Αρχείο Ετικετών | σβίγγοι

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 3ος Ικαρία)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Το ταξίδι για την Ικαρία ήταν επεισοδιακό! Κατά πρώτον κούναγε πολύ και φτάσαμε σαν κοτόπουλα. Κατά δεύτερον κουβαλάγαμε βαφτιστικά, καθότι θα γινόμασταν και νονοί. Κατά τρίτον είχαμε και μια κουβερτούλα μαζί μας, διότι εγώ σε καμπίνα δεν έμπαινα και κάπου θα έπρεπε να γείρω  το κορμάκι μου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Αυτήν την κουβερτούλα την ξεχάσαμε στο πλοίο και η μανούλα την κλαίει ακόμη. Κατά τέταρτον το καράβι δεν πλεύριζε και σ’ έπιανε η ψυχή σου να βλέπεις την κούτα με τα βαφτιστικά ή τη λαμπάδα στον εναέριο χώρο μεταξύ καραβιού και βάρκας, τη στιγμή που κι εσύ περίμενες τη σειρά σου για… αποσκάλωση!

Τελικά πατήσαμε στεριά και ήρθε το κατά πέμπτον. Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο (ταξί ήταν ή αυτοκίνητο φίλου? Δεν θυμάμαι. Υπήρχαν ταξί τότε στην Ικαρία?) για να μας πάει στο σπίτι. Αυτό καθόλου δεν μου άρεσε. Το αυτοκίνητο σήμαινε απόσταση και η απόσταση σήμαινε ότι το σπίτι θα ήταν μακριά απ το κέντρο άρα μακριά από τα μαγαζιά και την κίνηση. Πέσανε τ’ αυτιά μου απ’ την απογοήτευση. Ευτυχώς το αυτοκίνητο πήγαινε συνεχώς παραλιακά. Τουλάχιστον, έλεγα μέσα μου, δεν θα είναι μακριά απ’ την θάλασσα. Και δεν ήταν. Κάθε άλλο μάλιστα!!!

Εκεί, στον παραλιακό αυτό δρόμο, μπροστά σ’ ένα πανέμορφο πέτρινο σπίτι τέλειωσε το επεισοδιακό ταξίδι και άρχισαν οι διακοπές. Μα τι σπίτι ήταν αυτό? Όσο προχωρούσα προς τα μέσα τόσο πιο πολύ το ερωτευόμουνα. Περίτεχνη καγκελόπορτα στην είσοδο και μέσα απ την καγκελόπορτα παγκάκι. Δεξιά κι αριστερά λουλούδια και προχωρώντας, σκαλάκια που σε έφταναν σε μια πανέμορφη και μεγαλοπρεπή πόρτα. Μπαίνοντας μέσα ήταν ένας διάδρομος και δεξιά αριστερά δωμάτια που για τις ανάγκες μας είχαν γίνει όλα κρεβατοκάμαρες. Στο τέλος του διαδρόμου ήταν η κουζίνα με την τραπεζαρία. Ένα απίστευτα μεγάλο και φωτεινό δωμάτιο. Περισσότερο φωτεινό κι απ’ την εσωτερική αυλή που υπήρχε μετά απ’ αυτό. Τώρα, η λέξη αυλή δεν είναι και απολύτως σωστή. Σπηλιά θα ήταν πιο σωστή μάλλον μιας και μιλάω για ένα χώρο που σχηματιζόταν από τον τοίχο της τεράστιας κουζινοτραπεζαρίας κι από έναν κοίλο βράχο που την αγκάλιαζε. Το πάνω μέρος του βράχου έγερνε και σχεδόν ακουμπούσε στον δεύτερο όροφο του σπιτιού. Όση ζέστη κι αν έκανε, εκεί είχε πάντα δροσιά. Από φρούτα και λαχανικά δεν βάζαμε τίποτα στο ψυγείο. Όλα μπαίνανε σε πανέρια που βρίσκονταν πάνω σε μια μακρόστενη  χαμηλή ντουλάπα στο βάθος της αυλή. Για μένα η σπηλιά ήταν σαν παρμένη απ’ τη χώρα των θαυμάτων. Η ντουλάπα είχε μέσα… και τι δεν είχε!! Βιβλία, παιχνίδια , παλιά διακοσμητικά… ό,τι χρειαζόταν για να περάσω τρεις μήνες χωρίς να βαρεθώ ούτε στιγμή. Μέχρι ρούχα , παπούτσια και τσάντες που είχαν βαρεθεί οι κόρες της σπιτονοικοκυράς υπήρχαν εκεί μέσα και δεν μιλάμε για κουρέλια γιατί η σπιτονοικοκυρά το φύσαγε το χρήμα. Να δεις γόβες που θα τις ζήλευε κι η Ωνάση, που  λένε! Όσες ώρες δεν ήμουν στην παραλία ήμουν εκεί ντυμένη κυρία της καλή κοινωνίας! Από κάπου, που δεν θυμάμαι, είχα αποχτήσει και μια φιλενάδα. Ήταν λίγο πιο μεγάλη από μένα αλλά τρελαινόταν κι αυτή να φοράει τα μακριά φουστάνια με τις ψηλές γόβες και να παίζουμε τις κουμπάρες. Το μοναδικό μας πρόβλημα ήταν ποια απ’ τις δύο θα ήταν μάνα. Ναι ναι μάνα! Δεν έχω αναφέρει ακόμη ότι αυτό το σπίτι θα το μοιραζόμασταν με το ζευγάρι που είχε το παιδάκι που θα βαφτίζαμε. Αυτό το παιδάκι λοιπόν ήταν μέρος του καθημερινού παιχνιδιού. Το τραβολογάγαμε όλη μέρα το καημένο αλλά κι αυτό άλλο που δεν ήθελε!!

Και ας πάμε τώρα στην παραλία που κι αυτή η λέξη δεν είναι εντελώς σωστή σ’ αυτήν την περίπτωση. Βγαίνοντας λοιπόν απ’ την καγκελόπορτα ήταν ο κεντρικός δρόμος. Περνώντας απέναντι έβρισκες κάτι σκαλάκια που σε κατέβαζαν στην θάλασσα. Εκεί υπήρχαν βράχια που σχημάτιζαν  έναν μικρούλι όρμο. Απ τους τρεις μήνες που μείναμε στην Ικαρία, τους δύο τους πέρασα εκεί μέσα.  Απ το σπίτι και το λιμανάκι μου έβγαινα μόνον όταν με φώναζε η μάνα μου για να φάμε ή όταν  έπρεπε να πάω φαγητό στον πατέρα μου. Αυτό ήταν κάτι που το είχαμε αναλάβει εγώ κι ο αδερφός μου γιατί δεν ήταν και τόσο απλό όσο ίσως ακούγεται. Το σπίτι απείχε απ το κέντρο μία ολόκληρη ώρα αν πήγαινες με τα πόδια. Κι εμείς φυσικά πηγαίναμε με τα πόδια. Όταν ήταν η σειρά μου έβαζα το μωράκι στο καρότσι και πήγαινα. Ούτε που την καταλάβαινα τη διαδρομή κι έπαιρνε κι εκείνο τον αέρα του. Πήγαινα  στο λιμάνι και περίμενα με λαχτάρα τη βάρκα που έστελνε ο πατέρας μου για  να πάρει το φαγητό. Διότι εγώ έδινα το φαγητό και ο βαρκάρης μου έδινε τα λεφτά που μου έστελνε ο πατερούλης μου για παγωτάκι!!

Εκείνο το καλοκαίρι στην Ικαρία ήταν καταπληκτικό. Πάμπολλα  γεγονότα ξεπετάγονται απ τις αναμνήσεις μου… τα βράδια που πηγαίναμε όλοι μαζί στο εστιατόριο και άκουγα τις ιστορίες που έλεγαν οι μεγάλοι, το ταξίδι που έκανα με τη μαμά μου στην Πάτμο και χάσαμε το δρόμο για το δωμάτιο που είχαμε νοικιάσει, τις στρατιωτικές επιδείξεις που γίνανε κάπου έξω απ’ την πόλη και μου έφυγε η ψυχή απ την τρομάρα, την συνάντηση με τις κόρες της σπιτονοικοκυράς που ήρθαν από Αθήνα και τις κοίταγα με ορθάνοιχτα μάτια από θαυμασμό και άλλα πάρα πολλά μικρά και μεγάλα. Σε σχέση με το φαγητό οι αναμνήσεις μου δεν είναι πολλές. Θυμάμαι πολύ καλά τη μαμά μου να φτιάχνει μπριάμ στο τηγάνι, όπως το έλεγε αλλά αυτές ήταν οι μέρες που για μένα και τον αδερφό μου έφτιαχνε μπιφτέκια. Εκείνο το μπριάμι ήταν το σουφικό όπως έμαθα χρόνια μετά απ’ τον  Μαμαλάκη. Δυστυχώς δεν έφαγα ποτέ το αυθεντικό. Αυτό όμως που έφαγα και πολύ μου άρεσε ήταν το γαμοπίλαφο. Παρ’ όλο που δεν ήταν γάμος, το μαγαζί που είχαμε κλείσει για τη βάφτιση, αυτό το φαγητό μας ετοίμασε. Αυτό φάγαμε και απ την σπιτονοικοκυρά όταν μας έκανε το τραπέζι και συνεχίσαμε να το τρώμε και στην Αθήνα γιατί η μανούλα αντέγραψε την συνταγή και μάλιστα την έκανε το ίδιο καλά!

Αυτό που περισσότερο θυμάμαι όμως ήταν ένα γλυκό που έφτιαχνε η μάνα της φιλενάδας μου. «Το φτιάχναμε στην πατρίδα μου» έλεγε «την Πάτμο!» κάνοντας με να πιστεύω πως η Πάτμος ήταν κάπου πολύ μακριά. Τι κι αν πήγα στη Πάτμο; Έμεινε για πάντα στο μυαλό μου, στην ίδια, μακρινή απ’ την Ικαρία, απόσταση. Αυτό το γλυκό εγώ τότε το έλεγα λουκουμάδες. Δεν ήταν λουκουμάδες όμως. Σβίγγοι ήταν. Δεν τους είχα ξαναφάει αλλά τώρα που τους θυμήθηκα γράφοντας για την Ικαρία μου έτρεξαν τα σάλια. Χθες λοιπόν που ήταν Κυριακή αποφάσισα να τους φτιάξω και μάλλον τους πέτυχα γιατί όταν του δοκίμασε η μανούλα μου θυμήθηκε το γλυκό που μας έστελνε η μαμά της Στελλίτσας στην Ικαρία. Η μανούλα θυμήθηκε το γλυκό κι εγώ θυμήθηκα το όνομα της φιλενάδας μου!!! Πολλά φιλιά Στελλίτσα όπου κι αν είσαι. Πολλά φιλιά σε σένα και στην πανέμορφη Ικαρία!!!

ΣΟΥΦΙΚΟ

ΤΟ ΣΟΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΑΡΓΥΡΩΣ

Παραδοσιακη συνταγή από την Ικαρία

λέγεται ότι
‘Χρόνια πριν, μια γυναίκα από τα μέρη τα δικά μας δεν είχε προλάβει να ετοιμάσει φαγητό για τον άνδρα της, ο οποίος είχε γυρίσει κουρασμένος και πεινασμένος από τη δουλειά στα χωράφια. Σκέφτηκε να του κάνει κάτι εύκολο και γρήγορο και κατέβηκε στο κήπο. Έκοψε ό,τι λαχανικό βρήκε μπροστά της και ό,τι μάζεψε, αφού τα καθάρισε και τα έκοψε, τα έβαλε όλα μέσα στο τηγάνι. Αφού ψήθηκε το φαγητό, σκέφτηκε να δοκιμάσει. Καθώς έτρωγε άρχιζε να μονολογεί&: Σου ‘φήκω, δε σου ‘φήκω (να σου αφήσω ή να μην σου αφήσω) και έτσι προέκυψε το σουφικό ‘
Υλικά :
Μελιτζάνες (ή κολοκυθάκια)
Κρεμμύδια
Ντομάτες
Πατάτες
Πιπεριές

Ετοιμασία :
Παίρνουμε ένα βαθύ τηγάνι (ή κατσαρόλα) και βάζουμε μπόλικο λάδι. Το αφήνουμε να ζεσταίνεται σε μέτρια φωτιά. Αφού πλύνουμε καλά όλα τα υλικά τα κόβουμε σε μικρά κομμάτια και τα συγκεντρώνουμε σε μια μεγάλη λεκάνη. Προσθέτουμε αλάτι και όποιο άλλο μυρωδικό (ρίγανη, πιπεράκι κ.α.) θελήσουμε. Τα ρίχνουμε όλα μέσα στο τηγάνι, σε καυτό λάδι και σκεπάζουμε το τηγάνι για 20 30 λεπτά, χαμηλώνοντας προοδευτικά τη φωτιά, μέχρι να ψηθεί το φαγητό.

Σερβίρουμε το φαγητό με δροσερή χωριάτικη σαλάτα, φρέσκο ψωμάκι, φέτα και καλό παραδοσιακό κρασάκι.

http://tastytour.pblogs.gr/2007/05/soyfiko.html

 ΓΑΜΟΠΙΛΑΦΟ ΙΚΑΡΙΑΣ

ΥΛΙΚΑ

1 φλιτζ. τσαγιού ελαιόλαδο
3 μέτρια κρεμμύδια χονδροκομμένα
1 ματσάκι μαιντανό
1/2 κιλό ντομάτες περασμένες από τον μύλο.
2 κ. σ. πελτέ
11/2 κιλό κατσικάκι κομμένο σε μερίδες
2 πράσινες πιπεριές
2 κόκκινες πιπεριές
1 ποτήρι κόκκινο κρασί
Αλάτι
ρίγανη

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

  1. Ρίχνετε λάδι στη κατσαρόλα, μαζί με χοντροκομμένο κρεμμύδι, ψιλοκομμένο μαϊντανό και ανακατεύετε.
  2. Μόλις τσιγαριστούν το κρεμμύδι με τον μαιντανό, ρίχνετε το κρέας στη κατσαρόλα, ανακατεύετε και σβήνετε με κόκκινο κρασί.
  3. Εν τω μεταξύ τρίβετε τις ντομάτες σε ένα μπολ, Καθαρίζετε και χονδροκόβετε τις κόκκινες και πράσινες πιπεριές.
  4. Στο κρέας που βράζει, προσθέτετε τις πιπεριές και τις ντομάτες που κόψατε προηγουμένως, μαζί με λίγη ρίγανη και αλάτι. Αφού βράσει λίγο, προσθέτετε στη κατσαρόλα τον πελτέ ντομάτας που τον έχετε διαλύσει σ ένα φλιτζάνι ζεστό νερό και ανακατεύετε. Σκεπάζετε τη κατσαρόλα και μισή ώρα προτού ψηθεί, προσθέτετε το αλάτι.
  5. Μόλις το κρέας είναι έτοιμο, το βγάζετε από τη κατσαρόλα με τρυπητή κουτάλα και το τοποθετείτε σε μια πιατέλα.
  6. Σουρώνετε το ζουμί.
  7. Καθαρίζετε τη κατσαρόλα, ρίχνετε μέσα το ζωμό από το κρέας που σουρώσατε και μόλις πάρει μια βράση, προσθέτετε το ρύζι. Αφήνετε να βράσει για περίπου 20 λεπτά και σερβίρετε.

 

 ΣΒΙΓΓΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΜΟ

 ΥΛΙΚΑ

  • ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΥΜΗ
  • 2 ποτήρια αλεύρι
  • 2 ποτήρια νερό
  • 2 κουταλιές βούτυρο
  • 8 αυγά
  • 5 βανίλιες
  • λάδι για τηγάνισμα
  • κανέλα σκόνη
  • ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΡΟΠΙ
  • 2 ποτήρια ζάχαρη
  • 1 ποτήρι νερό
  • 1 ποτήρι μέλι

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

ΣΙΡΟΠΙ
Σε μια κατσαρόλα, ρίχνετε το νερό και την ζάχαρη. Αφήνετε να βράσουν και μόλις είναι έτοιμα προσθέτετε το μέλι και ανακατεύετε μέχρι να λιώσει.

ΣΒΙΓΓΟΙ

Σε κατσαρολίτσα, ρίχνετε το νερό και το βούτυρο. Μόλις βράσει το νερό και λιώσει το βούτυρο, προσθέτετε κατ’ ευθείαν όλο το αλεύρι και ανακατεύετε.

Κατεβάζετε την κατσαρολίτσα από τη φωτιά, αφήνετε το περιεχόμενό του να κρυώσει λίγο και ρίχνετε μέσα τις βανίλιες, ενώ ανακατεύετε συνεχώς.

Στη συνέχεια, ανακατεύοντας διαρκώς, σπάτε μέσα ένα ένα τα αυγά, περιμένοντας πρώτα να απορροφηθεί το καθένα και μετά να ρίξετε το επόμενο.

Επαναλαμβάνετε τη διαδικασία με όλα τα αυγά. Το χτύπημα των αβγών μέσα στη ζύμη γίνεται καλύτερα με μίξερ με τον γάντζο του ζυμώματος. Όταν η ζύμη είναι έτοιμη (Πρέπει να είναι λεία), την αφήνετε για λίγο να ξεκουραστεί.

Σε ένα βαθύ τηγάνι η φριτέζα, ρίχνετε μπόλικο λάδι κατά προτίμηση σπορέλαιο (για να γίνουν οι σβίγκοι πιο ελαφροί). Όταν ζεσταθεί, λαδώνετε τα χέρια σας, παίρνετε μια κουταλιά ζύμη, την πλάθετε σε μπαλάκι, την ισιώνετε ανάμεσα στις παλάμες σας, κάνετε μια τρύπα στη μέση και ρίχνετε τη ζύμη στο ζεστό λάδι (προσέχετε το λάδι να μη σας κάψει πολύ γιατί έτσι θα ανοίξουν στο τηγάνισμα).

Οταν οι σβίγγοι φουσκώσουν ανέβουν στην επιφάνεια και ροδίσουν τους βγάζετε με τρυπητή κουτάλα.

Τοποθετείτε τους σβίγγους σε σουρωτήρι να φύγει το πολύ λάδι και στη συνέχεια βουτάτε έναν έναν στο σιρόπι να μελώσουν.

Σερβίρονται ζεστοί πασπαλισμένοι με κανέλλα.

http://www.gastronomies.gr/recipe.php?recipeid=914