Αρχείο Ετικετών | χοιρινό

Πως η Ευτυχία συνάντησε την ευτυχία

Protected by Copyscape Plagiarism Check
Θυμάμαι λοιπόν πως στην εποχή που ήμουν δεκαπέντε χρονών οι γάμοι των συνομηλίκων μου δεν ήταν και πολύ σπάνιοι. Το αντίθετο μάλλον. Για παράδειγμα  η κολλητή μου, τότε, η Μαρία είχε δεσμό με τον Τάκη που την περίμενε να τελειώσει το γυμνάσιο για να παντρευτούν. Άλλες δύο συμμαθήτριές μας ήταν στην ίδια κατάσταση και άλλη μία στο λύκειο ήταν παντρεμένη και μάλιστα είχε και παιδί.

Απ’ όλα αυτά τα «κορίτσια» όπως θα έλεγε ο Σαββόπουλος, διάλεξα την Ευτυχία που ήταν σε ακόμη χειρότερη μοίρα απ’ τις προαναφερθείσες.

Ο μέλλων σύζυγος της Μαρίας, ο Τάκης είχε  αδερφό τον Γιάννη. Ο Τάκης ήταν αρκετά μεγαλύτερος απ’ τη Μαρία και ο Γιάννης πολύ μεγαλύτερος απ’ τον Τάκη. Άρα, όπως το σκέφτομαι τώρα, ο Γιάννης πρέπει να ήταν  32-33 χρονών.

Ένα πρωινό Κυριακής πήγαμε με τη Μαρία και τον Τάκη επίσκεψη στο σπίτι του αδερφού του  κι έτσι γνώρισα την Ευτυχία, την γυναίκα του Γιάννη.

Την Ευτυχία δεν θα την έλεγες ωραία με την στενή έννοια του όρου. Απ’ το λαιμό και κάτω ήταν μια συνηθισμένη χοντρούλα. Απ το λαιμό και πάνω όμως ήταν κούκλα. Φυσικά ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια και χείλια τύπου Αντζελίνας.

Σε πρώτη φάση είδα μπροστά μου μια κυρία που μας καλοδέχτηκε στο σπίτι της και που έτρεχε σαν τον Βέγγο να φτιάξει καφέδες, να φέρει γλυκά, να μετακινήσει τραπεζάκια για να βολευτούμε να μας βάζει μαξιλαράκια πίσω απ΄ την πλάτη για να είμαστε άνετα στον καναπέ και να προλαβαίνει τις επιθυμίες του Γιάννη πριν καλά-καλά τις ξεστομίσει.

Ούτε για μια στιγμή δεν φαντάστηκα ότι είχαμε μόλις 3 χρόνια διαφορά. Κι όταν έμαθα ότι ήταν 17 χρονών, αντί να την λυπηθώ, όπως όφειλα, την θαύμασα! Τώρα που το σκέφτομαι… ήταν άξια και για τα δύο.

Ο Τάκης κι ο Γιάννης κατάγονταν απ’ τον Έβρο. Εκεί σε κάποιο ξεχασμένο χωριό ο Γιάννης ανακάλυψε την Ευτυχία. Πρέπει να παραδεχτώ πως άνετα την έκανες δέκα χρόνια πάνω απ’ την ηλικία της. Κάτι το ντύσιμο κάτι τα κιλά… φαινόταν να πλησιάζει τα τριάντα. Ο Γιάννης ήθελε ένα κορίτσι από σπίτι και για σπίτι, κι η Ευτυχία ταίριαζε γάντι. Εκείνη πάλι νόμισε πως τον ερωτεύτηκε αλλά στην πραγματικότητα αυτό που είχε ερωτευτεί ήταν η Αθήνα. Έτσι παντρεύτηκαν.

Για μια διετία την Ευτυχία την επισκεπτόμασταν συχνά. Συνέχιζα να την θαυμάζω γιατί μου έκανε φοβερή εντύπωση να βλέπω τη μαμά μου σε συσκευασία δεκαεφτάχρονης. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις που είχε και που τις έβγαζε πέρα με τον καλύτερο τρόπο την θεοποιούσαν στα μάτια μιας καλομαθημένης πρωτευουσιάνας όπως ήμουν εγώ. Από τότε μπήκαν τα θεμέλια της θεωρίας  μου πως τα παιδιά της επαρχίας είναι πολύ πιο άξια απ’ αυτά της Αθήνας. Εμένα μου τα είχε η μανούλα μου όλα έτοιμα και το μόνο που είχα να κάνω ήταν να διαβάζω και να πηγαίνω βόλτες, τη στιγμή που η Ευτυχία είχε να φροντίσει εκτός απ’ το σπίτι και τον άντρα και πεθερικά και γονείς που έρχονταν εναλλάξ.

Καλοκαίρι παντρεύτηκε η Μαρία, Σεπτέμβρη άρχιζε το σχολείο. Μέχρι τα Χριστούγεννα  οι συναντήσεις μας είχαν μειωθεί στο ελάχιστο. Απ’ τον καινούργιο χρόνο και μετά δεν την ξαναείδα και μαζί μ’ αυτήν δεν ξαναείδα και την Ευτυχία.

Ήταν δώδεκα χρόνια αργότερα όταν ένα απόγευμα πέρασα να δω την παιδική μου φίλη την Κατερίνα και την πέτυχα στην πόρτα. Πάω σε μια γειτόνισσα, μου είπε και με κάλεσε να πάω μαζί. Σε πρώτη φάση αρνήθηκα γιατί δεν την ήξερα αλλά με έπεισε ότι κι εκείνη θα χαιρόταν να με γνωρίσει κι εγώ θα πέρναγα πολύ ωραία γιατί ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος.

Όταν άνοιξε η πόρτα έμεινα άφωνη βλέποντας μπροστά μου την Ευτυχία. Ίδια κι απαράλλαχτη, μόνο που εμένα τώρα μου φαινόταν πιο μικρή. Δε με γνώρισε κι έπεσε πολύ γέλιο μέχρι να καταλάβει ποια είμαι και να με πλακώσει στα φιλιά.

Επιφανειακά δεν είχε αλλάξει τίποτα. Μάλιστα κάποια στιγμή εμφανίστηκε κι ο Γιάννης κι όλα φαίνονταν να είναι όπως τότε. Όταν όμως είπα στην Ευτυχία ότι παντρεύτηκα συννέφιασε:

«Παντρεύτηκες; Γιατί βιάστηκες τόσο;»

«Τι βιάστηκα ρε Ευτυχία; Εικοσιπέντε χρονών είμαι!»

Κάτι συνωμοτικές ματιές που αντάλλαξε με τη φιλενάδα μου μ’ έκαναν να σκεφτώ πως τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά αλλά δεν είπα και τίποτα.

«Δεν ήξερες… δε ρώταγες;» μου είπε μετά από λίγο δίνοντάς μου το δικαίωμα να ρωτήσω τι έχει αλλάξει.

Τελικά ο χρόνος είχε αλλάξει πολλά και πρώτον- πρώτον τον Γιάννη. Πάει ο έρωτας πάει κι η ζεστή συμπεριφορά. Το γλυκό του κοριτσάκι, όπως την έλεγε παλιά, είχε μεταμορφωθεί σε μια «στέρφα» γυναίκα. Το ότι δεν είχαν παιδί ήταν δικό της φταίξιμο κι η στενοχώρια δική του και μόνο δική του.

Όσο πιο πολύ κάναμε παρέα με την Ευτυχία τόσα πιο πολλά βγαίναν στην φόρα.

Ποτέ δεν έβγαινε απ΄ το σπίτι για έναν καφέ. Απαγορευόταν! Το μπαλκόνι ήταν η έξοδός της. Η Ευτυχία στο ένα μπαλκόνι κι ένα σκυλί σ’ ένα άλλο. Τους λυπόσουν και τους δύο το ίδιο, έτσι όπως κοιτούσαν τον δρόμο.

Τις περισσότερες φορές πηγαίναμε να την δούμε όταν ο Γιάννης έλειπε απ’ το σπίτι γιατί τις πολλές παρέες με φιλενάδες δεν τις γούσταρε επειδή την ξεμυαλίζανε.

Όσες φορές τον συναντήσαμε, με εξαίρεση τις δυο τρεις πρώτες, πρόσβαλε την Ευτυχία μπροστά μας σα να ΄θελε να μας αποδείξει πόσο άχρηστη είναι, σε περίπτωση που είχαμε άλλη γνώμη για κείνη.

Χοντρή την ανέβαζε, μπάζο την κατέβαζε αδιαφορώντας που εκείνος θα είχε πάρει και τριάντα κιλά μέσα σ’ αυτά τα χρόνια.

Οι επισκέψεις μας στην Ευτυχία κράτησαν κάνα τριάρι χρόνια. Δε νιώθαμε καλά όταν πηγαίναμε αλλά συνεχίζαμε να το κάνουμε  επειδή την αγαπούσαμε αλλά κι επειδή την  λυπόμασταν.

Η αιτία για να σταματήσουμε ήταν και πάλι ο Γιάννης.

Ήμουν έγκυος κι η κοιλιά μου είχε αρχίσει να φαίνεται όταν μια μέρα ο Γιάννης επέστρεψε νωρίτερα απ’ ότι τον περιμέναμε και μας τσάκωσε πάνω στον καφέ.

Μας χαιρέτησε σκυθρωπός, όπως έκανε πάντα και πήγε να φύγει αλλά πρόσεξε την κοιλιά μου.

Δε μπορώ να πω… και συγχαρητήρια μου είπε, και μου έδωσε και τις ευχές του για μια καλή εγκυμοσύνη!

Την άλλη μέρα όμως μας πήρε τηλέφωνο η Ευτυχία και μας είπε να μην ξαναπάμε στο σπίτι της γιατί ο Γιάννης δεν θέλει. Έκλαιγε κι αυτό μας έκανε να πάμε τρέχοντας να την δούμε, έστω και για λίγο αφού εκείνος έλειπε.

Αυτό που αντικρίσαμε μας άφησε με ανοιχτό το στόμα. Τα χείλια της ήταν σκισμένα και  το ένα της μάγουλο ήταν κατάμαυρο.

Απ’ αυτό το περιστατικό και μετά δεν τόλμησε καμιά μας να ξανάρθει σε επαφή μαζί της. Περιμέναμε από εκείνη να μας πάρει τηλέφωνο και να μας πει τα νέα της. Κάποιες σκέψεις για αστυνομία, πάνω στην αγανάκτησή μας τις είπαμε δυνατά και ο τρόμος στα μάτια της και τη φωνή της μας έκανε να τις ξεχάσουμε.

Για καιρό, η μοναδική μας σκέψη ήταν το να βρούμε τρόπο να την βοηθήσουμε.

Πιθανόν η μοίρα ή ο θεός των συμπτώσεων, αν θες, ανέλαβε να δώσει τη λύση.

Ήταν Σάββατο πρωί και γύριζα απ’ την λαϊκή. Έξω απ’ το σπίτι της Ευτυχίας σταματάω και αφήνω τις σακούλες κάτω για να πάρω μιαν ανάσα. Ένα πορτοκάλι φεύγει απ’ τη σακούλα κι αρχίζει να τρέχει. Ένα πόδι το σταματάει κι ένας νεαρός γύρω στα 30 έρχεται και μου το δίνει. Του λέω ευχαριστώ και κουβέντα την κουβέντα μαθαίνω πως είναι νέος στην γειτονιά,  ότι μένει στην ίδια πολυκατοικία με την Ευτυχία και μάλιστα στον ίδιο όροφο.

Το ίδιο κιόλας απόγευμα κάλεσα την φιλενάδα μου για συμβούλιο. Δεν ξέρω πως μου έκατσε στο μυαλό αλλά αυτό το παιδί, μου είχε φανεί τόσο συμπαθητικό που ήμουν σίγουρη πως δεν θα αρνηθεί να βοηθήσει.

Χωρίς να το σκεφτούμε και ιδιαίτερα, βρεθήκαμε μπροστά απ’ την πόρτα του να χτυπάμε το κουδούνι του και να κοιτάμε και την διπλανή πόρτα μην ανοίξει και μας τσουρομαδήσει κανένας Γιάννης.

Ο άνθρωπος ξαφνιάστηκε όταν μας είδε αλλά αμέσως μας κάλεσε να περάσουμε μέσα. Κέρασε καφέ κι εμείς του είπαμε όσα είχαμε να του πούμε για την γειτόνισσα. Δυστυχώς γίναμε αμέσως πιστευτές και ως προς τα γεγονότα και ως προς το μέγεθος του προβλήματος, γιατί ήδη είχε προσωπική αντίληψη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που ήταν στο διαμέρισμα είχε ακούσει διάφορα από δίπλα.

Αυτό που του ζητήσαμε ήταν αν ακούσει τίποτα να καλέσει την αστυνομία και, ευτυχώς, το δέχτηκε αμέσως.

Μετά από λίγο καιρό και έχοντας την πληροφόρηση ότι έχει κρατήσει το λόγο του, έπαψα να ασχολούμαι ιδιαίτερα γιατί το μυαλό μου απορρόφησαν τα καινούργια γεγονότα της ζωής μου μιας κι έγινα μαμά. Τον έλεγχο τον είχε πάρει στα χέρια της η Κατερίνα που τηλεφωνιόταν με τον Βασίλη (έτσι έλεγαν τον γείτονα) και κατέστρωναν σχέδια. Μετά από καιρό και λόγω των επισκέψεων της αστυνομίας, τα πράγματα ηρέμησαν. Απ το διπλανό διαμέρισμα έπαψαν να ακούγονται ύποπτοι θόρυβοι και σιγά- σιγά πάψαμε να έχουμε επαφές και με τον γείτονα. Την Ευτυχία την βλέπαμε καμιά φορά στο μπαλκόνι ή στη λαϊκή αλλά αφού μας απέφευγε την αποφεύγαμε κι εμείς.

Γουρλώσανε τα μάτια μου όταν την είδα στο δρόμο με την κοιλιά τούμπανο. Χάρηκα τόσο πολύ που ούτε καν το σκέφτηκα. Έτρεξα κοντά της να της πω τις ευχές μου, να την αγκαλιάσω και να την φιλήσω. Μου ζήτησε για μια ακόμη φορά συγνώμη για την συμπεριφορά της απέναντί μας και στο τέλος πρόσθεσε το εξής περίεργο:

«Δεν ξέρεις πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα και να είμαστε ελεύθερες να κάνουμε και πάλι παρέα»

Δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου και απάντησα: «Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος μαλακώνει» και εννοούσα τον Γιάννη φυσικά.

Καημένε Γιάννη! Δεν βρέθηκε κανένας να σου πει ότι όλα εδώ πληρώνονται;

Πριν ακόμη γεννήσει η Ευτυχία μετακόμισαν σε μονοκατοικία και πάλι στη γειτονιά μας. Ωραίο σπίτι! Το κοιτούσαμε με την Κατερίνα και χαιρόμασταν για την φιλενάδα μας. Φανταζόμασταν και τον Γιάννη τρισευτυχισμένο και ήρεμο τώρα που είχε αποκτήσει το σπίτι των ονείρων του και θα γινόταν και μπαμπάς.

Κεραυνός εν αιθρία!

Βόμβα!

Όλη η γειτονιά άφωνη!

Η Ευτυχία το ‘σκασε!

Στέρφα, μπάζο και χοντρή δεν την έλεγε ο Γιάννης;

Βρήκε κι η Ευτυχία τον Βασίλη που και μάνα την έκανε και κούκλα την έβλεπε. Και δεν ήταν μόνον αυτά…

Την πήρε απ’ το χέρι, πήραν και το μωρό τους και εξαφανίστηκαν. Ούτε που ξανακούσαμε γι αυτούς.

Μετά από λίγο καιρό έφυγε κι ο Γιάννης και αργότερα πουλήθηκε και το σπίτι.

Λεπτομέρειες δε μάθαμε ποτέ δυστυχώς, γιατί πολύ θα το ήθελα να μάθω για τις αντιδράσεις του άντρακλα όταν έμαθε ποιος ήταν ο στέρφος της ιστορίας.

Αμ δε σου χρώσταγε η ζωή για να σου δώσει κύριε Γιάννη. Και παραδέξου το… την προκάλεσες κι εσύ όσο μπορούσες!

Τι αποκομίζουμε απ’ αυτήν την ιστορία;

Ότι όταν διαλέγω φύλακες, είμαι απολύτως αποτελεσματική.

Απολύτως όμως!!!

 

 

 

Ιστορία χωρίς φαγάκι δεν γίνεται για αυτό παραθέτω συνταγές απ’ την πατρίδα της Ευτυχίας τον Έβρο. Τις συνταγές τις βρήκα στο http://www.evrostour.gr

 

ΧΟΙΡΟΚΕΦΑΛΗ ΜΕΖΕΣ

ΥΛΙΚΑ

  • 1 χοιροκεφαλή
  • Μερικές φέτες ψωμιού
  • Λεμόνι
  • Λάδι
  • Πιπέρι

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Τρυπάτε τη χοιροκεφαλή σε διαφορά σημεία, την αλατοπιπερώνετε και βάζετε γύρω γύρω φέτες ψωμιού. Τα τυλίγετε όλα μαζί σε λαδόχαρτο, το βάζετε σε βαθύ ταψί και το ψήνετε στο φούρνο για 3 ώρες τουλάχιστον. Μετά ανοίγετε το λαδόχαρτο, πετάτε τα ψωμιά που έχουν απορροφήσει όλα τα λίπη και καθαρίζετε τα ψαχνά τη γλώσσα κτλ. Τα βάζετε σε πιάτο με λεμόνι (ή ξίδι), λάδι και πιπέρι. Συνοδεύετε με ούζο ή δυνατό κρασί.
Μπορείτε να διαλέξετε μερικά κομμάτια για μεζεδάκι και το υπόλοιπο να το κάνετε μαγειρευτό με μανέστρα ή χυλοπίτες.

 

ΜΕΛΙΤΖΑΝΟΣΑΛΑΤΑ

ΥΛΙΚΑ

  • 1 ΚΙΛΟ ΜΕΛΙΤΖΑΝΕΣ ΦΛΑΣΚΕΣ
  • 3-4 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΞΙΔΙ
  • 100 ml ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ
  • ΑΛΑΤΑΚΙ
  • 3-10 ΣΚΕΛΙΔΕΣ ΣΚΟΡΔΟ ΛΙΩΜΕΝΟ
  • 2 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΜΑΪΝΤΑΝΟ
  • ΨΙΛΟΚΟΜΜΕΝΟ
  • 1 ΜΙΚΡΟ ΞΕΡΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ Ή 2 ΦΡΕΣΚΑ
  • ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙΑ
  • 50 ΓΡΑΜΜ. ΚΑΡΥΔΙΑ ΚΟΜΜΕΝ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Έχω δοκιμάσει άπειρες παραλλαγές αυτού του εξαιρετικού, τη γνώμη μου, εδέσματος – τις περισσότερες από τη Μακεδονία και τη Θράκη. Κάθε νοικοκυρά ή νοικοκύρης την προσαρμόζει στο προσωπικό του γούστο. Έτσι έχω δοκιμάσει μελιτζανοσαλάτες με ντομάτα ψιλοκομμένη, με πράσινη πιπεριά, με καυτερό πιπέρι, με αμύγδαλά, με φέτα, με φρέσκα κρεμμυδάκια, με γιαούρτι, ακόμα και με μαγιονέζα. Αυτή που μου αρέσει πάντα περισσότερο είναι η παλιά απλή συνταγή, που αφήνει τη μελιτζάνα να κυριαρχεί. Αν η μελιτζάνα είναι ψημένη σε κάρβουνα, έχει μια γεύση καπνιστή που κάνει τη σαλάτα λιχουδιά επιπέδου. Δοκιμάστε να ψήσετε στη μικρή φορητή ψησταριά του κήπου σας ή στο τζάκι.
Πλένετε και σκουπίζετε τις μελιτζάνες και τις βάζετε να ψηθούν. Τις γυρίζετε μέχρι να μαλακώσουν και όταν τις πιέζετε να είναι μέχρι το κέντρο μαλακές. Τις βγάζετε από τη φωτιά, χαρακώνετε σταυρωτά στο κάτω μέρος και τις βάζετε για λίγο στο σουρωτήρι να αφήσουν τα υγρά τους.
Μετά τις κόβετε με το μαχαίρι ψιλά κομμάτια και τις πατάτε λίγο με το πιρούνι. Βάζετε αλάτι, ξίδι, λιωμένο σκόρδο και ρίχνετε αργά το ελαιόλαδο ανακατεύοντας τη σαλάτα ζωηρά με το σύρμα ή με ξύλινο κουτάλι.
Τέλος, αφού πιει το λάδι, προσθέτετε ψιλοκομμένο μαϊντανό και κρεμμύδι ψιλοκομμένο φρέσκο ή ξερό, αν σας αρέσει, καθώς και τα καρύδια.

 

ΜΙΣΙΣΚΟΛΟ ΜΕ ΛΑΧΑΝΟ

ΥΛΙΚΑ

  • 1 μεγάλο λάχανο ψιλοκομμένο
  • 1 μέτριο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
  • 1 φλιτζανάκι του καφέ λάδι
  • μαύρο πιπέρι και ελάχιστο αλάτι (αν χρειαστεί)
  • 2 γεμάτες κουταλιές κόκκινο γλυκό πιπέρι
  • 1 κουταλάκι καυτερό
  • 1 κομμάτι μισίσκολο γύρω στο μισό κιλό.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Τσιγαρίστε λίγο το κρεμμύδι στο λαδάκι, προσθέστε το λάχανο και τα πιπέρια και ένα μικρό φλιτζάνι νερό, σκεπάστε την κατσαρόλα. Όταν «πέσει» το λάχανο, προσθέστε το κρέας κομμένο σε κομμάτια. Αν χρειαστεί λίγο νεράκι, βάλτε βραστό. Σιγομαγειρέψτε το φαγητό μέχρι να μαλακώσει και να μην έχει παραπανίσια υγρά.

Ιστορικά στοιχεία

Ο χοίρος που έσφαζαν στα σπίτια τα Χριστούγεννα, εκτός από ένα μέρος του που το κατανάλωναν φρέσκο, συντηρούνταν με διάφορους τρόπους για να διαρκέσει. Φυσικά τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Τσιγαρίδες, οματιές, λουκάνικα, καβουρμάς είναι μόνο μερικοί απ’ αυτούς. Με μεγάλα κομμάτια από το ψαχνό έφτιαχναν το μισίσκολο. Αλάτιζαν απλώς το κρέας μέσα σε πήλινα κιούπια, κι αυτό σε λίγες ώρες άφηνε τα υγρά του που μαζί με το αλάτι γινόταν άρμη και διατηρούσε το κρέας για λίγο καιρό. Κάθε φορά που ήθελαν, έπαιρναν ένα κομμάτι και το πρόσθεταν στο φαγητό της μέρας, τη φασολάδα, τα μαγειρευτά πράσα, το λάχανο. Μόνο που χρειάζεται προσοχή στο αλάτι, γιατί το κρέας είναι αλμυρούτσικο. Ξεχασμένο, νόστιμο και απλό, με πολύ διαφορετική γεύση από το νωπό κρέας, μπορεί να χαρίσει την πολυπόθητη ποικιλία στο καθημερινό μονότονο διαιτολόγιό μας.

ΚΟΥΛΑΚ

ΥΛΙΚΑ

ΖΥΜΗ

  • 500 ΓΡΑΜΜ. ΑΛΕΥΡΙ
  • 2 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΛΑΔΙ
  • 1 ΠΡΕΖΑ ΑΛΑΤΙ
  • ΧΛΙΑΡΟ ΝΕΡΟ (ΟΣΟ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ)

ΓΕΜΙΣΗ

  • 5 ΑΥΓΑ
  • 350 ΓΡΑΜΜ. ΤΥΡΙ (ΦΕΤΑ)
  • ΛΙΓΟ ΑΛΑΤΙ
  • ΠΙΠΕΡΙ ΜΑΥΡΟ

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑ

  • 2 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΒΟΥΤΥΡΟ
  • ΑΛΑΤΟΠΙΠΕΡΟ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Μια φρέσκια παστά γεμιστή είναι το κουλάκ, φερμένο από την Ιωνία με τους πρόσφυγες. Εύκολο φαγητό που γίνεται γρήγορα, και μαζί θρεπτικό και θερμαντικό.
Φτιάχνετε ζυμαράκι με το αλεύρι, το λάδι, το αλάτι και λίγο νερό. Σε πιάτο χτυπάτε τα αυγά με το πιρούνι, τρίβετε το τυρί και ανακατεύετε με πιπέρι και λίγο αλατάκι.
Κόβετε κομματάκια από το ζυμάρι, τα κάνετε στρογγυλά και τα ανοίγετε στο χέρι. Βάζετε μέσα λίγη από τη γέμιση, το κλείνετε σαν φιογκάκι. Τα ετοιμάζετε όλα.
Βάζετε κατσαρόλα με νερό να βράσει. Προσθέτετε το βούτυρο και το αλατοπίπερο και, όταν κοχλάσει, ρίχνετε τα γεμιστά φιογκάκια. Τα ανακατεύετε να μην κολλήσουν μέχρι ν’ ανέβουν στον αφρό. Τα βράζετε για λίγο.
Μπορείτε να τα κάνετε όσο ζουμερά θέλετε.

 

ΜΠΑΜΠΩ

 

ΥΛΙΚΑ

  • Γεμιστό έντερο
  • Πνευμόνι χοίρου (άσπρο συκώτι)
  • Πλιγούρι ή ρύζι
  • Αλάτι, πιπέρι, ντομάτα

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Όποιο όνομα κι αν έχει, ματιά, οματιά, μπάμπω κτλ., το φαγητό αυτό το συναντάμε σε όλες τις περιοχές που γίνονται χοιροσφάγια, από τη Θράκη ως την Κρήτη. Είναι γεμιστό έντερο που δεν καπνίζεται, ούτε παστώνεται και καταναλώνεται σχεδόν αμέσως. Βασικό του υλικό είναι το πνευμόνι του χοίρου το οποίο σε πολλές περιοχές το λένε άσπρο συκώτι. Αλλού χρησιμοποιούν πλιγούρι, αλλού ρύζι και ό,τι άλλο μπορεί να μεταβάλει ένα ταπεινό, κατώτερης ποιότητας φαγητό σε σπουδαία νοστιμιά.Στη Θράκη την ετοιμάζουν την παραμονή των Χριστουγέννων και τη βάζουν στο τραπέζι ανήμερα της μεγάλης γιορτής, το πρωί, αφού γυρίσουν από την εκκλησία. Μέχρι να ετοιμαστεί το μεσημεριανό φαγητό τσιμπολογούν την μπάμπω και πίνουν μπόλικο κρασί. Αυτό είναι το πρώτο αρτυμένο φαγώσιμο μετά τη νηστεία των 40 ημερών.Ψιλοκόβετε το πνευμόνι και λίγο συκώτι. Αν δεν είναι αρκετό, προσθέτετε και λίγο κρέας, ψιλοκομμένο κι αυτό με το μαχαίρι. Τα βάζετε να τσιγαριστούν με λίγο από το χοιρινό λίπος. Βάζετε αλάτι, πιπέρι και ντομάτα, το αφήνετε να βράσει λίγο. Μετά προσθέτετε το πλιγούρι και το αφήνετε να πιει τα υγρά και να φουσκώσει καλά. Έχετε τα έντερα πλυμένα, έτοιμα, τα γεμίζετε και μαγειρεύετε την μπάμπω στην κατσαρόλα. Προσθέτετε απλά λίγο λαδάκι και λίγο νεράκι για να μην κολλήσει. Το αφήνετε να μαγειρευτεί σε σιγανή φωτιά.
Παραλλαγή: Ανακατεύετε τα εντόσθια με ίση ποσότητα ψιλοκομμένα πράσα, προσθέτετε πιπέρι κόκκινο γλυκό και καυτερό, λίγο μπαχάρι, λίγο λάδι και το πλιγούρι (ή ρύζι) και γεμίζετε τα έντερα. Μαγειρεύεται με τον ίδιο τρόπο.

 

ΤΖΙΓΕΡΟΣΑΡΜΑΔΕΣ 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 ΑΡΝΙΣΙΑ ΣΥΚΩΤΑΡΙΑ 800-1.000 ΓΡΑΜΜ. ΠΕΡΙΠΟΥ
  • 5-6 ΦΡΕΣΚΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙΑ ΨΙΛΟΚΟΜΜΕΝΑ 
  • 1 ΜΙΚΡΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ ΤΡΙΜΜΕΝΟ 
  • 1 ΜΑΤΣΑΚΙ ΑΝΗΘΟ (ΑΝ ΘΕΛEΤΕ)
  • 3 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΑΣΠΡΟ ΡΥΖΙ
  • ½ ΚΟΦΤΟ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙ ΚΑΝΕΛΑ
  • 1 ΚΟΦΤΟ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙ ΜΠΑΧΑΡΙ ΤΡΙΜΜΕΝΟ
  • ΜΑΥΡΟ ΠΙΠΕΡΙ
  • ΑΛΑΤΑΚΙ 
  • 2 ΚΟΥΤΑΛΙΕΣ ΛΑΔΙ
  • 1 ΑΡΝΙΣΙΑ ΜΠΟΛΙΑ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Τυλιχτά με εντόσθια είναι η ελληνική έκφραση, ενώ τζιγεροσαρμάδες είναι λέξη τουρκική. Εντόσθια αρωματισμένα με κρεμμυδάκια, άνηθο και ίχνη κανέλας, τυλιγμένα σε μπόλια, που τους εξασφαλίζει την απαιτούμενη υγρασία καθώς ψήνονται. Είναι πασχαλινό φαγητό μια και τότε υπάρχουν αρνίσιες συκωταριές σε αφθονία, αλλά μπορείτε να το φτιάξετε όποτε σας αρέσει.
Μερικοί φτιάχνουν έναν μεγάλο τζιγεροσαρμά και τον κόβουν σε μερίδες αφού ψηθεί άλλοι πάλι τους φτιάχνουν μικρούς σαν κεφτέδες. Αυτά εξαρτώνται από την ποσότητα της μπόλιας που είναι διαθέσιμη. Υπάρχουν πάντως και τα μεσαία μεγέθη που είναι πιο βολικά και στο σερβίρισμα. Συνοδέψτε το φαγάκι αυτό με μαρουλοσαλάτα με άφθονα ραπανάκια.
Με το ψαλίδι ψιλοκόβετε τη συκωταριά, την πλένετε και την αφήνετε στο τρυπητό να στραγγίσει. Στο μεταξύ βάζετε το λαδάκι στην κατσαρόλα και το ξερό κρεμμύδι και το τσιγαρίζετε λίγο. Στην συνέχει προσθέτετε τα ψιλοκομμένα εντόσθια και τα φρέσκα κρεμμυδάκια και τα αφήνετε λίγο να αχνιστούν. Προσθέτετε το ρυζάκι και τα αρώματα, ανακατεύετε και αποσύρετε από τη φωτιά.
Βάζετε την μπόλια σ’ ένα λεκανάκι με χλιαρό νερό για λίγη ώρα να μαλακώσει ώστε να μπορείτε να την ανοίξετε εύκολα. Την απλώνετε μετά, την κόβετε κομμάτια, βάζετε μέσα σε κάθε κομμάτι λίγη από τη γέμιση, τυλίγετε και τοποθετείτε τους τζιγεροσαρμάδες σε ταψάκι. Ανάμεσά τους βάζετε πατάτες κομμένες σε λεπτά κομμάτια και αλατισμένες. Ραντίζετε το φαγητό με λαδάκι και το ψήνετε σε 200ο C. Χρειάζεται περίπου 1 ώρα.

 

ΓΙΑΟΥΡΤΟΠΙΤΑ

ΥΛΙΚΑ

  • 1 κούπα βούτυρο
  • 1 1/2 κούπα ζάχαρη (ή 2)
  • 4 αυγά
  • 3 1/2 κούπες αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
  • 1/2 κουταλάκι σόδα
  • 1/2 κουταλάκι αλάτι
  • 1 κούπα γιαούρτι
  • βανίλια
  • 1 κουταλάκι κανέλα
  • 1 κούπα καρύδια μικροκομμένα
  • ζάχαρη άχνη

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Ανακατεύουμε τα 8 πρώτα υλικά, μέχρι να αφρατέψουν. Ανακατεύουμε σ’ ένα μπολ τα καρύδια, τη ζάχαρη (1/2 κούπα) και την κανέλα. Απλώνουμε το μισό μίγμα σε ταψί αλειμμένο με βούτυρο και ρίχνουμε στην επιφάνεια το μίγμα καρυδιών. Απλώνουμε επάνω το υπόλοιπο μίγμα. Ψήνουμε τη γιαουρτόπιτα στους 175ο C για μία ώρα περίπου. Όταν κρυώσει λίγο την αναποδογυρίζουμε και την πασπαλίζουμε με άχνη.

 

ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ ΜΕ ΚΑΡΥΔΙ

ΥΛΙΚΑ

  • 2 φλυτζάνες τσαγιού γιαούρτι
  • 1 φλιτζάνα ζάχαρη
  • 1 αυγό
  • 1 μπέϊκιν
  • 1 βανίλια
  • 1 κουταλάκι κανέλα
  • 100 γρ. βιτάμ
  • αλεύρι όσο χρειαστεί
  • καρύδια τριμμένα

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Χτυπάμε το βιτάμ με τη ζάχαρη, στη συνέχεια προσθέτουμε το αυγό, μετά το γιαούρτι, την βανίλια, το μπέϊκιν, την κανέλα και αλεύρι όσο χρειαστεί. Στο τέλος προσθέτουμε το καρύδι, ανακατεύοντας απαλά προσέχοντας να μην ξεφουσκώσει η ζύμη. Πλάθουμε τη ζύμη σε μεγάλα μπαλάκια, ψήνουμε μισή ώρα και πασπαλίζουμε με τριμμένο καρύδι.

 

 

Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 11ος Μήλος)

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Στη Μήλο πήγα αλλά θα είναι και ψέμα να πω ότι την γνώρισα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν έχει μείνει στην ψυχή μου σαν ένας τόπος πολύ ιδιαίτερος για μένα!

Η ιστορία ξεκίνησε κάπου τον Ιούνιο με Ιούλιο του 90 όταν το περιοδικό «ΚΑΙ», που δεν κυκλοφορεί πια, προκήρυξε έναν διαγωνισμό αισθηματικού διηγήματος.  Δεν ήταν η επιθυμία να νικήσω που με έκανε να πάρω μέρος αλλά η επιθυμία να ξεφύγω λίγο απ’ την πίεση εκείνης της φάσης της ζωής μου.

Η μεγάλη μου κόρη ήταν 2,5 χρονών και η μικρή μόλις 8 μηνών. Μιλάμε δηλαδή για μια  διετία που περιείχε δύο εγκυμοσύνες, εκ των οποίων η μία με είχε κρατήσει εννιά μήνες στο κρεβάτι, το μεγάλωμα δύο μωρών εκ των οποίων το ένα πέρασε τους πρώτους 9 μήνες της ζωής του στην αγκαλιά μου, και γενικά περιείχε ένα πήξιμο άνευ προηγουμένου και άνευ επομένου, θα μπορούσα να πω.

Το να χωθώ σε μια ιστορία λοιπόν, και να ταξιδέψω ήταν ό,τι καλύτερο, και το μόνο εφικτό, που θα μπορούσε να μου συμβεί. Θυμάμαι πως απ’ το περίπτερο, που αγόρασα το περιοδικό,  μέχρι ν’ ανέβω στο γραφείο μου είχα ήδη σκεφτεί το στόρι.  Υπήρχε ένας ηθοποιός τότε που μου άρεσε και χρησιμοποίησα το όνομά του. Δυστυχώς μόνο το μικρό,  γιατί αν είχα χρησιμοποιήσει και το επώνυμο θα μπορούσα τώρα να θυμηθώ και πως τον έλεγαν,  μιας και έχει χαθεί απ’ το προσκήνιο. Το όνομα της κοπελιάς  ήταν πάλι μια σύμπτωση, γιατί άκουσα κάποια να το φωνάζει εκείνο το πρωί κατά την διαδρομή περίπτερο- γραφείο. Το αστείο είναι πως δεν φώναζαν κάποια κοπελιά αλλά μια… σκυλίτσα!  Για μένα όμως ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Όμορφο και σπάνιο.

Άρχισα λοιπόν να γράφω μεταξύ κατσαρόλας, σφουγγαρίστρας, μπιμπερό, γραφείου και πάνας. Δύσκολη δουλειά και αργή. Το περιοδικό είχε δώσει ένα μίνιμουμ λέξεων, που είχε αρχίσει να μου φαίνεται αδύνατον να το φτάσω.  Στην αρχή έλεγα οκ, έχω χρόνο. Ο χρόνος όμως έχει αυτό το κύριο χαρακτηριστικό: περνάει γρήγορα.

Κάπου στις 10 Αυγούστου άρχισε η άδειά μου, στην οποία είχα εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες πως θα καταφέρω να το τελειώσω μέχρι την 1η Σεπτέμβρη (αν θυμάμαι καλά) που ήταν η τελευταία ημερομηνία που έπρεπε να έχει η σφραγίδα ταχυδρομείου.  Διακοπές κάναμε στην Πάτρα στο πατρικό του άντρα μου. Ήδη η διάθεσή μου είχε φτιάξει αφού δεν κουραζόμουν τόσο πολύ και είχα βγει επιτέλους κι απ το σπίτι. Κάθε μεσημέρι λοιπόν, με το που έβαζα τα παιδιά για ύπνο, έστηνα ένα τραπεζάκι δίπλα σ’ ένα μικρό παραθυράκι  στην αποθήκη, έφτιαχνα κι έναν πλούσιο φραπέ και άρχιζα να γράφω. Το απόγευμα έδινα ότι είχα γράψει στην κουνιάδα μου (που την αποκαλούσα κ. Γεωργουσόπουλο) να κάνει την κριτική της.  Το βράδυ πριν κοιμηθώ έκανα ότι διορθώσεις χρειάζονταν και το άλλο μεσημέρι συνέχιζα.  Έτσι πέρασαν οι δεκαπέντε μέρες των διακοπών αλλά γυρνώντας στην Αθήνα το διήγημα ήταν ακόμη ατέλειωτο. Έλειπε το «συγκλονιστικό τέλος» που θα έπρεπε να έχει, και το άχαρο κομμάτι του καθαρογραψίματος. Έτσι έφτασε το τελευταίο σαββατοκύριακο κι εγώ ακόμη έγραφα κι έσβηνα. Ίσως δεν θυμάμαι καλά την ακριβή ημερομηνία αποστολής αλλά θυμάμαι πως έπεφτε Τρίτη.

Τη Δευτέρα το πρωί πήγα στο γραφείο με το μυαλό κολλημένο στο «τέλος»  της ιστορίας. Κοίτα να δεις που μετά από τόσο κόπο δεν θα προλάβαινα να το στείλω γιατί το «τέλος» δε μου καθόταν με τίποτα. Πάνω στη μαυρίλα μου λοιπόν, σκάει και το χειρότερο. Επαγγελματικό ταξίδι στη Μήλο. Έπρεπε να φύγω άρον-άρον το μεσημέρι. Ε πια, ήταν σίγουρο ότι δεν θα προλάβαινα να το στείλω. Παρά την απογοήτευσή μου, μέσα στο μικρό μου βαλιτσάκι έβαλα και τα χειρόγραφα.

Είχα ανέβει στο κατάστρωμα να χαιρετήσω τον άντρα μου κι όταν το καράβι σαλπάρισε έμεινα εκεί. Θες η αίσθηση της, έστω και για λίγο, απελευθέρωσης απ τις υποχρεώσεις, θες το θαλασσινό αεράκι… σα να καθάρισε το μυαλό μου. Έβγαλα το στυλό μου. Η βαλιτσούλα με τα χειρόγραφα ήταν στην καμπίνα κι εγώ άρχισα να γράφω,  περνώντας  από το εισιτήριο, στο πακέτο με τα τσιγάρα και μετά σε μια απόδειξη τράπεζας.  Μετά πήγα στην καμπίνα και κόλλησα ό,τι  είχα γράψει στα προηγούμενα. Ξάπλωσα στην κουκέτα σχεδόν ευτυχισμένη. Το μόνο που έμενε ήταν να το καθαρογράψω. Ο χρόνος που είχα στην διάθεσή μου, ήταν η νύχτα που ερχόταν! Το πρωί, και το ταχυδρομείο έπρεπε να προλάβω, και να ασχοληθώ και με το λόγο που με είχε φέρει στη Μήλο, και που για κάποιους ήταν πολύ σημαντικός.

Έφτασα στον Αδάμαντα αργά το βράδυ. Βρήκα δωμάτιο και με το που μπήκα μέσα άρχισα να αντιγράφω το διήγημα. Δε θυμάμαι πόσο αργά με πήγε αλλά θυμάμαι ότι στις 8 ήμουν και πάλι όρθια. Έκανα έναν τελευταίο έλεγχο, ξαναμέτρησα τις λέξεις, το ξαναδιάβασα, το έκλεισα μέσα στο φάκελο και έτρεξα να βρω το ταχυδρομείο. Με το που έριξα το φάκελο στο γραμματοκιβώτιο, μου φάνηκε ότι ελάφρυνα. Τότε κατάλαβα ότι νύσταζα κι ότι πεινούσα. Δε μπορούσα να κάνω τίποτα ούτε για τη νύστα αλλά ούτε και για την πείνα. Είχα έρθει για δουλειά στη Μήλο και έπρεπε να την τελειώσω.

Η δουλειά που είχα με πήγε στην Πλάκα. Με περίμεναν με πολλή αγωνία και με υποδέχτηκαν με πολλή χαρά. Όταν τελειώσαμε, οι εκεί συνάδελφοι με κάλεσαν  για φαγητό το μεσημέρι.   Η αυθόρμητη αντίδρασή μου ήταν  να αρνηθώ. Δεν ήταν ότι δεν πεινούσα αλλά αυτό που είχα περισσότερη ανάγκη ήταν ο ύπνος. Εκείνοι επέμεναν γιατί είχαν κάνει ετοιμασίες.  Αυτό που έκανε τα μάτια μου ν’ ανοίξουν ήταν το άκουσμα της λέξης «καρπουζόπιτα». Σαν το Γκιωνάκη ρώτησα: καρπουζόπιτα από καρπούζι; Λες και θα μπορούσε να είναι από κάτι άλλο. Όμως ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα στην διαδικασία να σκεφτώ το καρπούζι… μαγειρεμένο. Μου φαινόταν αδύνατο.

Και του πουλιού το γάλα είχαν αλλά εμένα μου είχε κάτσει η καρπουζόπιτα. Ξετρελάθηκα! Και να’ ταν μόνον αυτή; Εκεί κατά το απογευματάκι μαζί με τον καφέ, γεύτηκα το ωραιότερο γλυκό κουταλιού που έχω φάει ποτέ. Κουφέτο το λένε, κολοκύθι είναι. Παραμένει το αγαπημένο μου μέχρι σήμερα.

Τελικά κοιμήθηκα όταν πήγα στην καμπίνα του πλοίου. Το πολύτιμο γράμμα, κατά πάσα πιθανότητα ταξίδευε μαζί μου κι έφτασε στην Αθήνα ξημερώματα Τετάρτης. Η ημερομηνία όμως πάνω στο φάκελο ήταν της Τρίτης κι αυτό ήταν που είχε σημασία.

Θα είχε περάσει μήνας και, όταν μια Τρίτη πρωί στο Σύνταγμα, αναζήτησα στο περίπτερο  το «ΚΑΙ», όπως κάθε βδομάδα. Αυτήν την Τρίτη όμως, είχε επιτέλους τα αποτελέσματα. Ταμπούρλο η καρδιά καθώς το ξεφύλλιζα μέχρι να βρω την σελίδα που έγραφε: Το πρώτο βραβείο παίρνει το διήγημα «Το όνειρο» της αναγνώστριάς μας Ελένης Κούτρα. Ξύπνησα τον άντρα μου θυμάμαι, για να του πω τα νέα, και παραλίγο να πάω τρέχοντας στο γραφείο αντί να πάρω το τρόλεϊ. Απίστευτη χαρά! Μέρες μετά με κάλεσαν στο περιοδικό για να μου δώσουν το βραβείο που ήταν μια ηλεκτρική γραφομηχανή. Μας βγάλανε και φωτογραφίες και μια δημοσιεύτηκε κιόλας. Σ’ αυτήν, την ηλεκτρική γραφομηχανή, άρχισα να γράφω το  «Ο Βράχος», που είναι το πιο αγαπημένο μου απ’ ό,τι έχω γράψει ποτέ, αλλά ήταν και το τελευταίο ολοκληρωμένο. Η γραφομηχανή μόλις πέρισυ πήγε για ανακύκλωση, αν και για χρόνια δεν την χρησιμοποίησα μιας και την αντικατέστησε ο υπολογιστής. Την κρατούσα όμως έτσι για να θυμάμαι. Τελικά αποφάσισα ότι το αντίτυπο του περιοδικού με το διήγημά μου ήταν αρκετό!

Καρπουζόπιτα λοιπόν, κουφέτο και βραβείο! Γίνεται να ξεχάσω εγώ ποτέ τη Μήλο;

 

Πιταράκια Μήλου

 

Τα πιταράκια είναι ένα χαρακτηριστικό έδεσμα της Μήλου, το οποίο συνοδεύει ως ορεκτικό το κυρίως φαγητό ή αποτελεί ένα χορταστικό μεζέ με το ουζάκι ή την μπύρα σας. Η παρασκευή τους είναι πολύ απλή και δεν απαιτείται πολύς χρόνος.

 

ΥΛΙΚΑ

Για τη ζύμη

  • 1/2 κιλό αλεύρι
  • 2 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
  • 1 1/2 φλιτζάνι του τσαγιού χλιαρό νερό
  • Χυμό μισού λεμονιού
  • Αλάτι

Για τη γέμιση

  • Ξερό τυρί Μήλου
  • 1 μεγάλο τριμμένο ξερό κρεμμύδι
  • Πιπέρι
  • Λάδι για το τηγάνισμα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Θα βάλετε το αλεύρι σε μια λεκανίτσα σχηματίζοντας ένα βουναλάκι και στη συνέχεια, στη λακκουβίτσα που θα φτιάξετε στη μέση θα ρίξετε το λάδι, το χυμό του λεμονιού και το αλάτι.
  • 2. Θα το πλάσετε μέχρι να γίνει μια μαλακή και ομοιόμορφη ζύμη.
  • 3.Θα αφήσετε το ζυμάρι να ξεκουραστεί για λίγη ώρα και στη συνέχεια θα ανοίξετε ένα λεπτό φύλλο και με τη βοήθεια ενός ποτηριού θα κόψετε μικρά στρογγυλά κομμάτια.
  • 4.Αφού ανακατέψετε καλά όλα τα υλικά της γέμισης θα τοποθετήσετε μια κουταλιά πάνω σε κάθε πιτάκι, το οποίο στη συνέχεια θα διπλώσετε και θα πατήσετε τις άκρες του με ένα πιρούνι.
  • 5.Θα τηγανίσετε τα πιτάκια σε χαμηλή φωτιά μέχρι να ροδοκοκκινίσουν.

 

Χοιρινό φούρνου με μηλέικο πελτέ

Μολονότι πρόκειται για κυκλαδονήσι τα ψάρια δε συμπεριλαμβάνονται στις παραδοσιακές λιχουδιές της Μήλου. Η οικονομία του νησιού είναι κατά βάση κτηνοτροφική, οπότε και οι διατροφικές συνήθειες των κατοίκων έχουν διαμορφωθεί  γύρω από το κρέας. Αν θελήσετε λοιπόν να γευθείτε παραδοσιακές μηλέικες σπεσιαλιτέ πρέπει να κινηθείτε σε αυτούς τους γευστικούς προορισμούς. Ένα χαρακτηριστικό μηλέικο πιάτο είναι το χοιρινό φούρνου με μηλέικο πελτέ.

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1,5 κιλό χοιρινή σπάλα κομμένη σε κομμάτια
  • 2 ξερά κρεμμύδια κομμένα φέτες
  • 4 σκελίδες σκόρδο φρέσκο ψιλοκομμένο
  • 200γρ. μηλέικος πελτές
  • 2 ντομάτες μεγάλες τριμμένες στον τρίφτη
  • 200γρ. μέλι
  • 200γρ. ελαιόλαδο
  • ½ φλιτζανάκι του καφέ ξύδι
  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού κρασί κόκκινο
  • 1 κουταλάκι του γλυκού μοσχοκάρυδο
  • 2 κουταλάκια του γλυκού πιπέρι μαύρο
  • 2 κουταλάκια του γλυκού θυμάρι
  • 1 κιλό πατάτες
  • 3 κουταλιές της σούπας χοιρινή γλύνα (προαιρετικά)
  • 1 κουταλάκι του γλυκού πιπέρι κόκκινο (προαιρετικά)

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Αφού τοποθετήσετε τα κομμάτια του κρέατος και τις κομμένες πατάτες σε μια λεκάνη θα προσθέσετε κι όλα τα υπόλοιπα υλικά και τα ανακατεύετε καλά.
  • 2. Θα αφήσετε το κρέας να μαριναριστεί στη μαρινάδα για 2-3 ώρες.
  • 3.Στη συνέχεια βάζετε όλα τα υλικά σε ταψί και αφού προσθέσετε νερό μέχρι να μισοσκεπαστεί το κρέας θα το ψήσετε για 2,5 ώρες στους 200 βαθμούς.

 

Σκορδολάζανα με κόκκινη σάλτσα

 

ΥΛΙΚΑ

Για τα λαζάνια

  • 1/2 κιλό λαζάνια ή ταλιατέλες
  • Αλάτι
  • Ελαιόλαδο
  • Για τη σκορδαλιά
  • 3 μέτριες πατάτες
  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού ελαιόλαδο
  • 2 κουταλιές της σούπας ξύδι ή λεμόνι
  • 1 φλιτζάνι του τσαγιού φρέσκο γάλα
  • 2 σκελίδες σκόρδο
  • Αλάτι και πιπέρι

Για την κόκκινη σάλτσα

  • 4 ώριμες ντομάτες τριμμένες
  • 2 κουταλιές της σούπας λιαστό πελτέ
  • Αλάτι, πιπέρι, λίγο κανέλα, 2 φύλλα δάφνης και προαιρετικά δυόσμο

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Πρώτα θα βράσετε τα λαζάνια (ή τις ταλιατέλες) σε μπόλικο αλατισμένο νερό, στο οποίο θα ρίξετε και λίγο ελαιόλαδο για να μη λασπώσουν.
  • 2.Για τη σκορδαλιά θα βράσετε τις πατάτες και αφού κρυώσουν θα τις ξεφλουδίσετε και θα τις πολτοποιήσετε μαζί με το σκόρδο.
  • 3.Θα βράσετε τον πουρέ μαζί με το λάδι, το γάλα, το ξύδι και το αλατοπίπερο.
  • 4.Για τη σάλτσα θα κάψετε λίγο λάδι, όπου θα σοτάρετε τον πελτέ και στη συνέχεια θα προσθέσετε τα υπόλοιπα υλικά και θα τα αφήσετε να βράσουν όλα μαζί.
  • 5.Θα σερβίρετε τα λαζάνια και θα τα περιχύσετε με τη σκορδαλιά ενώ από πάνω θα βάλετε την κόκκινη σάλτσα.
  • 6.Για εξαιρετική νοστιμιά θα πασπαλίσετε με μηλέικο λαδοτύρι

 

Καρπουζόπιτα Μήλου

 

Ένα από τα πιο γλυκά και δροσιστικά καλοκαιρινά φρούτα, το καρπούζι, μεταπλάθετε στα χέρια των νοικοκυρών της Μήλου σ’ ένα απολαυστικό γλύκισμα, την περίφημη καρπουζόπιτα, η οποία καταναλώνεται ωραιότατα και παγωμένη από το ψυγείο.

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 μεγάλο καρπούζι
  • 6-7 κουταλιές της σούπας αλεύρι
  • 2 κουταλιές της σούπας ζάχαρη
  • 1 κουταλιά της σούπας κανέλα,
  • 2-3 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
  • 200 γραμμ. μέλι
  • σουσάμι

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Αφού θα αφαιρέσετε την καρδιά του καρπουζιού, όλο το «κόκκινο», και το καθαρίσετε από τα κουκούτσια, θα το στύψετε μέσα σε ένα σουρωτήρι, για να φύγουν τα υγρά και θα το αφήσετε να στραγγίσει περίπου για 1 ώρα.
  • 2.Στη συνέχεια θα προσθέσετε το αλεύρι, τη ζάχαρη, το ελαιόλαδο και το μισό μέλι. Το αλεύρι και το ελαιόλαδο θα τα προσθέσετε σιγά-σιγά για να διαπιστώσετε πόσο ακριβώς θα «πάρει» καθώς εξαρτάται από το πόσα υγρά έχει κρατήσει η καρπουζόψυχα. Το μίγμα πρέπει να είναι χυλωτό, ούτε πολύ αραιό αλλά ούτε και σφιχτό.
  • 3.Στη συνέχεια αφού λαδώσετε ένα ταψάκι και το πασπαλίσετε με σουσάμι θα αδειάσετε το μίγμα, το οποίο δεν πρέπει να ξεπεράσει τα 2,5 εκ., και θα πασπαλίσετε με το υπόλοιπο σουσάμι.
  • 4.Θα ψήσετε σε προθερμασμένο φούρνο για περίπου 1 ώρα στους 180ο.
  • 5.Όταν βγάλετε την καρπουζόπιτα και πριν αρχίσει να κρυώνει θα ρίξετε το υπόλοιπο μέλι, για να απορροφηθεί και θα πασπαλίσετε με σουσάμι.

 

Γλυκό Κουφέτο Μήλου

 

Το Κουφέτο της Μήλου είναι ένα παραδοσιακό γλύκισμα, ένα γλυκό του κουταλιού, με κολοκύθα και αμύγδαλα το οποίο προσφέρετε στη Μήλο στους γάμους και στους αρραβώνες ως κέρασμα από τη μητέρα της νύφης. Το μέλι συμβολίζει την γλυκιά ζωή του ζευγαριού, ενώ τα αμύγδαλα τη γονιμότητα.

 

ΥΛΙΚΑ

  • 1 άσπρη κολοκύθα
  • 500 γραμμ. μέλι
  • 500 γραμμ. ζάχαρη
  • ½ φλιτζάνι του τσαγιού νερό
  • 1 ποτήρι του νερού αμύγδαλα, ζεματισμένα, ξεφλουδισμένα και κομμένα κατά μήκος
  • Χυμό ενός λεμονιού
  • Ξυλάκια κανέλας

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  • 1.Αφού κόψετε την κολοκύθα στη μέση, θα αδειάσετε τη σάρκα της, θα την καθαρίσετε από τα σπόρια και θα ξύσετε και με ένα κουτάλι τις φλούδες της για να αποσπάσετε όλο τον καρπό.
  • 2.Στη συνέχεια θα κόψετε τη σάρκα σε λεπτές φέτες και θα τη μουσκέψετε σ’ ένα λεκανάκι με ασβεστόνερο για 5’.
  • 3.Στη συνέχεια θα βάλετε σε μια κατσαρόλα να βράσουν τη ζάχαρη, το νερό και το μέλι και στη συνέχεια, αφού θα χαμηλώσετε, θα προσθέσετε και την κολοκύθα στραγγισμένη.
  • 4.Θα ανακατεύεται το μίγμα συνεχώς και θα το ξαφρίσετε όσες φορές χρειαστεί μέχρι να δέσει το μίγμα.
  • 5.Λίγο πριν το τέλος θα προσθέσετε τα αμύγδαλα και το χυμό του λεμονιού.
  • 6.Όταν ροδίσουν τα αμύγδαλα και το γλυκό στέκεται πια πάνω στο κουταλάκι θα το κατεβάσετε από τη φωτιά και αφού κρυώσει θα το τοποθετήσετε σε γυάλινα βαζάκια και θα προσθέσετε 2 ξυλάκια κανέλας σε κάθε βαζάκι.