Αρχείο Ετικετών | τσίπουρο

Όταν ήμουν μούτσος…(ναύλος 10ος Κύθηρα)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Να είσαι 17 χρονών και να σου λένε πως θα περάσεις το καλοκαίρι σου στα Κύθηρα! Μα στα Κύθηρα; Δεν είχα προηγούμενα με το νησί αλλά δεν ήθελα να έχω ούτε και επόμενα. Τουλάχιστον όχι τώρα.  Ο αδερφός μου, ο κύριος, θα έμενε στην Αθήνα γιατί ήταν μεγάλος. Εγώ όμως έπρεπε να αφήσω την παρέα μου καλοκαιριάτικα, που θα ξεσαλώναμε, και να πάω στην ερημιά του θεού. Μα κι ο θεός ο ίδιος δεν θα το ‘θελε. Το ΄θελε η μάνα μου όμως κι ο λόγος της ήταν πάνω κι απ’ του θεού! 

Θυμάμαι τη διάθεσή μου, τη μουρτζουφλιά μου πες καλύτερα της μέρας του ταξιδιού. Κατά πρώτον αρνιόμουν να ξυπνήσω. Κοιμισμένη μπήκα στο ταξί, κοιμισμένη μπήκα και στο καράβι. Για μια στιγμή μόνο άνοιξα τα μάτια μου, να ρωτήσω έναν ένστολο αν το καράβι πλευρίζει και μετά τα ξανάκλεισα. 

Είχαμε πιάσει παγκάκι με τη μανούλα, στο κατάστρωμα. Εκείνη αγνάντευε τα πέλαγα καθιστή κι εγώ ξαπλωμένη σε στάση μωρού, με το κεφάλι μου στα πόδια της έριχνα τους ύπνους της ζωής μου! 

Δεν ξέρω τι με ξύπνησε ούτε τι μ’ έκανε να ανοίξω τα μάτια μου. Με το που τα άνοιξα όμως είδα δυο πανέμορφα πράσινα μάτια να με κοιτάνε απ’ το απέναντι παγκάκι. Τα ξανάκλεισα αστραπιαία. Τι ήταν αυτό παναγία μου; 

Ήταν τόσο έντονο αυτό το βλέμμα που τώρα πια ήμουν σίγουρη πως αυτό με ξύπνησε! 

Η καρδιά μου βάραγε σαν ταμπούρλο και σίγουρα είχα γίνει κατακόκκινη. Ήθελα να δω και τα υπόλοιπα αλλά ντρεπόμουνα κιόλας, να ξανακοιτάξω. Άφησα να περάσει λίγος χρόνος και άρχισα αργά-αργά ν’ ανοίγω τα μάτια. Άσπρο παντελόνι, γαλάζιο πουκάμισο, μαύρα μαλλιά μέχρι τους ώμους, χείλια σαρκώδη (κόλαση),σταρένια επιδερμίδα και τα μάτια αμετακίνητα πάνω μου. Εκεί ξανάκλεισα τα δικά μου. 

Ένιωθα τα μάγουλά μου να καίνε! 

Άρχισα να τσεκάρω τον εαυτό μου. Με κολάκευε άραγε η στάση που είχα πάρει, κουλουριασμένη δίπλα στη μανούλα; Και το μαλλί; Μήπως είχε ανακατωθεί;  

Γαμώτο, ανάθεμα τη μουρτζουφλιά μου πρωί-πρωί! Δε μπορούσα να βάλω λίγο μολυβάκι στα μάτια, λίγο χρώμα στα χείλια; Πως ξεκίνησα έτσι; Ευτυχώς που το τζιν που φορούσα ήταν απ αυτά που μου πήγαιναν. Ένα άσπρο wrangler, το θυμάμαι ακόμη!  

Μέχρι να σκεφτώ τι θα κάνω, κάποιοι ήχοι μ’ έκαναν να ξανανοίξω τα μάτια και να δω πως ο… θεός, είχε φύγει απ το παγκάκι.  

Η απογοήτευση μ’ έκανε να ανασηκωθώ. Η μανούλα έτρωγε κάτι φρυγανιές.  

«Θες;» με ρώτησε.  

«Τουαλέτα θέλω» είπα κι εξαφανίστηκα. Έπρεπε επειγόντως να βρω καθρέφτη να δω τα χάλια μου. Να ρίξω λίγο νερό στη μούρη μου, να χτενίσω κάνα μαλλί… 

Αλλά, ως γνωστόν σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το αντικείμενο του πόθου σε βρίσκει πριν εσύ βρεις τον καθρέφτη! 

Κι έτσι όπως πήγαινα, ερχόμαστε μούρη με μούρη. Σταματάει αυτός, σταματάω κι εγώ. Κάνει στο πλάι για να μ’ αφήσει χώρο να περάσω κι έχει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο που μου παραλύει τα μέλη. Ως εκ τούτου δεν κάνω βήμα. Στέκομαι και τον κοιτάζω χωρίς καν να έχω πάρει είδηση ότι … στέκομαι και τον κοιτάζω. Ξαφνικά το συνειδητοποιώ και πάνω που είμαι έτοιμη να κάνω το πρώτο βήμα ακούω τη φωνή του, που κι αυτήν την θυμάμαι ακόμα. Βελούδινη και ελαφρώς βραχνή…!!! 

«Υπέροχα μάτια!» 

Χαμηλώνω το κεφάλι και φεύγω, το ζώον. Μα να μην πω ούτε ένα ευχαριστώ; Αλλά και να το ‘λεγα ρεζίλι θα γινόμουν. Εδώ τρέμανε τα πόδια μου και τα χέρια μου και δεν θα έτρεμε η φωνή μου; 

Φτάνω με τα πολλά στον καθρέφτη και τι να δω! 

Τα μάτια μου, ήταν που ήταν κουμπότρυπες, τώρα είχαν εξαφανιστεί έτσι που είχαν πρηστεί απ τον ύπνο. Ρε λες να μου το είπε για να μου κάνει πλάκα;  

Παρ’ όλα αυτά έκανα φιλότιμες προσπάθειες να σουλουπωθώ λίγο και βγήκα να τον αντιμετωπίσω. Δεν τον βρήκα όμως πουθενά. Απογοητευμένη πήγα να βρω τη μανούλα κι ως εκ θαύματος βρήκα κι εκείνον να κάθεται πάλι στο απέναντι παγκάκι.  

Ξανακάθισα στη θέση μου αποφεύγοντας να τον κοιτάξω μη με πάρει χαμπάρι κι η μανούλα. Εκείνος είχε ξαπλώσει στο παγκάκι και διάβαζε ένα βιβλίο. Κάθε φορά που γυρνούσα το βλέμμα μου πάνω του, όμως, τον έβλεπα να με κοιτάζει.  

Εκεί παραδίπλα ήταν το μπαρ και ένα κασετόφωνο έπαιζε Μητσιά. Την ίδια κασέτα ξανά και ξανά. «Μη χτυπάς, να σ’ ανοίξουνε μη χτυπάς…», «όσο αγαπιόμαστε τα δυο να με κοιτάς στα μάτια…». 

Ένα παιχνίδι είχε αρχίσει μεταξύ μας με τους στίχους των τραγουδιών. Ανέβαζε το φρύδι του κι αχνοχαμογελούσα εγώ, ή στένευα εγώ τα μάτια και χαμογελούσε εκείνος… 

Είχα σηκωθεί όρθια και είχα ακουμπήσει στην κουπαστή. Το κασετόφωνο έπαιζε «το καλοκαίρι σαν θα ΄ρθει, πάνω στην άμμο την ξανθή, μαζί μου θε να περπατάς και να μου λες πως μ’ αγαπάς…» και ανατρίχιασα ολόκληρη όταν ένιωσα το μπράτσο του ν’ ακουμπάει, για μια στιγμή μόνο, στο δικό μου. Έτσι, δίπλα-δίπλα και  κοιτάζοντας πέρα μακριά στη θάλασσα, ακούσαμε όλο το τραγούδι και πριν απομακρυνθεί, με το μικρό του δαχτυλάκι, χάιδεψε για κλάσματα δευτερολέπτου το χέρι μου.

Όλα τα κακά, κλάσματα δευτερολέπτου χρειάζονται για να γίνουν! 

«Σήκω!» είπε η μανούλα, με βλοσυρό ύφος, όταν πήγα και κάθισα δίπλα της. «Πάμε να καθίσουμε από κει, γιατί εδώ έχει ήλιο».  

Ούτε ήλιο είχε, ούτε φεγγάρι. Απλώς η μανούλα μας είχε πάρει χαμπάρι. Ακολούθησα, τι να έκανα. Κάθισα μάλιστα στη θέση που μου υπέδειξε και τώρα ήμουν πλάτη προς εκείνον. Όμως είχα μπροστά μου το μπαρ και μετά από λίγο εκείνος είχε μετακινηθεί εκεί. Το είδε η μανούλα βέβαια, αλλά δε μπορούσε να μου πει να ξανασηκωθώ. Απλώς με κοίταζε στα μάτια συνέχεια. Αλλά πόσο απόλυτο μπορεί να είναι αυτό το «συνέχεια» και πόσο μπορείς να ελέγχεις τι γίνεται πίσω απ την πλάτη σου. 

Είχαν φανεί τα Κύθηρα, εγώ είχα αρχίσει να μελαγχολώ και το κασετόφωνο έπαιζε «άσπρη μαύρη η φωτογραφία…». 

Εκείνος με κοιτούσε συνέχεια και όταν το τραγούδι έφτασε στο ρεφρέν, «μ’ ένα γαρύφαλλο ανοιχτό, στο μέρος της καρδιάς…», σήκωσε το χέρι του, το έφερε στην καρδιά του και τα χείλια του μου έστειλαν ένα φιλί. Άγγιξα τα χείλια μου με το χέρι μου κι εκείνος γέλασε, μ’ ένα γέλιο υπέροχο! 

Όταν βγήκαμε στη στεριά ένα τσούρμο όρμησε πάνω του και τον εξαφάνισε απ τα μάτια μου. Άδειασε, σκοτείνιασε ο τόπος κι ήθελα να κλάψω!

Θα τον ξανάβλεπα; Κι αν δεν τον ξανάβλεπα;

Ήμουν σίγουρη πως θα τον ξανάβλεπα. Να, και τώρα, τι κι αν είχε φύγει; Εγώ νόμιζα πως είναι ακόμη δίπλα μου, όπως τότε στην κουπαστή και με κοιτούσε όπως σ΄ όλο το ταξίδι!

Ξαφνικά ξανάλαμψε ο τόπος. Ήμουν ερωτευμένη!!! 

Η ερημιά θεού που είχα εγώ στο μυαλό μου ήταν γεμάτη κόσμο. μπορεί η Αγία πελάγια να θύμιζε χωριό, αλλά ήταν ένα όμορφο και χαρούμενο χωριό. Δεν θυμάμαι τι ώρα είχαμε φτάσει και ούτε πως πήγαμε στο σπίτι που είχε νοικιάσει ο πατέρας μου. Όμως θυμάμαι το σπίτι πολύ καλά, όπως θυμάμαι και την κυρα-Κατίνα την σπιτονοικοκυρά και τις κουνιάδες της (νομίζω) που ήρθαν με το που φτάσαμε, μ’ ένα πανέρι γεμάτο φρούτα να μας καλοδεχτούν. Θυμάμαι πως με το που τακτοποιηθήκαμε μας πήρε ο πατέρας μου να πάμε να φάμε. Κι από κείνη την ταβέρνα άρχισαν οι, πραγματικά απίστευτες, διακοπές που πέρασα στα Κύθηρα. 

Αυτός  που μας είδε πρώτος  και πετάχτηκε έξω απ το μαγαζί ήταν ο κυρ-Παναγιώτης. Με πήρε αγκαλιά, με σήκωσε και με στριφογύρναγε στον αέρα λες και ήμουν ακόμα πιτσιρίκι. Ο γλυκός μου ο κυρ-Παναγιώτης είχε συγκινηθεί και ο πατέρας μου… έβραζε απ τα νεύρα του.  

«άντε άντε άστη. μας περιμένουν οι άνθρωποι» 

Οι άνθρωποι; ποιοι άνθρωποι; 

Αυτό είναι που λένε «αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες.  Φοβόμουν εγώ ότι δεν θα υπάρχει άνθρωπος να κάνω παρέα. 

Ένα μακρύ τραπέζι ήταν στρωμένο και όπως φαινόταν, στο μισό καθόντουσαν οι γονείς (συνάδελφοι του πατέρα μου και οι γυναίκες τους) και στο άλλο μισό τα παιδιά, πού τα περισσότερα ήταν της ηλικίας μου. Για άλλη μια φορά έριξα ένα φάσκελο στον εαυτό μου που έφυγα σαν το σούργελο απ την Αθήνα.  

Κάθισα μαζί με τα παιδιά φυσικά και μετά τα δέκα πρώτα λεπτά μοιάζαμε με παρέα που ήταν χρόνια μαζί. Εκεί γνώρισα και την Αιμιλία που ήταν κόρη του ιδιοκτήτη της ταβέρνας. Η Αιμιλία βασικά δούλευε αλλά μόλις είχε λάσκα ερχόταν στο τραπέζι μας. Τα παιδιά που είχαν έρθει στο νησί πριν από μένα την γνώριζαν ήδη αλλά δική μου κολλητή έμελλε να γίνει. 

Τα «ζουμερά» της μέρας εκείνης έγιναν δύο με την παρουσία του Γιώργου στην παρέα. Ο Γιώργος αμέσως μόλις μας σύστησαν ήρθε και κάθισε δίπλα μου και ήταν αυτός που με μύησε στα της παρέας. Από το καθημερινό τους πρόγραμμα και τα σχέδια για τις επόμενες μέρες, μέχρι τα αστεία τους.  Και κάποια στιγμή εκεί που έτρωγα ένα τηγανιτό κολοκυθάκι σκύβει και μου ψιθυρίζει: «έχεις πολύ ωραία μάτια!». 

(Τι έγινε ρε παιδιά; Ποιόν να πάω να ρωτήσω; Να μην ξαναβαφτώ ποτέ; Να τους βαράω μπουνιές κάθε πρωί για να τα πρήζω; Τι να κάνω για να ‘χω αυτήν την επιτυχία κάθε μέρα τέλος πάντων;) 

Όλα κι όλα, εδώ και ευχαριστώ είπα και του χαμογέλασα. Εμ βέβαια. Δεν έτρεμαν τα ποδαράκια και τα χεράκια μου εδώ. Κι όχι ότι ο Γιώργος δεν ήταν ωραίος. Ωραιότατος ήταν. Και ψηλός και αθλητικός και γλύκας αλλά… η καρδιά μου είχε δοθεί κι ήταν καλά δοσμένη (η Γκόλφω το είχε πει αυτό; δεν θυμάμαι). 

Και πάνω εκεί σκάει και το τρίτο «ζουμερό» της μέρας! Λευκή στολή και κούκλος. Κι εγώ που μέχρι τότε έβλεπα στολή κι έβγαζα φλύχτενες έμεινα με το στόμα ανοιχτό! ΄Έλα όμως που και ο ένστολος έδειξε έντονο ενδιαφέρον. Και πότε ήρθατε και πόσο θα μείνετε και γιατί δεν μας ήρθατε νωρίτερα και ωραία κόρη έχετε κύριε Μπάμπη! Σκέφτομαι πως αν δεν είχα συμπληρώσει το μπόι μου με τους πόντους που πήρα εκείνη τη μέρα, θα ήμουν τάπα για τάπα! Για τη χαρά της μανούλας από το ενδιαφέρον του ένστολου, λέω να μη μιλήσω! 

Απ την επόμενη μέρα άρχισαν οι εξορμήσεις, οι καφέδες, οι συζητήσεις και τα γλέντια! Το πρωί που οι πατεράδες δούλευαν και οι μαμάδες μαγείρευαν, εμείς γυρίζαμε τα Κύθηρα απ άκρη σ’ άκρη.  Αυτό το νησί, λες και ήθελε να μου μπει στο μάτι που το κακολόγησα, και μας τα έφερνε όλα βολικά. Χωρίς καν να ασχοληθούμε βρεθήκαμε με δύο αυτοκίνητα στην διάθεσή μας. Το ένα θυμάμαι πως ανήκε σ’ έναν δάσκαλο. Το άλλο… απλά το θυμάμαι. Το πρόβλημα τώρα ήταν να βρούμε και οδηγούς. Το ένα το ανέλαβε ο Βύρωνας, ο γιος ενός απ τους μηχανικούς. Για το άλλο όμως δεν υπήρχε κανένας. Για μερικές μέρες γυρνάγαμε με τα λεωφορεία και μετά καθόμασταν δίπλα στ’ αυτοκίνητο το κοιτάγαμε και κλαίγαμε που δεν κουνιόταν από μόνο του.  

Όμως η θεά Αφροδίτη που κυβερνούσε το ζώδιο μου, κι έκανε τις διακοπές της στα πάτρια εδάφη, το πήρε πάνω της το θέμα. Έτσι μετά από λίγες μέρες ήρθε η κόρη του καπετάνιου, η Χαρά! Η Χαρά ήταν μεγαλύτερη από μας και υπό άλλες συνθήκες θα μας αγνοούσε και θα την αγνοούσαμε. Τώρα όμως, η ύπαρξη του αυτοκινήτου μας έφερε πολύ κοντά!

Πόσες φορές δεν έφτασε η χάρη μας μέχρι το Καψάλι για μπάνιο. Αλλά και πόσες φορές δεν παρατήσαμε το μπάνιο για να πάμε να δούμε τα κάστρα στο Μυλοπόταμο, στη Χώρα και στην Παλαιοχώρα. Ή συνδυάσαμε και καστέλο και μπάνιο όταν πήγαμε στον Αυλαίμονα να δούμε που καραβοτσακίστηκε ο άτιμος ο Έλγιν με τα κλεμμένα αγάλματά μας.

Σαν σε όνειρο θυμάμαι την εκδρομή που πήγαμε μαζί με τους γονείς στα Mητάτα και στο φαράγγι του Τσάκωνα. Σαν πανηγύρι ήταν εκείνη η μέρα. Ούτε που θυμάμαι πόσοι ήμασταν όλοι και δεν έχω και ξεκάθαρη ανάμνηση για το πώς πήγαμε. Θυμάμαι όμως ότι είχαμε κουβέρτες μαζί μας για να τις στρώσουμε κάτω και οι μαμάδες είχαν μαγειρέψει. Εκατό λογιών κεφτεδάκια φάγαμε εκείνη τη μέρα. Ανάμεσα στα γέλια, τα τραγούδια, τα κεφτεδάκια και τις βόλτες ο Γιώργος μου είπε να τα φτιάξουμε. Αρνήθηκα φυσικά λέγοντας του ότι έχω δεσμό (έτσι λέγαμε το «έχω σχέση» τότε) και επανέλαβα το μονόλογο της Γκόλφως.  

Το μυαλό μου όλο αυτό τον καιρό ήταν κολλημένο στον πρασινομάτη θεό. Όπου κι αν ήμουν κυκλοφορούσα σαν τον κατάσκοπο κοιτάζοντας δεξιά αριστερά μπας και τον πάρει πουθενά το μάτι μου. Λες και είχε ανοίξει η γη και τον είχε καταπιεί. Όλες τις παραλίες είχαμε γυρίσει. Μα πουθενά δεν έκανε μπάνιο αυτός; Είχα απελπιστεί και το θεωρούσα σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.

Κι εκεί που ήμασταν αραγμένοι μέσα στις φυλλωσιές, είχαμε φάει κιόλας και το μισό μάτι είχε κλείσει, ακούμε φωνές να πλησιάζουν.  

Εγώ την είχα πέσει πάλι πάνω στη μανούλα και λαγοκοιμόμουνα. Όταν οι φωνές έφτασαν κοντά μας, άρχισαν οι χαιρετούρες. Ο πατέρας της Αιμιλίας γνώριζε κάποιον απ την άλλη παρέα κι άρχισε να του συστήνει τους άντρες και να λέει για τη μπίγα. Εγώ άκουγα αλλά έκανα ότι κοιμόμουνα. Έτσι κι αλλιώς τα γυναικόπαιδα δεν έπαιρναν μέρος στην κουβέντα. Είχαν αρχίσει να λένε για το τοπίο όταν κάποιος κάνει την ερώτηση: 

«Εσύ αγόρι μου ξανάχεις έρθει εδώ;» και όταν απάντησε το αγόρι του εγώ μέσα μου παλάβωσα. Ήθελα να πεταχτώ πάνω και συγχρόνως ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί! 

Δεν το πίστευα αυτό που μου συνέβαινε! Ήταν ανάγκη αυτή η πολυπόθητη συνάντηση να γίνει τώρα; 

Άρχισα τάχα μου να ξυπνάω και να ψιλοτεντώνομαι, σα μόλις να κατάλαβα ότι είχαμε καινούργιους στην παρέα, αλλά με το που πάω να σηκώσω το κεφάλι, μου δίνει μια η μάνα μου, με τρόπο, και μου το πατικώνει πάλι στην ποδιά της.  

Γυρίζω και την κοιτάζω κι όπως με κοιτάζει κι αυτή αφ υψηλού μου ψιθυρίζει μέσα απ τα δόντια: 

«Κοίτα μη σηκωθείς, αλίμονο σου κακομοίρα μου. Όλα στον πατέρα σου!!!»  

Μετά απ αυτό, μου ξεπατίκωσε το κεφάλι αλλά έμεινα κολλημένη στην ίδια θέση να τον κοιτάζω (γιατί τα μάτια δε μπορούσε να μου τα βουλώσει) και να έχω πάλι μαλλί ανακατωμένο και μάτια πρησμένα! 

Το περιστατικό μπορεί, άνετα, να χαρακτηρισθεί ως ατυχές, αλλά για μένα ήταν πολύ σημαντικό αφού έμαθα ότι είναι ακόμα στα Κύθηρα. 

Μετά κατέβασα διάφορες, ιδιαίτερα έξυπνες, ιδέες μήπως και μάθω τίποτα παραπάνω γι αυτόν. Μεταξύ αυτών ήταν και το να πάει η Αιμιλία να ρωτήσει τη μάνα της για τον γνωστό που συναντήσαμε και στη συνέχεια των αδιάφορων ερωτήσεων της να μάθει και για τον άγνωστο θεό. Πήγε η Αιμιλία, ρώτησε, την παρεξήγησε η μάνα της, έφαγε και ένα φούσκο και γύρισε. Τζίφος! 

Απ την επομένη ξανά κατάσκοπος εγώ… 

Οι μέρες περνούσαν και εκτός απ το στενό μαρκάρισμα του Γιώργου τα πρωινά, είχα και το στενό μαρκάρισμα του ένστολου τα βράδια. Και να ΄ταν μόνον αυτό; Το στενό μαρκάρισμα της μανούλας που το πας! Και τι καλό παιδί, και τι όμορφο! Και άκουσες πως σου μίλησε και είδες πως σε κοίταξε; Και την ίδια μέρα με πάντρευε η μανούλα αν γινόταν. 

Η αλήθεια είναι πως ο ένστολος ήταν το κάτι τις άλλο αλλά… αλλά είπαμε. Εγώ Γκόλφω! 

Μια μέρα που τα αγόρια μας πούλησαν και πήγαν για ψάρεμα, τα κορίτσια την άραξαν στην παραλία μπροστά απ την ταβέρνα κι εγώ ακολούθησα μια απ τις μαμάδες στον Ποταμό για ψώνια.  

Μπήκαμε σ’ ένα μαγαζί που πουλούσε είδη για το σπίτι. Εκείνη κοίταγε τις κατσαρόλες κι εγώ κοίταγα γενικά, όταν ένιωσα ένα χέρι να πιάνει το δικό μου. Πετάχτηκα και παραλίγο να βγάλω και φωνή όταν είδα τον πρασινομάτη θεό δίπλα μου.

Πόσο να κράτησε όλο αυτό; Μισό λεπτό; Ε ναι. Κάπου τόσο. Μετά η «μαμά» με φώναξε κι αναγκάστηκα να πάω κοντά της. Είχε τελειώσει με τις αγορές της και φύγαμε για το λεωφορείο.

Μπροστά πήγαιναν τα πόδια μου και πίσω το κεφάλι μου. Είχε σταθεί και με κοίταζε κι εμένα μου φαινόταν απίστευτο που τον είχα τόσα λίγα μέτρα μακριά μου και δε μπορούσα να του πω ούτε μια λέξη!

Μετά κι απ το δεύτερο ατυχές περιστατικό μου καρφώθηκε στο μυαλό πως εκείνος θα έφευγε πια απ τα Κύθηρα. Δεν ήταν και πολύς ο κόσμος που μπορούσε να κάνει τις διακοπές διαρκείας που κάναμε εμείς. Έτσι είχε πέσει η διάθεσή μου, με εκνεύριζε κι ο Γιώργος και είχα αρχίσει πολλά πρωινά να μένω στην Αγ Πελαγία παρέα με την Αιμιλία που σπάνια ερχόταν μαζί μας, λόγω δουλειάς. Αφού εγώ είχα χάσει το θεό μου θυσιαζόμουν στο βωμό της φιλίας κάνοντας περισσότερη παρέα με τον ένστολο για να μπορεί η Αιμιλία να βρίσκεται κοντά στον δεύτερο ένστολο που διέθετε ο τόπος. Άλλη μεγάλη αγάπη εκείνη!

Όταν τα πράγματα με την Αιμιλία μπήκαν σ’ ένα δρόμο, ήταν η ώρα να απομακρυνθώ για να μπορούν να λένε και καμιά κουβέντα μόνα τους τα παιδιά. Φυσικά, προς μεγάλη στενοχώρια της μανούλας, άρχισα να αποφεύγω και τον ένστολο και να κάνω παρέα με την σπιτονοικοκυρά μας την κυρά-Κατίνα. Πηγαίναμε για μπάνιο παρεούλα, πηγαίναμε και στα χωράφια της.

«Είναι μακριά κυρά-Κατίνα;»

«Όχι, όχι. Φτάσαμε!»

Το «φτάσαμε» απ το φτάσαμε θα απείχε και μια ώρα ανηφόρα.

Η κυρα-Κατίνα ήταν μια γλυκιά αγαθούλα γυναίκα που είχε περάσει πολλά. Ο άντρας της ένας μέθυσος που της μίλαγε άσχημα και την έδερνε. Παιδιά δεν είχαν γιατί εκείνος δεν ήθελε. Δεν θυμάμαι καλά αλλά νομίζω πως μια φορά είχε μείνει έγκυος και το έχασε το παιδί απ την καλοπέραση. Σ’ αυτές τις βόλτες μας η κυρα-Κατίνα μου έλεγε τα βάσανά της και κάθε φορά μου έλεγε κι «ευχαριστώ που μ’ ακούς».  Όταν έφυγα της έστελνα γράμμα κάθε βδομάδα κι εκείνη μου απαντούσε αμέσως μέχρι που αρρώστησε και δεν έλαβα άλλο γράμμα της. Έχω όμως ακόμη μια φωτογραφία της που κρατάει τον γαϊδαράκο της, το φίλο της, που του τα ‘λεγε κι έκλαιγε!

Σιγά-σιγά η παρέα άρχισε να αραιώνει. Έφυγε η Χαρά, έφυγε κι ο Βύρωνας, μείνανε και τα αυτοκίνητα ακίνητα.

Ένα βράδυ όμως ξαναβάλανε οι μεγάλοι τις μηχανές μπρος για να πάμε στον Καραβά σ’ ένα κέντρο με μουσική. Θυμάμαι ότι είχα φορέσει τα καλά μου και φορούσα και κάτι πέδιλα με πολλά λουράκια. Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν μακριά απ το κέντρο, και σ’ όλη την διαδρομή, έβγαζα τα χορταράκια που χώνονταν ανάμεσα στα λουράκια, βρίζοντας από μέσα μου που «τι ήθελα και φόρεσα τα καλά μου».

Το κέντρο, που αμυδρά το θυμάμαι, ήταν σαν εξοχική ταβέρνα. Είχε και μια βρύση που έτρεχε συνέχεια νομίζω. Μετά τη βρύση, το δεύτερο πράγμα που τράβηξε το βλέμμα μου ήταν ένα άλλο βλέμμα, χρώματος πρασίνου!

Ευτυχώς που καθόμουν αλλιώς θα έπεφτα (κι ευτυχώς για πρώτη φορά ήμουν εμφανισιακά αξιοπρεπής και κάτι παραπάνω!). Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενα να δω. Δεν χόρταινα να τον κοιτάζω. Φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο που έκανε το δέρμα του να φαίνεται πιο ηλιοκαμένο, τα χείλια του πιο κόκκινα και τα μαλλιά του πιο μαύρα! Ήταν θεός!

Μέχρι και η μανούλα γύρισε και μου είπε: «Ε, δεν έχεις κι άδικο. Κούκλος είναι ο άτιμος!»

Τι υπέροχη βραδιά! Λες και είχαμε πάρει την συγκατάθεση της μανούλας δεν σταματήσαμε να κοιταζόμαστε ούτε λεπτό. Το καλύτερο όμως ήταν όταν άρχισε ο χορός. Με το ζόρι με σήκωσε ο πατέρας μου και με το ζόρι με κατεβάσανε μετά. Με το που σηκώθηκα εγώ, σηκώθηκε κι εκείνος. Ήρθε κι έπιασε το χέρι μου και δεν το άφησε μέχρι να φύγουμε. Ξαναρχίσαμε το κρυφό παιχνίδι με τα τραγούδια και στον ένα στίχο μου έσφιγγε το χέρι πολύ και στον άλλο λιγότερο.

Πότε πέρασαν τόσες ώρες ούτε που το κατάλαβα. Όμως πέρασαν. Κι εμείς φύγαμε χωρίς να μπορέσουμε, για άλλη μια φορά, να πούμε ούτε λέξη!

Έμεναν καμιά 15αριά μέρες μέχρι  να φύγουμε. Η οικογένεια του Γιώργου, η οικογένεια του χειριστή του Τίγρη, η γυναίκα του μηχανικού του άλλου ρυμουλκού κι εμείς, ήμασταν όσοι είχαμε απομείνει στην Αγ Πελαγία απ τους «μπιγιώτες».

Δεν θυμάμαι αν η μπίγα κόντευε να τελειώσει τη δουλειά της αλλά θυμάμαι πως χάλασε ο καιρός. Μας είπαν τότε να τα μαζέψουμε και να μπούμε μέσα στο Σαμψών γιατί θα φεύγαμε για άλλο μέρος απάνεμο. Μπήκαμε κι ένα βράδυ μάλιστα κοιμηθήκαμε στο καράβι αλλά αυτό δεν ξεκίνησε ποτέ γιατί ο καιρός έφτιαξε. Ξαναβγήκαμε στη στεριά αλλά δεν ξαναπήγαμε στο σπίτι της κυρα-Κατίνας γιατί ήταν λίγο πιο μακριά κι εμείς ήμασταν, κατά κάποιο τρόπο, σ’ επιφυλακή. Από στιγμή σε στιγμή μπορεί να ερχόταν εντολή απ την εταιρεία να φύγουμε. Έτσι πιάσαμε δωμάτια εκεί στην παραλία, όπως ανέβαινες τα σκαλιά απ το δρόμο.

Εκείνη τη μέρα είχα πάει για μπάνιο μόνη μου. Έτσι έκανε η μανούλα απ τα σκαλάκια και μ’ έβλεπε γι αυτό και μ΄ άφησε. Έκανα το μπανάκι μου κι όταν βγήκα είχε έρθει κι ο Γιώργος. Η μανούλα που τόσο καιρό δεν είχε κανένα πρόβλημα, τώρα που τον είδε τον Γιώργο μόνο μαζί μου της άναψαν τα λαμπάκια. Βάζει λοιπόν μια φωνή ν’ ανέβω κι ότι τάχα μου είναι ώρα να πάμε να φάμε.

Την ακούει ο Γιώργος και μου λέει: «έρχομαι κι εγώ».

Πού να φανταστώ η καημένη πως το να περνάς το δρόμο με το μαγιό είναι αμάρτημα;

Περνάω λοιπόν το δρόμο, ανεβαίνω τα σκαλάκια και με το που φτάνω κοντά στη μανούλα μου ρίχνει μια σφαλιάρα που είδα το Χριστό φαντάρο!

Ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί! Εντάξει, σκασίλα μου για τον Γιώργο αλλά όχι και να φάω ξύλο μπροστά του κοτζάμ γυναίκα!

Έκανα μέρες να βγω απ το δωμάτιο. Τι η Αιμιλία, τι η γυναίκα του άλλου μηχανικού, τι κι η μάνα μου, ακόμα, με παρακάλαγαν να βγω, εγώ τίποτα.

Μα τέτοιο ρεζιλίκι;

Με τα πολλά ένα απόγευμα έκανα το χατίρι στην Αιμιλία και βγήκα. Ο πραγματικός λόγος βέβαια, ήταν ότι ήθελα να πάρω τον αδερφό μου τηλέφωνο να του πω τα παράπονά μου.

Πάμε λοιπόν με την Αιμιλία στον Οτε-ψιλικατζίδικο-φούρνο-ταβέρνα-ταχυδρομείο (και δεν θυμάμαι και τι άλλο ήταν αυτό το μαγαζί) και με το που μπαίνω στην πόρτα μένω στήλη άλατος!

Μπροστά απ τον πάγκο στέκεται ο θεός και κάτι αγοράζει. Το μυαλό μου γυρίζει με χίλιες στροφές και καταλαβαίνω πως εκείνη θα είναι η τελευταία φορά που τον βλέπω. Είναι η ώρα που φεύγει καράβι και είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω στην Αγ Πελαγία. Είναι και τέλος Αυγούστου… άρα, για το καράβι έχει έρθει!

Γυρίζει να φύγει και με βλέπει. Κοντοστέκεται αλλά και πάλι ξεκινάει προς την πόρτα αφού μια κοπελίτσα τον τραβάει απ το χέρι.

Βουτάω την Αιμιλία και τους παίρνουμε από πίσω. Φτάνουμε μέχρι το καράβι. Εκεί σταματάει και συζητάει με την κοπελιά. Μετά την φιλάει, και μπαίνει!

Κάθομαι και περιμένω. Δε μπορεί… θα βγει στο κατάστρωμα. Αποκλείεται να φύγει έτσι!

Και πραγματικά βγαίνει. Ακουμπάει στην κουπαστή και με κοιτάζει. Τον κοιτάζω κι εγώ. Το καράβι σφυρίζει και ξεκινάει. Σιγά σιγά αρχίζει να γίνεται όλο και μικρότερος. Κάποια στιγμή σηκώνει το χέρι και χαιρετάει. Ίσως εμένα αλλά ίσως την κοπέλα. Δε με νοιάζει. Σηκώνω κι εγώ το χέρι και τον χαιρετάω!

Έχει γίνει πια μια κουκίδα κι εγώ σκέφτομαι, έτοιμη να κλάψω, πως δεν έμαθα ούτε το όνομά του!

Ένα χέρι με πιάνει απ το μπράτσο. Ξαφνιάζομαι αφού εκείνος έχει φύγει αλλά γυρίζω και βλέπω την κοπέλα να μου χαμογελάει.

«Αυτό μου το έδωσε ο ξάδερφός μου να στο δώσω» μου λέει και μου δίνει ένα χαρτάκι.

Νομίζω πως η καρδιά μου θα πεταχτεί απ το στήθος μου καθώς το ανοίγω.

Έχει μόνο ένα τηλέφωνο και από κάτω ένα όνομα.

Στέργιος!  

 

 

***Θυμάμαι τη μέρα που είχαμε πάει στον Ποταμό για ψώνια που αναρωτηθήκαμε με την «μαμά», πότε άραγε θα ξαναέρθουμε στα Κύθηρα. Ανατριχιάζω που σκέφτομαι ότι έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε κι εγώ δεν έχω ξαναπάει.

Μήπως είναι που τόσα χρόνια τα έχω πάντα στην καρδιά μου;      

 

 


Ροζέδες

1300 γρ. αλεσμένα αμύγδαλα

600 γρ. Ζάχαρη

300 γρ. Μέλι

160 γρ. Σιμιγδάλι

1\2 φλιτζάνι νερό

1 κουτ. Κανέλα

Σε μια λεκανίτσα ανακατεύουμε όλα τα υλικά και δουλεύουμε μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιογενές. Κατόπιν πλάθουμε σε μικρά μακρόστενα σχήματα. Αλείφουμε ένα ταψί με λίγο βούτυρο και τα τοποθετούμε μέσα. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο μέχρι να ροδίσουν.

 

Μπιζέδες

Ένα πολύ γρήγορο και εύκολο γλυκό που μπορείτε να σερβίρεται μαζί με τον καφέ ή σκέτο. Θα το εκτιμήσουν ιδιαίτερα οι λάτρεις των …. ζαχαρωτών!

6 Ασπράδια αυγού

2 κούπες ζάχαρη

Τρίμμα ενός λεμονιού

1 κουταλάκι χυμό λεμονιού

1 χούφτα αμύγδαλα καθαρισμένα χονδροκομμένα

Σε μία κατσαρόλα σε σιγανή φωτιά, χτυπάμε τα ασπράδια των αυγών με την ζάχαρη. Όταν αυτό αρχίσει να σφίγγει προσθέτουμε το χυμό και το τρίμμα του λεμονιού και κατεβάζουμε την φωτιά. Σε μία λαδόκολλα φτιάχνουμε βουναλάκια με κορνέ και ρίχνουμε από πάνω τα αμύγδαλα. Σε ένα προθερμασμένο φούρνο στους 150 βαθμούς, βάζουμε το ταψάκι με την λαδόκολλα και τους μπιζέδες και τα αφήνουμε για μισή ώρα περίπου. Είναι έτοιμοι….

 

Φατουράδα

1300 γρ τσίπουρο

800 γρ νερό

800 γρ ζάχαρη

φλούδες από 6-8 μανταρίνια

κανέλα, γαρύφαλλο

Τοποθετούμε σε ένα βάζο το τσίπουρο μαζί με τις φλούδες των μανταρινιών και τα αφήνουμε για 7-10 ημέρες. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα ανακινούμε το βάζο. Σε ένα κατσαρολάκι ρίχνουμε το νερό με τη ζάχαρη και φτιάχνουμε το σιρόπι, προσθέτοντας την τριμμένη κανέλα και το γαρύφαλλο και ανακατεύοντας καλά. Μπορείτε αντί για σιρόπι να χρησιμοποιήσετε και μέλι.

 

 

Παξιμάδια

2 κιλά αλεύρι

2 ποτήρια ελαιόλαδο

2 ποτήρια νερό

80 γρ μαγιά

1 κουτ. Κανέλα τριμμένη

Σε μια λεκάνη ρίχνουμε το αλεύρι, το λάδι και την κανέλα και ανακατεύουμε καλά μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιογενές. Σε ένα ποτήρι τοποθετούμε τη μαγιά και γεμίζουμε με νερό. Ανακατεύουμε και ρίχνουμε το περιεχόμενο στη ζύμη. Προσθέτουμε τα 2 ποτήρια νερό και δουλεύουμε. Κατόπιν αφήνουμε το μείγμα σκεπασμένο μέχρι να φουσκώσει. Ζυμώνουμε και πάλι και χωρίζουμε τη ζύμη σε φρατζόλες τις οποίες κόβουμε σε παξιμάδια. Αφήνουμε για λίγο και πάλι σκεπασμένη τη ζύμη για να ξεκουραστεί και τοποθετούμε το ταψί σε προθερμασμένο φούρνο. Ψήνουμε στους 250 βαθμούς για ώρα περίπου, μέχρι να πάρουν χρώμα. Αφού κρυώσουν τα ξεχωρίζουμε και τα τοποθετούμε και πάλι στο ταψί για 20 περίπου λεπτά στους 150 βαθμούς. Αφού σβήσουμε το φούρνο τα αφήνουμε μέσα μέχρι να γίνουν παξιμάδια.

 

Λαδοπαξίμαδα 

Μία ακόμα συνταγή για τα γνωστά Παξιμάδια Κυθήρων.

1 κιλό αλεύρι για όλες τις χρήσεις

1 κούπα νερό

1 κούπα ελαιόλαδο

1 φακελάκι (περίπου 10 γρ. Ξηρή Μαγιά)

1 πρέζα αλάτι

1 κουταλάκι ζάχαρη

 

Στο χλιαρό νερό διαλύουμε το αλάτι και την ζάχαρη. Σε μία λεκάνη, ανακατεύουμε το αλεύρι με την μαγιά και το λάδι και προσθέτουμε το νερό με το αλεύρι και το αλάτι . Πλάθουμε μέχρι να δέσει το ζυμάρι και να μπορεί να πλάθεται εύκολα.

Φτιάχνουμε φραντζόλες και με ένα αλευρωμένο μαχαίρι, χαράσσουμε σε φέτες μεγέθους ανάλογου του επιθυμητού για τα παξιμάδια μας. Πασαλείφουμε με ελαιόλαδο το ταψάκι μας, τοποθετούμε τις φραντζόλες και τις αφήνουμε να φουσκώσουν σε ένα ζεστό μέρος. Μόλις δούμε ότι είναι έτοιμες, τις βάζουμε στον προθερμασμένο φούρνο να ψηθούν για μισή ώρα περίπου στους 150 βαθμούς. Βγάζουμε τις φραντζολίτσες από το φούρνο και όταν κρυώσουν, σπάμε τις φέτες που είχαμε πριν χαράξει. Ξαπλώνουμε τις φέτες στο ταψί και το ξαναβάζουμε στο φούρνο για να φύγουν όλα τα υγρά τους, σε χαμηλότερη φωτιά

Βρεχτολαδέα

Η βρεχτολαδέα δεν είναι παρά μία ακόμα παραλλαγή του ορεκτικού που έγινε γνωστός από την Κρήτη αλλά τον συναντάμε σε όλη την Ελλάδα, τον γνωστό μας ντάκο. Λόγω του διαφορετικού παξιμαδιού, είναι ένα ορεκτικό πιο φιλικό με τον ουρανίσκο σας. Πάμε να τον φτιάξουμε!

4 λαδοπαξίμαδα

2 ώριμες ντομάτες

Ελαιόλαδο

Τυρί φέτα

Κάπαρη

Λίγο ρίγανη

Ελιές

Μουσκεύουμε ελαφρά τα παξιμάδια και τα τοποθετούμε σε ένα μεγάλο πιάτο. Παίρνουμε τις τομάτες και με ένα κοφτερό μεγάλο μαχαίρι τις ψιλοκόβουμε και τις βάζουμε από πάνω. Με ένα πιρούνι πιέζουμε την φέτα και την απλώνουμε πάνω από την τομάτα. Προσθέτουμε το λάδι, το αλάτι, τις ελιές, την κάπαρη, την ρίγανη και …. ότι άλλο πιστεύετε ότι του ταιριάζει.

 

Ψαρόσουπα

Ένα μεγάλο μαύρο ψάρι της αρεσκείας σας

3 κρεμμύδια

4 πατάτες

5 καρότα

1 κλωνάρι σέλινο

1 κούπα ελαιόλαδο

1 λεμόνι

1 τομάτα

Λίγο αλάτι

Λίγο πιπέρι

Μέσα σε μία μεγάλη κατσαρόλα ρίχνουμε λίγο από το λάδι μας και χοντροκομμένα τις τομάτες, τις πατάτες, τα κρεμμύδια και τα καρότα. Αφού τσιγαριστούν όλα μαζί, προσθέτουμε τόσο νερό όσο χρειάζεται για να σκεπαστούν τα υλικά και τα αφήνουμε να βράσουν. Μετά από 5 λεπτά, ρίχνουμε το ψάρι μας που έχουμε πρώτα καθαρίσει, το σέλινο και το υπόλοιπο λάδι και τα αφήνουμε να βράσουν για 30 λεπτά περίπου. Κατεβάζουμε την κατσαρόλα από την φωτιά και το σβήνουμε με το χυμό του λεμονιού. Ξεχωρίζουμε τα λαχανικά και το ψάρι από το ζουμί και σερβίρουμε χωριστά.

Ορισμένοι προσθέτουν και παξιμαδάκια αντί για κρουτόν.

Πουτίγκα (Τσιριγώτικο γλυκό)

  • 1280 γραμ. γάλα
  • 160 γραμ. σιμιγδάλι
  • 320 γραμ. ζάχαρη
  • 8 αυγά
  • 1 κουτ. σούπας κοφτή κανέλλα κοπανισμένη
  • 1 χούφτα σταφίδα ψιλή
  • 1 φλυτζάνι τσαγιού αμύγδαλα ασπρισμένα καιψιλοκομμένα.
  • 1 φλυτζάνι βούτυρο.

Σε μια κατσαρόλα βάζουμε το γάλα και μόλις ζεστάνει ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε συνέχεια έως ότου πήξει και γίνει κρέμα. Εν συνεχεία το κατεβάζουμε από την φωτιά και όταν κρυώσει χτυπάμε τα αυγά ολόκληρα και τα ρίχνουμε στην κρέμα καθώς και το βούτυρο, την κανέλλα, τα αμύγδαλα και την σταφίδα και τα ανακατεύουμε συνέχεια έως ότου γίνουν όλα ένα μίγμα. Μετά βουτυρώνουμε το ταψί και ρίχνουμε το μίγμα μέσα και το βάζουμε σε μέτριο φούρνο έως ότου ψηθεί.

 

Αχλαδάκια (κατ΄ εξοχήν Τσιριγώτικο)

 

Για την γέμιση.

640 γραμ. αμύγδαλα ασπρισμένα και αλεσμένα

640 γραμ. μέλι

1 κουτ. σούπας κανελογαρυφαλλα

Για το φύλλο.

1 κουτ. του γλυκού δραγάντε σε σκόνη, ζ

άχαρη άχνη όση χρειαστεί για να γίνει το φύλλο ζύμη και

λίγες σταγόνες περγαμόντο άρωμα.

Τα υλικά για την γέμιση τα βάζουμε σε κατσαρόλα στην φωτιά και τα ανακατεύουμε συνέχεια να δέσουν και να γίνουν μια μαλακή μάζα, προσέχοντας να μην κολλήσουν. Αφού κρυώσει λίγο το μίγμα το αδειάζουμε σε μια λεκάνη και πριν κρυώσει τελείως παίρνουμε κομματάκια και πλάθουμε στο χέρι δίνοντας σχήμα αχλαδιού. Τα τοποθετούμε όρθια σε ταψί και τα αφήνουμε έως την άλλα μέρα για να στεγνώσουν και στερεοποιηθούν τελείως. Μετά τα τυλίγουμε με φύλλο που γίνεται ως εξής. Λιώνουμε το δραγάντε από την προηγούμενη μέρα με ζεστό νερό έως ότου φουσκώσει. Από αυτό το διάλυμα παίρνουμε λίγο λίγο και το ανακατεύουμε με την ζάχαρη άχνη και γίνονται ζύμη. Παίρνουμε μικρά κομματάκια και με μικρό ξυλίκι ανοίγουμε φυλλαράκια με τα οποία τυλίγουμε ένα ένα τα αχλαδάκια που έχουν εν τω μεταξύ κρυώσει και τα σκεπάζουμε με άχνη ζάχαρη. Μετά από λίγη ώρα τα βγάζουμε και στην κορυφή τους φυτεύουμε ένα γαρύφαλλο ολόκληρο