιπερώσει. Αφήνουμε να μαριναριστεί τουλάχιστον 2-3 ώρες και στη συνέχεια το βάζουμε σε ένα ταψί με τη μαρινάδα και το ψήνουμε στους 180 βαθμούς, για μία ώρα. Μετά τη μία ώρα, το βγάζουμε από το φούρνο και βάζουμε τις πατάτες αλατοπιπερωμένες και τα δαμάσκηνα, τυλιγμένα με το μπέικον. Προσθέτουμε, αν χρειάζεται, λίγο νερό και ψήνουμε, για ακόμα μία ώρα.

Πηγή: Χρυσός Οδηγός