Αρχείο Ετικετών | μωσαϊκό

Το μωσαϊκό της θείας Έλλης

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Θυμάμαι την πρώτη μέρα στο σχολείο και το κοριτσάκι που κάθισε δίπλα μου στο θρανίο. Ένά γλυκούλι φατσάκι με γαλάζια μάτια που μίκραιναν απίστευτα όταν χαμογελούσε, μισοκρυμμένο κάτω από σγουρά καστανοκόκκινα τσουλούφια. Για την δασκάλα μας, την κυρία Άννα εγώ θα ήμουν η αριστερή Ελένη και το κοριτσάκι δίπλα μου η δεξιά Ελένη.

Εκείνη την πρώτη μέρα, πριν προλάβει να μπει η δασκάλα είχαμε πει την ιστορία της ζωής μας. Ε, καλά, δεν ήταν και μεγάλη αλλά και ο χρόνος ήταν πάρα πολύ μικρός. Αυτό βασικά που θέλω να πω είναι ότι δέσαμε απ την πρώτη στιγμή. Το ευτυχές της υπόθεσης επίσης, ήταν ότι έμενε τέσσερα σπίτια πριν το  δικό μου. Μαζί πηγαίναμε στο σχολείο μαζί γυρίζαμε! Τα απογεύματα, επειδή όλο και κάτι θα είχαμε ξεχάσει να σημειώσουμε, βουτάγαμε ένα τετράδιο και έτρεχε η μία στο σπίτι της άλλης.

Δίπλα στο σπίτι της Ελένης ήταν ένα μεγάλο χωράφι που έπιανε δύο τετράγωνα. Στο βάθος και σχεδόν κολλητά στη μάντρα που το χώριζε απ τον από κάτω δρόμο υπήρχε ένα παράξενο σπίτι. Είχε εφτά δωμάτια αλλά ήταν το ένα δίπλα στο άλλο. Έβγαινες απ’ την κουζίνα στην αυλή και έμπαινες στην κρεβατοκάμαρα. Ήθελες να πας στο άλλο δωμάτιο; Ξανάβγαινες στην αυλή και πήγαινες. Το κεντρικό δωμάτιο ήταν η κουζίνα (που ακριβώς απ’ έξω είχε ένα μακρύ τεράστιο τραπέζι). Στην αριστερή πλευρά το τελευταίο δωμάτιο ήταν το πλυσταριό και στην δεξιά ήταν το μπάνιο (μπορούμε να πούμε ότι, για κείνη την εποχή, ίσως ήταν το μοναδικό σπίτι που είχε το μπάνιο μέσα. Ή μήπως ήταν το μοναδικό σπίτι που είχε όλα τα δωμάτια έξω; ). Είχε σκεπή από κεραμίδια, που η μισή  κάλυπτε το σπίτι και η άλλη μισή ακουμπώντας σε ξύλινα δοκάρια δημιουργούσε ένα υπόστεγο για την αυλή. Ακριβώς μετά τα δοκάρια  και κατά μήκος όλου του σπιτιού είχε λουλούδια. Άπειρα λουλούδια σε όλα τα χρώματα και όλες τις μυρουδιές. Σ’ αυτό το σπίτι έμενε η θεία Έλλη.

Η θεία Έλλη ήταν παχουλή και κοντούλα κι όλο γέλαγε. Αυτό που σου έκανε εντύπωση ήταν τα χείλια της που ήταν τόσο κόκκινα που νόμιζες ότι τα έβαφε. Την θυμάμαι να φοράει πάντα ποδιά που απ την τσεπούλα της κρεμόταν ένα ζευγάρι λαστιχένια γάντια. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή τη γυναίκα δεν την είδα ποτέ να κάθεται. Πάντα κάτι έκανε. Πότε στον κήπο, πότε στην κουζίνα, πότε στο διπλανό σπίτι. Για την Ελένη η θεία Έλλη ήταν ότι η Ειρήνη για μένα και η ιστορία των δύο γυναικών θα έλεγες ότι έμοιαζε. Υπήρχε κι εδώ ένας αρραβωνιαστικός που όμως δεν σκοτώθηκε, αλλά πήγε μετανάστης στην Αμερική και μην τον είδατε. Η Έλλη, όπως κι η Ειρήνη, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Το σπίτι που ζούσε η οικογένεια της Ελένης ήταν το πατρικό της μάνας της. Στην αρχή ζούσαν εκεί όλοι μαζί.  Οι παππούδες, οι τρεις θείοι, η Έλλη και οι γονείς της. Οι θείοι παντρεύτηκαν κι έφυγαν. Πεθαίνοντας ο παππούς άφησε το σπίτι στη μεγάλη κόρη μιας και είχε ήδη στρώσει τη ζωή της εκεί μέσα και το χωράφι το άφησε στην Έλλη. Το χωράφι είχε μέσα ένα στάβλο για γελάδια. Η Έλλη με κάτι δολάρια που της είχε στείλει ο αρραβωνιαστικός όταν πρωτοέφυγε και με πάρα πολλή προσωπική δουλειά έκανε το στάβλο σπίτι. Ένα ζεστό, νοικοκυρεμένο σπίτι κι εκεί φρόντισε και τη μανούλα της για όσο έζησε. Η Ελένη είχε άλλα τέσσερα αδέρφια, αγόρια, που τα μεγάλωσε η Έλλη αφού οι  γονείς της δούλευαν απ το πρωί μέχρι το βράδυ.   Παρ’ όλο που η μάνα της είχε ξελασκάρει λίγο όταν γεννήθηκε η Ελένη (11 χρόνια μετά το μικρότερο αδερφό της) μιας και τώρα πια δούλευαν όλοι, η Έλλη τη μεγάλωσε και κείνη. Ο παλιός στάβλος ήταν το σπίτι της Ελένης. Είχε το δικό της δωμάτιο με το τραπεζάκι για να διαβάζει, το κρεβάτι της και τις ροζ κουρτινούλες που είχε φτιάξει η θεία Έλλη ενώνοντας κομματάκια από διάφορα υφάσματα (χρόνια μετά μάθαμε ότι αυτό το έλεγαν πάτσγουορκ).

Τη μέρα που γνώρισα την Ελένη γνώρισα και την θεία Έλλη. Όταν φτάσαμε στο σπίτι η θεία Έλλη ήταν έξω. Πάνω σ’ εκείνο το τεράστιο τραπέζι είχε ακουμπισμένη μια ξύλινη σκαφίτσα γεμάτη από μια σοκολατένια μάζα που την ανακάτωνε με τα χέρια της. Μόλις με είδε χαμογέλασε πλατιά και κρατώντας τα χέρια στον αέρα έσκυψε να με φιλήσει. Μετά μου έφερε το δάχτυλό της στο στόμα μου: «γλύψε!». Και αφού έπλυνε τα χέρια της μας έφερε κουταλάκια να φάμε απ την σκάφη όσο θέλουμε. Κι όσο εμείς τρώγαμε τόσο γέλαγε εκείνη. Από κείνη τη στιγμή μέχρι σήμερα αυτό είναι το αγαπημένο μου γλυκό. Μωσαϊκό ή κορμός…  αν  και δεν έχει σημασία το όνομα!

Έζησα πολλές «γλυκές» στιγμές στης θείας Έλλης, να γλύφουμε ότι έχει μείνει μέσα στην θαυματουργή σκαφίτσα, σχεδόν σκαρφαλωμένες πάνω στο τεράστιο τραπέζι που μύριζε βανίλια. Θα έλεγα ότι θα έπρεπε να γίνει ζαχαροπλάστης αν δεν ήξερα και όλα τα άλλα ταλέντα της. Αυτό όμως που λέω με σιγουριά, είναι πως  θα έπρεπε να είχε γίνει μάνα! Το γέλιο και τη λάμψη στα μάτια της όταν μας έκανε να χαιρόμαστε δεν θα τα ξεχάσω ποτέ!

Νύφη η Ελένη βγήκε απ το σπίτι της θείας Έλλης. Για κάποια χρόνια έφυγε στο εξωτερικό και ήταν τότε που η θεία Έλλη έδωσε το οικόπεδο για αντιπαροχή. Σφίχτηκε η καρδιά μου όταν περνώντας είδα μέσα τις μπουλντόζες. Σταμάτησα επί τόπου το αυτοκίνητο και κατέβηκα. Τα βήματά μου ήταν μικρά σα να ήμουν και πάλι κοριτσάκι της πρώτης δημοτικού. Το σπίτι ήταν πια σωρός από πέτρες και τα λουλούδια άλλα ξεριζωμένα κι άλλα τσαλαπατημένα. Σε μια άκρη του οικοπέδου ήταν πεταμένο το τραπέζι. Έτρεξα κοντά του κι η μυρουδιά της βανίλιας ξανάρθε στα ρουθούνια μου. Δεν ξέρω σε τι είχε αντισταθεί μα ήταν ανέπαφο κι ας ήταν λασπωμένο και πεσμένο στο πλάι. Βούρκωσαν τα μάτια μου! Το λυπήθηκα σα να είχε ψυχή. Ζήτησα από έναν εργάτη να το μεταφέρουν στο σπίτι μου. Αυτό το τραπέζι έπρεπε να ζήσει!

Όταν γύρισε η Ελένη στην Ελλάδα η θεία Έλλη έμενε στο διπλανό σπίτι μαζί με τη χήρα πια αλλά και άρρωστη αδερφή της. Την φρόντισε κι αυτήν μέχρι την τελευταία της στιγμή που δεν άργησε να έρθει. Μετά το θάνατο της μάνας της,  η Ελένη, παρ’ όλο που η θεία Έλλη είχε δικό της διαμέρισμα, την πήρε κοντά της. Η θεία Έλλη ήταν πάνω από εκατό χρονών όταν πέθανε πριν μερικά χρόνια. Μεγάλωσε και τα παιδιά της Ελένη και μέχρι τελευταία στιγμή μαγείρευε, έφτιαχνε γλυκά και γέλαγε!

Αν πας τώρα στο σπίτι της Ελένης και βγεις στο μπαλκόνι θα σου έρθει μια γλυκιά μυρωδιά βανίλιας και μπορεί από κάπου μακριά ν’ ακούσεις κάποια παιδικά σλρουπ- σλρουπ κι ένα δυνατό γάργαρο γέλιο. Εμένα πάντως αυτό μου συμβαίνει κάθε φορά που πίνουμε καφέ γύρω απ’ το τεράστιο μακρύ τραπέζι!!!

Μωσαϊκό

[youtube DrBfTBkJzRs]