Αρχείο Ετικετών | σαλάτα με πατάτες κι αυγά

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 8ος Κρήτη)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Να ξαναγυρίσω λοιπόν στην Κρήτη και… τι να πρωτοθυμηθώ!

Ιεράπετρα

 

Την πρώτη φορά την θυμάμαι αμυδρά μιας και ήμουν πολύ μικρή. Για την ακρίβεια μια αυλή με πολλά λουλούδια θυμάμαι μόνο. Από κει και μετά οι φορές που πήγα μπερδεύονται στο μυαλό μου και μόνο όταν συνδυάσω ένα γεγονός με τα πρόσωπα που εμπλέκονται αρχίζω να βγάζω κάποια άκρη αλλά και πάλι όχι με ακρίβεια.

Το πλαίσιο που υπάρχει γύρω απ’ όλα αυτά τα ταξίδια είναι η Κρητική φιλοξενία. Δεν υπήρξε μέρος που να πήγα και να μη με δέχτηκαν σαν συγγενή. Θυμάμαι ακόμα εκείνη την κυρία που είχε το καφενείο σ’ ένα χωριό έξω απ’ τα Χανιά. Παραγγείλαμε 5 καφεδάκια όλα κι όλα. Μας έφερε τα καφεδάκια κι μια πιατελίτσα με κουλουράκια που ακόμα αχνίζανε. Μετά μας έφερε ένα βαθύ μπολ με πορτοκάλια και αφού τα τελειώσαμε κι αυτά μας έφερε ηλιόσπορους. Ήρθε η ώρα να φύγουμε και ζητήσαμε το λογαριασμό. Η τιμή αντιστοιχούσε σε 5 καφεδάκια! «Μα… εμείς φάγαμε τόσα πράγματα…» της είπαμε. Έσκυψε το κεφάλι, έδειξε με το χέρι της το τραπέζι και η ντροπιασμένη φωνή της ίσα που ακούστηκε «Εγώ… απ’ την καλή μου την καρδιά…».  Αυτοί είναι οι κρητικοί. Απ την καλή τους την καρδιά σου δίνουν ότι έχουν και δεν έχουν!!!

Σήμερα θα μιλήσω για ένα καλοκαίρι αρχές της δεκαετίας του 80. Μόλις είχε τελειώσει μια σχέση που είχα και δεν ήμουν στα καλλίτερά μου. Ήθελα επειγόντως να φύγω απ’ την Αθήνα για να ξεχάσω. Αποφάσισα να πάρω το αυτοκίνητο και με προορισμό την Πελοπόννησο να σταματάω όπου μ’ αρέσει. Η ιδέα άρεσε και στις κολλητές μου εκτός από μια. Η μία που ας πούμε ότι την έλεγαν Βάσω είχε φαγωθεί να πάμε Κρήτη. Οι άλλες τρεις δεν θέλαμε γιατί λόγω αυτοκινήτου το κόστος θα ανέβαινε πολύ. Τότε όμως εμφανίστηκε ο από μηχανής θεός και απ’ την καλή του την καρδιά, βρεθήκαμε να έχουμε στην κατοχή μας για όσο θέλαμε ένα κουκλόσπιτο (σε μέγεθος και ομορφιά) δίπλα στη θάλασσα σε κάποιο χωριό κοντά στην Ιεράπετρα. Εκεί γνωρίσαμε την κυρία Καλλιόπη η οποία φρόντιζε το σπίτι και θα φρόντιζε και για το φαγητό μας και όπως αποδείχτηκε και για πολλά άλλα.

Ως συμβαίνει συνήθως αλλιώς τα σχεδιάζεις κι αλλιώς σου προκύπτουν. Βιώνοντας την πρώτη ανατροπή, έχοντας κάνει την Πελοπόννησο Κρήτη, τρεις μόλις μέρες αργότερα μας προέκυψε και η δεύτερη. Χάσαμε την Βάσω!

Ας το πιάσω τώρα απ’ την αρχή. Απ’ την πρώτη μέρα. Φτάσαμε στο σπίτι, τρελαθήκαμε απ’ την χαρά μας και παρ’ όλο που δεν θέλαμε να το αποχωριστούμε είπαμε να βγούμε για φαγητό και πήγαμε στην Ιεράπετρα. Βρήκαμε ένα ταβερνάκι, βρήκαμε κι ένα τραπέζι στο ταβερνάκι και καθίσαμε. Και τότε ακούγεται η φωνή της Βάσως, που τίποτα δεν προμήνυε ακόμη: «Αμάν!!! Τι άντρας είναι αυτός;»

Κοιτάζω εκεί που κοιτούσε και βλέπω σε ένα τραπέζι έναν κύριο γύρω στα 40 με πλούσιο ανακατωμένο γκρίζο μαλλί, να πίνει ελληνικό καφέ και να γράφει. Ωραίος άντρας…για μπαμπάς. Η Βάσω όμως μάλλον δεν είχε προσέξει τη λεπτομέρεια της ηλικίας. Την δεύτερη μέρα τον ξανασυναντήσαμε και φαινόταν σα να μην είχε κουνηθεί απ΄ την θέση του. Έπινε καφέ και έγραφε. Την Τρίτη μέρα αφού πρώτα, για οικονομία, φάγαμε ότι μας έφτιαξε η κυρία Καλλιόπη ξαναπήγαμε Ιεράπετρα γιατί η Βάσω δεν κρατιόταν. Ήταν αποφασισμένη να του μιλήσει. Και του μίλησε. Κι έτσι μείναμε τρεις!!!

Την επόμενη μέρα αραγμένες στην παραλία θάβαμε την Βάσω για την επιπολαιότητα της και τον «σιγά πια τον ωραίο», όταν η Στέλλα τρώει μια μπάλα στο κεφάλι. Ήρθε ο νεαρός κάτοχός της να ζητήσει συγνώμη και πίσω απ’ αυτόν κι ένας φίλος του και μια κοπελιά και βρεθήκαμε το μεσημέρι να τρώμε όλοι μαζί. Σε δυο μέρες χάσαμε την Καίτη. Κι έτσι μείναμε δύο!!!

Πάνω στη βδομάδα λέμε να πάμε στο Ηράκλειο για αλλαγή. Έχουμε καθίσει να πιούμε καφέ στην μεγάλη πλατεία και αφηρημένα χαζεύουμε έναν τύπο που κάνει κόλπα μ’ ένα μικρό ποδηλατάκι και παίζει μ’ ένα πιτσιρίκι. Το αφηρημένα, εκ του αποτελέσματος, πήγαινε μόνο σε μένα. Η Στέλλα σκούπιζε τα σάλια που της έτρεχαν κι εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι. Το κακό στην περίπτωση είναι ότι την Στέλλα δεν την έχασα αλλά παρ’ όλα αυτά… έμεινα μια!!!

Σε δύο μέρες ο τυπάκος είχε μετακομίσει στο σπίτι μας κι εγώ μην αντέχοντας την ηχορύπανση (!), μετά από πρόσκληση της Καλλιόπης πήρα τα μπογαλάκια μου και πήγα να μείνω μαζί της. Τι να έκανα αφού είχαν ανοίξει οι ουρανοί κι έβρεχε γκόμενους;

Η κυρία Καλλιόπη λοιπόν, που της στέλνω την αγάπη μου, ήταν συν πλην 50 χρονών, παντρεμένη και είχε δύο μεγάλους γιους που ζούσαν στην Αθήνα. Ο άντρας της ήταν ναυτικός και στην ουσία ήταν ο συνδετικός κρίκος που μας ένωσε με το σπίτι (που τώρα πια δεν έμενα), μιας και η φίλη και συνάδελφος που μας το δάνεισε ήταν γυναίκα του αδερφού του, επίσης ναυτικού. Η Καλλιόπη λοιπόν έχοντας πάρει τις πληροφορίες της με χαρά μου άνοιξε το σπίτι της και μάλιστα επέμενε να κοιμηθώ στο κρεβάτι της. Με το ζόρι κατάφερα να την πείσω να μείνω στο δωμάτιο των παιδιών της.

Το πρώτο μεσημέρι, γυρνώντας απ’ την θάλασσα βρέθηκα μπροστά σ’ ένα τραπέζι που νόμιζες πως είχε ετοιμαστεί για είκοσι άτομα. Στην κυριολεξία είχε και του πουλιού το γάλα. Και ήταν τότε η πρώτη φορά που δοκίμασα αγκινάρα! Όταν κάθισα στο τραπέζι, εξετάζοντας όλα αυτά που είχε φτιάξει, αμέσως απέρριψα τις αγκινάρες αφού τις σιχαινόμουνα. Φυσικά και δεν θα έτρωγα! Έλα όμως που με το που ήρθε η Καλλιόπη να καθίσει μου λέει, δείχνοντας τις αγκινάρες: «Κοίτα τι σου έχω! Πήγα το πρωί και τις μάζεψα για σένα. Είναι άγριες!». Ξεροκατάπια κι αποδέχτηκα τη μοίρα μου. Θα έτρωγα μια (είπα μέσα μου) και τις άλλες θα τις άφηνα. Έλα όμως που ξετρελάθηκα με τις αγκινάρες και κόντεψα ν’ αφήσω όλα τα άλλα και να φάω μόνον αυτές! Και να σκεφτείς ότι  ήταν ωμές και τους είχε ρίξει  απλώς λάδι και λεμόνι. Τις θυμάμαι ακόμα! Θυμάμαι επίσης από εκείνη τη μέρα ότι, με εναλλαγές φαγητού- καφέ- φαγητού, σηκωθήκαμε απ’ το τραπέζι …νωρίς την άλλη μέρα. Η Καλλιόπη με την υπέροχη κρητική προφορά της μου είπε την ιστορία της ζωής της κι εγώ κρεμόμουν απ τα χείλια της. Μετά της είπα εγώ την δική μου κι έτσι φτάσαμε να πάμε για ύπνο λίγο πριν ξημερώσει.

Από κείνη τη μέρα η Καλλιόπη έγινε η κολλητή μου γι αυτές τις διακοπές. Η σοβαρή κυρία που γνωρίσαμε όταν φτάσαμε είχε μεταλλαχτεί σε τρελιάρικο κοριτσόπουλο. Άσε το χιούμορ της σε συνδυασμό με την προφορά της… αξιολάτρευτη!!! Της άλλαξα και το όνομα και την φώναζα  Ποπίτσα… άλλος άνθρωπος η Καλλιόπη!!! Να πω και για συμπεριφορά; Ό,τι ιδέα και να κατέβασα, μέσα ήταν η Ποπίτσα! Παρατήσαμε το σπίτι και ξαμολυθήκαμε. Όπου είχε συγγενή η Καλλιόπη (που υπ’ όψιν, πολύ της άρεσε που την φώναζα Ποπίτσα), σε βουνά και θάλασσες, τον επισκεφτήκαμε. Μαζί της γνώρισα την πραγματική Κρήτη. Πήγα σε μέρη απάτητα από τουρίστες και γνώρισα αξιολάτρευτους ανθρώπους! Έφαγα φαγητά που δεν θα τα ξεχάσω στη ζωή μου, φτιαγμένα από χέρια που είχαν περισσότερη σιγουριά και δεξιοσύνη κι απ’ αυτά των καλύτερων σεφ. Πήγα σε στάνες και σε ψαροκάικα. Περπάτησα στο βουνό και φύλαξα πρόβατα! Βούτηξα στα βαθιά κι έριξα δίχτυα! Ζύμωσα ψωμί και άνοιξα φύλλο! Και τι δεν έζησα!

Μέσα σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής, σκεφτόμουν συνέχεια  την Ειρήνη κι ένιωθα σα να είχα γυρίσει στον τόπο της μάνας μου! «Να πας στα Χανιά!!!» μου είπε στο τηλέφωνο, «να πας να βρεις την Παρασκευή!!!. Μου έδωσε και οδηγίες για να βρω το σπίτι της Παρασκευής, της παιδικής της φίλης. Η οδηγίες όμως ήταν για τα Χανιά που θυμόταν η Ειρήνη κι όχι για τα Χανιά που ήταν τώρα. Πήγαμε με την Καλλιόπη κι αρχίσαμε να κάνουμε τους δημοσιογράφους. Συνέντευξη τη συνέντευξη  φτάσαμε μπροστά απ’ ένα σπίτι που όμως σε τίποτα δε θύμιζε το χαμόσπιτο που μου είχε περιγράψει η Ειρήνη. Στο  κουδούνι όμως υπήρχε το όνομα  που είχε επικρατήσει απ’ όσα ανακαλύψαμε   μέσω των συνεντεύξεων. Χτυπήσαμε και μας άνοιξε μια γυναίκα στην ηλικία της Καλλιόπης. Ναι Παρασκευή λέγανε τη μάνα της και ήταν στην αυλή!! Μας πήγε στη γιαγιούλα που καθόταν σε μια πολυθρόνα ανάμεσα στα αμέτρητα λουλούδια. Πήγα κοντά της κι άρχισα να της λέω για την Ειρήνη. Νόμισα ότι δεν θυμόταν ή ότι δεν καταλάβαινε γιατί με άκουγε χωρίς να αλλάξει τίποτα στην έκφρασή της, μέχρι τη στιγμή που είδα τα δάκρυα να κυλάνε. «Η Ειρήνη!» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει και μετά άρχισε να κλαίει σα μωρό. Άρχισα να κλαίω κι εγώ, τα ‘μπηξε κι η Καλλιόπη, ακολούθησε κι η κόρη της… χάλια γίναμε! Και μετά σα να έπεσε σύνθημα αρχίσαμε ν’ αγκαλιαζόμαστε και να γελάμε κι όταν πήραμε τηλέφωνο την Ειρήνη και της δώσαμε την φιλενάδα της να μιλήσουν, το ξαναπιάσαμε απ’ την αρχή το κλάμα. Και μετά η Ελένη (η κόρη της Παρασκευής… τι σύμπτωση ε; Οι δυο φιλενάδες είχαν από μια Ελένη!!) μας έφερε καφέδες και η γιαγιά μας είπε του κόσμου της ιστορίες απ’ τα παιδικά της χρόνια με την Ειρήνη και μετά ήρθε ο άντρας της Ελένης και καθίσαμε στο τραπέζι και ακολούθησαν συγγενείς και φίλοι και μέχρι το βράδυ τρεις έφευγαν, πέντε έρχονταν. Ρακή, γέλιο, συγκίνηση, μεζέδες και ξανά ρακή και ξανά γέλιο και ξανά συγκίνηση! Και μετά ούτε λόγος να μας αφήσουν  να πάμε σε ξενοδοχείο. Την άλλη μέρα δε, στήθηκε γλέντι τρικούβερτο με αρνιά, ρακές και λυράρηδες!  Όσοι είχαν έρθει την προηγούμενη μέρα κατά κύματα, ήρθαν όλοι μαζί! Πώς να μην τους λατρέψεις τους Κρητικούς; Πώς;

Χανιά

 

Έφυγα απ τα Χανιά με την ψυχή μου γεμάτη! Γεμάτη απ’ ότι κάνει μια ψυχή ευτυχισμένη. Γεμάτη απ’ την Κρητική ζεστασιά!!

Μετά από τρεις εβδομάδες ξαναμαζευτήκαμε όλες στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι. Τέσσερις φτάσαμε στην Κρήτη, οχτώ ήμασταν στο τραπέζι, πέντε θα παίρναμε το καράβι!

Η Βάσω θα αποχαιρετούσε τον «παππού» για πάντα!

Η Καίτη θα έφευγε αλλά θα ξαναγύριζε να βρει τον Κρητίκαρό της!

Η Στέλλα θα έφευγε μαζί με τον αγαπημένο της και τον γιο του (αφού κι αυτοί Αθήνα έμεναν)

Δεν θα περιγράψω τη στιγμή του αποχωρισμού με την Καλλιόπη…. (ευτυχώς από τότε έχουμε συναντηθεί πάρα πολλές φορές).

Κοιτώντας απ’ το σήμερα το τότε, το αποτέλεσμα αυτών των διακοπών ήταν εντελώς ανατρεπτικό.

Εγώ πήγα για να ξεχάσω και μόλις γύρισα, συνάντησα τον πρώην μου και… αφού τον είχα ξεχάσει, τα ξανάφτιαξα μαζί του γιατί προφανώς τον πέρασα για άλλον!

Η Βάσω που αποχαιρέτησε τον «παππού»για πάντα, είναι ακόμη μαζί του. Παντρεύτηκαν, έκαναν δύο παιδιά και σήμερα ο «παππούς» είναι καλύτερος κι από τότε κι ας πλησιάζει τα 70.

Η Καίτη, πράγματι γύρισε στην Κρήτη (και μάλιστα με μετάθεση), έμεινε εφτά ολόκληρα χρόνια με τον Κρητίκαρό της και ξαναγύρισε στην  Αθήνα όπου μετά από πολλά χρόνια βρήκε τον απόλυτο έρωτα και ζει μαζί του μέχρι σήμερα. Το αστείο; Κι ο απόλυτος Κρητικός είναι!

Η Στέλλα έζησε τον τρελό της έρωτα για τον χωρισμένο πατέρα αλλά της πέρασε πάνω στο τρίμηνο. Όταν η Καίτη μετακόμισε στην Κρήτη η Στέλλα την ακολούθησε με κύριο σκοπό να την βοηθήσει. Εκεί τα έμπλεξε με τον αδερφό του Κρητίκαρου που ήταν εκείνος που της είχε φέρει τη μπάλα στο κεφάλι τότε, κι έγινε, η αιτία να χάσουμε απ την παρέα και την Καίτη. Ήταν γραφτό τελικά η Στέλλα να βοηθήσει την Καίτη και στη δεύτερη μετακόμιση, όταν έφευγε απ’ την Κρήτη μιας και η ίδια ήταν πια μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας. Πέντε παιδιά έχει η Στέλλα σήμερα και ζει ακόμη στην Κρήτη και είναι κι ευτυχισμένη… μην την ματιάσω!

Όσο για μένα… μάλλον θυμήθηκα ότι ο νυν ήταν ο πρώην και… τον ξανάκανα πρώην!!!

Υστερόγραφο: Που να θυμηθώ όλα όσα έχω φάει στην Κρήτη…!!!! Ενδεικτικά αναφέρω:

Σαλάτα με πατάτες και αυγά

1 κιλό πατάτες, 5-6 αυγά, 2 ντομάτες, 1 κρεμμύδι, 2 κουταλιές ψιλοκομμένο μαϊντανό, 1 αγγουράκι, μια χούφτα ελιές, ελαιόλαδο, 2 κουταλιές ξύδι, αλάτι, πιπέρι.

Πλένουμε τις πατάτες και τις βράζουμε (όπως είναι με το φλοιό τους). Βράζουμε και τα αυγά κι αφού κρυώσουν τα καθαρίζουμε, καθαρίζουμε και τις πατάτες και τα κόβουμε όλα φέτες μέσα σε μια λεκάνη. Προσθέτουμε τις ντομάτες κομμένες, το κρεμμύδι ψιλοκομμένο, το μαϊντανό, το αγγούρι επίσης κομμένο και τις ελιές. Ρίχνουμε αλάτι, πιπέρι και το λαδόξυδο χτυπημένο και ανακατεύουμε.

 

Σουπιές με σπανάκι

1 κιλό σουπιές, 1 κιλό σπανάκι, 1 ποτήρι λάδι, 2 κρεμμύδια, 1 κρασοπότηρο λευκό κρασί, λίγο άνηθο, δυόσμο, αλάτι, πιπέρι.

Kαθαρίζουμε τις σουπιές, τσιγαρίζουμε τα κρεμμύδια με το λάδι και προσθέτουμε τον άνηθο και το δυόσμο και στη συνέχεια τις σουπιές σε μικρά κομμάτια. Οταν πάρουν μια βράση σβήνουμε με το κρασί, βάζομε λίγο αλάτι και πιπέρι και 2 ποτήρια νερό και αφήνουμε το φαγητό να μισοψηθεί. Ρίχνουμε και το σπανάκι ψιλοκομμένο και σε 10 λεπτά τα φαγητό είναι έτοιμο.

 

Κουνουπίδι τηγανητό

Κόβουμε το κουνουπίδι και το βράζουμε σε αλατισμένο νερό, αλλά χωρίς να πολυψηθεί. Το στραγγίζουμε και το χωρίζουμε σε μικρά μπουκέτα. Ετοιμάζουμε ένα παχύρρευστο χυλό με 3 αυγά, 1 φλιτζάνι τριμμένο τυρί, λίγο αλάτι, 1 κουταλιά λάδι και λίγο αλεύρι. Καίμε λάδι στο τηγάνι, βουτάμε κάθε κομμάτι κουνουπίδι στο χυλό και το τηγανίζουμε να ροδίσει.

 

Κολοκύθια με τ’ αυγά

Μισό κιλό κολοκύθια, Μισό κιλό ντομάτες, 1 φλιτζάνι λάδι, 1 κρεμμύδι, αλάτι, πιπέρι, 5 αυγά.

Τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι ψιλοκομμένο με το λάδι και τα κολοκύθια κομμένα σε στρογγυλές φέτες. Προσθέτουμε τις ντομάτες, το αλάτι και το πιπέρι και αφήνουμε να ψηθούν καλά. Χτυπάμε τα αυγά και περιχύνουμε μ’ αυτά το μείγμα. Ανακατεύουμε και αφήνουμε λίγο να ψηθούν.

 

Σαρικόπιτες

Ετοιμάζουμε το ζυμάρι με αλεύρι, νερό, αλάτι, λίγο λάδι και λίγη τσικουδιά (ρακί). Ανοίγουμε λεπτό φύλλο και το κόβουμε σε στενόμακρες λουρίδες πλάτους 8-10 εκ. και μήκους 25-30 εκ. Απλώνουμε σ’ όλο το μήκος την ξινή μυζήθρα και κλείνουμε το φύλλο. Αρχίζοντας από τη μια άκρη περιστρέφουμε το κορδόνι, τυλίγοντας το ελικοειδώς. Το σχήμα θυμίζει σαρίκι (παλιό κρητικό κεφαλομάντηλο) και απ’ αυτό πήραν το όνομα τους και οι πίτες. Τις τηγανίζουμε σε αρκετό καυτό ελαιόλαδο και τις σερβίρουμε με μέλι, πετιμέζι ή ζάχαρη.

 

Πίτες σφακιανές

Υλικά για 10 πίτες: 10 κουταλιές της σούπας γεμάτες αλεύρι, 10 κουταλιές της σούπας μυζήθρα, λίγο λάδι, αλάτι, νερό όσο πάρει.

Ζυμώνουμε το αλεύρι με το λάδι, το αλάτι και όσο νερό πάρει για να γίνει μαλακή ζύμη. Τη χωρίζουμε σε 10 κομμάτια και τα ανοίγουμε φύλλα, όσο και ένα πιατάκι του καφέ. Πλάθουμε τη μυζήθρα σε 10 μπαλάκια στο μέγεθος μεγάλου αυγού. Τοποθετούμε τη μυζήθρα στο κέντρο του φύλλου. Τραβάμε το φύλλο γύρω-γύρω για να σκεπαστεί η μυζήθρα. Έτσι θα σχηματιστούν 10 μικρές μπάλες. Τις πιέζουμε ανοίγοντας τις με τον πλάστη για να πάρουν και πάλι το στρογγυλό σχήμα τους, μεγέθους ενός μικρού πιάτου. Τις ψήνουμε σε τηγάνι χωρίς λάδι, γυρίζοντάς τις πολύ συχνά για να μην καούν. Σερβίρονται περιχυμένες με μέλι.

 

Οι παραπάνω συνταγές είναι από το βιβλίο Κρητική Παραδοσιακή Κουζίνα των Μαρία & Νίκος Ψιλάκης.

Εκδόσεις Καρμάνωρ, ISBN 960-7448-06-05

Γαμοπίλαφο

2 κιλά γίδα
1 μικρό κοκκοράκι ελευθέρας βοσκής κομμένο στα δυο
1 κρεμμύδι
2 καρότο
1 φύλλο δάφνης
λίγο θυμάρι
Ρύζι Καρολίνα
χυμό 1 ½ λεμονιού
200-300gr στακοβούτυρο
Αλάτι
Πιπέρι

Βάζουμε τα κρεάτα ολόκληρα, το κρεμμύδι, τα καρότα και το φύλλο δάφνης να σιγοβράζουν και 3-4 ώρες Όταν είναι έτοιμα τα κρέατα (ελέγχουμε κατά διαστήματα και αν χρειάζεται προσθέτουμε νερό) τα τοποθετούμε σε μια πιατέλα, πετάμε τα καρότα και το κρεμμύδι και κρατάμε το ζωμό για το γαμοπίλαφο.
Στη συνέχεια σουρώνουμε το ζωμό (αν είναι πολύ λιπαρός τον αραιώνουμε με λίγο νεράκι) και το βάζουμε να βράσει μαζί με το ρύζι σε δυνατή φωτιά, προσθέτοντας αλάτι και το χυμό λεμονιού 5-8 λεπτά περίπου. Για μια κούπα ρύζι, χρειαζόμαστε τρεις κούπες ζωμό κρέατος. Τέλος, όταν είναι έτοιμο παίρνουμε το στακοβούτυρο και ανακατεύουμε (αν θέλετε έχετε κάψει σε ένα κατσαρολάκι πρώτα το στακοβούτυρο) με αυτό το πιλάφι που έχουμε στην κατσαρόλα και ρίχνουμε το θυμάρι. Το αφήνουμε να σταθεί για 5 λεπτά. Σερβίρουμε το ρύζι και λίγο από τα κρέατα σε ρηχό πιάτο ή αν θέλετε ξεψαχνίζετε τα κρέατα και τα ανακατεύετε μέσα στο πιλάφι.

Χοχλιοί μπουμπουριστοί

• ½ κιλό χοντρούς χοχλιούς
• ½ ποτήρι ελαιόλαδο για τηγάνισμα
• αλάτι
• αλεύρι
• 4-5 κουταλιές ξύδι
• 1 κουταλιά αρισμαρί (δεντρολίβανο)

Τρόπος Παρασκευής

Πλένουμε και καθαρίζουμε τους χοχλιούς με σκέτο νερό χωρίς να τους βράσουμε και βάζουμε τη μούρη (μπροστινό μέρος) τους στο μείγμα από το αλεύρι και το αλάτι. Βάζουμε στο τηγάνι λάδι, τοποθετούμε μέσα τους χοχλιούς αμπούμπουρα (με τη μούρη προς τα κάτω) και στην αρχή τηγανίζουμε σε χαμηλή φωτιά ώστε να βγουν λίγο από το κέλυφος. Μόλις βγουν δυναμώνουμε τη φωτιά και αφού ψηθούν για 5 λεπτά προσθέτουμε το αρισμαρί και σβήνουμε με 4-5 κουταλιές ξύδι.

 

Ντάκος (κρίθινο παξιμάδι) με ντομάτα (κουκουβάγια)

• 1 ντάκο
• 1 ντομάτα ψιλοκομμένη
• 2 κουταλιές ελαιόλαδο
• Αλάτι, πιπέρι
• 2 κουταλιές ξινομυζήθρα ή φέτα τριμμένη

Τρόπος Παρασκευής

Βρέχουμε πολύ ελαφρά τον ντάκο να μαλακώσει λίγο.
Πασπαλίζουμε με ντομάτα, ελαιόλαδο, αλάτι, ρίγανη και, προαιρετικά, με την ξινομυζήθρα ή τη φέτα.

 

 

Ξεροτήγανα Γεραπετρίτικα

Για τη ζύμη:

• 1 κιλό αλεύρι
• 4 κουταλιές λάδι
• 4 κουταλιές πορτοκαλόζουμο
• 2 ποτήρια νερό

Για το σιρόπι:

• 1 ποτήρι ζάχαρη
• 1 ποτήρι μέλι
• 1 ποτήρι νερό σησάμι, κανέλα, αμύγδαλα ή καρύδια για το πασπάλισμα

Τρόπος Παρασκευής

Με τα παραπάνω υλικά ζυμώνουμε σφιχτή ζύμη. Ανοίγουμε πολύ λεπτό φύλλο σε λωρίδες 25 εκ. μήκους και 3 εκ. πλάτους. Βάζουμε σε ένα τσικάλι(κατσαρόλα) λάδι να ζεσταθεί. Όταν κάψει το λάδι τυλίγουμε τη λωρίδα μια-μια χωριστά στα δάχτυλά μας ξεκινώντας από τα 2 δάχτυλα, μετά στα 3 και κατόπιν στα 4 μέχρι να τελειώσει η λωρίδα. Κολλάμε την άκρη της και τη ρίχνουμε στο καυτό λάδι. Με δύο πιρούνια γυρίζουμε τους κολλημένους αυτούς κρίκους, προσπαθώντας να μην χάσουν το στρογγυλό τους σχήμα. Όταν ροδίσει το ξεροτήγανο το βγάζουμε και το βάζουμε πάνω σε απορροφητικό χαρτί να στραγγίσει. Ψήνουμε και τα υπόλοιπα ξεροτήγανα και μετά ετοιμάζουμε το σιρόπι: βράζουμε 5 λεπτά τη ζάχαρη με το νερό και τη κανέλλα και στο τέλος προσθέτουμε το μέλι. Βουτάμε ένα-ένα τα ξεροτήγανα στο καυτό σιρόπι και αμέσως τα ανασύρουμε, τα τοποθετούμε σε πιατέλα και τα πασπαλίζουμε με κανέλα, κοπανισμένα καρύδια ή αμύγδαλα και σησάμι.

Καλλιτσούνια Γεραπετρίτικα

Για τη ζύμη:

• ½ ποτήρι λάδι
• 1 ποτήρι νερό
• 4 κουταλιές τσικουδιά
• 1 κουταλάκι του γλυκού μπέικιν πάουντερ
• 2 κουταλιές ζάχαρη αλεύρι όσο σηκώσει

Γέμιση:

• 1 ½ κιλό μυζήθρα
• ½ ποτήρι ζάχαρη
• 2 αυγά, 1 κουταλιά βούτυρο

Τρόπος Παρασκευής

Ετοιμάζουμε μαλακή ζύμη με τα παραπάνω υλικά και την αφήνουμε να ξεκουραστεί. Ετοιμάζουμε τη γέμιση ανακατεύοντας καλά τη μυζήθρα με τη ζάχαρη, τα αυγά και το βούτυρο. Ανοίγουμε φύλλο πάχους 1,5 εκ. και κόβουμε κομμάτια με το άνοιγμα ενός μεγάλου ποτηριού, ή ενός μικρού πιάτου (εξαρτάται από το πόσο μικρά ή μεγάλα θέλουμε τα καλλιτσούνια). Απλώνουμε πάνω 1 κουταλιά μυζήθρα και τσιμπάμε γύρω-γύρω τη ζύμη με τα δάχτυλά μας. (τον δείκτη και τον αντίχειρα, ώστε να μοιάζουν με λυχναράκια. Τα αλείφουμε με αυγό και τα ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 20-25 λεπτά.

πηγές:

http://www.ierapetra.gr

Οι πρώτες συνταγές είναι από το βιβλίο Κρητική Παραδοσιακή Κουζίνα των Μαρία & Νίκος Ψιλάκης.

Εκδόσεις Καρμάνωρ, ISBN 960-7448-06-05