Αρχείο Ετικετών | τυρόπιτα

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 2ος Αλόννησος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Για την Αλόννησο είχα ξεκινήσει με κακή διάθεση. Δεν θυμάμαι τώρα πια το λόγο αλλά εκείνο το καλοκαίρι δεν ήθελα να φύγω απ’ την Αθήνα. Μουρτζούφλα έφτασα κι αυτό  που πρωτοείδα μου χάλασε ακόμη περισσότερο τη διάθεση. Ένα χωριό! Παντού χωματόδρομοι και πίσω απ’ τα σπίτια σκηνές. Στην κακή μου διάθεση προστέθηκε και η ανασφάλεια απ’ το φόβο ενός σεισμού. Είχαν περάσει πολλά χρόνια απ’ το μεγάλο σεισμό μου είπε ο πατέρας μου αλλά όσο έβλεπα εγώ τις σκηνές δε μπορούσα να δώσω και μεγάλη σημασία στα λόγια του. Τελικά, στην Αλόννησο ήταν γραφτό να ζήσω δύο απ’ τα ωραιότερα καλοκαίρια της ζωής μου με καλύτερο εκείνο το πρώτο.  

Το σπίτι που είχε νοικιάσει ο πατέρας μου για το καλοκαίρι ήταν μέρος ενός συμπλέγματος σπιτιών που έβγαζαν σε μια κοινή αυλή. Ζούσαν τρεις οικογένειες εκεί μέσα και μας υποδέχτηκαν και οι τρεις όταν φτάσαμε, με γέλια και χαρές. Μια μεγάλη γυναίκα, δύο νεότερες με τους άντρες τους κι ένας παππούς που κοιμόταν καθισμένος σε μια πάνινη πολυθρόνα τύπου σκηνοθέτη που λέμε τώρα, γιατί τότε δε νομίζω να είχαμε ιδέα που κάθονται οι σκηνοθέτες. Υπήρχαν και παιδιά. Ένα κοριτσάκι με κινητικό πρόβλημα, κι ένα αγόρι πιο κοντά στην ηλικία του αδερφού μου. Καθίσαμε όλοι γύρω  από ένα να μεγάλο τραπέζι που ήταν στρωμένο στην αυλή και είχε πάνω και του πουλιού το γάλα. Εγώ, κάτι η κακή διάθεση, κάτι που κουνιόμουν ακόμα απ’ το ταξίδι, κάτι που σαν ψαρομεζέδες έμοιαζαν όλα, δεν ήθελα να φάω τίποτα. Με το ζόρι η μία απ’ τις νεότερες γυναίκες μου έδωσε να δοκιμάσω ένα κομμάτι πίτα. Τηγανιτή τυρόπιτα! Ακόμα την θυμάμαι! Κι όχι μόνον αυτή. Όλες όσες μας έφτιαχνε για ψύλλου πήδημα η κυρία Μαρία. Μόνο να το ‘λεγες και σε μισή ώρα είχε γεμίσει μια πιατέλα. Ένα απόγευμα είχε άλλες δουλειές και δεν μας έκανε τη χάρη. Την περικυκλώσαμε λοιπόν και δεν την αφήναμε σε ησυχία. Παχουλούλα και χαριτωμένη την θυμάμαι να γελάει με την καρδιά της. Στην άκρη της αυλής κολλητά με το σπίτι ήταν η αποθήκη με τα αλεύρια, τα χαρούπια και το λάδι. Την πήραμε όλοι σπρώχνοντας να την πάμε στην αποθήκη. Γέλαγε η κυρα-Μαρία και τάχα μου δεν ήθελε αλλά δεν έβαζε και δύναμη να μας ξεφύγει. Φτάνουμε στην αποθήκη και πάει ν ανοίξει το τσουβάλι με τ’ αλεύρι. Φόραγε μια ρομπούλα από τσίτι κι όπως είχε σκύψει το ντεκολτέ κρεμόταν κι εκεί μέσα χώθηκε ο ποντικός με το που πετάχτηκε απ’ το τσουβάλι. Για πότε εξαφανιστήκαμε….λες κι ο ποντικός θα μας έπαιρνε στο κυνήγι!!! Εγώ έφτασα στην καγκελόπορτα της αυλής κι η παντόφλα μου είχε μείνει στην αποθήκη. Η κυρα-Μαρία ξαφνιάστηκε, χοροπήδησε να φύγει ο ποντικός και μετά άρχισε να γελάει ακόμα πιο δυνατά και να μας κοροϊδεύει « Τυρόπιτα θέλατε?? Τηγανιτό ποντικό θα σας φτιάξω!» και όλο  να  γελάει! Τελικά μας έφτιαξε και τυρόπιτα και λουκουμάδες και μου έφερε και την παντόφλα μου γιατί εγώ στην αποθήκη δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναμπώ!!

Δε μπορώ να θυμηθώ πόσα κιλά πήρα εκείνο το καλοκαίρι αλλά θυμάμαι ότι μασούλαγα συνέχεια. Μέχρι και στη θάλασσα που πηγαίναμε ξεκολλάγαμε πεταλίδες απ’ τα βράχια και τις τρώγαμε. Άσε δε τους αστακούς!! Ο πατέρας μου είχε ένα συνάδελφο ( απ’ το Λέων πρέπει να ήταν αυτός) που έφτιαχνε διακοσμητικά από βότσαλα, αχιβάδες και καύκαλα αστακών και καβουριών. Το καλύτερο ήταν ότι όλα αυτά δεν τα έτρωγε. Δεν του άρεσαν. Τα αγόραζε και μας τα μοίραζε, με τη συμφωνία να μην πετάμε τίποτα απ’ αυτά που δεν τρώγονταν. Ούτε που ξέρω πόσους τόνους θαλασσινών φάγαμε εκείνο το καλοκαίρι. Θαλασσινά σε όλες τις παραλλαγές. Μέχρι που η μάνα μου η ρουμελιώτισσα έφτασε να καθαρίζει τον αστακό με μαεστρία σεφ και να φτιάχνει απίθανες αστακομακαρονάδες! Αυτό που δεν έφαγα τότε ήταν ο τόνος. Να σκεφτείς δεν θυμάμαι καν ότι τον είχαμε μαγειρέψει ποτέ. Όση τρέλα είχα για τα θαλασσινά, άλλη τόση αντιπάθεια είχα για τα ψάρια.

Στην Αλόννησο ξαναγύρισα πριν μερικά χρόνια με τον άντρα μου και τα παιδιά μου. Δεν υπήρχαν πια χωματόδρομοι και σκηνές αλλά, περπάτησα κι έκανα μπάνιο στην ίδια παραλία και ξεκόλλησα και μια πεταλίδα από το ίδιο βραχάκι. Μια μπίγα έκανε την καρδιά μου να χοροπηδήσει και γέμισε τα μάτια μου δάκρυα φέρνοντας μου στο μυαλό τον αγαπημένο μου Σαμψών κι έτσι μου φάνηκε ότι από κάπου άκουσα και τη φωνή του πατέρα μου! Αυτές οι αναμνήσεις με οδήγησαν στα στενά της Χώρας να ψάξω να βρω το σπίτι με την αυλή που μέναμε τότε. Και ρωτώντας το βρήκα. Δεν υπήρχε πια αυλή και όλο το σπίτι ήταν διαφορετικό. Χτύπησα την πόρτα και μια κυρία, που κάτι μου θύμιζε, μου άνοιξε. Άρχισα να της εξηγώ ποια είμαι όταν άκουσα μια φωνή από μέσα να ρωτάει: «Η Ελένη είναι???». Είναι αδύνατον να περιγράψω την έκπληξη και την συγκίνηση που ένιωσα όταν αντίκρισα τη φιλεναδίτσα μου εκείνου του καλοκαιριού. Το κοριτσάκι με το κινητικό πρόβλημα με θυμόταν ακόμα όπως τη θυμόμουν κι εγώ!!! Μείναμε αρκετή ώρα. Γελάσαμε με όσα θυμηθήκαμε και κλάψαμε γι αυτούς που δεν ήταν πια μαζί μας… ποτέ ξανά δεν θα έτρωγα τυρόπιτα απ’ τα στρουμπουλά χεράκια της κυρα-Μαρίας! Ούτε τηγανιτό ποντικό!

Μπορεί αυτή τη δεύτερη φορά να έμεινα δυόμισι μήνες λιγότερο απ’ την πρώτη αλλά είδα πολλά περισσότερα. Όλα αυτά που το παιδικό μου μάτι δεν ήταν σε θέση να δει και να εκτιμήσει. Όλη αυτή την ομορφιά του καταπράσινου τοπίου και της κρυστάλλινης γαλάζιας θάλασσας! Κι από γεύσεις?   Για ποιο να πρωτοπώ! Για τον τόνο που με μανία είχα αποφύγει την πρώτη φορά ,για όλα τα φρέσκα ψάρια που τρώγαμε κάθε μέρα ή για τα απίστευτα καλαμάρια με κοφτό μακαρονάκι που έφτιαχνε καθημερινά μια άλλη «κυρα-Μαρία»  στη Βότση!

Ψάχνοντας για την επιστημονική εκδοχή των αναμνήσεων μου βρήκα στη γύρα όλες τις συνταγές που αγάπησα, εκτός απ’ τον τηγανιτό ποντικό. Όμως η  αγάπη μου γι αυτήν ακριβώς  τη συνταγή κι η σκιά της μπίγας, θα με κάνουν μια μέρα να ξαναγυρίσω στην αγαπημένη μου Αλόννησο!!!

τυρόπιτα Αλοννήσου με τον Στάθη Παναγιωτόπουλο : [kad_youtube url=»https://www.youtube.com/watch?v=r6DnpGUaqz8″ width=400 height=300 ]

Αστακομακαρονάδα:

  • 1 αστακός 1 κιλό περίπου              
  • 8 κουταλιές ελαιόλαδο
  • 1 πακέτο σπαγγέτι
  • 8 σκελίδες σκόρδο
  • 12- 15 ντοματίνια
  • 500  μλ. λευκό κρασί
  • 1 καυτερή πιπερίτσα
  • 1 μάτσο μαϊντανός
  • αλάτι
  • πιπέρι

Ζυμαρικά που μυρίζουν θάλασσα

Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν την αγάπη μου για την pasta με θαλασσινά. Αν έρθετε σπίτι μου για φαγητό – αλήθεια σας λέω – είναι πολύ πιθανό να φάμε μια παντσανέλα (θα τη φτιάξουμε σ’ ένα από τα επόμενα κεφάλαια αυτής της στήλης που θα το αφιερώσω στις σαλάτες), ένα καρπάτσο φρέσκου ψαριού, και φυσικά ένα ζυμαρικό με θαλασσινά. Αυτή η κατηγορία πιάτων αποτελεί μια προσιτή πολυτέλεια, που  αν μάθουμε να τα μαγειρεύουμε σωστά, μας βγάζουν ασπροπρόσωπους και στην πιο δύσκολη περίσταση. Πέρα από τη νοστιμιά, η αίσθηση που δημιουργούν, ο μικρός χρόνος μαγειρέματος αλλά και η τιμή, αφού με μια χούφτα γαρίδες ή μια χούφτα όστρακα μπορούν να φάνε ένα εξαιρετικό πιάτο 4 άτομα, καθιστούν τα ζυμαρικά με τα προϊόντα της θάλασσας εξαιρετική επιλογή σε κάθε περίπτωση.

Επτά στις δέκα φορές που μαγειρεύω pasta, την φτιάχνω με θαλασσινές γεύσεις. Θα σας πω μερικές από τις αγαπημένες μου. Ζυμαρικά με vongole (κυδώνια), με γυαλιστερές, με τριμμένο αυγοτάραχο (alla Botarga), με γαρίδες, με καραβίδες, με τόνο, με βούτυρο χτυπημένο με αντζούγιες, την περίφημη (pasta con le sarde) με σαρδέλες δηλαδή, με σουπιά ή καλαμάρι (εδώ αφαιρώ με προσοχή το σακουλάκι με το μελάνι και το προσθέτω στη σάλτσα), με μπόλικα κρεμμύδια και ψιλοκομμένο χταποδάκι, με φρέσκο τόνο και δεντρολίβανο σε σάλτσα ντομάτας, με αχινούς που τους μαζεύω στ’ ανοιχτά του Αργοσαρωνικού (μόνο όσους χρειάζομαι βέβαια) και φτιάχνω την αχινομακαρονάδα – τα αυγά του αχινού μπαίνουν κατά το σερβίρισμα διότι δεν πρέπει να τα μαγειρέψουμε- αλλά και μακαρονάδα με κοκκινιστό ροφό «ροφομακαρονάδα», με σκορπίνες που τις έχω μαγειρέψει μπουρδέτο – εδώ αρχίζουν τα κιμπαριλίκια – και φυσικά σπαγγέτι με αστακό, την αστακομακαρονάδα η οποία πολλές φορές μας βγαίνει ξινή όταν την τρώμε έξω, αφού συνηθίζεται να είναι πανάκριβη και δυστυχώς τουλάχιστον εδώ στην Αθήνα συνήθως κακομαγειρεμένη.  

Επειδή δεν θέλω να ανοίξω το στόμα μου και να μιλήσω πάλι για εστιατόρια και εστιάτορες που βρίσκονται σε βαθιά μεσάνυχτα και δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να μάθουν ούτε τα βασικά, ενώ τους αρέσει να υποστηρίζουν ότι «Εγώ έχω το καλύτερο ιταλικό στο Παγκράτι ή εγώ είμαι μνημείο γεύσης στη Γλυφάδα», θα τους τραγουδήσω «Στην Κυψέλη, στο Παγκράτι, Νέα Σμύρνη και Μοσχάτο, για να φάω κάτι που ν’ αξίζει, έκανα την Αθήνα άνω – κάτω…», θα δώσω τόπο στην οργή και θα μπούμε μαζί στην κουζίνα για να σας πω κάποια μυστικά, έτσι ώστε να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.

ΚΑΙ ΟΙ 7 ΗΣΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ

Έτσι λεγόταν ένα επικό γουέστερν της δεκαετίας του’60, επτά όμως είναι και τα βασικά συστατικά που πάντα πρέπει να υπάρχουν για να κάνουμε σωστά τη «δουλειά».

  1. Εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο
  2. Καλής ποιότητας σκόρδο
  3. Μαϊντανός
  4. Peperoncino (καυτερή πιπεριά αποξηραμένη, νωπή ή τουρσί)
  5. Ένα αξιοπρεπές λευκό κρασί για «σβήσιμο»
  6. Τοματίνια ή ζουμερές φρέσκες ντομάτες ή ακόμα και αποφλοιωμένα ντοματάκια κονσέρβας. (όχι κονκασέ γιατί βγάζουν πολλά υγρά)
  7. Pasta. Ένα μακρύ ιταλικό ζυμαρικό – spaghetti, bavete, liguine ή tagliatele – από αυτά που σας έχω αναφέρει στο 1ο κεφάλαιο αυτής της στήλης.

 

Αυτά είναι τα προϊόντα που σας κάνουν παντοδύναμες – ους και κυρίαρχους του παιχνιδιού στην κουζίνα και πάντα θα βγαίνετε νικητές, όταν θέλετε να φτιάξετε μια pasta με θαλασσινά της προκοπής.

100% επιτυχία

Υπάρχει μια σειρά κινήσεων που θα μπορείτε να προσαρμόσετε σε όποιο υλικό κι αν επιλέξετε για να δώσει το όνομά του στη συνταγή. Είτε είναι δηλαδή γαρίδα, οστρακοειδές, καλαμάρι, φιλέτο ψαριού ή αστακός. Μόλις τις αποτυπώσετε και φτιάξετε 5-6 φορές pasta με θαλασσινά, θα είστε δαχτυλοδεικτούμενοι στην  παρέα και στη φαμίλια, αλλά θα μου χρωστάτε χάρη και εγώ κάτι τέτοια δεν τα ξεχνάω. Ξέρετε πόσες φορές έχω δει το «Νονό»;

Η Αστακομακαρονάδα μου!

Λοιπόν, ώρα για δουλειά. Πάμε στην κουζίνα και ανοίγουμε ένα μπουκάλι λευκό κρασί για να μας κάνει παρέα. Στην κλασική μεγάλη κατσαρόλα μας βάζουμε να βράσει μπόλικο νερό για τα ζυμαρικά.

Παίρνουμε ένα μεγάλο βαθύ τηγάνι ή μια μέτρια κατσαρόλα και βάζουμε 8 κουταλιές έξτρα παρθένο ελαιόλαδο. Ρίχνουμε μέσα 1 pepperoncino το οποίο θα δώσει άρωμα και ένταση στη σάλτσα, αλλά θα πρέπει να θυμηθούμε να το αφαιρέσουμε στο τέλος. Εγώ που δεν θέλω η σάλτσα μου να είναι κατακόκκινη, για να καταλάβω τη γεύση του θαλασσινού, χρησιμοποιώ φρέσκα τοματίνια. Έτσι για 4 άτομα που είναι η συνταγή μου θα χρειαστώ 12-15 τοματίνια κομμένα στη μέση. Τα ρίχνω στο τηγάνι να αρχίσουν να βγάζουν τα υγρά τους και να μαραίνονται για 4-5 λεπτά σε μέτρια φωτιά. Ψιλοκόβω 6-8 σκελίδες σκόρδο – αυτές οι σάλτσες αγαπάνε το σκόρδο – και ένα ολόκληρο μάτσο μαϊντανό. Ρίχνω τα 2/3 του μαϊντανού στο ελαιόλαδο και ανακατεύω όλα τα υλικά με μια ξύλινη κουτάλα. Η κουζίνα μου έχει αρχίσει να μυρίζει υπέροχα, φανταστείτε ότι και η δικιά σας θα πάθει το ίδιο. Μετά από 4 λεπτά προσθέτω μισό λίτρο λευκό κρασί και δυναμώνω τέρμα τη φωτιά για να φύγει το αλκοόλ. Αν σας αρέσει η κόκκινη εκδοχή σ’ αυτές τις σάλτσες, μαζί με το κρασί μπορείτε να προσθέσετε 1 φλιτζάνι ντομάτα από τον τρίφτη ή passata. Εγώ την προτιμάω πιο θαλασσινή, άρα μόνο με τοματίνια. Μόλις πάρουν μια βράση τα υλικά, χαμηλώνω τη σάλτσα και ασχολούμαι με το κυρίως υλικό της συνταγής μου.

Σ’ αυτό το σημείο θα βάλουμε μέσα το θαλασσινό που θα χαρακτηρίσει το πιάτο. Θα είναι καραβίδα; γαρίδα; καλαμάρι; αστακός; Ό,τι και να χρησιμοποιήσουμε, κρατάμε το 1ο σκέλος της συνταγής σαν βάση.

Σήμερα όμως σας έχω τάξει αστακομακαρονάδα και δεν μπορώ να βγω ψεύτης. Έτσι θα φτιάξουμε μαζί την βασίλισσα των μακαρονάδων με θαλασσινά. Αυτή με τον αστακό. Έχω δει διάφορες «μυστήριες» εκδοχές που είναι πραγματικά για πέταμα. Κάτι κολοκυθάκια, καροτάκια, μελιτζάνες και άλλα τέτοια γραφικά ξεχάστε τα. Αυτά να τα φυλάξετε για την επόμενη μέρα για να φάτε μπριάμ. Εγώ δεν χαριεντίζομαι και δεν παριστάνω το καλό παιδί γιατί πολύ απλά δεν είμαι. Αυτά τα είπαμε από την αρχή αυτής της στήλης και τα συμφωνήσαμε. Θα λέμε πάντα τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Φυσικά όμως οι απόψεις σας και οι παρατηρήσεις σας θα είναι ευπρόσδεκτες και προς συζήτηση και ό,τι σας απασχολεί θα το αναλύουμε αφού πρώτα μου το αναφέρετε όπως έκαναν αρκετές φίλες και φίλοι στο email μου editor@nistikoarkoudi.gr.  

Αν βρείτε λοιπόν ζωντανό αστακό έχει καλώς, αν όχι, και οι κατεψυγμένοι κάνουν ωραία σάλτσα, φτάνει να είναι Ατλαντικού ωκεανού ή έστω να έχουν αναπτυχθεί σε «αλμυρό» περιβάλλον. Για κάποιους αστακούς που είναι σκούροι και πιο μαζεμένοι και έρχονται από ποτάμια, βουνά και λαγκάδια – θα σας τους πουν του γλυκού νερού – μην ξοδέψετε τα χρήματα σας, γιατί δεν λένε τίποτα. Άσε που δεν ξέρουν και κολύμπι…!

Αν ο αστακός σας είναι ζωντανός, θα ζητήσετε από τον ψαρά σας να σας τον δέσει για να μην αρχίσει να τρέχει μέσα στο σπίτι, μόλις πάτε χαλαροί και ανυποψίαστοι να τον ζεματίσετε. Έτσι, θα βράσετε νερό και θα τον βάλετε μέσα για 1-2 λεπτά και στην συνέχεια θα τον αποσύρετε για να πέσει η θερμοκρασία του και να μπορείτε να τον πιάσετε. Αν είναι κατεψυγμένος, θα τον βγάλετε να ξεπαγώσει φυσικά – όχι στο micro – και στις δύο περιπτώσεις όμως, από δω και πέρα θα πράξετε το ίδιο. Μ’ ένα κοφτερό μαχαίρι θα τον κόψετε στη μέση κατά μήκος σε δύο όμοια κομμάτια.   Θα διακρίνετε να ξεκινάει από το κεφάλι και να καταλήγει στουν ουρά ένα σκούρο και σχετικά πλατύ έντερο, που θα το πιάσετε από την άκρη και θα το αφαιρέσετε. Όλα καλά ως εδώ έτσι; Δεν κολλήσαμε πουθενά.

Λογικά έχει βράσει το νερό για τα ζυμαρικά μας. Ρίχνουμε μια χούφτα αλάτι και στη συνέχεια ένα πακέτο ιταλικά ζυμαρικά. Αν απαιτούν χρόνο βρασμού για παράδειγμα 12 λεπτά θα τα βράσω μόνο10 και άλλα 2 λετπά θα τα βαφτίσω στην σάλτσα του αστακού για να ρουφήξουν νοστιμιά. Μ’ αυτά που γράφω έχουν αρχίσει και μου τρέχουν τα σάλια…

Για να δούμε όμως τι κάνει η σάλτσα μας. Μια χαρά είναι, έχει μειωθεί η στάθμη και ήρθε η ώρα να βάλω μέσα τον αστακό. Τοποθετώ τα κομμάτια με την κοιλιά προς τα κάτω, για να βγάλουν όλη τους τη νοστιμιά. Μην ξεχάσω να σας πω ότι αστακοί, γαρίδες και καραβίδες δεν βράζονται ποτέ πάνω από 10 λεπτά, διότι σφίγγει το κρέας τους και χάνουν τη φρεσκάδα τους. Έτσι, στα 5 λεπτά τα γυρνάω απ’ την άλλη, αλατοπιπερώνω (θα χρειαστώ και μύλο πιπεριού στο τραπέζι) και συνεχίζω το μαγείρεμα σε χαμηλή φωτιά. Όταν τα ζυμαρικά είναι μισοτελειωμένα,  ρίχνω 1 φλιτζάνι από το νερό τους στη σάλτσα μου και δυναμώνω τη φωτιά για ν’ αρχίσει να βράζει. Οι στιγμές που ακολουθούν είναι σημαντικές και γεμάτες ένταση. Το θερμόμετρο έχει ανέβει στα ύψη. Απέχω ελάχιστα λεπτά από ακόμα μία τέλεια αστακομακαρονάδα. Σουρώνω τα ζυμαρικά και  στη στιγμή τα ρίχνω στη σάλτσα. Τα ανακατεύω καλά με τον αστακό και σε 1-2 λεπτά είναι έτοιμα για σερβίρισμα. Για καλύτερο ανακάτεμα τα ρίχνω μέσα στην κατσαρόλα των ζυμαρικών.  Έχω ήδη έτοιμη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας μια λευκή πιατέλα, που είναι έτοιμη να υποδεχθεί το δημιούργημά μου. Πασπαλίζω με τον υπόλοιπο μαϊντανό και ξεκινάω. Στο τραπέζι έξω στην  αυλή μου ακούω ψίθυρους ανυπομονησίας. Μυρίζω την πιατέλα για να βεβαιωθώ, φοράω το σαρδόνιο χαμόγελό μου και υπό τους ήχους του Pavarotti βγαίνω εξω θριαμβευτής. Avanti Maestro!

Η μαγειρική είναι έρωτας και εγώ είμαι τρελά ερωτευμένος μαζί της, ελπίζω και σεις…

 

Ηλίας Σκουλάς

Νηστικό Αρκούδι

 

Κι ένα γλυκάκι που κι αυτό το δοκίμασα και το εκτίμησα στη δεύτερη επίσκεψη.

ΧΑΜΑΛΙ

Υλικά (για 200 με 220 κομμάτια)

για τη γέμιση
2 κιλά ψίχα καρυδιών χονδροκομμένη
1 κιλό αμύγδαλα ψιλοκομμένα
500γρ σιμιγδάλι ψιλό
500γρ σιμιγδάλι χονδρό
1800γρ μέλι καλής ποιότητας
κανέλα, μοσχοκάρυδο

για το τύλιγμα 2 κιλά φύλλα κρούστας κομμένα σε λωρίδες πλάτους 7 εκ. περίπου
και για το φινίρισμα 1.5 με 2 κιλά ζάχαρη άχνη.

Εκτέλεση

Βάζουμε όλα τα υλικά σε μια λεκάνη και ζυμώνουμε καλά. Αφήνουμε το μίγμα έτσι όπως είναι για 4 – 5 μέρες να τραβήξει το σιμιγδάλι. Μετά, παίρνουμε λίγο και το πλάθουμε στο μέγεθος καρυδιού. Έπειτα, του δίνουμε σχήμα τριγωνικό. Τυλίγουμε τα τρίγωνα με μια λωρίδα φύλλο κρούστας το καθένα, τα βουτάμε σε καυτό λάδι για να σταθεροποιηθεί το φύλλο και τα βγάζουμε γρήγορα.

Όταν τα βγάζουμε τα βάζουμε αμέσως σε χαρτί κουζίνας να απορροφήσει το λάδι. Στρώνουμε ένα ταψί με χαρτί κουζίνας και βάζουμε μέσα τα χαμαλιά όρθια, έτσι ώστε να στραγγίζει το λάδι. Αφήνουμε πάλι για 4 – 5 μέρες. Τέλος, τα πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.

               Από την κα Ευμορφία Καλογιάννη
                Πατητήρι Αλοννήσου – ν. Μαγνησίας