Deprecated: Array and string offset access syntax with curly braces is deprecated in /home2/elenkw/public_html/wp-content/plugins/official-google-site-verification-plugin2/external/php-client/io/apiREST.php on line 128
Όταν ήμουν μούτσος... (ναύλος 11ος Μήλος)/2ο μέρος ⋆ Το Παχουλό μου Blog
Σα. Ιαν 22nd, 2022

Protected by Copyscape Duplicate Content Detection Tool

Τώρα που το ξαναδιαβάζω… θα ‘θελα να αλλάξω πολλά, αλλά συγχρόνως θέλω να μείνει κι όπως είναι. Έτσι κι αλλιώς το παρελθόν δεν αλλάζει, έστω κι αν έχει αυτή τη μορφή.

Το Όνειρο!

Στο βάθος φαίνεται το Μπούρτζι και κάτω απ’ τα πόδια μου απλώνεται το Ναύπλιο. Το βλέμμα μου αγκαλιάζει όλη την πόλη και τη χαϊδεύει με αγάπη, με ευγνωμοσύνη. Την πόλη που πριν τρία ακριβώς χρόνια σημάδεψε τη ζωή μου. Τότε που ήμουν απλά η Δανάη. Ένα κορίτσι γεμάτο φοβίες και αναστολές, κλεισμένο στον εαυτό του. Δεν θυμάμαι άλλα από εκείνη τη Δανάη. Σαν να μην ήμουν εγώ. Γιατί εγώ γεννήθηκα ακριβώς τη μέρα που πρωτοείδα το Ναύπλιο.

5 Αυγούστου 1987: «Δανάη, κόψε ταχύτητα. Μπαίνουμε στο Ναύπλιο. Να το δούμε και λίγο».

«Ναι, Δανάη. Να κάνουμε μια βόλτα στην πόλη με τ’ αυτοκίνητο πριν πάμε στο ξενοδοχείο».

«Εντάξει, κορίτσια. Αφού με πείσατε να έρθω μαζί σας, τώρα μπορείτε να ζητάτε ό,τι θέλετε».

«Ακούς Σόφη; Λες και κάναμε άσχημα που την πείσαμε!».

«Άσ’ τη, Ρένα. Δεν θα παραπονιέται για πολύ. Σε λίγο θα της αρέσουν τα πάντα».

Προφητική κουβέντα, όπως αποδείχτηκε.

«Κοίταξε εκεί… Έχει μαζευτεί κόσμος. Είναι και η τροχαία… ίσως έγινε κανένα ατύχημα».

«Ο τροχονόμος μας κάνει σήμα να στρίψουμε. Σταμάτα να τον ρωτήσουμε τι συμβαίνει».

Σταμάτησα.

«Καλημέρα! Ατύχημα έχει γίνει;». Ο τροχονόμος γέλασε.

«Ακόμα όχι, αλλά με τέτοιο στριμωξίδι όλα να τα περιμένεις».

«Και γιατί στριμώχνονται;» ξαναρώτησα.

«Γυρίζουν μια ταινία με τον Παύλο Αλεξίου και την Υβόννη Πέππα».

«Τον Παύλο Αλεξίου;» φώναξε η Σόφη, ενώ η Ρένα με χτυπούσε στην πλάτη: «Σταμάτα! Σταμάτα Δανάη, να πάμε κι εμείς. Αυτός αρέσει ακόμα και σε σένα».

 

Δεν χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να με πείσουν. Παρκάρισα όπως- όπως τ’ αυτοκίνητο και τρέξαμε να πάρουμε κι εμείς μέρος στο στριμωξίδι. Ήταν δύσκολο να πλησιάσουμε αλλά σπρώχνοντας, κάτι καταφέραμε.

«Αχ και να ‘μουν η Υβόννη Πέππα!» μονολόγησα.

Η Ρένα με κοίταξε έκπληκτη: «Δανάη! Τι είναι αυτά; Εκτροχιάζεσαι».

«Ας μου έβρισκες τόσον καιρό έναν άντρα σαν κι αυτόν και θα ήμουν ήδη εκτροχιασμένη».

Τώρα ήταν η σειρά της Σόφης να εκπλαγεί: «Ρένα, τι λέει; Αυτή παραφρόνησε!».

Η Ρένα γέλασε δυνατά και κάποιοι μας έκανα παρατήρηση.

Προσπάθησα να πλησιάσω περισσότερο. Τώρα έβλεπα πολύ καλά. Ο Αλεξίου μιλούσε έντονα στην Πέππα. Τσακώνονταν. Το απαιτούσε ο ρόλος τους βέβαια: «Να φύγεις. Δε θέλω να σε ξαναδώ» είπε εκείνη. «Πολύ ωραία. Πάρα πολύ ωραία!» είπε εκείνος και γύρισε να φύγει. Ο δρόμος που πήρε όμως, τον έφερνε κατευθείαν σε μένα. Θεέ μου! Τα μάτια του! Αυτά τα γλυκά λαδιά μάτια του καρφώθηκαν στα δικά μου. Με κοίταζε! Ναι ναι! Εμένα κοίταζε!

«Στάσου», φώναξε εκείνη.

«Το μετάνιωσες και θέλεις να με ξαναδείς;» απάντησε εκείνος, αλλά… «Στοπ» μπήκε στη μέση ο σκηνοθέτης.

«Παύλο, θα σταματήσεις, θα κάνεις μεταβολή και τότε θα πεις τα λόγια σου. Θα την κοιτάζεις!».

Εκείνος όμως, συνέχιζε να κοιτάζει εμένα κι εγώ, σαν μαγεμένη, δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του.

«Εντάξει. Ξαναγυρνάμε» ακούστηκε να λέει ο σκηνοθέτης κι ο Παύλος άρχισε πάλι να παίζει, αλλά προσπαθώντας να μ’ έχει πάντα μέσα στο οπτικό του πεδίο.

«Διάλειμμα, παιδιά», είπε κάποιος κι εγώ έμεινα ακίνητη. Τον είδα να ‘ρχεται τρέχοντας προς το μέρος μου. Στάθηκε μπροστά μου χωρίς να μιλάει. Μόνο με κοιτούσε. Κι εγώ; Εγώ χάθηκα μέσα σ’ εκείνη τη λαδιά θάλασσα. Και τότε άκουσα τη φωνή του. Τη φωνή που είχα ακούσει ξανά και ξανά, σε τόσες ταινίες, να μιλάει σε μένα. Μόνο σε μένα: «Το βράδυ στις 12 κάτω απ’ το κάστρο».

«Ναι», είπα, γιατί δεν υπήρχε τίποτε άλλο που θα μπορούσα να πω. Εγώ, η Δανάη, ένα κορίτσι κλειστό, γεμάτο φοβίες και αναστολές, δεν είχα τίποτε άλλο να απαντήσω σ’ αυτό το κάλεσμα, εκτός απ’ αυτό που όλο το είναι μου φώναζε: Ναι!

 

 

Είδα μια φιγούρα μέσα στο σκοτάδι και την αναγνώρισα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει και τα γρήγορα βήματά μου μ’ έφεραν κοντά του. Άπλωσε τα χέρια του, κι εγώ, σε μια άνευ όρων παράδοση, χώθηκα στην αγκαλιά του. Περπατούσαμε μαζί στο σκοτάδι, χωρίς να ξέρουμε που πάμε και ούτε καν που είμαστε. Κάθισε κάτω και μου άπλωσε το χέρι του. Κάθισα δίπλα του. Μόνο με κοίταζε. Βαθιά μέσα στα μάτια μου έψαχνε να βρει μιαν απάντηση. Και την βρήκε. Μ’ έσφιξε δυνατά πάνω του. Ένιωσα την ανάσα του να με χαϊδεύει και τα χείλη του να με φιλούν. Να με φιλούν παντού. Τα χείλη του άρχισαν να γράφουν μια ιστορία πάνω στο κορμί μου! Εκεί… στην ερημιά, στο σκοτάδι, κάτω απ’ το κάστρο, ενώθηκαν τα κορμιά μας… οι ζωές μας!

Το ξημέρωμα μας βρήκε αγκαλιασμένους στη βεράντα του δωματίου μου. Χωρίς να έχουμε πει λέξη όλη νύχτα. Δυο κορμιά τόσο δεμένα, δύο άνθρωποι τόσοι άγνωστοι μεταξύ τους.

Ο ήλιος λαμπύρισε στα μάτια του καθώς ανέτειλε. Τα χέρια του τυλίχτηκαν τρυφερά γύρω μου: «Με λένε Παύλο», «Με λένε Δανάη». Απόθεσε ένα γλυκό φιλί πάνω στα χείλη μου κι έφυγε αφήνοντάς με εκεί, να κοιτάζω τον ήλιο, που σιγά- σιγά άπλωνε τις αχτίδες του πάνω στο Ναύπλιο.

 

 

Εκείνο το βράδυ και κάθε βράδυ στις δώδεκα χτυπούσε την πόρτα του δωματίου μου. Κάθε βράδυ για δεκαπέντε ολόκληρες μέρες. Κάθε βράδυ κι ένα καινούριο κεφάλαιο στην ιστορία μας.

«Σήμερα φεύγω», του είπα καθώς ξημέρωνε η δέκατη Πέμπτη μέρα της ζωής μας.

«Όχι! Αλήθεια;». Ήταν έντρομος.

«Δε μπορώ να μείνω άλλο. Η άδειά μου τέλειωσε. Πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου».

«Η άδειά σου; … Στη δουλειά σου;» ήταν έκπληκτος.

«Ναι Παύλο, γιατί ξαφνιάστηκες;»,

«Δεν ξέρω. Νόμιζα ότι θα ήσουν πάντα εδώ. Πως δεν κάνεις ό,τι κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Για μένα είσαι… το όνειρο!».

Η καρδιά μου σφίχτηκε. Ήταν ένας άγνωστος και το έβλεπα τώρα. Πώς να πίνει τον καφέ του άραγε; Ή μήπως τα όνειρα δεν πίνουν καφέ! Και τώρα; Τι θα γίνει τώρα που γίναμε άνθρωποι; Θα χαθούμε ή θα επιζήσουμε; Κάθισα γιατί ένιωθα τα πόδια μου να μη με κρατάνε.

«Τι σκέφτεσαι;». Η φωνή του με ξάφνιασε. Τον κοίταζα σαν χαμένη.

«Πως πίνεις τον καφέ σου;» ρώτησα κι εκείνος γέλασε.

«Μέτριο» απάντησε.

«Τώρα νιώθω πως σε ξέρω λιγάκι».

«Και θα με μάθεις ακόμα πιο πολύ. Θα μάθεις ότι δεν τρώω το κοτόπουλο, τρελαίνομαι όμως για τα’ αυγά, ότι μ’ αρέσει πολύ η μπίρα και πεθαίνω για χοιρινές μπριζόλες». Κάτι άρχισε να κινείται μέσα μου και μια ζεστασιά απλώθηκε στην ψυχή μου. Τον αγκάλιασα.

«Λατρεύω το κοτόπουλο, τρώω πολύ τυρί, πίνω κρασί και πεθαίνω για τηγανιτές πατάτες». Μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του…

«Σε είκοσι μέρες θα είμαι στην Αθήνα και τότε θα πούμε πάρα πολλά».

Γύρισα στην Αθήνα, στη δουλειά μου, στην καθημερινότητα. Όμως δεν ήμουν πια η ίδια. Είχα αφήσει τα πάντα πίσω μου: την καρδιά μου, το μυαλό μου, τον χτεσινό εαυτό μου, όλα όσα πίστευα και ό,τι αξίες είχα δώσει μέχρι τότε. Δεν θυμόμουν ποια ήμουν πριν. Τι ήμουν. Αναρωτιόμουν μόνο πώς έζησα όλα αυτά τα χρόνια χωρίς τον Παύλο. Γιατί έζησα αφού δεν τον γνώριζα; Πως περνούσα τα πρωινά, τα μεσημέρια, τα βράδια χωρίς να τον σκέφτομαι; Θεέ μου! Πως περνούσα τις νύχτες χωρίς να τον ονειρεύομαι;

 

 

Ήταν Κυριακή πρωί κι εγώ έφτιαχνα το καφεδάκι μου όταν χτύπησε το τηλέφωνο: «Ναι;».

«Εγώ τον πίνω μέτριο. Εσύ;»,

«Γλυκό».

Δώσαμε ραντεβού σε μια καφετέρια κάπου κοντά στην Ακρόπολη. Όταν έφτασα, ήταν ήδη εκεί. Στάθηκα λίγο και τον κοίταξα. Δεν ήταν όνειρο της νύχτα πια. Ήταν αληθινός, λουσμένος στο πρωινό φως του ήλιου. Πήγα κοντά του.

«Γεια σου», του είπα κι εκείνος σηκώθηκε, πήρε το χέρι μου, το ‘κλεισε στα δικά του και με φίλησε.

«Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω».

Καθίσαμε δίπλα- δίπλα ενώ συνέχιζε να μου κρατάει το χέρι.

«Δανάη… είναι σαν ψέμα που σ’ έχω πάλι κοντά μου».

«Αχ Παύλο… αυτές οι μέρες ήταν ατέλειωτες. Γύρισα στη δουλειά και όλοι με κοίταζαν παράξενα σαν να ‘λεγαν “ Πάει, τα ‘χασε το κοριτσάκι”. Μου έλειψαν οι νύχτες μας. Ανέτελλε ο ήλιος και μ’ έβρισκε στο δρόμο, μέσα στο μποτιλιάρισμα και στο νέφος. Νοσταλγούσα τη βεράντα μας στο Ναύπλιο. Μου ‘λειψες πολύ Παύλο!». Χαμογελούσε.

«Αν τα πεις όλα εσύ, εμένα τι θα μου μείνει; Θ’ αρχίσω να λέω μόνο “Κι εγώ επίσης”». Γελάσαμε. Ήταν αλήθεια, είχα πάρει φόρα.

«Με την ταινία τι έγινε; Τελείωσε;»,

«Με χίλια βάσανα. Ο πρωταγωνιστής είχε πρόβλημα, βλέπεις! Δεν του άφησες μυαλό για να σκέφτεται».

«Τι λες, θα έχει επιτυχία;»,

«Χμμμ, αυτό θα το μάθω στην πρεμιέρα. Άλλωστε, μαζί θα είμαστε εκείνη την ημέρα».

 

 

Και ήμασταν μαζί. Συνέχεια. Και πριν την πρεμιέρα και μετά απ’ αυτήν. Και τον αγαπούσα. Πόσο τον αγαπούσα Θεέ μου! Όμως η ζωή δεν είναι ταινία και προπάντων δεν είναι όνειρο. Δεν ήμασταν πια μόνοι, εγώ, αυτός και η νύχτα. Μας περιτριγύριζε ένας ολόκληρος κόσμος. Κόσμος περίεργος, που δεν τον ήξερα. Φανταχτερός! Φανταχτερά ρούχα, φανταχτερά λόγια, φανταχτερές εκδηλώσεις αγάπης και… φανταχτερό μίσος. Αλλόκοτοι άνθρωποι, αλλόκοτες αντιδράσεις. Δεν ταίριαζα μ’ όλα αυτά. Μ’ έκαναν να αισθάνομαι περίεργα. Πιο λίγη, πιο κακιά, πιο άσχημη, πιο… πιο τίποτα. Ή μήπως έφταιγε το ότι είχα αρχίσει να ζηλεύω όλες αυτές τις αιθέριες υπάρξεις που περιτριγύριζαν τον Παύλο; Και οι ταινίες! Μαχαίρι στην καρδιά μου η καθεμιά. Δε μπορούσα να συνηθίσω τα χέρια του να αγκαλιάζουν μια άλλη. Να τη χαϊδεύει με το ζεστό του βλέμμα και με φωνή τρυφερή ή άλλοτε παθιασμένη να της λέει  “Σ’ αγαπώ”. Κάτι είχε αρχίσει και σάλευε στο μυαλό μου.

Έψαχνα κρυφά τα σενάρια για να μετρήσω τα φιλιά και τις ερωτικές σκηνές του έργου. Με κρατούσε στην αγκαλιά του, με φιλούσε, κάναμε έρωτα κι εγώ προσπαθούσα να θυμηθώ σε ποια ταινία, σε ποια σκηνή και με ποια παρτενέρ είχε κάνει το καθένα απ’ αυτά. Μου μιλούσε και είχα την αίσθηση ότι προβάριζε το ρόλο του!

Και πιεζόμουν. Πιεζόμουν να μην καταλάβει τίποτα γιατί το ήξερα καλά πως ήταν τρέλα. Δε μπορούσα όμως να δω πιο λογικά. Κι απ’ την άλλη οι τύψεις. Τύψεις γιατί ο Παύλος ήταν τέλειος. Πάντα δίπλα μου. Δικός μου όταν ήμασταν μόνοι, δικός μου κι όταν μας περικύκλωνε ένα ολόκληρο κινηματογραφικό συνεργείο. Τρυφερός, γλυκός, θερμός, όπως το πρώτο εκείνο βράδυ.

 

 

5 Αυγούστου 1988: Ναύπλιο, κι εγώ μέσα στην αγκαλιά του, κάτω απ’ το κάστρο. Πού αλλού θα μπορούσαμε να γιορτάσουμε την πρώτη μας επέτειο! Μόνον εδώ. Παρέα μ’ ένα μπουκάλι σαμπάνια και τις αναμνήσεις μας.

«Θυμάμαι, Δανάη, τη στιγμή που σε πρωτοείδα. Τι συναίσθημα ήταν εκείνο! Σαν ένας μαγνήτης να με τραβούσε κοντά σου. Νομίζω ότι σ’ αγάπησα με την πρώτη ματιά».

«Δεν ήταν αγάπη τότε, Παύλο. Ένα όνειρο ήταν»,

«Ένα όνειρο! Ναι! Η αγάπη είναι πιο χειροπιαστή. Αγάπη είναι τώρα, που σε ξέρω και με ξέρεις».

«Ακριβώς. Τώρα που ξέρω ότι πίνεις τον καφέ σου μέτριο».

Ένα πονηρό γελάκι τρεμόπαιξε στα χείλη του.

«Μμμμ! Ναι. Και μιας και ξέρεις πως τον πίνω, τι θα ‘λεγες από δω και πέρα, εφ’ όρου ζωής δηλαδή, να μου τον φτιάχνεις εσύ;

«Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;». Γέλασε…

«Η ακριβής μετάφραση και χωρίς δικά μου λόγια είναι: Δανάη, θέλεις να παντρευτούμε;».

Τσούγκρισα το ποτήρι μου στο δικό του… «Ναι. Θέλω!»

 

 

Γι αρκετό καιρό είχα την εντύπωση ότι όλα μου α προβλήματα λύθηκαν. Ο Παύλος δεν είχε αναλάβει καμιά επαγγελματική υποχρέωση για να μπορέσουμε να φτιάξουμε το σπίτι μας. Οι ετοιμασίες του γάμου και το ότι ήμασταν συνέχεια μαζί, μ΄ έκαναν να ξεχάσω τις έμμονες ιδέες μου.

Ο γάμος έγινε δύο μήνες αργότερα. Ένα όμορφο κυριακάτικο μεσημέρι. Ένας γάμος απλός, με λιγοστούς καλεσμένους, χωρίς δημοσιογράφους και… χωρίς φλας.

Και αφού γυρίσαμε απ’ το γαμήλιο ταξίδι, σιγά- σιγά, άρχισαν να γυρίζουν και οι έμμονες ιδέες μου. Συνέχιζα όμως να τις κρύβω καλά μέσα στο αρρωστημένο μυαλό μου. Μέχρι που αυτό ήταν πια αδύνατο.

Μόλις είχε γίνει η πρεμιέρα μιας ταινίας του Παύλου, με παρτενέρ μια νέα ηθοποιό, ιδιαίτερα όμορφη και ιδιαίτερα προκλητική. Την είχα αντιπαθήσει απ την πρώτη στιγμή. Όταν, μάλιστα, διάβασα το σενάριο και είδα ότι ήταν περισσότερο ερωτικό, από απλά αισθηματικό, ε, τότε ήταν που δεν ήθελα να τη δω στα μάτια μου.

Το βράδυ της πρεμιέρας λοιπόν και λόγω της μεγάλης επιτυχίας, πήγαμε κάπου όλοι μαζί να το γιορτάσουμε. Για πρώτη φορά, εκείνο το βράδυ, ο Παύλος δεν κάθισε δίπλα μου. Δεν έφταιξε εκείνος γι αυτό, αλλά εγώ δεν εξέταζα λεπτομέρειες. Σε κάποια στιγμή μάλιστα, που άδειασε η θέση δίπλα του, μου έκανε νόημα να πάω κοντά του. Εγώ όμως, αξιοπρεπώς, αρνήθηκα. Κι αυτό γιατί στο άλλο πλευρό του είχε τη Φίλια. Την ιδιαίτερα όμορφη και ιδιαίτερα προκλητική παρτενέρ του.

Ήταν το πιο μαρτυρικό βράδυ της ζωής μου. Όσο τους έβλεπα να μιλούν, να γελούν και να βάζει το χέρι του στην πλάτη της καρέκλας της, έσκαγα. Και ήταν και μια σαρκαστική φωνή μέσα στο μυαλό μου που ψιθύριζε: «Τώρα δεν γυρίζουν ταινία, ούτε είναι οι ρόλοι τους αυτοί. Ό,τι κάνουν, θέλουν και το κάνουν, τους αρέσει!».

Του έκανα νόημα ότι πονάει το κεφάλι μου και βγήκα έξω. πήγα και κάθισα στο αυτοκίνητο να ηρεμήσω. Δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά, όταν ήρθε ο Παύλος. Μπήκε στο αυτοκίνητο…

«Με τόση φασαρία που γίνεται, όλοι με πονοκέφαλο θα φύγουμε. Είσαι καλύτερα τώρα;». Και τότε έγινε η έκρηξη!

«Δεν είμαι καλύτερα, γιατί εμένα δε μ’ ενόχλησε η φασαρία. Εμένα μ’ ενόχλησες εσύ μ’ αυτά που έκανες». Τα λαδιά του μάτια είχαν ανοίξει διάπλατα και η φωνή του μόλις που ακούστηκε:

«Αυτά που έκανα; Μα… τι έκανα;».  Ώστε έπαιζε το ρόλου του έκπληκτου.

«Ξέρεις καλά τι έκανες. Αλήθεια, δε με σεβάστηκες καθόλου; Όλος ο κόσμος με κοίταζε με οίκτο κι εσύ… αμέριμνος. Γι αυτό αγαπάς τη δουλειά σου. Επειδή έχει τα τυχερά της. Σ’ αρέσουν οι ερωτικές σκηνές. Όλα σου τα έργα τέτοια είναι. Αυτά διαλέγεις. Σ’ έχω καταλάβει πολύ καιρό τώρα».

Συνέχιζε να με κοιτάζει, γεμάτος απορία.

«Δανάη… τι είναι αυτά που λες;» ψέλλισε κι εγώ άρχισα να λέω τα ίδια, και ακόμη περισσότερα.

Έμεινε και άκουσε όλα όσα είχα να πω. Μετά βγήκε απ’ το αυτοκίνητο. Στάθηκε για λίγο και με κοίταξε. Ύστερα έκλεισε με δύναμη την πόρτα κι έφυγε. Έμεινα εκεί δύο ώρες περιμένοντας. Δεν ήρθε. Γύρισα σπίτι. Τον βρήκα να κάθεται στο σαλόνι, μ’ ένα ουίσκι στο ένα χέρι κι ένα τσιγάρο στο άλλο. Φαινόταν πικραμένος, κουρασμένος. Μπροστά μου ήταν ένας άνθρωπος που τον είχε συντρίψει ένα όνειρο!

Πήγα κοντά του. Κάθισα στο πάτωμα και έγειρα το κεφάλι μου στα πόδια του. Μου χάιδεψε τα μαλλιά.

«Είμαι ηθοποιός», είπε και ήταν σα να μου εξηγούσε τα πάντα.

«Το ξέρω», απάντησα, σα να καταλάβαινα τα πάντα.

 

 

Δεν ξαναμιλήσαμε για κείνο το βράδυ. Όμως, ήταν πάντα εκεί. Ζούσε, κινιόταν ανάμεσά μας και μας αποξένωνε.

Οι μέρες κυλούσαν βαριές και τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Μόνον εγώ. Μόνον εγώ δεν άλλαζα. Έμενα η ίδια. Με τις ίδιες σκέψεις, με τους ίδιους φόβους.

Τρεις ταινίες με τη Φίλια κι εγώ να τρελαίνομαι. Και τώρα, ακόμη περισσότερο, γιατί τώρα όλα είχαν αντιστραφεί. Τώρα έψαχνα να βρω πότε κάναμε μαζί όλα εκείνα που έκανε στις ταινίες του. Και πάλι, όλα αυτά τα έκρυβα μέσα μου, μ’ επιδεξιότητα. Μια επιδεξιότητα άχρηστη, γιατί ο Παύλος τώρα πια ήξερε και καταλάβαινε τα πάντα. Το έβλεπα στα μάτια του, στα πετρωμένα χείλη και στις σφιγμένες γροθιές του. Και τόσο απομακρυνόταν. Κάθε μέρα κι ένα μικρό βηματάκι…

5 Αυγούστου 1989: Η δεύτερη επέτειος. Εγώ στην Αθήνα κι εκείνος στην Κρήτη, για κάποια γυρίσματα. Μια μέρα γεμάτη «γιατί». Γιατί να γίνουμε έτσι; Γιατί να χαλάσει η όμορφη σχέση μας; Γιατί επιτέλους δε με καταλάβαινε; Ποια γυναίκα θα άντεχε να βλέπει τον δικό της άντρα σε χίλιες ξένες αγκαλιές; Γύριζα από δωμάτιο σε δωμάτιο, κοιτάζοντας φωτογραφίες και αναπολώντας στιγμές καλύτερες απ’ αυτές. Δεν έκλαιγα. Όλη τη μέρα δεν έκλαψα. Όλον αυτόν τον καιρό δεν είχα κλάψει. Σαν έφτασε το βράδυ όμως και οι δείκτες του ρολογιού πλησίαζαν στις δώδεκα, κάτι μ’ έπνιγε και λυγμοί άρχισαν να τραντάζουν το κορμί μου. Το κορμί που εκείνος, τέτοια μέρα, τέτοια ώρα, άλλοτε είχε λατρέψει. Το τηλέφωνο χτύπησε ακριβώς στις δώδεκα. Χωρίς να μπορώ να σταματήσω το κλάμα σήκωσα το ακουστικό.

«Παύλο;».

«Μου ήταν αδύνατο να κρατηθώ μακριά σου κι απόψε. Αυτή την ώρα».

«Παύλο…».

«Γιατί σκότωσες το όνειρο, Δανάη; Γιατί;».

Η φωνή του έσπασε κι η γραμμή έκλεισε. Τα δάκρυα σταμάτησαν. Η καρδιά μου σταμάτησε. Ένιωθα σαν αδίστακτος φονιάς. Και ήμουν. Το ήξερα καλά πως ήμουν.

«Θεέ μου, πότε θα γυρίσει! Ορκίζομαι πως θα το αναστήσω το όνειρό μας!».

Και όμως πάτησα τον όρκο μου. Όταν γύρισε και τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ορκιζόμουν ακόμα. Ορκιζόμουν πως δεν θα σκότωνα και την ελπίδα που φώτιζε τα μάτια του! Ορκιζόμουν πως δεν θα ξανάβγαινα απ’ αυτήν την αγκαλιά, που τώρα, μετά από τόσο καιρό, μ’ έκλεινε μέσα της.

Σιγά- σιγά όμως, μέρα με την ημέρα, όλα έγιναν όπως πριν. Ήμουν τρελή; Μπορεί και να ήμουν!

 

 

Μέσα σε μια ηρεμία, γεμάτη αποξένωση, κύλησαν άλλοι έξι μήνες.

Ήταν βραδάκι. Καθόμουν στο σαλόνι κι έβλεπα τηλεόραση. Ο Παύλος μόλις είχε γυρίσει απ’ τη δουλειά του. Πήρε ένα ουίσκι και κάθισε κοντά μου. Ήταν κάτι το ασυνήθιστο αυτό, τώρα πια. έκλεισα την τηλεόραση και τον κοίταξα περιμένοντας.

«Θα γυρίσουμε μια ταινία στο εξωτερικό», μου ανακοίνωσε. «Στη Γαλλία».

«Με τη Φίλια;» ρώτησα.

«Έχει σημασία;».

«Για σένα;».  Γύρισε και με κοίταξε. Με περιφρόνηση; Ίσως.

«Όχι, όχι με τη Φίλια. Με τη Ζωή Γερμανού».

«Δεν την έχω ξανακούσει».

«Φυσικά. Είναι καινούρια ανακάλυψη του Νικολάου».

«Α! Ο Νικολάου θα είναι λοιπόν ο σκηνοθέτης».

«Ναι, αλλά γιατί αυτό το ύφος; Μαζί του μόνο επιτυχίες έχω κάνει». Το σαρκαστικό μου γελάκι ήταν αναπόφευκτο…

«Και ανακαλύψεις!» πρόσθεσα.

«Τι θες να πεις τώρα, Δανάη;»

«Αυτός ο άνθρωπος περισσότερο ψάχνει για νέα ταλέντα, θηλυκού γένους πάντα, βέβαια, και λιγότερο σκηνοθετεί», συνέχισα στο ίδιο ύφος.

«Είναι κι αυτό μέσα στη δουλειά του», απάντησε.

«Τέλος πάντων. Αυτή η Γερμανού, λοιπόν, είναι και καλή ή μόνον ωραία;»

«Είναι τόσο καλή, όσο και ωραία». Με τέτοιες απαντήσεις σου κόβεται η σαρκαστική διάθεση. Άλλαξα συζήτηση.

«Και πόσο θα λείψεις;».

«Γύρω στους δύο μήνες».

«Εγώ δε μπορώ να έρθω μαζί σους». Προς στιγμήν ξαφνιάστηκε από την ερώτησή μου, αλλά αναδιοργανώθηκε αμέσως.

«Δανάη… μη χαλάσουμε τις καρδιές μας τώρα. Μπορεί να μην το κουβεντιάζουμε, αλλά ξέρω πολύ καλά και τα αισθήματά σου και τις απόψεις σου. Άσε, λοιπόν. Καλύτερα να μείνεις εδώ για να ‘μαστε και οι δυο πιο ήρεμοι».

Πάγωσα. Δεν φανταζόμουν ότι θα ‘θελε να μείνει μακριά μου τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Μπορεί οι σχέσεις μας να είχαν χαλάσει, αλλά όποτε του το ζητούσα, πάντα μ’ έπαιρνε μαζί του. Αυτή η απροκάλυπτη άρνηση ήταν κάτι που πραγματικά δεν περίμενα. Αντέδρασα…

«Μα πάντα έρχομαι μαζί σου. Δεν σου έχω δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα». Κάτι πήγε να πει, μα τον πρόλαβα: «Μια φορά ήταν εκείνη και δεν επαναλήφθηκε ποτέ».

Σηκώθηκε.

«Δανάη, Δανάη! Δεν δημιουργείς πρόβλημα. Είσαι το πρόβλημα». Μου έδωσε το ποτήρι του κι έφυγε.

 

 

Ήμουν το πρόβλημα και έπρεπε να μείνω στην Αθήνα. Και έμεινα. Γιατί όμως; Για να ‘μαστε πιο ήρεμοι, ή μήπως για να μη βλέπω τι γίνεται εκεί;

Όμως, τίποτα δεν έμενε κρυφό. Όλα τα περιοδικά είχαν σχόλια για την ταινία του Νικολάου: «Γυρίζεται στη Γαλλία, με πρωταγωνιστές τον Παύλο Αλεξίου και τη Ζωή Γερμανού. Την καινούργια ανακάλυψη του Κωστή Νικολάου, που λάμπει από ομορφιά και ταλέντο!». Αυτή έλαμπε από ομορφιά κι εγώ ήμουν στην Αθήνα. Αναρωτιόμουν μήπως είχαν σχέση αυτά τα δύο. Το τελευταίο περιοδικό που έπιασα στα χέρια μου, μου έδωσε την απάντηση.

Τίτλος: «Δικαιώματα δεν δίνουν, όμως… κάτι τρέχει».

Κείμενο: «Ψιθυρίζεται ότι έχουν δεσμό, αφού είναι συνέχεια μαζί και μετά τα γυρίσματα. Σιγοψιθυρίζεται ότι μόλις γυρίσουν στην Αθήνα ο Αλεξίου θα ζητήσει διαζύγιο. Ο χρόνος θα δείξει». Όλα αυτά συνοδεύονταν από μια φωτογραφία, όπου η Ζωή κάτι έλεγε στον Παύλο κι εκείνος γελούσε με την ψυχή του. Αυτό ήταν. Είχα δίκιο. Τίποτα δεν ήταν της φαντασίας μου και κακώς κατηγορούσα τον εαυτό μου τόσο καιρό. Κακώς είχα τύψεις. Είχε έρθει λοιπόν το τέλος κι εγώ έπρεπε να φύγω. Να προλάβω να φύγω πρώτη.

Μια μικρή βαλίτσα έφτανε. Μόνο τα ρούχα μου. Ούτε φωτογραφίες, ούτε αναμνηστικά ήθελα μαζί μου. Φόρεσα το παλτό μου. Έκανα μια βόλτα σ’ όλα τα δωμάτια, αποχαιρετώντας, ίσως, τις σκιές που ζούσαν εκεί και βγήκα απ’ το σπίτι, κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω μου.

Όμως όχι. Κάτι είχα ξεχάσει. Γύρισα πάλι πίσω. Βρήκα το περιοδικό. Το ξεφύλλισα. Ο Παύλος ήταν εκεί και γελούσε μ’ αυτό που του έλεγε η Ζωή.

Για αρκετή ώρα, έμεινα να τους κοιτάζω, με βλέμμα θαμπό και άδειο. Κι ύστερα… ύστερα έφυγα, αφήνοντας το περιοδικό ανοιχτό πάνω στο τραπέζι. Ένα πρωτότυπο αποχαιρετιστήριο γράμμα!

 

 

Ζήτησε να με δει αμέσως μόλις γύρισε. Βιάζεται για το διαζύγιο, σκέφτηκα, μα έκανα λάθος.

«Είναι όλα ψέματα. Δεν ξέρουν τι γράφουν. Η κοπέλα έχει δεσμό κι εγώ δεν σκέφτηκα κανένα διαζύγιο». Άπλωσα το χέρι μου για να τον κάνω να σταματήσει.

«Παύλο, μη λες άλλα. Το ξέρεις πως δεν σε πιστεύω. Ας πάρουμε διαζύγιο να τελειώνουμε. Δεν αντέχω άλλο… υποφέρω…είμαι τρελή. Δεν ξέρω…». Σταμάτησα. Λες και τέλειωσαν οι λέξεις. Μόνο έκλαιγα. Έκλαιγα μπροστά του και δεν το ‘θελα. Ήθελα να κρύψω την ψυχή μου, να μην την βλέπει, γιατί το ‘νιωθα πως αυτός ο άνθρωπος δε μ’ αγαπούσε πια.

«Δανάη…». Έφυγε από κοντά μου και στάθηκε στο πιο μακρινό σημείο του δωματίου… «Δεν είναι τίποτα ίδιο πια και το ξέρεις. Θα έφευγα τώρα. Για πάντα. Όμως, είναι κάτι που δε μ’ αφήνει. Ίσως να ‘ναι κι αγάπη. Σίγουρα, όμως, είναι το όνειρο. Το όνειρο που δεν θέλω να χάσω». Έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά του και μου γύρισε την πλάτη. «Δεν ξέρω για ποιον απ’ τους δυο μας το κάνω. Ίσως μόνο για τον εαυτό μου… Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι θέλω να σου δώσω χρόνο να σκεφτείς». Πήγε και στάθηκε στο παράθυρο. Κοιτούσε έξω, χωρίς να μιλάει. Μετά, σα να ‘βαλε σε τάξη τις σκέψεις του, συνέχισε: «Θα σ’ αφήσω μόνη, Δανάη. Μόνη κι ανεπηρέαστη να κρίνεις τις καταστάσεις κι εμένα. Να καταλάβεις ποιος είμαι, αν μπορέσεις, και να ζυγίσεις τα αισθήματά σου». Και πάλι σιωπή, λες κι αυτό που έβλεπε απ’ το ανοιχτό παράθυρο να τον απασχολούσε περισσότερο. Κι ύστερα αντήχησε η φωνή του , οργισμένη και συνάμα διστακτική…

«Θα σου δώσω άλλη μια ευκαιρία, Δανάη…». Γύρισε και με κοίταξε… «Την τελευταία!».

Ήρθε κοντά μου. Πολύ κοντά μου. Κάρφωσε τα μάτια του στα δικά μου και με φωνή βραχνή, σιγανή, μου είπε: «Στις 5 Αυγούστου, στις δώδεκα το βράδυ, κάτω απ’ το κάστρο. Αν μ’ αγαπάς ακόμα, θα έρθεις. Αν σ’ αγαπώ ακόμα θα ‘ρθω». Έμεινε εκεί, χωρίς να παίρνει τα μάτια του απ’ τα δικά μου. Μετά, σαν κάτι να τον τράβηξε βίαια, γύρισε απότομα κι έφυγε χωρίς καθόλου να κοιτάξει πίσω του.

 

 

Ο Παύλος έφυγε κι εγώ έμεινα μόνη, χάνοντας για μια ακόμη φορά τον εαυτό μου. Ήμουν άλλη πριν τον γνωρίσω, άλλη όταν τον αγάπησα, και κάποια άλλη όταν έζησα μαζί του. Τώρα όμως; Τώρα που είχε φύγει, ποια ήμουν αλήθεια; Ποια μπορούσα να είμαι τώρα που ήξερα ότι υπάρχει, ότι με είχε αγαπήσει κι ότι εγώ, με τα ίδια μου τα χέρια, είχα καταστρέψει ό,τι φτιάξαμε μαζί;

Οι μέρες περνούσαν κι εγώ άρχισα να βλέπω τις ταινίες του, μόνο και μόνο για να έχω την αίσθηση πως είναι κοντά μου. Μα σιγά- σιγά, μέσα σ’ αυτές τις ταινίες, τις ταινίες που άλλοτε με τρέλαιναν, ανακάλυπτα τον δικό μου Παύλο. Αυτόν που δεν ζούσε τις ερωτικές σκηνές, αλλά απλά τις ερμήνευε. Που αγκάλιαζε την ηρωίδα του έργου, όπως εγώ κάθε μέρα στο γραφείο έπιανα το στυλό μου και έγραφα. Κι ήταν πολλές οι σκηνές που διέκρινα την κούραση στο πρόσωπο και στις κινήσεις του. Σκηνές που όταν γυρίζονταν ίσως να ευχόταν να τελειώσουν γρήγορα για να έρθει κοντά μου. Κοντά στη Δανάη. Κι αυτή ήμουν εγώ, αλλά δεν το ήξερα. Δεν το ήξερα γιατί τότε ήμουν απλά μια Δανάη και όχι εγώ!

 

 

5 Αυγούστου 1990: Και πάλι στο Ναύπλιο. Το ήξερα καλά πως θα ‘ρθω, γιατί ήξερα το ίδιο καλά πως θα τον αγαπούσα ακόμα. Όπως ξέρω ότι ποτέ δε έπαψα και ποτέ δεν θα πάψω!

Η ώρα πλησιάζει δώδεκα κι εγώ ανηφορίζω το δρόμο για το κάστρο. Η αγωνία μου κόβει τα γόνατα. Ο μόνος ήχος που ακούω είναι οι χτύποι της καρδιάς μου. Τα χέρια μου είναι παγωμένα κι ας είναι Αύγουστος. Τα δάκρυα κυλούν κι όσο πλησιάζω μου είναι αδύνατο να τα σταματήσω.

Κι αν δεν έχει έρθει;…

Αν όμως έχει έρθει! Θα ξαναδώ τα μάτια του, τα χείλη του, τα μαλλιά του… θ’ αγγίξω τα χέρια του… θ’ ακούσω και πάλι τη φωνή του να μου μιλάει…

Μένουν λίγα μέτρα, μα φαντάζουν χιλιόμετρα. Βλέπω μια φιγούρα μέσα στο σκοτάδι. Ίσως, ίσως είναι αυτός…

Θεέ μου! Ναι! Είναι αυτός!

Κλαίω… τρέχω… φωνάζω το όνομά του…

Ανοίγει τα χέρια του και πέφτω στην αγκαλιά του. Αυτή είναι η θέση μου και τώρα ξέρω ποια είμαι.

Το χέρι του κρατάει το δικό μου και περπατάμε στο σκοτάδι χωρίς να μιλάμε…

Κάθεται και με τραβάει κοντά του. Με σφίγγει στην αγκαλιά του, μου ψιθυρίζει «σ’ αγαπώ» και νιώθω τα χείλη του να με φιλούν… να με φιλούν παντού…

Τα χείλη του αρχίζουν να γράφουν μια νέα ιστορία πάνω στο κορμί μου…

Εκεί… στην ερημιά, στο σκοτάδι, κάτω απ’ το κάστρο, ενώθηκαν τα κορμιά μας, οι ψυχές μας… οι ζωές μας, για πάντα!!!

Τέλος

 

 

 

 

 

By elenkw

6 thoughts on “Όταν ήμουν μούτσος… (ναύλος 11ος Μήλος)/2ο μέρος”

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Content is protected !!